Legislator Case Law & Legislation
681/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal on substantive law violation regarding damages claims against company board members.

Case Number 681/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding damages claims. The appellant argued the lower court violated substantive law by allowing the company to assess the validity of its board members' mandate, while the respondent contended the decision was legally sound. The court found the first ground of appeal valid due to a substantive law error but rejected the second ground for being vague and unnecessary, ordering a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) C.Pol.D.; Art. 22(b) Law 2190/2013; The Supreme Court holds that an appellate court must find a substantive law violation when a lower court incorrectly assesses the validity of a mandate given to company board members, but rejects vague grounds of appeal that do not specify how the error affected the judgment.

Keywords

AI generated
substantive law violation company board members damages claims appellate review vague grounds of appeal remand for retrial legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) C.Pol.D.
Art. 22(b) Law 2190/2013
Art. 102 Law 3026/1934
Art. 495(3) C.Pol.D.
Art. 580(3) C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191(1) C.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 681 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 681/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. (Σ.) Α. του Α., κατοίκου Β. Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γρηγόριου Αλέκου, που ανακάλεσε την δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟΝ ΓΡΑΦΕΙΟΝ Χ. Α..Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "Τεχνικόν Γραφείον Χ. Α..Κ. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Κασωτάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 7/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (διαφορές από αμοιβές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 7/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αντικείμενο διαφορά από αμοιβές μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. 55430695195306260049 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά από αμοιβές, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 830/2023, 1300/2022, 484/2019). Με την από 27-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 7/ 7-1-2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (Τμήμα Αμοιβών).

Με την ως άνω απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-11-2016 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά την πάροδο της της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως (η οποία ουδέποτε επιδόθηκε, όπως διαλαμβάνει η αναιρεσείουσα χωρίς να αντιλέγει η αναιρεσίβλητη), συνυπολογιζομένων και των χρονικών διαστημάτων της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την από 30-11-2016 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος, επικαλείται ότι με την υπ' αριθμ.2108/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε εκδοθεί κατά την εκουσία δικαιοδοσία, είχε επιτραπεί σε μετόχους της μειοψηφίας της εναγομένης να ασκήσουν εταιρική αγωγή κατά μελών της διοίκησής της για ζημία που εφέρετο να είχε υποστεί η εταιρεία, και διορίστηκαν ειδικοί εκπρόσωποι προς άσκηση της ως άνω αγωγής, οι οποίοι ανέθεσαν σ' αυτή (αναιρεσείουσα) τη σύνταξη και κατάθεσή της. 'Ότι στα πλαίσια της εντολής που έλαβε, η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου την από 28-12-2012 αγωγή, με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην εταιρεία το ποσό των 4.675.158,45 ευρώ, που αποτελούσε τη ζημία της. 'Ότι παράλληλα και στα πλαίσια της ίδιας εντολής, συνέταξε και κατέθεσε την από 31-12-2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της εναγομένης, με αίτημα τη χορήγηση εταιρικών εγγράφων, καθώς και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής. 'Ότι ελλείψει γραπτής συμφωνίας, για τις ενέργειές της δικαιούται ως δικηγορική αμοιβή το ποσό των 93.503,17 ευρώ, πλέον ΦΠΑ για την άσκηση της αγωγής και επιπλέον το ποσό των 445 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τη σύνταξη και εκδίκαση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και της προσωρινής διαταγής.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως νόμιμη την αγωγή και ακολούθως, δεχόμενο ως νόμιμη και βάσιμη την ένσταση της εναγομένης από το άρθ.102 ΚωδΔικ σε συνδ.

με το άρθρ. 281 ΑΚ, προσδιόρισε την αμοιβή της ενάγουσας για την άσκηση της εταιρικής αγωγής με βάση το άρθρο 100 παρ.4 και επιδίκασε ως αμοιβή το ποσό των 134 ευρώ για την αιτία αυτή, πλέον του αιτηθέντος ποσού των 445 ευρώ για τη δεύτερη δικαστική ενέργεια (σύνταξη και εκδίκαση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και της προσωρινής διαταγής), πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ στα ποσά αυτά.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει αμοιβής.

Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων του Κώδικα Δικηγόρων. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 και 2 του Κώδικα αυτού, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.

Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 και 102 του αυτού ως άνω ΝΔ 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και να επιδικάσει στο Δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση.

Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποίαν προβλέπεται η καταβολή αμοιβής διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του Δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα του, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (ΟλΑΠ 14/2008, ΑΠ 598/2017, 16/2013).

Εξάλλου, η σύμβαση μεταξύ του Δικηγόρου και του εντολέα του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει, για το σύνολο των ενεργειών του, ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης κατ` άρθρο 92 § § 3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 598/2017, 1586/2009, 760/2007). 'Ητοι, για την αξίωση τέτοιας δικηγορικής αμοιβής, είναι αδιάφορο, αν η αγωγή έγινε εν όλω ή μερικώς δεκτή ή απορρίφθηκε ολοσχερώς ή η υπόθεση διεκπεραιώθηκε ή όχι επιτυχώς (ΑΠ 170/2016).

Εξαίρεση υπάρχει μόνο αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι αν το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς διογκωμένο και αυτό μπορούσε να γίνει αντιληπτό και από τον ίδιο το δικηγόρο, οπότε το ελάχιστο όριο αμοιβής υπολογίζεται με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή και η μείωση αυτή χωρεί και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1907/2008, 137/2007, 1310/2006, 1631/2006).

Ο κατά την εν λόγω διάταξη ισχυρισμός ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο και είχε τη δυνατότητα ο εντολοδόχος δικηγόρος να εξακριβώσει τούτο, αποτελεί ένσταση του εναγομένου προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής, κατά της οποίας ο ενάγων δύναται να προτείνει κατ` αντένσταση τον ισχυρισμό ότι συνεμορφώθη προς σχετική έγγραφη εντολή του εντολέως ή του αντιπροσώπου αυτού (ΑΠ 410/2019, 122/2015, 180/2008).

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την έννοια της παραπάνω διάταξης, για τη διάγνωση του περιστατικού ότι η απαίτηση είναι προφανώς εξογκωμένη από το δικηγόρο του ενάγοντος, αναγκαίως πρέπει να ερευνάται ποιοι κανόνες δικαίου διέπουν την έννομη σχέση και αν, εν όψει των κανόνων αυτών, όχι ο συγκεκριμένος δικηγόρος στη δίκη αλλά, αντικειμενικώς και αφηρημένως, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντας την επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το εν όλω ή εν μέρει αβάσιμο της απαιτήσεως και εντεύθεν το προφανώς εξογκωμένο αυτής (ΑΠ 140/2019, 122/2015, 583/2014, 16/2013, 1295/2010, 599/2017).

Και στην ως άνω περίπτωση όμως, για την εξαγωγή της δικαιουμένης αμοιβής, ο υπολογισμός θα πρέπει να γίνει με βάση τον ίδιο συντελεστή (2%) επί του ποσού του προσήκοντος πλέον αγωγικού αιτήματος, επί εκείνου δηλαδή που θα έπρεπε να ζητηθεί από τον ενάγοντα δικηγόρο, μετά από επιμελή θεώρηση των πραγμάτων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 19/2020, 319/2017, 130/2016). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 24/2021, 284/2021, 120/2017, 113/2011), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Ομοίως, για το ορισμένο του, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και η επίδραση που είχε το αποδιδόμενο σφάλμα στο διατακτικό (ΑΠ 1282/2010), ήτοι το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος (ΑΠ 1500/2022, 325/2022). Λόγος που δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέος, ως αόριστος.

Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ27/1998, ΑΠ 26/2022, 1020/2019, 901/2010, 954/2008, 609/2008, 2173/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Τον Οκτώβριο του έτους 2012, ο Α.

Π. τoυ Α., Σ. Κ. του Ν. και Π. Σ. του Κ., με την ιδιότητα των διορισθέντων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2108/2012 αποφάσεως εκούσιας δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου, ειδικών εκπροσώπων της εναγομένης ανέθεσαν στην ενάγουσα δικηγόρο την σύνταξη και κατάθεση εταιρικής αγωγής κατά τα προβλεπόμενα στην διάταξη του άρθρου 22β' παρ. 3 ν. 2190/1920, κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

Στα πλαίσια της δοθείσης εντολής η ενάγουσα συνέταξε την από 28-12-2012 αγωγή, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθμ. έκθ. κατάθεσης .../6604/2012), με αίτημα να καταβάλουν οι εναγόμενοι, για ζημία την οποία επήγαγαν στην εταιρεία, το ποσό των 4.675.158,45 ευρώ. Επίσης στα πλαίσια της ανωτέρω εντολής, η ενάγουσα συνέταξε και κατέθεσε την από 31-12-2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (αριθμ.

έκθ.κατάθεσης .../128/2015) κατά της εναγομένης, με αίτημα την χορήγηση εταιρικών εγγράφων, καθώς και σχετικό αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής και παραστάθηκε και κατέθεσε σημειώματα κατά την συζήτηση της εν λόγω αίτησης και του αιτήματος χορήγησης προσωρινής διαταγής. Ελλείψει ειδικής συμφωνίας περί της αμοιβής της αυτή πρέπει να προσδιορισθεί με βάση τα προβλεπόμενα στον ν. 3026/1954, όσον αφορά στην ανωτέρω αγωγή και με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 63 παρ. 2 ν.4194/2013, όσον αφορά τις ενέργειές της σχετικά με την ανωτέρω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

Επομένως η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται για την σύνταξη της ως άνω αγωγής στο ποσό των 93.503,17 ευρώ (4.675.158,45 X 2%), σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 του ν.δ/τος 3026/1954, πλέον ΦΠΑ 24% και όσον αφορά στην ανωτέρω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, στο ποσό των ......... 445 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24%. .......... Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το αίτημα της ως άνω αγωγής που συνέταξε η ενάγουσα ήταν προδήλως αόριστο και προδήλως εξογκωμένο, επικαλούμενη την υπ' αριθμ. 3173/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ανωτέρω εταιρικής αγωγής και με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη.

Στην εν λόγω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι ''η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας [...], αφού στην αγωγή, ουδόλως εκτίθεται πως προκύπτει η διαφορά αυτή μεταξύ της αξίας της εταιρείας στις 31-12-2004 και στις 31-12-2009, σε ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία της αναφέρεται και κατά ποιο ποσό, αλλά και με ποιες συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων αυτή προκλήθηκε και συνδέεται αιτιωδώς, δεδομένου μάλιστα ότι στο δικόγραφο της αγωγής προσδιορίζονται μεν συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων, που, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας επέφεραν συγκεκριμένες ζημίες, όμως η ενάγουσα δεν ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν αυτές τις συγκεκριμένες δηλαδή ζημίες αλλά ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν ως θετική της ζημία την ως άνω διαφορά μεταξύ της αξίας της εταιρείας στις 31-12-2004 και αυτής στις 31-12-2009, ποσού 4.675.158,45 ευρώ''.

Από το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής αλλά και σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, αποδεικνύεται ότι το αίτημα αυτής είναι προδήλως εξογκωμένο, διότι με την αγωγή αυτήν η ενάγουσα εταιρεία ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στην ενάγουσα εταιρεία ως θετική της ζημία την διαφορά, ύψους 4.675.158,45, μεταξύ της αξίας της εταιρείας στις 31-12-2004 και αυτής στις 31-12-2009, χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των εναγόμενων συνεπεία των οποίων προκλήθηκε η εν λόγω ζημία, ήτοι χωρίς να προσδιορίζεται εν τέλει το ύψος της ζημίας, το γεγονός δε ότι το αίτημα της αγωγής που συνέταξε η ενάγουσα ήταν προφανώς εξογκωμένο, η ενάγουσα μπορούσε να το αντιληφθεί, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα ανωτέρω αναφερόμενα, ήτοι αν εξακρίβωνε αν επήλθε συγκεκριμένη ζημία συνεπεία πράξεων και παραλείψεων των εκεί εναγομένων.

Κατόπιν των ανωτέρω, επειδή κανένα από τα κονδύλια της ανωτέρω αγωγής δεν είναι ορισμένο, προκειμένου να προκύψει η αξία του αντικειμένου της διαφοράς επί του οποίου θα έπρεπε να υπολογισθεί το ποσοστό αμοιβής της ενάγουσας, η αμοιβή αυτής πρέπει να προσδιορισθεί κατά το άρθρο 100 παρ. 4, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 2422/24-12-2007), "περί προσδιορισμού των ελάχιστων αμοιβών των δικηγόρων", η οποία ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της εν λόγω αγωγής και η οποία εφαρμόζεται κατά περίπτωση όταν οι καθοριζόμενες με βάση τον Κώδικα ελάχιστες αμοιβές είναι μικρότερες από εκείνες οι οποίες καθορίζονται με βάση την ως άνω ΚΥΑ........., ως αγωγή με αντικείμενο μη αποτιμητό σε χρήμα, ως εκ τούτου η αμοιβή της ενάγουσας πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 134 ευρώ, ποσό το οποίο προβλέπεται ως αμοιβή του δικηγόρου για άσκηση αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ......

Με βάση τα προαναφερθέντα, η αμοιβή της ενάγουσας για την σύνταξη της ανωτέρω αγωγής πρέπει να προσδιοριστεί στο ανωτέρω ποσό των 134 ευρώ, δεκτής γενομένης της νόμιμης ένστασης της εναγομένης, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 102 του Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ και η οποία υποβλήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο που περιέχεται στα πρακτικά και επαναλαμβάνεται στις προτάσεις της..." Μ' αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 100 του ν.δ. 3026/1934, καθ' όσον εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη της παραγράφου 4 αυτού, που αφορά στον καθορισμό αμοιβής του δικηγόρου που συνέταξε αγωγή με αντικείμενο μη αποτιμητό σε χρήμα, διάταξη η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, εφόσον το αντικείμενο της ασκηθείσης εν προκειμένω εταιρικής αγωγής ήταν χρηματική απαίτηση συγκεκριμένη και καθορισμένη κατά ποσόν, ενώ όφειλε να εφαρμόσει μόνο την παράγραφο 1 που ήταν πράγματι εφαρμοστέα.

Το γεγονός ότι το αίτημα της αγωγής εκείνης κρίθηκε ως αόριστο, ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς την εφαρμοστέα διάταξη, καθ' όσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αμοιβή οφείλεται στον δικηγόρο από τον εντολέα του, ακόμη και αν η αγωγή δεν ευδοκιμήσει για οποιονδήποτε λόγο. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 102 του ως άνω ν.δ., που αφορά στη γενόμενη δεκτή ένσταση που αφορούσε το προφανώς εξογκωμένο της απαίτησης, δεν άγει στην εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 100 του άνω ν.δ., παρά μόνον παρείχε τη δυνατότητα στο δικαστήριο να μειώσει την αμοιβή στο προσήκον μέτρο, χρησιμοποιώντας τον ίδιο συντελεστή (2%), μετά τον προσδιορισμό του ποσού ως προς το οποίο το ίδιο το δικαστήριο έκρινε την απαίτηση ως βάσιμη.

Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ως άνω λόγος είναι επαρκώς ορισμένος, αφού αναφέρονται στο σύνολό τους οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και τα όσα αντιθέτως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη με το υπόμνημά της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα την παράβαση του άρθρου 22 β του ν.2190/20 σχετικά με τις προϋποθέσεις άσκησης αξιώσεων της εταιρείας κατά των μελών του ΔΣ που την ζημίωσαν, με το να κρίνει ότι οι ειδικοί εκπρόσωποι της εταιρείας και συνακόλουθα και η ίδια ως πληρεξουσία δικηγόρος τους είχαν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τη βασιμότητα της εντολής που δόθηκε στους πρώτους από το δικαστήριο και ότι η απόφαση του τελευταίου δεν είναι δεσμευτική ως προς το περιεχόμενο της αγωγής που θα ασκηθεί. Ο λόγος όμως αυτός προβάλλεται αορίστως και είναι απορριπτέος, αφού δεν αναγράφεται στην αίτηση, με ποιο τρόπο το προβαλλόμενο σφάλμα επέδρασε στο διατακτικό της απόφασης, ήτοι, ποια συγκεκριμένη έννομη συνέπεια διέγνωσε το δικαστήριο εξαιτίας του ως άνω ερμηνευτικού σφάλματος. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι και αλυσιτελής, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν πλήττει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση της αναιρεσίβλητης από το άρθρο 102 του ν.δ. 3026/1934 ως κατ' ουσία βάσιμη, με την παραδοχή ότι το αίτημα της από 28-12-2012 εταιρικής αγωγής, την οποία είχε συντάξει η αναιρεσείουσα δικηγόρος, ήταν εξογκωμένο και το οποίο η ενάγουσα μπορούσε να αντιληφθεί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτός ο ως πάνω λόγος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ' αριθμ. 55430695195306260049 παραβόλου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ.7/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ