Legislator Case Law & Legislation
681/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite specific facts or violated legal rules.

Case Number 681/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by two companies against a labor court judgment awarding back pay to a deceased employee's widow. The appellants argued for a violation of collective agreements but failed to specify the exact legal errors or factual premises relied upon by the lower court. Consequently, the court ruled that the appeal grounds were too vague to allow for a meaningful review of the substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 577(1) & (3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific factual premises and precise legal errors, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds labor dispute collective agreement Code of Civil Procedure substantive law violation back pay award

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 681 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 681/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1) της κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκαν αμφότερες δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Πιστιόλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Τ. του Β., ο οποίος απεβίωσε την 8/9/2021 και την δίκη συνεχίζει η μοναδική κληρονόμος Μ. Μ., χήρα Γ. Τ., κάτοικος ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 888/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 142/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-1-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 3-1-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 142/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 11-7-2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 888/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δικάστηκε εκ νέου η από 29-11-2011 αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και επιδικάστηκαν στον ενάγοντα για παροχή εργασίας του ως χειριστής γκρέϊντερ στις εναγόμενες εταιρείες, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά νομιμοτόκως, ως διαφορές αποδοχών και επιδομάτων, κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2010 έως τις 19-5-2011, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του.

Η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω δίκη που βιαίως διεκόπη με τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου, νομίμως επαναλαμβάνεται, κατ' άρθρο 290 ΚΠολΔ, μετά τη δήλωση του δικηγόρου Αθηνών Παναγιώτη Παπανικολάου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ότι, ως πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, γνωστοποιεί τον θάνατο αυτού και ότι η εκ διαθήκης μοναδική κληρονόμος αυτού Μ.

Μ., χήρα Γ. Τ., επαναλαμβάνει εκουσίως τη δίκη.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει τον σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως.

Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών-περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 1270/2020, 856/2020, 19/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση ειδικότερα κατά λέξη, ότι το Εφετείο, α) "... έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων κατά το επίδικο διάστημα από 15-4-2010 έως 19-5-2011 ήταν δικαιούχος μηνιαίου ενοικίου ύψους 280 ευρώ που προβλεπόταν στη συλλογική ρύθμιση που εφαρμόστηκε και ειδικότερα στην από 17-9-2010 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών και λοιπών μηχανημάτων τεχνικών έργων εκτελέσεως τεχνικών Έργων" με ισχύ για το διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2010 και την αριθ. 19/2011 ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών και λοιπών μηχανημάτων τεχνικών έργων εκτελέσεως τεχνικών Έργων", που εφάρμοσε για το διάστημα από 1-1-2011 έως την ημερομηνία καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας (19-5-2011) και συνεπεία της κρίσης του αυτής, το μεν επιδίκασε στον αντίδικο το ποσό των 3.696 ευρώ για την παραπάνω αιτία, ως οφειλόμενα επιδόματα ενοικίου της επίδικης περιόδου, το δε συνυπολόγισε το συγκεκριμένο επίδομα στις μηνιαίες αποδοχές του της επίδικης περιόδου, επί των οποίων υπολόγισε τις επιδικασθείσες πρόσθετες αμοιβές για απασχόλησή του κατά την έκτη ημέρα, κατά ημέρα Κυριακή και καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου εργασίας του (υπερωρίες)...

και ότι, ενώ δέχεται ότι η εταιρεία παρείχε στον αντίδικο κατάλυμα στον τόπο εργασίας του καθ' όλο το χρονικό διάστημα, έκρινε περαιτέρω, ότι οφειλόταν το σχετικό επίδομα, με την αιτιολογία ότι το κατάλυμα αυτό ήταν μεν κατάλληλο για τις ανάγκες στέγασης του ιδίου του αντιδίκου, πλην όμως δεν κάλυπτε τις στεγαστικές ανάγκες ταυτόχρονης διαμονής και της συζύγου του....", β) "δέχθηκε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αντιδίκου, ότι ο ενάγων ήταν δικαιούχος επιδόματος γάλακτος ύψους 25 ευρώ μηνιαίως, κατά την επίδικη περίοδο, το οποίο προβλεπόταν από τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις και μάλιστα επιπλέον των καταβαλλόμενων αποδοχών του και επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή ποσό των 330 ευρώ, συνυπολογίζοντας το εν λόγω μηνιαίο επίδομα επιπλέον των καταβαλλόμενων αποδοχών για τον υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του συνόλου των λοιπών αγωγικών κονδυλίων" και γ) "ότι κατά τον υπολογισμό των ένδικων απαιτήσεων που λαμβάνουν ως βάση υπολογισμού τις κατά μήνα οφειλόμενες νόμιμες αποδοχές του αντιδίκου (κρινόμενου ότι αυτές υπερέβαιναν τις καταβαλλόμενες) άθροισε στις καταβαλλόμενες αποδοχές της επίδικης περιόδου και τα δύο μηνιαία επιδόματα ενοικίου και γάλακτος, που έστω εσφαλμένα έκρινε ότι οφείλονταν βάσει της εφαρμοστέας συλλογικής σύμβασης, παραβιάζοντας το νόμο, ενώ όφειλε για την εξεύρεση των μηνιαίων αποδοχών που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του συνόλου των αγωγικών κονδυλίων που αναφέρονται σε εργασία Σαββάτων, Κυριακών και υπερεργασίας-υπερωρίας, να συναθροίσει τις επιμέρους νόμιμες αποδοχές και να λάβει υπόψη αυτές εφόσον υπερέβαιναν τις καταβαλλόμενες".

Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1), είναι αόριστοι καθόσον: α) όσον αφορά τον πρώτο, δε διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δε διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν παραδοχή του αιτήματος της αγωγής περί επιδίκασης στον ενάγοντα επιδόματος ενοικίου, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 λόγου αναιρέσεως.

Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες περιορίζονται στο να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης και κάποιες αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή τους, καθώς και το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 3 αριθμ. 11 των ως άνω συλλογικών συμβάσεων, από το οποίο απορρέει η σχετική υποχρέωση του εργοδότη, χωρίς να αναφερθούν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα και β) όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο λόγους, δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε ποιοι είναι οι παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ενώ επιπλέον όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, δεν διαλαμβάνονται ούτε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν παραδοχή του αιτήματος της αγωγής περί επιδίκασης στον ενάγοντα επιδόματος γάλακτος, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι, ενιαίως κρινόμενοι, είναι απαράδεκτοι.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ). Σημειώνεται ότι, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι άνευ αντικειμένου και δεν ερευνάται η αίτηση των αναιρεσειουσών για επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τα ποσά που επιδικάστηκαν με αυτήν στον αναιρεσίβλητο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 142/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες να πληρώσουν για τα δικαστικά του έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ