Supreme Court allows interest on public entity lawsuit delay, overturning lower court's refusal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding interest on a lawsuit against a public entity. The appellant argued that interest should accrue from the filing of the lawsuit when the claim was converted into a recognition order, contrary to the lower court's ruling. The court found the lower court erred in law by failing to apply the specific provision stating that interest is due from the filing date in such scenarios, thereby overturning the refusal and ordering the public entity to pay the recognized amount with statutory interest.
Legislator headnote
AI generatedArt. 36(1) Law 4052/2012; Art. 48(5) Law 4052/2012; Art. 558 C.P.D.; Art. 559(1)(a) C.P.D.; Art. 580(3) C.P.D.; Art. 178(1) C.P.D.; Art. 183 C.P.D.: When a lawsuit against a public legal person concerns the rejection of a monetary payment and the rejection request is converted into a recognition order, interest on delay must be calculated from the date of filing the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 681 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 681/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ασλανίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Πετρόγλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λεοντόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 265/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 5357/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 5-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο έκτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α 41/1-3-2012) ορίστηκε ότι στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.) εντάσσεται από την έναρξη λειτουργίας του, μεταξύ άλλων, και το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.). Εξ άλλου κατά το άρθρο 48 παρ. 5 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις εντασσόμενων ταμείων συνεχίζονται από το Ε.Τ.Ε.Α. χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
Συνεπώς παραδεκτά συνεχίζεται από το Ε.Τ.Ε.Α. η δίκη επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία στρεφόταν κατά του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. που ήταν διάδικος στη δίκη ενώπιον του εφετείου (άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.), αφού το πρώτο υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δευτέρου ως καθολικός του διάδοχος και συνεχίζει τις δίκες στις οποίες διάδικος ήταν το Ε.Τ.Ε.Α.Μ., χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης. 2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ. 1, 558 εδ. α, 495 και 569 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι επιτρέπεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Εξ άλλου κατά το άρθρο 90 περ. ζ ν. 4194/2013: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: α)... β)... γ)... δ)... ε)...
στ)... ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιονδήποτε διεθνές δικαστήριο.
Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου..." (Α.Π. 1147/2015). Στην προκειμένη περίπτωση ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, του οποίου ο αναιρεσείων είναι μέλος, άσκησε νομίμως με αυτοτελές δικόγραφο την από 14-10-2016 πρόσθετη παρέμβασή του υπέρ των αναιρεσείοντος, με την οποία ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση, επικαλούμενος έννομο συμφέρον που συνίσταται στο ότι το ζήτημα της εφαρμογής των άρθρων 160 και 164 του προϊσχύσαντος κώδικα δικηγόρων, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ενδιαφέρει τα μέλη του και το δικηγορικό σώμα γενικότερα.
Η παρέμβαση αυτή, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης που είχε ήδη ορισθεί και για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι κατά τα προεκτεθέντα παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση.
3. Κατά το άρθρο 160 του προϊσχύσαντος κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 24 ν. 723/1977, για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης, αν επακολουθήσει η κατά το επόμενο άρθρο 161 σύνταξη από το δικηγόρο εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή ορίζεται σε 1 1/2 % επί της αξίας του ακινήτου.
Στην αμοιβή αυτή περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη από το άρθρο 161 του ίδιου κώδικα. Αν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη στο δικηγόρο αμοιβή ορίζεται στο 1/3 της ανωτέρω οριζόμενης. Κατά δε το άρθρο 164 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για την έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων προς διαπίστωση της ακίνητης περιουσίας προσώπου και των βαρών αυτής το ελάχιστο όριο της αμοιβής είναι συνολικά 60 δραχμές.
Αν όμως η εργασία αυτή είναι συναφής με τον έλεγχο τίτλων ή σύνταξη εγγράφου ουδεμία οφείλεται αμοιβή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την έρευνα στα βιβλία υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων, προς διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο έχει ακίνητη περιουσία και αν επ’ αυτής υπάρχουν ή όχι βάρη, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου που ενήργησε την έρευνα αυτή συνίσταται στο χρηματικό ποσό των 60 δραχμών και όχι σε ποσοστό ανάλογο με την αξία του ακινήτου, δηλαδή 1 1/2 % αυτής.
Η αμοιβή αυτή κατά το άρθρο 160 οφείλεται μόνο όταν στο δικηγόρο δόθηκε η εντολή να ελέγξει τους τίτλους του ακινήτου και να παράσχει υπεύθυνη γνώμη περί του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί του ακινήτου προκειμένου με βάση την έρευνα αυτή και την υπεύθυνη γνώμη του δικηγόρου να επακολουθήσει κατάρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο τη διάθεση (απαλλοτρίωση) του ακινήτου.
Δηλαδή από τις παραπάνω διατάξεις προβλέπονται αμοιβές για δύο διαφορετικές δικηγορικές πράξεις, ήτοι: α) Για απλή έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων προς διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο φέρεται ως ιδιοκτήτης συγκεκριμένου ακινήτου και αν αυτό έχει ή όχι βάρη. Η έρευνα αυτή είναι απλή και δεν απαιτεί χρόνο και ειδικές επιστημονικές γνώσεις και η αμοιβή για την εργασία αυτή είναι μικρή και ορίζεται στο πάγιο ποσό των 60 δραχμών.
β) Για τον έλεγχο των πάσης φύσεως τίτλων και όχι μόνο την έρευνα των βιβλίων μεταγραφών, δηλαδή και μη μεταγεγραμμένων δικαστικών αποφάσεων, ιδιωτικών εγγράφων κ.λπ. και τη βάσει της μελέτης αυτών διατύπωση υπεύθυνης γνώμης ότι το πρόσωπο έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας επί συγκεκριμένου ακινήτου και ότι θα είναι έγκυρη η διάθεση αυτού.
Η εργασία αυτή είναι επίπονη, χρονοβόρα και απαιτεί ειδικές επιστημονικές γνώσεις, γι’ αυτό και η δικηγορική αμοιβή ορίζεται σε μεγαλύτερο ποσό, ανάλογο με την αξία του ακινήτου (Α.Π. 444/2009, 1294/2006). Στην προκειµένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Στις αρχές Μαρτίου 2003, δόθηκε από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων (Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.)", το οποίο δυνάμει του π.δ. 34/2004 (ΦΕΚ 29 Α/6-2-2004) συγχωνεύθηκε στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.)", το οποίο συνεστήθη με το άρθρο 6 του ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α/2002) [του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσίβλητο], στον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα] δικηγόρο, εξωτερικό συνεργάτη του, με την... 49/7 συν./20-2-2003 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η εντολή διενέργειας ελέγχου τίτλων "...σε ακίνητα της Ο.Α., στα οποία το Ταμείο θα προβεί σε κατασχέσεις για απαίτησή του από καθυστερούμενες εισφορές-συνεισφορές για την ασφάλιση του προσωπικού της στο Ταμείο ύψους 4.876.534,82 ευρώ"...
Σε εκτέλεση της άνω εντολής, ο ενάγων μετέβη σε διάφορα υποθηκοφυλακεία καθώς και στο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου, στο οποίο μετά από έλεγχο των βιβλίων μεταγραφών, διεκδικήσεων, κατασχέσεων και βαρών, διαπίστωσε ότι στην κυριότητα της οφειλέτριας εταιρείας "... Α.Ε." ανήκουν πέντε (5) ακίνητα και ειδικότερα:
α) οικόπεδο στο Δήμο Ελληνικού Αττικής, στη θέση ..., εκτάσεως 2.695 τ.μ. με τα επ’ αυτού κτίσματα, περιελθόν σ’ αυτήν δυνάμει του... .../1977 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατ. Ανδρικοπούλου, μεταγραφέντος στον τόμο ..., β) οικόπεδο στην ίδια ως άνω θέση, ίδιας έκτασης, περιελθόν σ’ αυτήν δυνάμει του... .../1977 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, μεταγραφέντος στον ίδιο τόμο και με τον ίδιο αριθμό, τα οποία ως άνω δύο οικόπεδα αποτελούν ένα ενιαίο, γ) οικόπεδο εκτάσεως 2.641 τ.μ., που βρίσκεται στην ...
και παρακαμπτηρίων οδών ..., περιελθόν στην Ο.Α. δυνάμει του... .../1980 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Σαμαρόπουλου, μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών στον τόμο ..., δ) οικόπεδο εκτάσεως 2.550,25 τ.μ., που βρίσκεται επί των οδών ..., περιελθόν στην Ο.Α. δυνάμει του... .../1980 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...
και ε) οικόπεδο μετά της επ’ αυτού οικοδομής εκτάσεως 2.559,92 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ελληνικού Αττικής και επί των οδών ..., περιελθόν στην O.A. δυνάμει του... ...1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνστ. Σπανόπουλου, μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ....
Σημειώνεται ότι πέραν των άνω ακινήτων στην κυριότητα της οφειλέτριας Ο.Α. ήταν και οικόπεδο με τα επ’ αυτού κτίσματα, εμβαδού 2.823,88 τ.μ. που βρίσκεται στον Δήμο Ελληνικού και επί της οδού ..., περιελθόν σ’ αυτήν δυνάμει του... 9453/1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κοκόση, μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του άνω υποθηκοφυλακείου στον τόμο ..., το οποίο όμως με το... ...2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Δημητρακοπούλου είχε ήδη μεταβιβαστεί κατά το χρόνο του ελέγχου, λόγω εισφοράς, στην εταιρεία "...
Α.Ε." και συνεπώς δεν ανήκε στην κυριότητα της Ο.Α. Από την ίδια ως άνω έρευνα προέκυψε επίσης ότι επί των τριών πρώτων ως άνω οικοπέδων είχε επιβληθεί κατάσχεση εις βάρος της "... Α.Ε." εκ μέρους τρίτων πιστωτών αυτής, ενώ τα άλλα δύο ως άνω οικόπεδα μετά των επ’ αυτών κτισμάτων ήταν ελεύθερα βάρους. Περί της έρευνας αυτής ο ενάγων συνέταξε και απέστειλε προς τον εντολέα του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.
την... με ημερομηνία 11-3-2003 έκθεση-επιστολή, στην οποία αναφέρεται η ακίνητη περιουσία της ως άνω εταιρείας, όπως αυτή αναγράφεται στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου, με συνοπτική περιγραφή έκαστου οικοπέδου κατ’ είδος, θέση, έκταση και επικείμενα, τίτλο κτήσεως και στοιχεία μεταγραφής και τις εγγεγραμμένες στα βιβλία κατασχέσεων κατασχέσεις υπέρ τρίτων πιστωτών επί των τριών ως άνω ακινήτων εις βάρος της Ο.Α., καθώς και το ότι δύο από τα προπεριγραφέντα ακίνητα ήταν ελεύθερα βαρών και θα μπορούσαν να κατασχεθούν για την εξόφληση των οφειλών της προς το ως άνω ταμείο Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.
Στη συνέχεια το διοικητικό συμβούλιο του τελευταίου με την... 72 συν. ...-3-2003 απόφασή του ανέθεσε στον ενάγοντα τον προσδιορισμό της αξίας των ελεύθερων βαρών ακινήτων της O.A... Ο τελευταίος απέστειλε στο Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. την... από 1-4-2003 επιστολή του, με την οποία πληροφορεί το διοικητικό συμβούλιο του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας της O.A.
δεν έχει μεταβληθεί από τις 14-6-2002, οπότε είχε προβεί και πάλι στην καταγραφή των ίδιων ως άνω πέντε (5) ακινήτων και στον προσδιορισμό της αξίας αυτών, αναφερόμενος ρητά στην από 14-6-2002 έκθεση εκτίμησης της αξίας τους, την οποία επανέλαβε και στην ως άνω επιστολή του. Στην συνέχεια το διοικητικό συμβούλιο του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.
κατά τις συνεδριάσεις της 10-4-2003 και 9-7-2003 αντίστοιχα αποφάσισε αφενός μεν την αναβολή της λήψης απόφασης για την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης μέχρις ότου εξασφαλιστεί η σχετική πίστωση για την αμοιβή και τα δικαιώματα της υποθηκοφύλακα και αφετέρου ανατέθηκε στη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Α. η επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης τόσο επί των ελεύθερων βαρών ακινήτων όσο επί των λοιπών ήδη κατεσχημένων ακινήτων της Ο.Α. για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. ύψους 14.356.980,85 ευρώ. Στη συνέχεια με το... ...1-8-2003 έγγραφό του το διοικητικό συμβούλιο του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. ζήτησε από τον ενάγοντα την παροχή διευκρινίσεων (νομικών συμβουλών) ως προς τα ζητήματα της διαδικασίας επιβολής κατάσχεσης και του ύψους των αμοιβών αυτού για τις ενέργειές του καθώς και της αμοιβής της δικαστικής επιμελήτριας και του αρμοδίου υποθηκοφύλακα.
Σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου ο ενάγων απηύθυνε προς το ταμείο την από 9-9-2003 επιστολή, με την οποία πληροφορούσε το διοικητικό συμβούλιο ότι το αν θα γίνει νέος έλεγχος τίτλων στα ακίνητα της O.A. είναι θέμα της αρμοδιότητας της διοίκησης του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε., καθόσον δεν αποκλείεται οποιαδήποτε μεταβολή στην ακίνητη περιουσία της O.A., όχι μόνο μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών, αλλά και αμέσως μετά τον διενεργηθέντα από αυτόν έλεγχο και διευκρίνιζε ότι η δικαστική επιμελήτρια όφειλε πριν από την επιβολή της κατάσχεσης να ελέγξει την ύπαρξη ή μη ακίνητης περιουσίας της οφειλέτριας O.A.
και τυχόν βαρών επ’ αυτής, περαιτέρω δε συνιστούσε τη διενέργεια της κατάσχεσης, καθώς και ότι η ελάχιστη αμοιβή του για τον έλεγχο των τίτλων της άνω οφειλέτριας ανερχόταν στο 0,50% επί της αξίας των ακινήτων, αναφορικά δε με την αμοιβή της δικαστικής επιμελήτριας ανέφερε ότι δεν μπορούσε να την προσδιορίσει.
Κατόπιν των ανωτέρω ενεργειών, το διοικητικό συμβούλιο του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. με την... ...-9-2003 απόφασή του αποφάσισε την επιβολή κατασχέσεων στα προδιαληφθέντα πέντε (5) ακίνητα, δηλαδή τόσο στα ήδη κατασχεθέντα, όσο και στα ελεύθερα βαρών για το ίδιο ως άνω ποσό απαιτήσεων και δόθηκε εντολή στην ίδια ως άνω δικαστική επιμελήτρια Α.
Α. να προβεί άμεσα στις ανωτέρω κατασχέσεις, οι οποίες και επιβλήθηκαν δυνάμει της... ...-2003 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης αυτής, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει γίνει άλλη περαιτέρω πράξη της αρξαμένης αναγκαστικής εκτέλεσης. Ενόψει των ανωτέρω, δεδομένου ότι η διενεργηθείσα από τον ενάγοντα δικηγόρο έρευνα στα βιβλία μεταγραφών προς διαπίστωση της ύπαρξης ή μη ακίνητης περιουσίας από την εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." και της ύπαρξης ή μη βαρών ή διεκδικήσεων τρίτων και η σύνταξη των από 11-3-2003 και 1-4-2003 σχετικών εκθέσεων-επιστολών ελέγχου τίτλων ακινήτων και εκτίμησης της αξίας αυτών, δεν αποσκοπούσε στη διάθεση (απαλλοτρίωση) αυτών, ήτοι στην κατάρτιση δικαιοπραξίας εκ μέρους του εντολέως του με αντικείμενο την πώληση και τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτών προς τον εντολέα του από την οφειλέτρια Ο.Α., αλλά στην επιβολή ή μη αναγκαστικής κατάσχεσης επ’ αυτών, στην οποία θα προέβαινε το δικαιοπάροχο του εναγομένου Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.
με βάση τον έλεγχο αυτόν, ο ενάγων δεν δικαιούται της αμοιβής που ορίζεται στα άρθρα 160 και 161 του κώδικα περί δικηγόρων αλλά της αμοιβής του άρθρου 164 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, ήτοι 60 μεταλλικές δραχμές. Εξ άλλου ο εκ μέρους του ενάγοντος διενεργηθείς έλεγχος σε καμιά περίπτωση δεν αφορούσε την παροχή εμπεριστατωμένης και αναλυτικής καταγραφής των ακινήτων της O.A.
και των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ’ αυτών ως προς τον τρόπο κτήσεως αυτών, την εγκυρότητα των δικαιωμάτων αυτών, αναλυτική κατάσταση δικαιοπαρόχων της, εγκυρότητα των επί των ακινήτων αυτής εγγραφών κατασχέσεων κ.λπ. βαρών, εργασία επίπονη, χρονοβόρα και απαιτούσα ειδικές επιστημονικές γνώσεις, περιστατικά άλλωστε που δεν επικαλείται ο ενάγων ούτε αποδείχθηκαν, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για έλεγχο τίτλων κατά την έννοια του άρθρου 160 του κώδικα περί δικηγόρων...
και συνεπώς ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι μετά την επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση θα επακολουθούσε αναγκαστικός πλειστηριασμός, ο οποίος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1017 Κ.Πολ.Δ. αποτελεί οιονεί πώληση με πωλητή το επισπεύδον Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. και αγοραστή τον υπερθεματιστή, ευθυνόμενο έναντι αυτού για νομικά ελαττώματα των κατασχεθέντων, πράγμα που απαιτεί εξειδικευμένο και λεπτομερή έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας και ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι ουδόλως άλλωστε επακολούθησε σε κάθε περίπτωση πλειστηριασμός αυτών".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α και 19 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα: Α) Δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις: α) των άρθρων 160, 161 του κώδικα δικηγόρων, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, και εκείνη του άρθρου 1017 Κ.Πολ.Δ., τις οποίες ορθώς δεν εφήρμοσε αφού δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, β) του άρθρου 164 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, την οποία ορθώς εφήρμοσε αφού ήταν εφαρμοστέα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι:
α) η διενεργηθείσα από τον ενάγοντα έρευνα στα βιβλία μεταγραφών προς διαπίστωση της υπάρξεως ή μη ακίνητης περιουσίας της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και της υπάρξεως ή μη βαρών ή διεκδικήσεων τρίτων, καθώς και η σύνταξη των από 11-3-2003 και 1-4-2003 σχετικών εκθέσεων-επιστολών ελέγχου τίτλων ακινήτων και εκτίμησης της αξίας αυτών, δεν αποσκοπούσε στη διάθεση (απαλλοτρίωση) αυτών, ήτοι στην κατάρτιση δικαιοπραξίας εκ μέρους του εντολέως του με αντικείμενο την πώληση και τη μεταβίβαση της κυριότητάς αυτών προς τον εντολέα του από την οφειλέτρια "...
Α.Ε." αλλά στην έρευνα περί επιβολής ή μη αναγκαστικής κατασχέσεως επ’ αυτών, στην οποία θα προέβαινε το εναγόμενο με βάση τον έλεγχο αυτό και β) ο διενεργηθείς έλεγχος σε καμιά περίπτωση δεν αφορούσε την παροχή εμπεριστατωμένης και αναλυτικής καταγραφής των ακινήτων της "... Α.Ε." και των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ’ αυτών ως προς τον τρόπο κτήσεως αυτών, την εγκυρότητα των δικαιωμάτων αυτών, αναλυτική κατάσταση δικαιοπαρόχων της, εγκυρότητα των επί των ακινήτων αυτής εγγραφών κατασχέσεων κ.λπ.
βαρών, εργασία επίπονη, χρονοβόρα και απαιτούσα ειδικές επιστημονικές γνώσεις, περιστατικά άλλωστε που δεν επικαλέσθηκε ούτε ο ίδιος ο ενάγων. Β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμά της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Τούτο διότι περιέλαβε όλα τα περιστατικά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, τα οποία δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 164 του κώδικα δικηγόρων που προϋποθέτει την απλή έρευνα στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου και όχι του άρθρου 160 του ίδιου κώδικα που πρϋποθέτει τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας υπό την έννοια του άρθρου αυτού, ενώ αιτιολογεί πλήρως το λόγο για τον οποίο ο σκοπός του ελέγχου των ακινήτων δεν ήταν η διάθεση τούτων αλλά η επιβολή ή μη κατασχέσεως αυτών.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι δεν προέβη σε απλή καταγραφή των ακινήτων της οφειλέτριας αλλά συνέταξε την από 11-3-2003 έκθεσή του σχετικά με τις έρευνες που έκανε για τα ακίνητα αυτά και ότι συνεπώς δικαιούται την αμοιβή του άρθρου 160 του κώδικα δικηγόρων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι ρητώς μνημονεύεται σ’ αυτές η σύνταξη εκ μέρους του ενάγοντος της από 11-3-2013 εκθέσεως-επιστολής, όπως επίσης ρητώς αναφέρεται ότι η σύνταξη αυτής δεν συνεπάγεται εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 160 του κώδικα δικηγόρων.
5. Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 1/2013, 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας των νομικών και ειδικά των δικηγόρων για τον τρόπο που γίνεται η έρευνα στα υποθηκοφυλακεία, ώστε να αιτιολογηθεί η αυξημένη αμοιβή του διότι, αν τα ελάμβανε υπόψη, θα αποφαινόταν ότι όλες οι ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη αποτελούν εμπεριστατωμένο έλεγχο τίτλων, όπως απαιτείται από το άρθρο 160 του κώδικα δικηγόρων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα αν τα αποδειχθέντα περιστατικά αποτελούσαν απλό έλεγχο τίτλων ή εμπεριστατωμένη έρευνα, αφετέρου δε διότι τα επικαλούμενα με αυτόν ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για τη στήριξη των απόψεών του.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου": "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 341, 345, 346 Α.Κ., 221 παρ. 1 περ.
γ Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η υποχρέωση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως είναι και το αναιρεσίβλητο, προς καταβολή τόκων επί των χρηματικών οφειλών τους αρχίζει από την επίδοση της σχετικής, ακόμη και αναγνωριστικής, αγωγής (Α.Π. 575/2016, πρβλ. Α.Ε.Δ. 7/2011). Περαιτέρω ο προδιορισμός, με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974, του οφειλόμενου από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ποσοστού τόκου σε 6% ετησίως, δεν αντιβαινει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 και 14 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
που κυρώθηκε με το ίδιο ν.δ. 53/1974 και 2 παρ. 3, 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 (Ολ. Α.Π. 3/2006). Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι, μετά τον περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος σε αναγνωριστικό, το αίτημα για τοκοδοσία από την επίδοση της αγωγής κατέστη μη νόμιμο, για το λόγο ότι επί αγωγής κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, αν το καταψηφιστικό αίτημα μετατραπεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας.
Στη συνέχεια δε δέχθηκε ότι το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλει το εναγόμενο στον ενάγοντα, οφείλεται ατόκως. Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή αυτής της σκέψεως διατάξεις, από τις οποίες κατά τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι επί αγωγής κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, αν το καταψηφιστικό αίτημα μετατραπεί σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Συνεπώς ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Αντίθετα δεν είναι βάσιμος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την ίδια πλημμέλεια με την επίκληση ότι ο νόμιμος τόκος έπρεπε να προσδιορισθεί στο ύψος του νομίμου επιτοκίου υπερημερίας που ισχύει για ιδιώτες οφειλέτες και όχι σε ποσοστό 6% ετησίως.
7. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα του ενάγοντος για τοκοδοσία από την επίδοση της αγωγής. Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να γίνει δεκτή η έφεση του ενάγοντος κατά τον έκτο λόγο της (κατά το μέρος του με το οποίο ο εκκαλών παραπονούνταν ότι η εκκαλούμενη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής του για τοκοδοσία από την επίδοση αυτής), να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το αναγνωρισθέν με την προσβαλλομένη ως οφειλόμενο σ’ αυτόν ποσό των 2.000 ευρώ νομιμοτόκως με τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5357/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 11-3-2008 έφεση του ενάγοντος.
Δέχεται εν μέρει την έφεση.
Εξαφανίζει τη 265/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 22-3-2005 αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το αναγνωρισθέν με την προσβαλλομένη ως οφειλόμενο σ’ αυτόν ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ νομιμοτόκως με τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ