Supreme Court remands appeal case to lower court for retrial due to erroneous application of labor law regarding indefinite-term contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance judgment, ruling that the lower court erred in its legal characterization of the employment relationship. The appellant argued that the employer's continuous hiring since 1989 established an indefinite-term contract, yet the appellate court incorrectly treated it as a fixed-term arrangement to calculate debts. Consequently, the Supreme Court annulled the contested decision and remanded the case for retrial by a different judge, ordering the respondent to bear the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must annul a judgment if the appellate court erroneously applies substantive law regarding the nature of an employment contract, thereby violating the principle that continuous employment implies an indefinite-term relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 681 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 681/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ε. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κριτσάνο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 4-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 142/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 1-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../29-1-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσης Α. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 1-10-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 142/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 5-4-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (15-11-2016), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία νόμιμη δικάσιμο αυτής, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.
γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει ο αναιρεσίβλητος να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α, 2 εδ. β και 5 εδ. β ν. 1859/1944 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου 785/1943 "περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των Γεωργικών Συνεταιρισμών"" (ΦΕΚ Α 215), που κυρώθηκε με την 256/7-5-1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ορίστηκαν τα εξής: "Το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον" (παρ. 1 εδ.
α). "Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού αυτών, ψηφιζομένου υπό της Γενικής Συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου" (παρ. 2 εδ.
β). "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν διά τας εργασίας των, ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον διά του εσωτερικού Κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα" (παρ. 5 εδ. β). Εξ άλλου με τα άρθρα 2 παρ. 1 εδ. α και 3 παρ. 1, 2 και 4 εδ. β του β.δ. της 23/30-7-1946 "Περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" (ΦΕΚ Α 226), όπως το το άρθρο 3 παρ. 1 εδ.
α του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ. της 18-8/2-9-1953 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 β.δ. κ.τ.λ." ορίστηκαν τα εξής: "Αι παρ’ εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσις εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως" (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
α). "Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τας υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους οργανικάς θέσεις είναι μόνιμον. Οι το πρώτον εις μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μη δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ’ ο αργεί η δια της μονιμότητος καθιερουμένη προστασία" (άρθρο 3 παρ. 1). "Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να απολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί τη καταβολή της αποζημιώσεως της προβλεπομένης υπό της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας" (άρθρο 3 παρ. 2). "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι δια τας εργασίας των, ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν" (άρθρο 3 παρ. 4 εδ.
β). Περαιτέρω με τα άρθρα 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 ν. 1541/1985 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" (ΦΕΚ Α 68) ορίστηκαν τα εξής: "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου" (άρθρο 1 παρ. 4). "Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25 παρ. 2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει:
α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού..." (άρθρο 33). "1. Με κανονισμό, που εκδίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Γεωργίας, μετά από γνώση της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ. και της Ομοσπονδίας Συνεταιριστικών Υπαλλήλων Γεωργικών Οργανώσεων (ΟΣΥΓΟ), ρυθμίζεται η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων. 2.
Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο ν. 1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1946 εξακολουθούν να ισχύουν" (άρθρο 72 παρ. 1 και 2). Με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 ν. 1541/1985 εκδόθηκε η 27346/17-10-1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β 700), με την οποία εγκρίθηκε ο "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", που ορίζει στο άρθρο 6 ότι το προσωπικό των οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο, στο άρθρο 7 παρ. 1 ότι το τακτικό προσωπικό είναι μόνιμο και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας, καταλαμβάνει δε θέσεις που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της οργάνωσης κατά κατηγορία και βαθμό και στο άρθρο 8:
α) ότι για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το διοικητικό συμβούλιο της οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου συνολικής διάρκειας μέχρι 12 μηνών (παρ. 1), β) ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να παραταθεί εάν έχει συναφθεί για 12μηνη διάρκεια, εάν δε έχει συναφθεί για μικρότερη διάρκεια μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά για χρόνο όχι μεγαλύτερο από εκείνο που υπολείπεται για να συμπληρωθεί 12μηνο (παρ. 2) και γ) ότι μετά τη λήξη της συμβάσεως ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από τη λήξη της (παρ. 3).
Περαιτέρω με το άρθρο 46 παρ. 1 και 2 εδ. α ν. 2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίσθηκαν τα εξής: "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι: α) Τακτικό, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της.
β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης" (παρ. 1). "Η υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, ρυθμίζεται με την αριθμ. 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" (ΦΕΚ 700 Β/7-11-1990), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού" (παρ. 2 εδ.
α). Στη συνέχεια με το άρθρο 38 ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" (ΦΕΚ Α 61), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 17 ν. 3147/2003 (ΦΕΚ Α 135), ήδη δε έχει καταργηθεί με το άρθρο 50 παρ. 1 περ. α ν. 4384/2016 που ισχύει από τις 26-4-2016 (άρθρο 61 του τελευταίου αυτού νόμου) και συνακόλουθα δεν καταλαμβάνει την ένδικη διαφορά, ορίσθηκε, κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με τα παραπάνω, ότι: "Το προσωπικό των Α.Σ.Ο.
είναι: α) Τακτικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό λειτουργίας τους και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης. β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης" (παρ. 1). "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Γεωργίας ύστερα από γνώμη της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.
και της Ο.Σ.Ε.Γ.Ο., ρυθμίζεται η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων όλων των βαθμίδων και της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ" (παρ. 2). Σε εκτέλεση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την 52800/2006 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας - Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β?1443) εκδόθηκε ο "Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.", ο οποίος έχει ισχύ νόμου και στον οποίο ορίζονται, κατά τρόπο κατά βάση όμοιο με τα παραπάνω, τα εξής: "Στον παρόντα Κανονισμό υπάγονται:
α) Το τακτικό προσωπικό. β) Το με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μόνο κατά το μέρος που ορίζεται στο άρθρο 5 του παρόντος, καθώς και κατά το μέρος που ορίζεται στην σύμβαση πρόσληψής του" (άρθρο 4). "Το προσωπικό συνδέεται με την Οργάνωση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε: α) Τακτικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού Λειτουργίας της Οργάνωσης και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής.
β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης. Η διάρκεια, το είδος και οι όροι απασχόλησης του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζονται στην ατομική σύμβαση εργασίας του, η οποία λήγει αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς της και η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) χρόνια, συνολικά, χωρίς να απαιτείται προς τούτο κάποια άλλη διατύπωση.
Το προσωπικό αυτό δεν κατέχει οργανική θέση" (άρθρο 5 παρ. 1). Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων που αφορούν τη διάκριση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε τακτικό (δηλαδή αυτό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών κ.λπ.) και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες) προκύπτει ότι το τακτικό προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων συνδέεται με αυτές με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, αντίστροφα, ότι οι προσλαμβανόμενοι από τέτοιες οργανώσεις για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών τους, έστω με ανανεουμένη ή παρατεινόμενη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ως εκ τούτου είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτών (Α.Π. 919/2017, 1256/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] προσελήφθη από τον εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] Αγροτικό Συνεταιρισμό ..., που εδρεύει στο ..., το έτος 1989, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος του συνεταιρισμού, αρχικά στο πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρούσε ο εναγόμενος και στη συνέχεια στο κατάστημα super market του εναγομένου.
Ειδικότερα από το έτος 1993 και μέχρι την άσκηση της αγωγής η ενάγουσα απασχολήθηκε στο προαναφερόμενο κατάστημα του εναγομένου, έχοντας αναλάβει γενικά καθήκοντα, απασχολούμενη δηλαδή τόσο με την πώληση εμπορευμάτων όσο και στο ταμείο του καταστήματος. Η εργασία της ενάγουσας ορίσθηκε να παρέχεται σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως και σε οκτάωρη ημερησίως.
Οι δε αποδοχές της συμφωνήθηκε να είναι αυτές που ορίζονται από τις εκάστοτε οικείες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της υπό τις οδηγίες και εντολές του εκάστοτε προέδρου του εναγομένου, ο οποίος ήταν και ο νόμιμος εκπρόσωπός του, απασχολούμενη ημερησίως τουλάχιστον επί οκτάωρο αλλά και τα Σάββατα σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα.
Από το... 20/1989 πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου αποδείχθηκε ότι η πρόσληψη της ενάγουσας έγινε για ορισμένο χρόνο και δεν ήταν σύμβαση αορίστου χρόνου όπως η τελευταία υποστηρίζει, η οποία όμως συνέχισε εντέλει από την πρόσληψή της και μέχρι την άσκηση της αγωγής της να εργάζεται συνεχώς και αδιαλείπτως στον εναγόμενο...
Σύμφωνα όμως με τα παρατιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας, η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού των Α.Σ.Ο., όπως εν προκειμένω συνέβη με την ενάγουσα, η πρόσληψη της οποίας έγινε για ορισμένο χρόνο, έπρεπε να γίνει με σύμβαση εργασίας δωδεκάμηνης διάρκειας (διάρκεια η οποία για τις προσλήψεις από το έτος 2006 και εντεύθεν κατέστη διετής), συμβάσεις οι οποίες και δεν επιτρεπόταν να παραταθούν και ως εκ τούτου η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας που παρατάθηκε πέραν των δώδεκα μηνών είναι άκυρη, καθώς αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του Α.Κ.
Παρά δε τις διαδοχικές ανανεώσεις της σύμβασης, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 - τις διατάξεις του οποίου, όπως και αυτές του ν. 1859/1944, το πρώτον επικαλείται με την υπό κρίση έφεσή της η ενάγουσα και ως εκ τούτου απαραδέκτως εισάγονται ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον...
αποτελούν απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής - και συνεπώς η σύμβαση αυτή δεν μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου και τούτο διότι... το έκτακτο προσωπικό των Α.Σ.Ο. προσλαμβάνεται ρητώς μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη και δεν μπορεί ως εκ τούτου ν’ αποκλεισθεί από την αντίθετη βούληση των μερών ούτε χωρεί από αυτήν παραίτηση της συνεταιριστικής οργανώσεως, λαμβάνεται δε και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον έχουν υποβληθεί σ’ αυτό τα στοιχεία που συνιστούν την ακυρότητα.
Συνεπώς εν προκειμένω η ενάγουσα, που συνέχισε να εργάζεται στον εναγόμενο και μετά την παρέλευση έτους από την πρόσληψή της (δεδομένου ότι κατά το χρόνο πρόσληψής της είχε εφαρμογή η... 27346/17-10-1990 Κ.Υ.Α.) και μέχρι την άσκηση τουλάχιστον της αγωγής της, συνδεόταν με τον εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας. Κατά συνέπεια η αγωγή, κατά την κύρια βάση της που ερείδεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη...
Περαιτέρω, όσον αφορά την επικουρικώς σωρευόμενη βάση της αγωγής, δηλαδή της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα με την από 22-12-2010 αίτησή της που απηύθυνε στον εναγόμενο και που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ...-12-2010, ζητούσε να της χορηγηθεί από τον εναγόμενο βεβαίωση περί οφειλής δεδουλευμένων και αδειών των τελευταίων ετών.
Επί της ανωτέρω αίτησης φέρεται να εκδόθηκε από τον πρόεδρο του εναγομένου Γ. Τ., η... ...1-2011 ανυπόγραφη βεβαίωση, επί της οποίας αναγραφόταν αυτολεξεί: "Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Τ. Γ. του Χ., πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού …, επί της υπ’ αριθ. ...-2-2010 αιτήσεως της Ε. Α. του Ν.. βεβαιώνω ότι το διάστημα από 1-11-2002, μέχρι 31-12-2010 εργάστηκε στον Αγροτικό Συνεταιρισμό ..., ως διαχειρίστρια του Πρατηρίου Τροφίμων.
Η νόμιμη αμοιβή της για το ανωτέρω διάστημα, με βάση τις ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι τεσσάρων χιλ. τετρακοσίων δέκα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτών (124.416,70). Επισυνάπτεται πίνακας μισθοδοσίας για το παραπάνω χρονικό διάστημα αναλυτικά κατά έτος".
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαίωσης όμως, ερμηνευόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., δεν συνάγεται ρητά τουλάχιστον ότι το αναγραφόμενο στη βεβαίωση ποσό είναι και το οφειλόμενο στην ενάγουσα, γεγονός που συνάγεται μόνο σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης.. ...-12-2010 αίτησης της ενάγουσας, ενώ σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι με την προαναφερόμενη βεβαίωση τα μέρη απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση ήδη υπάρχουσας ενοχής, ενώ δεν επεδίωξαν τη δημιουργία νέας, απαλλαγμένης από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί ν’ αποτελέσει αυτοτελή βάση της αγωγής και μάλιστα απαλλαγμένη από τυχόν ελαττώματα της κύριας ενοχής, όπως αυτό της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας.
Κατά συνέπεια σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, αφού απορριφθούν οι δύο σωρευόμενες - κυρίως και επικουρικώς - βάσεις της αγωγής, θα πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσία η επικουρικώς σωρευόμενη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας κηρυχθεί άκυρη... Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι προσελήφθη από τον εναγόμενο για ορισμένο χρονικό διάστημα και παρά το γεγονός ότι είχε παρέλθει έτος από την πρόσληψή της, συνέχισε να εργάζεται στον εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας.
Παρά ταύτα ο εναγόμενος από το Νοέμβριο του έτους 2002 και μέχρι και το έτος 2007 (χρονικό διάστημα για το οποίο και μόνο ασκείται επικουρικά η βάση που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό) δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα τα συμφωνηθέντα, καθιστάμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο αδικαιολόγητα πλουσιότερος στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ωφέλεια που συνίσταται σε ό,τι αυτός θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση για την ίδια εργασία, σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα της ακύρως απασχοληθείσας ενάγουσας, εκτός των παροχών που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση της τελευταίας, δηλαδή των επιδομάτων γάμου, τέκνων κλπ, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν στο πρόσωπο του δυνάμενου ν’ απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού.
Σημειωτέον εν προκειμένω ότι ναι μεν η αξίωση της ενάγουσας όσον αφορά την καταβολή των δεδουλευμένων μισθών των ετών 2002 έως 2006 είχε υποπέσει, κατά το μέρος που στηριζόταν στην κύρια βάση της κρινόμενης αγωγής, ήτοι αυτή της ενδοσυμβατικής ευθύνης και για την περίπτωση που η εν λόγω βάση είχε κριθεί ουσία βάσιμη στη βραχυπρόθεσμη πενταετή παραγραφή των κάθε είδους μισθών, ωστόσο η αξίωση για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης στα πλαίσια άκυρης σύμβασης εργασίας υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ...
Κατά συνέπεια η ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος από την εργασία της ενάγουσας και το ποσό που αντιστοίχως δικαιούται η τελευταία με βάση την επικουρικώς σωρευόμενη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2002 και Ιανουαρίου 2007 (χρονικό διάστημα για το οποίο και μόνο η ενάγουσα αιτείται αξιώσεις με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) ανέρχεται:
α) από 1-11-2002 έως 31-12-2002 στο ποσό των 1.265,36 ευρώ (632,68 ευρώ ο μισθός εργαζομένου μέσης-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δυνάμει της Σ.Σ.Ε. 31-7-2002, χωρίς τα επιδόματα Χ 2 μήνες), β) για το έτος 2003 στο ποσό των 7.888,20 ευρώ [657,35 ο βασικός μισθός εργαζόμενου μέσης-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δυνάμει της από 31-7-2002 διετούς διάρκειας Σ.Σ.Ε.
Χ 12 μήνες), γ) για το έτος 2004 στο ποσό των 8.282,52 ευρώ (684,96 Χ 8 μήνες με βάση την από 8-7-2004 Σ.Σ.Ε. + 700,71 ευρώ, δηλαδή ο βασικός μισθός όπως διαμορφώθηκε από 1-9-2004 Χ 4 μήνες), δ) για το έτος 2005 στο ποσό των 8.688,08 ευρώ (716,13 Χ 8 μήνες με βάση την από 8-7-2004 Σ.Σ.Ε. + 739,76 ευρώ ο βασικός μισθός όπως διαμορφώθηκε από 1-9-2005 Χ 4 μήνες), ε) για το έτος 2006 στο ποσό των 9.244,00 ευρώ (761,95 ευρώ δυνάμει της από 1-8-2006 Σ.Σ.Ε.
Χ 8 μήνες + 787,10 ευρώ ο βασικός μισθός όπως διαμορφώθηκε από 1-9-2006 Χ 4 μήνες) και στ) για τον Ιανουάριο του έτους 2007 στο ποσό των 828,03 ευρώ, δηλαδή ο βασικός μισθός όπως διαμορφώθηκε από 1-1 -2007 δυνάμει της από 20-6-2007 Σ.Σ.Ε. Στην πενταετή παραγραφή όμως του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του Α.Κ. έχουν υποπέσει τα αιτούμενα από την ενάγουσα αγωγικά κονδύλια για δώρα εορτών, αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας των ετών 2002 έως και 2006, τα οποία...
δικαιούνται και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση εργασίας, καθόσον οι σχετικές αξιώσεις που θεμελιώνονται απευθείας στο νόμο και όχι στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξή της.
Ειδικότερα κατά την άσκηση της από 4-1-2012 αγωγής της ενάγουσας, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 30-3-2012... είχε παρέλθει όσον αφορά τα ως άνω κονδύλια χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, δεδομένου ότι η παραγραφή για κάθε επιμέρους αξίωση της ενάγουσας που αφορά τα δώρα εορτών, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας αρχίζει από το τέλος κάθε οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και στην προκειμένη περίπτωση από τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007, αντίστοιχα...
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι η ενάγουσα αιτείται με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού την ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2007 και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να επιδικασθούν δώρα εορτών και αποδοχές - επιδόματα αδείας του έτους 2007 στα πλαίσια της αρχής της μη επιδίκασης μείζονος του αιτηθέντος (αρθρ. 106 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης της με τον εναγόμενο και κατά τις ημέρες του Σαββάτου, έχοντας συνεπώς σχετική αξίωση προς καταβολή της ωφέλειας του εναγομένου από την παροχή εργασίας απαγορευόμενης από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης, που στηρίζονται στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αναζητούνται δε από την ενάγουσα με την όλως επικουρικώς σωρευόμενη βάση της αγωγής.
Συνεπώς η ενάγουσα, για την εργασία της κατά τις ημέρες του Σαββάτου (αξίωση που υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή... και συνεπώς δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, σε αντίθεση με τα όσα έγιναν δεκτά για τα δώρα εορτών και αποδοχές - επιδόματα αδείας) δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: α) για το έτος 2003 το ποσό των 1.427,82 ευρώ (657,35 ευρώ : 25 = 26,94 Χ 53 ημέρες Σαββάτου που αναλογούν στο έτος 2003), β) για το έτος 2004 το ποσό των 1.435,13 ευρώ (684,96 ευρώ : 25 Χ 35 Σάββατα + 700,71 ευρώ : 25 Χ 17 Σάββατα), γ) για το έτος 2005 το ποσό των 1.505,58 ευρώ (716,13 ευρώ : 25 Χ 35 Σάββατα + 739,76 ευρώ : 25 Χ 17 Σάββατα), δ) για το έτος 2006 το ποσό των 1.633,44 ευρώ (761,95 : 25 Χ 35 Σάββατα + 787,10 : 25 Χ 18 Σάββατα) και ε) για τον Ιανουάριο του έτους 2007 το ποσό των 132,48 ευρώ (828,03 ευρώ : 25 Χ 4 Σάββατα).
Ακόμη αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ενόψει του ότι ο εναγόμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν της είχε καταβάλει τα δεδουλευμένα, προέβη το έτος 2011 σε συμφωνία με το νόμιμο εκπρόσωπό του, ώστε να παίρνει η ίδια είδη διατροφής από το κατάστημα super market του εναγομένου χωρίς να καταβάλλει το αντίστοιχο γι’ αυτά τίμημα, συμψηφίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το τίμημα με τα οφειλόμενα προς αυτήν από την εργασία της ποσά.
Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε σε είδη διατροφής από το κατάστημα του εναγομένου στο οποίο εργαζόταν το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ, ποσό που καταλογίζεται στα αρχαιότερα χρέη του εναγομένου (αρθρ. 422 του ΑΚ). Κατά συνέπεια πρέπει ν’ αναγνωρισθεί (μετά και τον παραδεκτό περιορισμό εκ μέρους της ενάγουσας των αγωγικών κονδυλίων των ετών 2002 - 2006 σε αναγνωριστικών), ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 36.370,13 ευρώ (1.265,36 + 7.888,20 + 8.282,52 + 8.688,08 + 9.244,00 + 1.427,82 + 1.435,13 + 1.505,58 + 1.633,44 - 5.000,00).
Επιπρόσθετα υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 960,51 ευρώ (828,03 + 132,48)...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και την αντέφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 36.370,13 ευρώ, είχε δε υποχρεωθεί ο πρώτος να καταβάλει στη δεύτερη το ποσό των 960,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, παρά το ότι δέχθηκε ότι η ενάγουσα προσελήφθη από τον εναγόμενο αγροτικό συνεταιρισμό κατά το έτος 1989 και απασχολήθηκε από αυτόν συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής ως υπάλληλος και ειδικότερα από το έτος 1989 μέχρι το έτος 1993 στο πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρούσε αυτός, και από το έτος 1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής ως πωλήτρια και ταμίας στο κατάστημα super market που επίσης διατηρούσε αυτός, δηλαδή παρά το ότι δέχθηκε ότι η ενάγουσα προσελήφθη από τον εναγόμενο για την κάλυψη πάγιων και διαρκών (και όχι ειδικών, εκτάκτων, εποχικών ή προσκαίρων) αναγκών αυτού, με παρατεινόμενη συνεχώς από το έτος 1989 και μέχρι την άσκηση της αγωγής σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (γεγονότα τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, συνεπάγονται ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας κατέστη αορίστου χρόνου και ότι η ενάγουσα ανήκει στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου), εν τούτοις στη συνέχεια δέχθηκε ότι η ενάγουσα συνδεόταν με τον εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας και υπολόγισε τις οφειλές του προς αυτήν με βάση την τελευταία αυτή παραδοχή.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προαναφερθέντος (πρώτου) λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 142/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ