Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, upholding driver's liability for lack of care and vehicle knowledge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's judgment in a traffic accident case. The appellant argued the driver lacked knowledge of the vehicle's specific characteristics and that the owner should bear responsibility, but the court found these claims unsupported. The court ruled that the driver failed to demonstrate the required care and skill, particularly regarding the vehicle's unusual features, thereby confirming the lower court's finding of liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The court may examine a case ex officio if a summoned party fails to appear, and an appeal is dismissed when the appellant fails to prove the lower court erred in assessing facts or applying law regarding the driver's duty of care and knowledge of the vehicle.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 681 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 681/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Γ. του Δ. , κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Α., 2 Α. Κ. του Α., 3 Ι. Κ. του Α., 4 Ν. Λ. του Ι., όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5. Η. Κ. του Γ. και 6. Α. Κ. του Γ. , κατοίκων ... αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαδάτο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2010 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις από 7-6-2010 αγωγές-αναγωγές των 5ου και 6ης των αναιρεσιβλήτων, και την από 16-4-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1967/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5680/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 11-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση(Α.Π.240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... , ... , ... και ... /16-4-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών … προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 20-9-2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2014) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της αναιρεσείουσας στους τέσσερις πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Με την κρινόμενη 127/21-2-2013 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 5680/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Την 17.10.2008 και ώρα 14.00 έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα στην οδό Σμύρνης αρ. 23 των Μελισσιών - Αττικής κατά το οποίο θανατώθηκε η Μ. Λ., η οποία παρασύρθηκε από το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Γ. Κ. το οποίο οδηγείτο από την Ι. Γ. (αναιρεσείουσας). Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκαν οι παρακάτω αγωγές:
Α) η από 29/1/2010 αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων των Ι. Γ. - αναιρεσείουσας, Γ. Κ. (ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και του Επικουρικού Κεφαλαίου ευθυνόμενου κατά την αγωγή για το λόγο ότι το ζημιογόνο άνω όχημα φέρεται ως ανασφάλιστο, Β) η από 16.4.2010 αγωγή - αναγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της Ι.
Γ. (οδηγού) και Γ. Κ. (ιδιοκτήτη) του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Γ) η από 7.6.2010 αγωγή - αναγωγή (αρ. κατθ. 4988/2010) των Η. Κ. και Α. Κ. - 5ου και 6ης των αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμων του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος Γ. Κ. κατά της Ι. Γ. (οδηγού) επ' αφορμή της διαληφθείσης αγωγής - αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου και Δ) η από 7.6.2010 αγωγή - αναγωγή (αρ.
καταθ. 4991/2010) των Η. Κ. και Α. Κ. υπό την ιδία άνω ιδιότητα κατά της Ι. Γ. (οδηγού) επ' αφορμή της διαληφθείσης άνω κύριας υπό στοιχείο (Α) αγωγής. Όλες οι άνω αγωγές - αναγωγές συνεκδικάσθηκαν στον πρώτο βαθμό και εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η υπ' αριθ. 1967/2011 οριστική του απόφαση με την οποία: Απορρίφθηκαν αμφότερες οι παραπάνω δύο αγωγές - αναγωγές των Η.
Κ. και Α. Κ. , και έγιναν εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτές τόσο η κύρια αγωγή όσο και η αγωγή - αναγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Εναντίον της άνω πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως ασκήθηκαν οι παρακάτω εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Αθηνών: Α] η από 20.3.2012 έφεση του Η. Κ. και της Α. Κ. κατά των Ι. Γ. (οδηγού), των τεσσάρων (4) εναγόντων της κύριας αγωγής που προαναφέρθηκαν και του Επικουρικού Κεφαλαίου, Β] η από 27.9.2011 έφεση των τεσσάρων (4) εναγόντων της κύριας αγωγής κατά των τριών (3) εναγομένων της κύριας αγωγής, Γ] η από 5-9-2011 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά των τεσσάρων (4) άνω εναγόντων της κύριας αγωγής, της Ι. Γ. (οδηγού) και των Η. Κ. και Α. Κ. , και Δ] η από 4.11.2011 έφεση της Ι. Γ. (οδηγού) κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής, του Επικουρικού Κεφαλαίου και των Η. Κ. και Α. Κ. .
Όλες οι άνω εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και από το Εφετείο Αθηνών υπό μονομελή σύνθεση εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5680/2012 οριστική και τελεσίδικη απόφαση. Με την απόφαση αυτή: Απορρίφθηκε τυπικά η άνω από 20.3.2012 έφεση στρεφόμενη κατά του εφεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 5.9.2011, 27.9.2011 και 4.11.2011 εφέσεις ως και η από 20.3.2012 έφεση κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εφεσίβλητων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 20.3.2012 έφεση των Η. Κ. και Α. Κ. κατά το μέρος που στρέφεται κατά της οδηγού Ι. Γ. , στη συνέχεια εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα οριστική πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δίκασε τις δύο (2) από 7.6.2010 αγωγές - αναγωγές των ανωτέρω κατά της Ι. Γ. και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν αυτές αναγνωρίζοντας ότι η Ι. Γ. οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες Η. Κ. και Α. Κ. διαιρετώς και ισομερώς οποιοδήποτε ποσό κεφαλαίου μέχρι των 156.792 Ευρώ συνολικώς πλέον τόκων και εξόδων καταβάλουν οι τελευταίοι στους κυρίως ενάγοντες της από 29.1.2010 αγωγής και οποιοδήποτε ποσό μέχρι του ως άνω ύψους πλέον τόκων και εξόδων τυχόν καταβάλουν οι εξ αναγωγής ενάγοντες στο ενάγον Επικουρικό Κεφάλαιο, αναφορικώς με το επιδικασθέν σ' αυτό από την εκκαλούμενη απόφαση ποσό.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Περαιτέρω, τη διάταξη του άρθρου 2 § 2 ΠΓΠΝ/1911, ενόψει και του σκοπού του νόμου, που απέβλεψε στην αυξημένη και αντικειμενική ευθύνη του κατέχοντος αυτοκίνητο, σαν τίμημα αυτού για την έναντι των κινδύνων από τη λειτουργία του απόλαυση των ωφελειών του, προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου, δεν θεωρείται ο κατά τις διατάξεις του ΑΚ κάτοχος, δηλαδή εκείνος που ασκεί απλώς την επ' αυτού φυσική εξουσία (άρθρο 974 Α.Κ.), αλλ' εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο (ως κύριος ή επικαρπωτής), ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου, δυνάμει συμβάσεως με τον κύριο λ.χ.
μισθώσεως, χρησιδανείου κ.λ.π. Εισάγεται δηλαδή για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου το στοιχείο της εκμετάλλευσης υπό την έννοια της συγκομιδής από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, οικονομικού οφέλους, είτε από τη μορφή κέρδους, είτε υπό μορφή εξυπηρετήσεως διαφόρων αναγκών του κατόχου (Ολ. ΑΠ 3/1987 ΝοΒ 36, 71).
Έτσι, δεν αποβάλλει την ιδιότητα του κατόχου, εκείνος ο οποίος παραχωρεί ή επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης σύμβασης σχετικά με τη μεταβίβαση της κατοχής, αφού το πιο πάνω διακριτικό της κατοχής, στοιχείο της εκμετάλλευσης του αυτοκινήτου εξακολουθεί να υφίσταται στον κύριο (ΑΠ 558/1990 Ελ.Δ 31, 1000, ΑΠ 211/2012, 1532/2007, 1134/2007, Τ.Ν.Π.
ΝΟΜΟΣ). Κατά κανόνα, η κατοχή του αυτοκινήτου προϋποθέτει ορισμένη χρονική διάρκεια. Έτσι, ο κύριος του αυτοκινήτου που παραχωρεί τη χρήση σε τρίτον χάριν φιλικής εξυπηρέτησης για μικρό χρόνο ή για ένα ταξίδι, δεν χάνει την κατοχή, αν όμως η παραχώρηση είναι για μεγάλο διάστημα ή για αόριστο χρόνο, έναντι αναλήψεως από τον τρίτο των εξόδων συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου, τότε κάτοχος καθίσταται ο τελευταίος.
Πάντως για τη συγκρότηση της έννοιας του κατόχου δεν απαιτείται οδήγηση από τον ίδιο, ούτε και κτήση αδείας ικανότητος οδηγού, ιδίως όταν πρόκειται για τον κύριο του αυτοκινήτου (ΑΠ 1532/2007). Εξάλλου, κάτοχος κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, μπορεί να καταστεί κανείς, όχι μόνο με νόμιμο τρόπο (με σύμβαση), αλλά και με τρόπο παράνομο, όπως είναι η αυτογνώμων κατάληψη (αρθρ. 2§2 εδ.
τελευταίο). Βασικά, για να υπάρξει "αυτογνώμων κατάληψη" απαιτείται γνώση από την πλευρά του δράστη (η πλάνη συνεπώς αποκλείει την αυτογνώμονα κατάληψη), αλλά χωρίς τη γνώση και θέληση του κυρίου ή του προσώπου που δικαιούται να το χρησιμοποιεί. Συνήθως η έννοια αυτή συγκροτείται με τη νομοτυπική μορφή κάποιας αξιόποινης πράξης (κλοπή, κλοπή χρήσεως, υπεξαίρεση κ.
λ. π), αλλ' είναι δυνατόν να μην εμφανίζει και ποινική απαξία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4§1 του ίδιου νόμου για κάθε ζημία που προξενείται από αυτοκίνητο, ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης, ο οποίος όμως (ιδιοκτήτης), σε περίπτωση που δεν είναι και κάτοχος, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.
Ο ισχυρισμός αυτός του μη κατόχου ιδιοκτήτη, περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης του αποτελεί γνήσια, αυθύπαρκτη (αυτοτελή) ένσταση, η οποία είναι προσωποπαγής και προβάλλεται μόνο κατά του ζημιωθέντος τρίτου και όχι κατά του εξ αναγωγής συνοφειλέτη (ΑΠ 306/2005 Ε.Εμπ.Δ. 2006, 365). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 9 εδ. 6 του ίδιου νόμου όταν υπάρχουν περισσότεροι υπόχρεοι, καθένας απ' αυτούς ευθύνεται, ανεξαρτήτως του άλλου, για το ποσό που καταδικάσθηκε, ο δε δικαιωθείς δεν μπορεί να λάβει απ' όλους, ποσό πλέον του ποσού της μεγαλύτερης καταδίκης, ενώ μεταξύ τούτων ισχύει το δικαίωμα αναγωγής, κατά τις αρχές του αστικού δικαίου.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις αρχές της αναγωγής που καθορίζει η διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο όταν όλοι οι εξ αδικοπραξίας συνοφειλέτες ευθύνονται υποκειμενικά, αλλά και σε περίπτωση αντικειμενικής ευθύνης, εκείνος που κατά το άρθρο 926 ΑΚ του ίδιου κώδικα κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, το δικαστήριο δε προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης, ανάλογα με το βαθμό πταίσματος του καθενός.
Το άρθρο 927 ρυθμίζει τη μεταξύ περισσοτέρων συνοφειλετών εσωτερική σχέση και έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη περισσοτέρων εις ολόκληρον συνυποχρέων κατά το νόμο, όπως είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης (άρθρα 4, 9 Ν.ΓΠΝ/1911) καθώς και ο ασφαλιστής (άρθρο 10 § 1 Ν. 489/1976). Για τη γέννηση της αξιώσεως αναγωγής δεν απαιτείται προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά μπορεί να ασκηθεί και πριν από την κατάβολή στο ζημιωθέντα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69§1 περ.ε' Κ.Πολ.Δ.(ΑΠ 1032/1998 Ελ.Δ 1998, 1549).
Έτσι, με βάση τα καθοριζόμενα στο άρθρο 927 Α.Κ κριτήρια επιμερισμού της ευθύνης των συνυποχρέων (πταίσμα ή αιτιότητα), η όλη ευθύνη τελικώς μετατίθεται στον υπαίτιο (εκ πταίσματος ευθυνόμενο). Απ' αυτά παρέπεται ότι ο αντικειμενικά ευθυνόμενος κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, μπορεί να ασκήσει αγωγή εξ αναγωγής κατά του οδηγού, όταν αυτός βαρύνεται με πταίσμα περί την οδήγηση, απαιτώντας απ' αυτόν να του καταβάλει κάθε ποσό που θα καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο, ενώ, κατά κανόνα, τούτο δεν ισχύει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Τέλος, το άρθρο 19§1 περ. β Ν 489/1976 καθιερώνει την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, έναντι του ζημιωθέντος, πλην των άλλων - περιοριστικά αναφερομένων στο ίδιο άρθρο περιπτώσεων - και στην περίπτωση που το ζημιογόνο όχημα είναι ανασφάλιστο. Ο ως άνω νόμος 489/1976, επιβεβαιώνοντας τον επιβοηθητικό χαρακτήρα του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν επιθυμεί να επιβαρύνει οριστικά το Επικουρικό Κεφάλαιο, ούτε να απαλλάξει τους τυχόν άλλους υπόχρεους.
Έτσι, στην πιο πάνω περίπτωση ανασφαλίστου οχήματος, προβλέπει στο άρθρο 19§4 το μηχανισμό υποκαταστάσεως, μέσω του οποίου μετακυλύεται το βάρος αποζημιώσεως στον κυρίως υπεύθυνο. Το ποσό που θα κληθεί να καταβάλει ο τελευταίος στο καθ' υποκατάσταση ενάγον Επικουρικό Κεφάλαιο κρίνεται αυτοτελώς στη μεταξύ τους δίκη και είναι δυνατόν να είναι και μικρότερο του ποσού που θα καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο στον ζημιωθέντα τρίτο.
Με την υπ' αρ. εκθ. Καταθέσεως 4988/2010 αγωγή εξ αναγωγής οι 5ος και 6η των αναιρεσιβλήτων ιστορούσαν τα εξής: "-Την 28.05.2010 κοινοποιήθηκε κατά του πατέρα μας Γ. Κ. του Η. , ο οποίος ήδη απεβίωσε την 23.12.2009 και του οποίου είμαστε οι μοναδικοί εν ζωή κληρονόμοι του, ως γνήσια τέκνα αυτού, η από 16.04.2010 και με αριθμό καταθέσεως 3179/2010 αγωγή στο Δικαστήριο σας, του κυρίως ενάγοντος "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", στρεφόμενη κατά του ανωτέρω οικείου μας και κατά της εναγομένης, με ημερομηνία συζήτησης την 27.09.2010.
Το περιεχόμενο της ανωτέρω αγωγής, σύμφωνα προς το οποίο το προαναφερθέν κυρίως ενάγον αιτείται όπως οιοδήποτε τυχόν ποσόν μέχρι των 500.000 ευρώ, υποχρεωθεί τούτο να καταβάλλει ως αποζημίωση για την θανάτωση της Μ. Λ. του Ι. , σε τροχαίο ατύχημα την 17.10.2008, στους οικείους αυτής, να υποχρεωθούν ακολούθως τόσον η εναγομένη, όσον και ο οικείος μας και κατ' επέκτασιν εμείς ως κληρονόμοι του, να καταβάλλουν εις αυτό, ισχυριζόμενο ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο όχημα ήτο ανασφάλιστο κατά τον χρόνο του ατυχήματος και ότι δήθεν ο θανών οικείος μας είχε προστήσει περί την οδήγησιν αυτού την εναγομένη, έχει ως ακολούθως:
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΓΩΓΗ Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ AΠO ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Υπατίας 5 και εκπροσωπείται νόμιμα. ΚΑΤΑ 1/Ι. Γ. του Δ. και της Ε., κατοίκου ... 2/Γ. Π. του Η. και της Α. , κατοίκου ... Στις 08-02-2010 μου κοινοποιήθηκε αντίγραφο της από 29-01-2010 και με αριθ.καταθ.20277/935/2010 αγωγής αποζημιώσεως των: 1/Α.
Κ. του Α. και της Α., 2Ν. Λ. του Ι. και της Κ., 3Α. Κ. του Α. και της Μ. και 4Ι. Κ. του Α. και της Μ., στρεφομένη αφενός εναντίον μου και αφετέρου εναντίον των ως άνω εναγομένων και απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με ημερομηνία συζήτησης την 27-09-2010 και με αριθμό πινακίου ΖΑ-5.
Η ανωτέρω αγωγή, συνεπεία της οποίας εγείρεται η παρούσα, παρεμπίπτουσα, αγωγή μου, έχει επακριβώς ως εξής: ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΑΓΩΓΗ 1. Α. K., του Α. και της Α., συζύγου της θανούσης, κατοίκου ... . 2. Ν. Λ. του Ι. και της Κ., αδερφός της θανούσης, κατοίκου ... . 3. Α. Κ. του Α. και της Μ., τέκνο της θανούσης, κατοίκου ... . 4.
Ι. Κ. του Α. και της Μ., τέκνο της θανούσης, κατοίκου ... . ΚΑΤΑ 1. Ι. Γ. του Δ. και της Ε., κατοίκου ... οδός ... 2. Γ. Κ. του Η. και της Α. , κατοίκου ... , οδός ... 3. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αρ. 58 νόμιμα εκπροσωπούμενου .
ΙΣΤΟΡΙΚΟ Την 17η Οκτωβρίου 2008 και περί ώρα 14:00 ο πρώτος από εμάς βρισκόταν επί της οδού Σμύρνης 23 όπου και επισκεύαζε λόγω μηχανικής βλάβης το υπ' αριθμόν ... 4X4 όχημα ιδιοκτησίας του. Το ανωτέρω φορτηγό ήταν κατά ένα μέρος σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου και κατά ένα άλλο επί του οδοστρώματος της οδού Σμύρνης και με κατεύθυνση προς Πεντέλης.
Στην αποκατάσταση της μηχανικής βλάβης τον βοηθούσε η σύζυγος του πρώτου, αδερφή του δεύτερου και μητέρα των τρίτων και τέταρτων από εμάς, Μ. Λ. του Ι. και της Κ. Πιο συγκεκριμένα ο πρώτος από εμάς βρισκόταν ύπτιος επί του οδοστρώματος και κάτω από το όχημα για να διαπιστώσει την βλάβη ενώ η σύζυγος του πρώτου, αδερφή του δεύτερου και μητέρα των τρίτων και τέταρτων από εμάς του χορηγούσε τα απαραίτητα εργαλεία ευρισκόμενη στο μέσον περίπου και από την αριστερή πλευρά του σταθμευμένου αυτοκίνητου.
Για την διευκόλυνσή του ο πρώτος από εμάς είχε εξέλθει στο οδόστρωμα, κάτω από την καρότσα του φορτηγού, από την αριστερή πλευρά και περίπου στο μέσον του οχήματος. Μάλιστα για την ασφαλή διέλευση των κινούμενων αυτοκινήτων και την προσπάθεια αποφυγής κυκλοφοριακού προβλήματος είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα με την τοποθέτηση κώνων στο ρεύμα προς Πεντέλη.
Στο μπροστινό μέρος του φορτηγού και σε θέση εσωτερικά από τον δρόμο ήταν σταθμευμένο σε ιδιόκτητο χώρο στάθμευσης, το υπ αριθμόν ... IX, αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγομένων, το οποίο συγκεκριμένα εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν ανασφάλιστο. Στο εν λόγω όχημα επιβιβάσθηκε η πρώτη των εναγομένων η οποία αρχικά πεζή πέρασε από μπροστά μας, χαιρέτισε τον πρώτο από εμάς και επιβιβάσθηκε στο σταθμευμένο αυτοκίνητο της και το έθεσε σε κίνηση με σκοπό να εξέλθει με την όπισθεν.
Αναιτιολόγητα όμως εξήρχετο με την όπισθεν από τον χώρο στάθμευσης με υπερβολική ταχύτητα και πέρα από κάθε λογικό όριο προκειμένου να λάβει θέση επί της οδού, προφανέστατα λόγω της απειρίας της περί την οδήγηση με αποτέλεσμα έχοντας διαγράψει ήδη περίπου μισή κυκλική κίνηση στην αριστερή πλευρά του φορτηγού, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της το οποίο - από τον βίαιο και απότομο τρόπο που το σταμάτησε - γύρισε γύρω από τον άξονα του περίπου 90 μοίρες και ήλθε τελικά σε θέση διαγώνια με την πίσω πλευρά του ευρισκόμενη στην αριστερή πλευρά του σταθμευμένου αυτοκινήτου του πρώτου από εμάς και χωρίς να έλθει σε επαφή με το αυτοκίνητο μας.
Δυστυχώς όμως η πρώτη εναγόμενη οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου έχοντας πρόθεση να επαναφέρει το αυτοκίνητο προέβη εγκληματικά σε λανθασμένο χειρισμό της πορείας του και αντί να επιλέξει ταχύτητα εμπρόσθιας κίνησης, άφησε την ήδη υπάρχουσα ταχύτητα οπισθοπορείας (όπισθεν) ή σε κάθε άλλη περίπτωση προέβη σε άλλον λανθασμένο χειρισμό ,με αποτέλεσμα στην προσπάθεια να ξεκινήσει το αυτοκίνητο της από την θέση που είχε προηγουμένως περιέλθει λόγω της απότομης εξόδου του από την θέση στάθμευσης, αυτό να κινηθεί προς τα πίσω, όπου ευρίσκετο σταθμευμένο το αυτοκίνητο του πρώτου από εμάς και έτσι προσέκρουσε με την πίσω δεξιά μεριά (γωνία) του αυτοκινήτου της την αριστερή πλευρά του σταθμευμένου φορτηγού και παράλληλα σύνθλιψε κυριολεκτικά το κρανίο της ανυποψίαστης και αβοήθητης συζύγου, αδερφής και μητέρας μας, που εκείνη την στιγμή έδιδε εργαλεία στον πρώτο από εμάς σκυμμένη, με τραγικό αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατο της, σε ηλικία μόλις 53 ετών.
Στο σημείο του τροχαίου δυστυχήματος προσήλθε η τροχαία και ένα ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε στο νοσοκομείο ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ την σύζυγο του πρώτου, αδερφή του δεύτερου και μητέρα των τρίτων και τέταρτων από εμάς, για να διαπιστωθεί τελικά ο αδόκητος θάνατος της. Η ανωτέρω πλημμελής και εγκληματική πράξη της πρώτης των εναγομένων, η οποία εκινείτο χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή της στο οδόστρωμα ενεργώντας λανθασμένους χειρισμούς κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν άφησε την παραμικρή δυνατότητα αντίδρασης στο πολυαγαπημένο μας πρόσωπο.
Δεν ενήργησε όπως κάθε σώφρων και προσεκτικός οδηγός, αν και είχε αντιληφθεί την ύπαρξη του σταθμευμένου φορτηγού με το οποίο συγκρούστηκε, με αποτέλεσμα αφενός μεν να εξέλθει από θέση στάθμευσης με υπερβολική, ταχύτητα κα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της φέροντας το σε θέση διαγώνια με το οπίσθιο μέρος του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου μας (έχοντας γυρίσει γύρω από τον άξονα του περίπου 90 μοίρες) αφετέρου να προβεί εγκληματικά σε λανθασμένο χειρισμό ως προς την πορεία του αυτοκινήτου της και να το επανεκκίνησει από την θέση που το είχε φέρει με οπίσθια ταχύτητα (αντί πρώτης) με αποτέλεσμα να εμβολίσει ακαριαία την αβοήθητη σύζυγο του πρώτου, αδερφή του δεύτερου και μητέρα των τρίτων και τέταρτων από εμάς, δεν οδηγούσε με σύνεση και επιμέλεια ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ως όφειλε και μπορούσε να πράξει.
Το παραπάνω τροχαίο ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο της εγκληματικής επιπολαιότητας και αδιαφορίας, της ανεπιτηδειότητας περί την οδήγηση της πρώτης των εναγομένων, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν οδηγούσε συνετά και έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή της στον δρόμο, προβαίνοντας σε εγκληματικούς χειρισμούς κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου μας με την πίσω δεξιά γωνία του αυτοκινήτου της και να εμβολίσει στο κρανίο το ανυποψίαστο συγγενικό μας πρόσωπο η οποία ανίδεη και ανήμπορη ήταν αδύνατον να ενεργήσει οποιαδήποτε αποφευκτική κίνηση αφού προσέκρουσε ακαριαία πάνω της και την συμπίεσε πάνω στην.
αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου από εμάς τραυματίζοντας την θανάσιμα. Επιπλέον η πρώτη των εναγομένων ενσυνείδητα αποστέρησε από τον εαυτό της με την ανακόλουθη οδική συμπεριφορά της, την δυνατότητα ελέγχου, πρόβλεψης, ορατότητας, εκτίμησης των συνθηκών και ενεργοποίησης των προσωπικών ικανοτήτων.
To ανωτέρω θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο της παράλογης οδικής συμπεριφοράς της πρώτης των εναγομένων, η οποία παρέβη πλήθος διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (άρθρο .12,22,38) και του Π.Κ. Θλιβερή συνέπεια του προαναφερθέντος ατυχήματος, το οποίο οφείλεται στην παράλογη οδική συμπεριφορά της πρώτης των εναγομένων, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, σε λανθασμένους χειρισμούς και στην απότομη ενέργεια οποσθοπορείας, χωρίς προειδοποίηση των διερχομένων οδηγών και πεζών, υπήρξε ο θανάσιμος τραυματισμός του πολυαγαπημένου μας προσώπου, του οποίου ο θάνατος επήλθε συνεπεία βαρύτατων κακώσεων στο κρανίο και σε ολόκληρο το σώμα, όπως προκύπτει και από την Ιατροδικαστική έκθεση..
Συγκεκριμένα η εκλιπούσα αγαπημένη συγγενής μας υπέστη θανατηφόρο τραυματισμό - κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις σύμφωνα με την συνταχθείσα ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας αφού όλα τα ζωτικά όργανα του συγγενούς μας υπέστησαν ανεπανόρθωτες βλάβες από τη σύγκρουση όπως αναφέρει η προαναφερόμενη έκθεση.
Σύμφωνα λοιπόν, με τα παραπάνω για τον θανάσιμο τραυματισμό του εκλιπόντος προσφιλούς μας προσώπου, αλλά και για τις άλλες ζημίες που υπέστημεν αποκλειστικός υπαίτιος είναι η πρώτη εναγόμενη, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Υπέστημεν μια τεράστια ψυχική ταλαιπωρία και απώλεια, την οποία ακόμα δεν έχουμε ξεπεράσει Το γεγονός του αιφνίδιου και τραγικού θανάτου της συζύγου του πρώτου, αδερφής του δεύτερου και μητέρας των τρίτων και τέταρτων από εμάς μας συγκλόνισε βαθύτατα, ενώ την οδύνη μας μεγιστοποίησαν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη.
Από το προαναφερόμενο τροχαίο ατύχημα υπέστημεν τις ακόλουθες θετικές και αποθετικές ζημιές, οι οποίες κατ' είδος και ποσό είναι οι ακόλουθες και οι οποίες βρίσκονται σε προφανή αιτιώδη σύνδεσμο με την υπαίτια και αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης των εναγομένων...". Ακολουθούσε η παράθεση των κονδυλίων ζημίας και ψυχικής οδύνης συνολικού ποσού 851.510 ευρώ, του οποίου ζητούσαν την επιδίκαση οι τέσσερις κυρίως ενάγοντες (251.510€ ο πρώτος και από 200.000 ευρώ οι λοιποί.
Στη συνέχεια το Επικουρικό Κεφάλαιο ανέφερε ότι: "Την ως άνω αγωγή θα αντικρούσω ως νόμω και ουσία αβάσιμη, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. ΕΠΕΙΔΗ το φερόμενο ως ζημιογόνο,υπ'αριθ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του β' των εδώ εναγομένων, το οποίο οδηγούσε η α'των εδώ εναγομένων, προστηθείσα στην οδήγηση αυτού από τον ιδιοκτήτη του, ήταν ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΟ κατά τον χρόνο του ατυχήματος, 17-10-2008, για την έναντι τρίτων ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα.
ΕΠΕΙΔΗ εάν η παραπάνω αγωγή γίνει δεκτή ως βάσιμη και υποχρεωθώ να καταβάλω στους ενάγοντες της κύριας αγωγής οποιοδήποτε χρηματικό ποσόν επιδικασθεί και μέχρι του ανωτάτου ορίου της ασφαλιστικής καλύψεως των #500.000,00# ευρώ (αιτούμενο: 851.510,00 ευρώ), πλέον τόκων και εξόδων, τότε ο μεν δεύτερος εναγόμενος, ως ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος, η δε πρώτη εναγόμενη ως οδηγός αυτού και με βάση τις διατάξεις περί προστήσεως, σύμφωνα με τον Νόμο (αρθρ. 19 περ.2 Ν.489/76), υποχρεούνται να μου καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσόν που θα υποχρεωθώ να καταβάλλω στους κυρίως ενάγοντες και μέχρι του ανωτάτου ορίου ευθύνης μου των #500.000,00# ευρώ.
Ειδικότερα, πρέπει οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος από αυτούς, να υποχρεωθούν, με απόφαση του δικαστηρίου Σας, η οποία θα εκδοθεί και πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να μου καταβάλλουν, όποιο ποσόν ήθελα υποχρεωθώ να καταβάλω στους ενάγοντες της κύριας αγωγής και μάλιστα για κεφάλαιο, τόκους αυτού και εν γένει δικαστικά έξοδα και μέχρι του ανωτάτου ορίου ευθύνης μου των #500.000,00# ΕΥΡΩ και όλα τα παραπάνω νομιμότοκα από της καταβολής τους και μέχρι την πλήρη εξόφληση μου και με προσωπική κράτηση ενός εκάστου των εναγομένων για ένα (1) έτος, λόγω της τελεσθείσης αδικοπραξίας.
ΕΠΕΙΔΗ η παρούσα αγωγή μου πρέπει να συνεκδικασθεί με την υπ' αριθ. καταθέσεως 20277/935/2010 κύρια αγωγή, με δικάσιμο την 27-09-2010 ή οποιοδήποτε άλλη μετ' αναβολή ή ματαίωση συζήτηση. ΕΠΕΙΔΗ η αγωγή μου αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου Σας (αρθρ. 14 παρ.2, 16 αριθ.12, 22 ΚΠολΔ),είναι νόμιμη κατ'αρθρ.297, 298, 299, 330 εδ.β,345, 346, 914 ΑΚ και αρθρ.19 παρ.4 Ν.489/76 και 176 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτή η παρούσα. Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, για την εις το ιστορικό της παρούσης μου αιτία, να μου καταβάλλουν, εις ολόκληρον ένας έκαστος από αυτούς, όποιο ποσόν ήθελα υποχρεωθώ να καταβάλω με την εκδοθησομένη απόφαση του δικαστηρίου Σας στους ενάγοντες της κύριας αγωγής και μέχρι του ανωτάτου ορίου ευθύνης μου, ποσού #500.000,00# ΕΥΡΩ, πλέον νομίμων τόκων και δικαστικών εξόδων και όλα τα παραπάνω, νομιμότοκα από της καταβολής τους από εμένα και μέχρι την πλήρη εξόφληση μου.
Να κηρυχθεί στο σύνολο της προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί συνεπεία της αγωγής μου. Να διαταχθεί προσωπική κράτηση ενός (1) έτους κατά ενός εκάστου των εναγομένων σαν μέσον εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης. Να καταδικασθούν αυτοί στην δικαστική μου δαπάνη. ΑΘΗΝΑ,16-04-2010 Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ".
Ακολούθως οι ενάγοντες εξ αναγωγής εξέθεσαν τα εξής: " Την ανωτέρω αγωγή θα αποκρούσωμε ως νόμω και ουσία αβάσιμη, απαράδεκτη και κατά κύριο λόγο ως ανομιμοποίητη ενεργητικά και παθητικά καθ'ο μέρος στρέφεται κατά του θανόντος οικείου μας-εξ ού και θα υποβάλλωμεν κατά του κυρίως ενάγοντος "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" κατά πάσαν στασιν της Δικής και την σχετική ένσταση ελλείψεως νομιμοποίησης μας-είτε στην ορισθείσα προς συζήτησιν δικάσιμο αυτής, είτε σε κάθε μετ' αναβολήν δικάσιμο αυτής.
Πλην όμως το φερόμενο ως ζημιογόνο υπ' αρ. ... Ι.Χ.Ε, αυτοκίνητο, σύμφωνα με τα αληθή πραγματικά περιστατικά του υπό κρίσιν ατυχήματος, ετέθη σε κίνηση υπό της εναγομένης άνευ της συγκατάθεσης του πατέρα μας και εν αγνοία αυτού, καθότι αύτη αγνοήσασα την υπόδειξη, του - ο οποίος είχε υποδείξει και παραχωρήσει σε αυτήν την άδεια να λάβει τα κλειδιά ετέρου οχήματος και ειδικότερον του υπ'αρ. ...
Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, διαθέτοντος έγκυρη και ισχυρά ασφαλιστική σύμβαση για τις προς τρίτους ζημίες, για να το θέσει σε κίνηση - απέσπασε η εναγομένη τελικώς εν αγνοία του πατέρα μας, ο οποίος μάλιστα ήταν ανάπηρος και μη δυνάμενος να μετακινηθεί, τα κλειδιά του ζημιογόνου οχήματος από ερμάριο της κουζίνας, αντί των κλειδιών του άλλου αυτ-του που της υπέδειξε ο πατέρας μας, θέτουσα ακολούθως τούτο σε κίνηση και μη ελέγξασα καν ως είχε υποχρέωση εάν το όχημα αυτό διέθετε εν ισχύ βεβαίωση ασφάλισης στο εμπρόσθιο τμήμα του παρπρίζ, προξενώντας το προαναφερόμενο θανατηφόρο ατύχημα κατά τα λεγόμενα της κυρίας αγωγής εξ' υπαιτιότητος της.
Επειδή κατά τα ανωτέρω η εναγομένη, η οποία φέρεται ως υπαίτια του υπό κρίσιν ατυχήματος, ουδέποτε είχε προστηθεί περί την οδήγησιν του ως ζημιογόνου οχήματος υπό του αποβιώσαντος πατρός μας, αλλ' αντιθέτως αύτη έθεσε σε κίνηση τούτο άνευ της παραμικρός συναινέσεως του, αυθαιρέτως και αυτοβούλως - αυτογνωμόνως, καθ' ότι ο οικείος μας είχε συναινέσει στην οδήγηση ετέρου οχήματος.
Επειδή θα αποδείξουμε με έγγραφα και μάρτυρες ότι η εναγομένη έθεσε σε κίνηση το ζημιογόνο όχημα, αυθαιρέτως και αυτοβούλως, - αυτογνωμόνως- άνευ της συναίνεσης και της συγκατάθεσης του οικείου μας, εξ ου και η υπό κρίσιν κύρια αγωγή του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" είναι παντελώς ανομιμοποίητη καθ' ο μέρος αύτη στρέφεται καθ'ημων.
Επειδή κατά τα ανωτέρω η εναγομένη οδηγός φέρεται στην προαναφερομένη αγωγή ως η υπαίτια του υπό κρίσιν ατυχήματος κατ' άρθρον 914 Α.Κ επ., ευθυνόμενη ως φέρεται και κατά τον Ν.Γπν. 1911, ενώ ο αποβιώσας πατέρας μας, ως απεδείχθη δεν βαρύνεται με την παραμικρά απολύτως υπαιτιότητα στην επέλευση αυτού, έχοντας σαφές αναγωγικό δικαίωμα κατά της φερομένης ως υπαιτίου οδηγού, δυνάμει της αδικοπρακτικής αυτής ευθύνης έναντι των αμέσως φερομένων ως ζημιωθέντων εναγόντων της κυρίας αγωγής, αλλά και ημών ως συνυποχρέων-εναγομένων σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής των κυρίως εναγόντων είτε/και αυτής του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού κινδυνεύουμε, να ζημιωθούμε ένεκα της φερομένης ως παρανόμου και υπαιτίου οδικής συμπεριφοράς της εναγομένης οδηγού, δημιουργομένης ούτω αδικοπρακτικής, αλλά και συμβατικής ευθύνης αυτής και έναντι ημών.
Επειδή εν προκειμένω για τους λόγους του ιστορικού η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου Σας, η οποία θα εκδοθεί και η οποία πρέπει ταυτόχρονα να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, όπως αύτη μας καταβάλλει οιοδήποτε ποσόν τυχόν υποχρεωθούμε να καταβάλλουμε στο ενάγον της κυρίας αγωγής για επιδικασθησόμενο κεφάλαιο, τόκους και εν γένει δικαστική δαπάνη.
Επειδή εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση όπως διαταχθεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση διαρκείας ενός (1) έτους, ως μέσον εκτέλεσης της εκδοθησομένης αποφάσεως, ταύτης ως αφερρεγγύου και από αδίκημα ενεχόμενης. Επειδή επίσης λόγω της φύσεως της ζημίας, συντρέχει περίπτωση όπως κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση, αφού θα υποστούμε σημαντική ζημία σε περίπτωση αναμονής μέχρι τελεσιδικίας αυτής.
Επειδή η αγωγή μας, είναι νόμιμος, βάσιμος, αληθής και θα αποδείξουμε αυτήν δια των νομίμων αποδεικτικών μέσων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ και με κάθε νόμιμο επιφύλαξη μας ΖΗΤΟΥΜΕ 1) Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μας. 2) Να υποχρεωθεί η εναγομένη, για τους λόγους του ιστορικού όπως μας καταβάλλει οιοδήποτε ποσόν κεφαλαίου μέχρι του ποσού των (500.000) πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης υποχρεωθούμε τυχόν να καταβάλουμε στο κυρίως ενάγον "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής μας μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως μας. 3) Να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση. 4) Να διαταχθεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση διαρκείας ενός (1) έτους, ως μέσον εκτέλεσης της εκδοθησομένης αποφάσεως, ταύτης ως αφερρεγγύου και από αδίκημα ενεχόμενης. 5) Να καταδικασθεί η εναγόμενη στην εν γένει νόμιμο δικαστική μας δαπάνη._ Αθήνα 07 Ιουνίου 2010 Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος".
Με την δε υπ' αρ. εκθ. Καταθέσεως 4991/2010 αγωγή εξ αναγωγής οι 5ος και 6ος των αναιρεσιβλήτων ιστορούσαν τα κατωτέρω: - Την 08.02.2010 κοινοποιήθηκε κατά του πατέρα μας Γ. Κ. του Η. , ο οποίος ήδη απεβίωσε την 23.12.2009 και του οποίου είμαστε οι μοναδικοί εν ζωή κληρονόμοι του, ως γνήσια τέκνα αυτού, η από 29.01.2010 και με αριθμό καταθέσεως 935/2010 αγωγή στο Δικαστήριο σας, των κυρίως εναγόντων: 1/ Α.
Γ. του Α., 2 Ν. Λ. του Ι., 3 Α. Γ. του Α. και 4/ Ι. Γ. του Α., στρεφόμενη κατά του ανωτέρω οικείου μας και κατά της εναγομένης, με ημερομηνία συζήτησης την 27.09.2010. To περιεχόμενο της ανωτέρω αγωγής, σύμφωνα προς το οποίο οι προαναφερόμενοι κυρίως εναγόντες αιτούνται αποζημίωση για την θανάτωση της οικείας τους Μ. Λ.
του Ι. , σε τροχαίο ατύχημα την 17.10.2008, αιτούμενοι συνολικό ποσόν 851.510 ευρώ, έχει ως ακολούθως:...." Ακολουθούσε η παράθεση του προδιαληφθέντος περιεχομένου της υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 935/2010 αγωγής και στο τέλος οι ενάγοντες εξέθεσαν τα εξής: " Την ανωτέρω αγωγή θα αποκρούσωμε ως νόμω και ουσία αβάσιμη, απαράδεκτη, αλλά και ανομιμοποίητη ενεργητικά και παθητικά καθ'ο μέρος στρέφεται κατά του θανόντος οικείου μας και ήδη κατ'επέκταση καθ'ημών, είτε στην ορισθείσα προς συζήτηση δικάσιμο αυτής, είτε σε κάθε μετ'αναβολή δικάσιμο αυτής.
Πλην όμως το φερόμενο ως ζημιογόνο υπ'αρ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, σύμφωνα με τα αληθή πραγματικά περιστατικά του υπό κρίσιν ατυχήματος, ετέθη σε κίνηση υπό της εναγομένης άνευ της συγκατάθεσης του πατέρα μας και εν αγνοία αυτού, καθότι αύτη αγνοήσασα την υπόδειξη του-ο οποίος είχε υποδείξει και παραχωρήσει σε αυτήν την άδεια να λάβει τα κλειδιά ετέρου οχήματος και ειδικότερον του υπ'αρ. ...
Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, διαθέτοντος έγκυρη και ισχυρά ασφαλιστική σύμβαση για τις προς τρίτους ζημίες, για να το θέσει σε κίνηση-απέσπασε η εναγομένη τελικώς εν αγνοία του πατέρα μας, ο οποίος μάλιστα ήταν ανάπηρος και μη δυνάμενος να μετακινηθεί, τα κλειδιά του ζημιογόνου οχήματος από ερμάριο της κουζίνας, αντί των κλειδιών του άλλου αυτ-του που της υπέδειξε ο πατέρας μας, θέτουσα ακολούθως τούτο σε κίνηση και μη ελέγξασα καν ως είχε υποχρέωση εάν το όχημα αυτό διέθετε εν ισχύ βεβαίωση ασφάλισης στο εμπρόσθιο τμήμα του παρπρίζ, προξενώντας το προαναφερόμενο θανατηφόρο ατύχημα κατά τα λεγόμενα της κυρίας αγωγής εξ'υπαιτιότητος της.
Επειδή κατά τα ανωτέρω η εναγομένη οδηγός φέρεται στην προαναφερομένη αγωγή ως η υπαίτια του υπό κρίσιν ατυχήματος κατ'άρθρον 914 Α.Κ επ., ευθυνόμενη ως φέρεται και κατά τον Ν. Γπν. 1911, ενώ ο αποβιώσας πατέρας μας, ως απεδείχθη δεν, βαρύνεται με την παραμικρά απολύτως υπαιτιότητα στην επ αυτού, έχοντας αναγωγικό δικαίωμα κατά της φερομένης υπαιτίου οδηγού, δυνάμει της αδικοπρακτικής αυτής ευθύνης έναντι των αμέσως φερομένων ως ζημιωθέντων εναγόντων της κυρίας αγωγής, αλλά και ημών ως συνυποχρέων-εναγομένων σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής των κυρίως εναγόντων, αφού κινδυνεύουμε να ζημιωθούμε ένεκα της φερομένης ως παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς της εναγομένης οδηγού, δημιουργομένης ούτω αδικοπρακτικής, αλλά και συμβατικής ευθύνης και έναντι ημών.
Επειδή εν προκειμένω για τους λόγους του ιστορικού η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου Σας, η οποία θα εκδοθεί και η οποία πρέπει ταυτόχρονα να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, όπως αύτη καταβάλλει σε εμάς, οιοδήποτε ποσόν τυχόν υποχρεωθούμε εμείς να καταβάλλουμε στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής, που θα αφορά επιδικασθησόμενο κεφάλαιο, τόκους και εν γένει δικαστική δαπάνη.
Επειδή εν προκειμένω συντρέχει περίπτωσις όπως διαταχθεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση διαρκείας ενός (1) έτους, ως μέσον εκτέλεσης της εκδοθησομένης αποφάσεως, ταύτης ως αφερρεγγύου και από αδίκημα ενεχόμενης. Επειδή επίσης λόγω της φύσεως της ζημίας, συντρέχει περίπτωση όπως κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση, αφού θα υποστούμε σημαντική ζημία σε περίπτωση αναμονής μέχρι τελεσιδικίας αυτής.
Επειδή η αγωγή μας, είναι νόμιμος, βάσιμος, αληθής και θα αποδείξουμε αυτήν δια των νομίμων αποδεικτικών μέσων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΟΥΜΕ 1) Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μας. 2) Να υποχρεωθεί η εναγομένη, για τους λόγους του ιστορικού όπως καταβάλλει σε εμάς οιοδήποτε ποσόν κεφαλαίου μέχρι του αιτουμένου ποσού (851.510) οκτακοσίων πενήντα μίας χιλιάδων πεντακοσίων δέκα ευρώ, στην κυρία αγωγή, πλέον των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, που τυχόν θα υποχρεωθούμε να καταβάλουμε στους κυρίως ενάγοντες, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής μας μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως μας. 3) Να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση. 4) Να διαταχθεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση διαρκείας ενός (1) έτους, ως μέσον εκτέλεσης της εκδοθησομένης αποφάσεως, ταύτης ως αφερρεγγύου και από αδίκημα ενεχόμενης. 5) Να καταδικασθεί η προσεπικαλούμενη-εναγόμενη στην εν γένει νόμιμο δικαστική μας δαπάνη._ Αθήνα 07 Ιουνίου 2010 Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος".
Με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δ., ήτοι εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 926, 927, 914 επ. Α.Κ.,19 ν. 489/1976, και των άρθρων 2, 4, 8, 9του ν. ΓΠΝ/1911,ισχυριζόμενη ότι δεν είναι νόμιμη δεύτερη αναγωγή από τον υπόχρεο ιδιοκτήτη του ανασφάλιστου αυτοκινήτου κατά του οδηγού που είναι διαφορετικό πρόσωπο, σε περίπτωση αναζήτησης εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου της καταβληθείσης αποζημιώσεως στους παθόντες δι' ασκήσεως αγωγής εξ αναγωγής κατά των υπόχρεων, ιδιοκτήτη και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις κρίνοντας νόμιμη την προαναφερόμενη αγωγή και δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια παραβιάζοντας αυτές.
Το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με τις συνθήκες τέλεσης του επίδικου ατυχήματος, τα εξής : "Την 17.10.2008 και ώρα 14.00'περίπου, ο πρώτος ενάγων Α. Κ. είχε σταθμεύσει το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Φ. ογκώδες όχημα του (φορτηγό 6 τόννων με γερανό αυτοεξυπηρετήσεως -σχ. προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας) έξω από την κατοικία του, στην οδό ... , στην περιοχή …και επιχειρούσε να επισκευάσει κάποια μηχανική βλάβη.
Ειδικότερα το φορτηγό ήταν σταθμευμένο, με κατεύθυνση προς Πεντέλη, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε καταλάμβανε όλο το πλάτος του πεζοδρομίου (1,20 μέτρα) και τμήμα του οδοστρώματος, περίπου 1,20 μέτρων. Η οδός Σμύρνης είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 7,70 μέτρων, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαχωριστική γραμμή η οποία να χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, είναι άσφαλτος, λεωφορειόδρομος και έχει μικρή κλίση κατωφέρειας κατά την κατεύθυνση της προς την Πεντέλη, ενώ διαθέτει πεζοδρόμιο, πλάτους 1,20 μέτρων στο προς Πεντέλη ρεύμα κυκλοφορίας (όπου ήταν σταθμευμένο το φορτηγό) και 1,10 μέτρων στο προς Κηφισιά ρεύμα πορείας.
Κατά την ώρα εκείνη, η άσφαλτος ήταν ξηρά, επικρατούσαν συνθήκες φυσικού φωτισμού ημέρας και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας είχε καθορισθεί σε 50 χιλ/ώρα, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή (άρθρο 20§1 Ν 2696/1999). Με δεδομένη αυτή την κατάσταση της οδού και τη θέση του φορτηγού, ο πρώτος εναγόμενος επιχειρούσε αυτοδύναμα να αποκαταστήσει τη μηχανική βλάβη, τοποθετώντας το σώμα του σε θέση ύπτια κάτω από το φορτηγό προς την πλευρά του οδοστρώματος, ενώ δίπλα ακριβώς από το όχημα, στο μέσον τούτου και από την αριστερή πλευρά του, μέσα στο οδόστρωμα, βρισκόταν η σύζυγος του Μ.
Λ., η οποία καθήμενη πάνω στα πόδια της, βοηθούσε το σύζυγο της, δίνοντας τα αναγκαία, κάθε στιγμή, εργαλεία. Εμπρός ακριβώς από το φορτηγό, στο ύψος της μετώπης του και πέραν της οικοδομικής γραμμής, βρίσκεται, εσωτερικά της οδού Σμύρνης, ιδιωτικός χώρος στάθμευσης. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, η εναγομένη Ι.
Γ. , αφού διήλθε πεζή την οδό Σμύρνης, παραπλεύρως του φορτηγού, απευθύνοντας, μάλιστα, χαιρετισμό στη Μ. Λ. και στο σύζυγο της, με τους οποίους συνδέετο με συγγενική σχέση, εισήλθε στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης και αφού έθεσε σε λειτουργία το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, επιχείρησε με οπισθοπορεία να εξέλθει στο οδόστρωμα, με κατεύθυνση προς Κηφισιά.
Κατά τη διενέργεια αυτού του ελιγμού, εισήλθε με αυξημένη ταχύτητα - με την οπίσθια πλευρά του οχήματος της να προπορεύεται -στο οδόστρωμα της οδού Σμύρνης, στο ρεύμα πορείας προς Κηφισιά και, αφού διέγραψε στο οδόστρωμα ημικυκλική πορεία, προκειμένου να ανακόψει τη ταχύτητα, τροχοπέδησε βίαια, ώστε στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας το πλάτος του οδοστρώματος, να μεταβάλει κατεύθυνση προς τ' αριστερά, και να εισέλθει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου της προς Κηφισιά, πορεία που προτίθετο να ακολουθήσει.
Κατά την απότομη αυτή τροχοπέδηση, που πραγματοποιήθηκε προφανώς με τη χρήση του χειρόφρενου, το όχημα και ιδίως το εμπρόσθιο μέρος του, περιστράφηκε κατά 90° περίπου προς τ' αριστερά, με αποτέλεσμα να λάβει θέση διαγώνια στο οδόστρωμα, με την οπίσθια πλευρά του προς την αριστερή πλευρά του σταθμευμένου φορτηγού.
Και ενώ το όχημα είχε ακινητοποιηθεί στιγμιαία στη θέση αυτή, η οδηγός του, προτιθέμενη με ελιγμό προς τ' αριστερά, να επαναφέρει το όχημα, ώστε να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς Κηφισιά, από αδεξιότητα, αντί να επιλέξει ταχύτητα εμπρόσθιας κίνησης, που ήταν ο ενδεικνυόμενος σύμφωνα με τους κανόνες οδήγησης χειρισμός, προκειμένου το όχημα της να κινηθεί προς τα εμπρός, εντούτοις αυτή ενήργησε οπισθοπορεία, προφανώς διότι άφησε την ήδη υπάρχουσα ταχύτητα οπισθοπορείας.
Αποτέλεσμα του ως άνω εσφαλμένου χειρισμού ήταν να κινηθεί το όχημα της προς τα πίσω, κατευθυνόμενο διαγωνίως προς την αριστερή πλευρά του φορτηγού και να κτυπήσει με το οπίσθιο αριστερό τμήμα του (γωνία) τη Μ. Λ., που βρισκόταν σκυμμένη στο οδόστρωμα στο ύψος του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, προσκρούοντας ταυτοχρόνως με την δεξιά γωνία του οχήματος της, στην αριστερή πλευρά του φορτηγού όπου κατέλιπε ξέσματα χρώματος.
Συνεπεία τούτου η Μ. Λ. τραυματίσθηκε θανάσιμα και κατέπεσε στο οδόστρωμα με το κεφάλι προς το κέντρο του οδοστρώματος και τα πόδια κάτω από το φορτηγό, έχοντας ανάμεσα στα σκέλια την εξάτμιση του φορτηγού. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ" όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος της, συνεπεία των πολλαπλών σωματικών κακώσεων που υπέστη (κατάγματα βάσεως κεφαλής, διατομή κυτιαίου μυελού, διάσχιση πνευμόνων κ.λ.π.- σχετ.
υπ' αριθμ. 2914/2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής). Το γεγονός ότι το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εκκίνησε βίαια με οπισθοπορεία και εισήλθε στο οδόστρωμα της οδού Σμύρνης με αυξημένη ταχύτητα, κατά την πρώτη φάση πορείας του, διαγράφοντας πορεία που δεν ελέγχετο από την οδηγό του, ομολογείται από την εναγομένη (βλ.
προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου). Και ναι μεν η τελευταία αποδίδει την αδυναμία της να ελέγξει το όχημα της, σε μηχανική βλάβη, πλην όμως τούτο δεν επιβεβαιώνεται από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε εγκαίρως κατά το στάδιο της διενεργηθείσης προανάκρισης, ώστε να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη, ούτε μεταγενεστέρως η εναγομένη επιμελήθηκε για τη διενέργεια τέτοιας πραγματογνωμοσύνης.
Και όλα αυτά, παρεκτός της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού, εφόσον δεν αναφέρεται ποια ήταν η μηχανική βλάβη που προκάλεσε στο όχημα τέτοια οδική συμπεριφορά. Η αδυναμία της εναγομένης να προβεί στους κατάλληλους χειρισμούς και να ασκήσει τον έλεγχο του οχήματος της, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι, αυτή, αντί να χρησιμοποιήσει το σύστημα ομαλής πέδησης, προκειμένου να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο, προέβη στη χρήση του χειρόφρενου, όπως η ίδια ομολογεί, ενέργεια η οποία, στην προκειμένη περίπτωση δεν συνάδει με τους κανόνες ορθής οδηγικής συμπεριφοράς.
Οι προπεριγραφόμενοι ανεπιτήδειοι χειρισμοί της εναγομένης (βίαιη εκκίνηση, χρήση χειρόφρενου και ιδίως εσφαλμένη παράλειψη επιλογής εμπρόσθιας ταχύτητας) εξηγούνται από την ιδιαιτερότητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο διέθετε αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων και στη σχετική απειρία αυτής στην οδήγηση τέτοιου είδους οχημάτων, η οποία (οδήγηση) απαιτεί εν μέρει διάφορους χειρισμούς από τα συνήθη οχήματα που διαθέτουν μηχανισμό συμπλέκτη.
Οι ως άνω συνθήκες του ατυχήματος περιγράφονται με σαφήνεια, χωρίς κενά και αντιφάσεις εξ ιδίας αντιλήψεως, από τον πρώτο ενάγοντα στην ανώμοτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του, η οποία όχι μόνο δεν αντικρούεται από κανένα άλλο στοιχείο, κατά τρόπο αξιόπιστο, αλλά αντιθέτως βρίσκεται σε αρμονία με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής και όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα την έκθεση αυτοψίας και το συνοδευτικό πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Κηφισίας, στο οποίο απεικονίζονται οι θέσεις των οχημάτων (με την επισήμανση ότι η αποτυπούμενη σ' αυτό τελική θέση του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι η θέση στην οποία μετακινήθηκε τούτο μετά το ατύχημα, προς διευκόλυνση της κυκλοφορίας), η πορεία του ζημιογόνου οχήματος, η θέση της θανούσης και η ευρεθείσα στο οδόστρωμα κηλίδα αίματος καθώς και οι συνθήκες της περιοχής.
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα και οι συνέπειες τούτου, οφείλεται κυρίως σε υπαιτιότητα της εναγομένης οδηγού, η οποία δεν επέδειξε την επιβαλλομένη από τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας και ασφαλούς οδηγήσεως, σύνεση και επιμέλεια, την οποία όφειλε, από τις περιστάσεις να επιδείξει, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού οδηγού, ευρισκομένου κάτω από παρόμοιες συνθήκες (άρθρο 330 εδ.
β' ΑΚ). Ειδικότερα, η εναγομένη οδηγός, ενώ όφειλε, εκκινώντας με οπισθοπορεία, να εκκινήσει και εισέλθει στο οδόστρωμα της οδού Σμύρνης με πολύ μικρή ταχύτητα και τεταμένη την προσοχή της και εν συνεχεία να ολοκληρώσει τον ελιγμό της, κινούμενη προς τα εμπρός με την ίδια μικρή ταχύτητα και προσοχή, ώστε να εισέλθει στο προς Κηφισιά ρεύμα πορείας της ως άνω οδού, ασκώντας καθ' όλη τη διάρκεια τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου της, εντούτοις αυτή από ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, εκκίνησε κατά τρόπο βίαιο, εισήλθε στην οδό Σμύρνης με αυξημένη ταχύτητα και στη συνέχεια, με αδέξιο χειρισμό, ενώ βρισκόταν στο οδόστρωμα, κινήθηκε προς τα πίσω, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν ο όπισθεν χώρος ήταν ελεύθερος, μολονότι είχε αντιληφθεί ότι προς την κατεύθυνση αυτή βρισκόταν το σταθμευμένο φορτηγό και η θανούσα, με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτής και να την τραυματίσει θανάσιμα.
Κατά τη διενέργεια των κινήσεως αυτών επί του οδοστρώματος, η εναγομένη οδηγός είχε απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος της και τη νηφαλιότητα της και δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τους απαιτούμενους, ενόψει των συνθηκών της κυκλοφορίας (κατάληψη οδοστρώματος εν μέρει, ύπαρξη πεζής στο οδόστρωμα και στενότητα τούτου), χειρισμούς, όπως είχε υποχρέωση, συμμορφούμενη προς τη διάταξη του άρθρου 19 §§1, 2, 3 Ν 2696/1999, η παράβαση δε των ως άνω διατάξεων συνδέεται άμεσα με τον επελθόντα θανάσιμο τραυματισμό της Μ.
Λ. . Η ως άνω οδηγός όφειλε να μην αναλάβει την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, για την οδήγηση του οποίου - ενόψει της προαναφερθείσης ιδιαιτερότητας του - δεν διέθετε τις απαιτούμενες δεξιότητες και την κατάλληλη εμπειρία, επιπροσθέτως δε όφειλε να εντείνει ιδιαίτερα την προσοχή της, διότι τούτο επέβαλαν οι επικρατούσες συνθήκες και δη η ύπαρξη του σταθμευμένου ογκώδους φορτηγού που περιόριζε όχι μόνο το πλάτος του οδοστρώματος, αλλά και την ορατότητα της, καθώς και η ύπαρξη πεζής στο οδόστρωμα, την οποία, μάλιστα, αυτή είχε ιδεί και είχε χαιρετήσει προηγουμένως.
Αντίθετα, η εναγομένη οδηγός, προέβη στις προπεριγραφείσες ανεπιτήδειες κινήσεις, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι με τις κινήσεις της αυτές δεν θα δημιουργούσε κίνδυνο για την ευρισκομένη στο οδόστρωμα πεζή, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η καθιστή στάση της πεζής, εμπόδιζε την οδηγό να την αντιληφθεί, καθότι βρισκόταν εκτός του πεδίου ορατότητας της, ελέγχεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, διότι η εναγομένη οδηγός είχε αντιληφθεί σε προγενέστερο χρόνο την ύπαρξη της πεζής στο οδόστρωμα και μάλιστα ασχολούμενη σε εργασία διαρκείας (επισκευή φορτηγού) και όχι σε στιγμιαία διέλευση και όφειλε να λάβει υπόψη της ότι θα καθυστερούσε να απομακρυνθεί από το οδόστρωμα (άρθρο 19§3 εδ.
τελευταίο ΚΟΚ) και επομένως, κατά τους κανόνες της ασφαλούς οδήγησης, όφειλε να κατευθύνει το αυτοκίνητο της στο ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, ώστε να μην εκθέσει σε οποιοδήποτε κίνδυνο την πεζή και το σύζυγο της. Ο βαθμός κατά τον οποίο η προπεριγραφομένη αμελής συμπεριφορά της οδηγού συνετέλεσε στην πρόκληση του τροχαίου συμβάντος και την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, ανέρχεται σε 70%.
Μικρότερο ποσοστό συνυπαιτιότητας όμως, καταλογίζεται και στην ίδια τη θανούσα, η οποία στην προσπάθεια της να βοηθήσει το σύζυγο της στην αποκατάσταση της βλάβης του φορτηγού του, αγνόησε τους κινδύνους, που κατά τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας, γεννώνται από την παραμονή της στο οδόστρωμα. Ειδικότερα, η θανούσα όφειλε να μη κατέλθει και παραμείνει στο οδόστρωμα, το οποίο κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 2 Ν. 2696/1991 προορίζεται για την κίνηση των τροχοφόρων οχημάτων, ενώ η κάθοδος πεζών σ' αυτό επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για τον αυστηρώς απαραίτητο χρόνο, για τις οποίες δεν πρόκειται εδώ, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται όχι για απλή διέλευση αλλά για παραμονή επ' αρκετό χρόνο στο οδόστρωμα και μάλιστα, χωρίς τις αναγκαίες προφυλάξεις.
Η θανούσα είχε υποχρέωση και μπορούσε, ως μέσος ευσυνείδητος άνθρωπος, να προΐδει τους κινδύνους που δημιουργούντο από την παραμονή της στο οδόστρωμα και μάλιστα σε θέση καθιστή δίπλα ακριβώς σε ογκώδες όχημα, που καθιστούσαν αυτή δυσχερώς αντιληπτή από τους λοιπούς χρήστες της οδού. Αυτή όφειλε, με δεδομένες τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ήτοι στάθμευση του φορτηγού του συζύγου της εν μέρει στο οδόστρωμα, ενόψει μάλιστα, και της στενότητας του οδοστρώματος, να μη συμμετάσχει στην επισκευή του αυτοκινήτου του συζύγου της.
Περαιτέρω, ποσοστό συνυπαιτιότητας καταλογίζεται και στον πρώτο ενάγοντα, ιδιοκτήτη και κάτοχο του φορτηγού, ο οποίος επέλεξε να προβεί ιδιοχείρως στην επισκευή τούτου εν μέσω της οδού και όχι σε ειδικά διασκευασμένο χώρο ή έστω σε χώρο εκτός οδοστρώματος, όπως επιβάλλουν οι κανόνες οδικής ασφάλειας και επιπλέον αυτός παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, με την τοποθέτηση κώνων που να επισημαίνουν τον κίνδυνο.
Και ναι μεν η τελευταία αυτή παράλειψη του, στην προκειμένη περίπτωση δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών των εναγομένων, εφόσον, ακόμη και αν υπήρχαν οι προειδοποιητικοί κώνοι, δεν θα είχε αποφευχθεί το ζημιογόνο αποτέλεσμα, η πρώτη ενέργεια του όμως, να επιχειρήσει των επισκευή του φορτηγού, εντός του οδοστρώματος, καταλαμβάνοντας τμήμα τούτου, συνδέεται αιτιωδώς με το θανάσιμο τραυματισμό της συζύγου του, εφόσον η κατάληψη τμήματος του οδοστρώματος για επισκευή του αυτοκινήτου και η παραμονή του ιδίου και της βοηθού συζύγου του σ' αυτό, χωρίς κανένα μέτρο προφύλαξης, αποτελούν κατά τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος και στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι πράγματι η ενέργεια αυτή συνετέλεσε αιτιωδώς στο επελθόν αποτέλεσμα και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τον πρώτο λόγο εφέσεως τους, είναι απορριπτέα, διότι, αν η θανούσα δεν βρισκόταν στο οδόστρωμα ή είχε φροντίσει να καλύπτεται εσωτερικά, από τον όγκο του φορτηγού, δεν θα είχε τραυματισθεί θανάσιμα.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητας, κατά το οποίο ισομερώς, τόσο η ίδια η θανούσα, όσο και ο πρώτος ενάγων, σύζυγος της, κατά τα προαναφερόμενα ειδικότερα, συνετέλεσαν στην πρόκληση του αποτελέσματος, προσδιοριζόμενο ενιαίως, εφόσον κατατείνει στον ίδιο σκοπό, μειώσεως της οφειλομένης στους δικαιούχους αποζημιώσεως, ανέρχεται συνολικά σε 30%.
Περαιτέρω, περιστατικά συνυπαιτιότητας της θανούσης, και δη ότι αυτή όφειλε, όταν αντιλήφθηκε την οπισθοπορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου να σπεύσει να απομακρυνθεί, δεν στοιχειοθετούνται, εφόσον η αυξημένη ταχύτητα του αυτοκινήτου δεν κατέλειπε στην θανούσα χρονικά περιθώρια αντίδρασης και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο με τον πρώτο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα." Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα κατωτέρω: "Το ζημιογόνο υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας, τούτο ανήκε κατά κυριότητα στον εναγόμενο Γ. Κ. , ο οποίος, κατά τον ίδιο χρόνο είχε παραχωρήσει τη χρήση τούτου στην πρώτη εναγομένη, χάριν φιλικής εξυπηρετήσεως, επειδή η τελευταία, κατά την ημέρα εκείνη στερείτο της χρήσεως του δικού της αυτοκινήτου, το οποίο χρησιμοποιούσε ο σύζυγός της.
Ο ισχυρισμός των υπεισελθόντων στη δίκη νομίμων κληρονόμων του ως άνω ιδιοκτήτη οι οποίοι, μετά το θάνατο του τελευταίου (την 23.12.2009), συνεχίζουν τη δίκη, ότι η εναγομένη οδηγός κατέλαβε αυτογνωμόνως το όχημα, χωρίς τη θέληση του ιδιοκτήτη, ο οποίος επέτρεψε σ' αυτήν με τη βούληση του να παραλάβει και χρησιμοποιήσει το ιδίου τύπου υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Ε ασφαλισμένο όχημα, που επίσης ανήκε στην κυριότητα και κατοχή του και όχι το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. ζημιογόνο όχημα που ήταν ανασφάλιστο και ότι η τελευταία απέσπασε, εν αγνοία του, τα κλειδιά του ανασφάλιστου οχήματος, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, εφόσον δεν βεβαιώθηκε στον απαιτούμενο βαθμό δικανικής πεποίθησης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Η περί τούτου ανώμοτη κατάθεση του διαδίκου Η. Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν αξιολογείται από το δικαστήριο ως πειστική και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα*\6χτά τον ίδιο τρόπο αξιολογείται και η από 18.3.2008 προανακριτική κατάθεση του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος Γ. Κ. , ο οποίος είχε συμφέρον να αποσείσει τις ευθύνες που προέκυπταν από την κατοχή του αυτοκινήτου.
Ενδεικτική είναι η αντίφαση των ως άνω καταθέσεων, εκ των οποίων ο μεν τελευταίος κατέθεσε ότι λόγω της αναπηρίας του δεν είχε εποπτεία των κλειδιών, ώστε να αντιληφθεί τα κλειδιά που αφαίρεσε η εναγόμενη οδηγός, γεγονός που προϋποθέτει απουσία άλλου έμπιστου προσώπου, ενώ ο πρώτος βεβαίωσε ότι ήταν παρών κατά την παραλαβή των κλειδιών και επομένως μπορούσε να δει τα κλειδιά που απέσπασε η εναγομένη οδηγός.
Εκτός τούτου, οι καταθέσεις αυτές αντικρούονται από την κατάθεση του Δ. Β. , γιου της τελευταίας, ο οποίος κατέθεσε ότι τα κλειδιά παραδόθηκαν στον ίδιο, για λογαριασμό της μητέρας του, όχι από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη, αλλά από το γιο του Η. Κ. . Με την κατ' αυτόν τον τρόπο παραχώρηση της χρήσεως του αυτοκινήτου στην εναγομένη, ο ιδιοκτήτης του, που συνδεόταν με αυτή με φιλική σχέση, δεν απώλεσε την κατοχή τούτου.
Και αυτό, διότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψαν τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν πιο πάνω, θα μπορούσε να συναχθεί η κρίση ότι ο ιδιοκτήτης απώλεσε την κατοχή και κάτοχος κατέστη η εναγομένη, όπως ότι η παραχώρηση έγινε για αόριστο χρόνο, ή είχε κάποια χρονική διάρκεια ή ότι η εναγομένη είχε αναλάβει τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου.
Ούτε οι εξετασθέντες μάρτυρες συνεισέφεραν κάποια πληροφορία προς τούτο. Αντιθέτως, η κατά τα άνω αποδειχθείσα απειρία της εναγομένης και μη εξοικείωση της με την οδήγηση του συγκεκριμένου "αυτόματου" αυτοκινήτου, καταδεικνύει τον περιστασιακό χαρακτήρα της γενόμενης παραχώρησης. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι οι κληρονόμοι του ιδιοκτήτη, αρκούμενοι στον ισχυρισμό περί αυτογνωμόνου αφαιρέσεως της κατοχής εκ μέρους της εναγομένης, ουδόλως ισχυρίζονται ότι η τελευταία απέκτησε την κατοχή τούτο δυνάμει κάποιας επώνυμης ή ανώνυμης συμβάσεως ή εννόμου σχέσεως ή συμφωνίας με τον κύριο του αυτοκινήτου και επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο κρίνει ότι ο ιδιοκτήτης τούτου είναι ο μόνος που δικαιούτο σ' εκμετάλλευση του αυτοκινήτου, με την έννοια εξυπηρετήσεως των δικών του αναγκών και των εν γένει αναγκών της οικογένειας του ή παραχωρήσεως τούτου προς χρήση σε τρίτον κατ' απόλυτη επιλογή του ιδίου και επομένως εκείνος ήταν και κάτοχος του οχήματος.
Ο ισχυρισμός των νομίμων κληρονόμων του, ότι λόγω της καταστάσεως της υγείας του (σχεδόν κατάκοιτος), την οποία βεβαιώνουν οι ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών εξετασθέντες μάρτυρες, δεν ήταν σε θέση να οδηγεί και συνεπώς δεν ήταν κάτοχος, ελέγχεται ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, για τη συγκρότηση της έννοιας του κατόχου δεν είναι αναγκαία η ικανότητα ή η δυνατότητα οδήγησης, αλλ' αρκεί το ότι εξυπηρετεί τις ατομικές ή οικογενειακές του ανάγκες και έχει την απόλυτη εξουσία διαθέσεως του, στοιχεία, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη Γ.
Κ. . Επομένως, η εκ του άρθρου 4 Ν ΓΠΝ/1911 ένσταση των κληρονόμων τούτου περί περιορισμού της ευθύνης τους μέχρι της αξίας του οχήματος που προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν στο δικαστήριο τούτο με τον πρώτο λόγο εφέσεως τους, είναι απορριπτέος, αφού αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος ήταν και κάτοχος τούτου.
Επίσης, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός τους, που προβάλλεται προς αντίκρουση της εφέσεως της εναγομένης, ότι δηλαδή δεν υπέχουν ευθύνη αποζημιώσεως, καθόσον έχουν αποποιηθεί την κληρονομιά του πατέρα τους, προς επίρρωση του οποίου επικαλούνται και προσκομίζουν τις υπ'αριθμ. 2537/27.4.2010 και 2705/30.4.2010 εκθέσεις αποποιήσεως της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς εκείνου που συντάχθηκαν από το γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο ισχυρισμός τους όμως (που έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη δήλωση τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο περί συνεχίσεως της δίκης) αποδεικνύεται αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1874, 1848, 1846, 1850 και 1857 Α.Κ, οι γενόμενες αποποιήσεις είναι άκυρες και δεν παράγουν αποτελέσματα, εφόσον έλαβαν χώρα μετά την πάροδο τετραμήνου από το θάνατο του πατέρα τους (23.12.2009) και δεν επικαλούνται κάποιο λόγο αναστολής της τετράμηνης προθεσμίας (ΑΠ 426/2002 Ε.Εμπ.Δ. 2004, 111) και επομένως ευθύνονται για τα χρέη της κληρονομιάς (άρθρο 1710 Α.Κ.).
Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω περιστατικά, ευθύνονται προς αποζημίωση των ζημιωθέντων στο προπεριγραφόμενο αδικοπρακτικό γεγονός που προκλήθηκε από το εν λόγω αυτοκίνητο: α) η αδικοπραγήσασα οδηγός του (πρώτη εναγομένη και παρεπιπτόντως και εξ αναγωγής εναγομένη) υποκειμενικώς κατά το άρθρο 914 Α.Κ, β) ο κατά το χρόνο του ατυχήματος ιδιοκτήτης και κάτοχος του αυτοκινήτου (δεύτερος εναγόμενος κυρίως και παρεμπιπτόντως και άρα και οι εξ αναγωγής ενάγοντες νόμιμοι κληρονόμοι του) αντικειμενικώς κατά τα άρθρα 2 και 4 Ν ΓΠΝ/1911 και γ) το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, αντικειμενικώς κατ' άρθρο 19§1 περ.
β' Ν 489/1976. Πρόκειται δηλαδή για δημιουργία εσωτερικής σχέσεως, περισσοτέρων, εις ολόκληρο, συνοφειλετών, από τους οποίους άλλοι ευθύνονται υποκειμενικά (η πρώτη) και άλλοι αντικειμενικά (οι δύο τελευταίοι). Στην εσωτερική αυτή σχέση από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη και κατόχου.
Στα πλαίσια λοιπόν, της αναγωγής και των κριτηρίων επιμερισμού της ευθύνης, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ευθύνη προς αποζημίωση των δικαιούχων μεταπίπτει σε βάρος της υπαιτίου από αδικοπραξία οδηγού (εξ αναγωγής εναγομένης),βάσει του, κατ' άρθρο 927 ΑΚ κριτηρίου του πταίσματος αιτιότητας.
Περαιτέρω, ως προς το ύψος της ζημίας δεν αποδείχθηκαν περιστατικά άλλα που να διαφοροποιούν το ύψος αυτής (περιουσιακής και μη), αναφορικά με την κύρια αγωγή, σε σχέση με την παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου και τις εξ αναγωγής αγωγές των Η. Κ. και Α. Κ. . Μετά απ' αυτά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και εκτίμηση των αποδείξεων, με την ίδια κατά βάση αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί με αυτή της παρούσης, απέρριψε την ένσταση των νομίμων κληρονόμων του εναγομένου ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης τους.
Επίσης ορθώς έκρινε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στο Επικουρικό Κεφάλαιο, οποιοδήποτε ποσό αυτό καταβάλει στους ζημιωθέντες. Άρα πρέπει να απορριφθούν οι συναφείς λόγοι εφέσεως της εναγομένης και των εξ αναγωγής εναγόντων. Αντιθέτως, εσφαλμένα η εκ-καλουμένη απόφαση, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία απέρριψε τις από 7.6.2010 εξ αναγωγής αγωγές, οι οποίες, ασκηθείσες από τους νομίμους κληρονόμους του απλού κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου -που υπέχει απλή αντικειμενική ευθύνη-, κατά της υπαιτίου οδηγού, στα πλαίσια της μεταξύ τους εσωτερικής σχέσεως, έπρεπε να γίνουν δεκτές και ως κατ' ουσία βάσιμες.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός δεύτερος λόγος της από 20.3.2012 εφέσεως, που παραπονείται για την απόρριψη των αναγωγών." Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημα των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με την δεύτερη αιτίαση του δεύτερου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι, ενώ με τις πρωτόδικες προτάσεις της η αναιρεσείουσα πρότεινε προς αντίκρουση της αγωγής εξ αναγωγής με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4991/2010 των Η. και Α.
Κ. , ότι ο παραχωρήσας τη χρήση του ζημιογόνου αυτοκινήτου πατέρας των εναγόντων δεν την ενημέρωσε ότι αυτό ήταν ανασφάλιστο, προβάλλοντας την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, το Εφετείο δεν εξέτασε τον ουσιώδη αυτόν ισχυρισμό, που αποτελεί "πράγματα", άλλως τον απέρριψε με ελλιπείς αιτιολογίες, δεχόμενο ότι "στην εσωτερική σχέση από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη και κατόχου..".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η ενημέρωση ή μη της αναιρεσείουσας από τον κύριο του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ότι αυτό ήταν ανασφάλιστο δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ένδικου ατυχήματος και δεν μπορεί να στηρίξει ένσταση συντρέχοντος πταίσματος αυτού.
Περαιτέρω, οι εξ αναγωγής αγωγές με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε περιείχαν όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση τους πραγματικά περιστατικά, δηλαδή τα γεγονότα που θεμελίωναν τις αξιώσεις των συγγενών της θανούσας κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και εκείνα που στήριζαν την ευθύνη της εναγόμενης οδηγού , όπως είναι οι συνθήκες του ατυχήματος και τα περιστατικά που συγκροτούν την υπαιτιότητα της για το ατύχημα, τη ζημία και την ψυχική οδύνη των εναγόντων, τα οποία εκτέθηκαν με σαφήνεια και πληρότητα, με παραπομπή στην αγωγή των δικαιούχων, το περιεχόμενο της οποίας ενσωματώθηκε στα δικόγραφα των ως άνω αγωγών.
Στις αγωγές αυτές επί πλέον οι ενάγοντες διέλαβαν και τα περιστατικά ότι η αναιρεσείουσα-οδηγός έθεσε σε κίνηση το ζημιογόνο αυτοκίνητο αυθαιρέτως, αυτοβούλως και αυτογνωμόνως, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη- πατέρα τους. Τα γεγονότα αυτά δεν ήταν αναγκαία για στήριξη των αγωγών τους και περιλήφθηκαν σ' αυτές πλεοναστικώς και αφηγηματικώς, διότι αποτελούσαν στοιχεία συγκροτούντα τον ισχυρισμό (ένσταση) , που αυτοί πρότειναν κατά των κυρίως εναγόντων, περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης τους μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, διότι ο πατέρας τους υπήρξε, κατ' αυτούς, ιδιοκτήτης μη κάτοχος.
Η ένσταση αυτή των εναγομένων δια της κυρίας αγωγής - εναγόντων εξ αναγωγής απορρίφθηκε από το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα είχε δανεισθεί η Ι. Γ. από τον Γ. Κ. και κατά συνέπεια δεν συνέτρεχε λόγος περιορισμού ευθύνης των κληρονόμων του τελευταίου κατ' άρθρο 4 παρ. 4 του ν.ΓΠΝ/1911. Τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν πράγματα, εφόσον δεν είναι θεμελιωτικά της αγωγής, ούτε μετέβαλαν την αγωγική βάση των εξ αναγωγής αγωγών.
Συνεπώς το Εφετείο, με το να τα διαλάβει στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, δεν υπέπεσε στην προβλεπομένη από το άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 2ος (κατά το 2ο μέρος),4ος, 5ος (κατά το πρώτο μέρος του) και 6ος (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγοι αναίρεσης, που αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια αυτή.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Περαιτέρω, οι χρησιμοποιούμενες από το δικαστήριο εκφράσεις "προφανώς" ή "προδήλως" δεν κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (Α.Π. 350/1981, πρβλ. Α.Π. Ποιν. 717/1993). Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, είτε δεν πλήττονται όλες, είτε πλήττονται όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1652/2010).
Το Εφετείο, με το να καταλήξει στις προδιαληφθείσες κρίσεις δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τα συγκροτούντα την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας περιστατικά, των οποίων η παράθεση είναι αναλυτική, ενώ απορρίπτει με σαφή και πλήρη αιτιολογία και τον ισχυρισμό της ίδιας περί μηχανικής βλάβης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην οποία αυτή αποδίδει την αδυναμία της να το ελέγξει.
Οι 5ος λόγος (2ο μέρος) και 6ος λόγος (καθ' όσο μέρος με αυτόν καταλογίζεται εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι 1ος και 2ος λόγοι περιέχουν αορίστως αιτιάσεις περί παραβίασης του αρ. 1 του άρθρου 559, χωρίς να αναφέρονται σ' αυτούς παραβιάσεις συγκεκριμένης διάταξης και συγκεκριμένο νομικό σφάλμα και, συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι.
Ως προς τις αποδιδόμενες ελλείψεις προς θεμελίωση των από το αρθ. 559 αρ. 19 των 1ου(δεύτερο σκέλος), 2ου (τρίτο μέρος), 3ου, 5ου(τρίτο μέρος) και 6ου(τρίτη αιτίαση) λόγων αναίρεσης, ότι δηλαδή α) είναι ανεπίτρεπτη η χρήση του επιρρήματος "προφανώς", διότι δείχνει ύπαρξη όχι σαφούς παραδοχής, όπως απαιτείται για το σχηματισμό εδραίου αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τη συνδρομή υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας- οδηγού, στις παραδοχές " ...κατά την απότομη αυτή τροχοπέδηση, που πραγματοποιήθηκε προφανώς με τη χρήση χειροφρένου, το όχημα και ιδίως το εμπρόσθιο μέρος του περιστράφηκε κατά 90 περίπου μοίρες...", και "αντί να επιλέξει ταχύτητα εμπρόσθιας κίνησης, που ήταν ο ενδεικνυόμενος σύμφωνα με τους κανόνες οδήγησης χειρισμός, προκειμένου το όχημα της να κινηθεί προς τα εμπρός, εν τούτοις αυτή ενήργησε οπισθοπορεία, προφανώς διότι άφησε την ήδη υπάρχουσα ταχύτητα οπισθοπορείας ..", β) δεν διευκρινίζεται εάν η οδηγός, στην οποία καταλογίζεται αμέλεια, γνώριζε ότι το παραχωρούμενο αυτοκίνητο διέθετε αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, άλλως (δεν διευκρινίζεται) με ποιο τρόπο γνώριζε αυτό, ειδικότερα δε αν της το είχε δηλώσει ο παραχωρήσας ιδιοκτήτης του Γ.
Κ. , γ) στην παραδοχή " Στην εσωτερική αυτή σχέση (εννοεί του κατόχου του αυτοκινήτου και της αναιρεσείουσας, στην οποία το παραχώρησε) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη και κατόχου...." δεν αιτιολογείται γιατί πρέπει η ευθύνη να επιρριφθεί εξ ολοκλήρου στην υπαίτια οδηγό και γιατί δεν έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί της ότι ο ανωτέρω Γ.
Κ. της παραχώρηση ανασφάλιστο αυτοκίνητο διαβεβαιώνοντας την περί του αντιθέτου, άλλως μη ενημερώνοντας την ότι αυτό ήταν ανασφάλιστο, κάτι που αν γνώριζε εκείνη δεν θα δεχόταν να το οδηγήσει, και επί πλέον προβληματικό, πρέπει να λεχθούν τα εξής : 1.Η χρήση του επιρρήματος "προφανώς" δεν κλονίζει, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης και ο πρώτος λόγος (κατά το δεύτερο τμήμα του) είναι αβάσιμος.
Προεχόντως όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι η υπαιτιότητα της εναγομένης - αναιρεσείουσας δεν στηρίζεται μόνο στη χρήση του χειρόφρενου, κατά την έξοδο της από το χώρο στάθμευσης, και την μη αλλαγή της ταχύτητας οπισθοπορείας, στη συνέχεια, αλλά σε περισσότερες αιτιολογίες που δεν πλήττονται.
Ήτοι, στο ότι αυτή δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη από τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και ασφαλούς οδήγησης σύνεση και επιμέλεια την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει, ότι από ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση εκκίνησε κατά τρόπο βίαιο, εισήλθε στην οδό Σμύρνης με αυξημένη ταχύτητα και στη συνέχεια, με αδέξιο χειρισμό κινήθηκε προς τα πίσω χωρίς να ελέγξει αν ο όπισθεν χώρος ήταν ελεύθερος, μολονότι είχε προηγουμένως αντιληφθεί, ότι προς την κατεύθυνση αυτή βρισκόταν η θανούσα δίπλα στο σταθμευμένο φορτηγό. 2.
Η κρίση του Εφετείου ότι "Η ως άνω οδηγός όφειλε να μην αναλάβει την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, για την οδήγηση του οποίου, ενόψει της προαναφερθείσης ιδιαιτερότητας του, δεν διέθετε τις απαιτούμενες δεξιότητες και την κατάλληλη εμπειρία..." έχει ως αυτονόητη προϋπόθεση την γνώση της οδηγού για την ιδιαιτερότητα αυτή του οχήματος, την οποία το Εφετείο σαφώς θεωρεί ως αποδεδειγμένη.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 3.Με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι δεν διευκρινίζεται από την προσβαλλομένη, με ποιο τρόπο αυτή γνώριζε τις ιδιαιτερότητες του αυτοκινήτου και αν της το είχε δηλώσει ο ιδιοκτήτης, καθώς και ότι δεν αιτιολογείται γιατί πρέπει η ευθύνη να επιρριφθεί η ευθύνη στην υπαίτια οδηγό και γιατί δεν έγιναν δεκτοί ως αποδειχθέντες οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί αυτής, που θα στοιχειοθετούσαν πταίσμα του ιδιοκτήτη του εν λόγω οχήματος, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών.
Συνεπώς οι δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης (κατά το τρίτο μέρος αυτών) και ο τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ' αρ. 8871120, σειρά VI, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 127/21-2-1013 αίτηση για αναίρεση της 5680/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ