Legislator Case Law & Legislation
681/2010 AI generated

Supreme Court remands partnership dissolution case for retrial due to lack of specific facts on special grounds.

Case Number 681/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the lower court's decision regarding the premature dissolution of a limited partnership. The appellant argued that the partner's forced absence due to pregnancy constituted a special ground for termination, while the respondent claimed the replacement accountant was insufficient. The court found the lower judgment legally flawed because it failed to address whether the proposed replacement possessed equivalent qualifications or if the timing of the dissolution was unjustified.

Legislator headnote

AI generated

Articles 766(1) and 767(2) of the Civil Code; A partner's premature dissolution of a fixed-term limited partnership without a special ground incurs liability, where a special ground is objectively determined by circumstances making continued partnership operation oppressive under good faith principles.

Keywords

AI generated
limited partnership dissolution special grounds termination premature dissolution liability good faith principles objective determination partnership accounting services pregnancy absence

Cited Legislation

AI generated
Articles 766(1) and 767(2) of the Civil Code
Article 20 of the Commercial Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1458/1995
AP 109/1997
AP 536/2002
OL AP 31/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 681 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 681/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Της αναιρεσείουσας : ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Κοψαχείλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαρμάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 628/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Απριλίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 27 Μαρτίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντα, Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 766 εδάφιο πρώτο και 767 παράγραφος 2 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί ομορρύθμων εταιρειών (άρθρο 20 ΕΝ), προκύπτει ότι αν ο εταίρος ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο κατάγγειλε την εταιρεία άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας, ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων (ΑΠ 1458/1995, ΑΠ 109/1997, ΑΠ 536/2002, βλ και Ολ ΑΠ 31/1998).

Σπουδαίο λόγο συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, αναγόμενο ή όχι στο πρόσωπο του καταγγέλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή για τον καταγγέλοντα την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξεως της διάρκειάς της.

Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται αντικειμενικώς. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας, που είναι αόριστη νομική έννοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην περίπτωση δε που η μία από τους εταίρους ομόρρυθμης εταιρείας, που έχει σκοπό τη λειτουργία γραφείου λογιστικών και φοροτεχνικών καταθέσεων, αδυνατώντας για διάστημα ορισμένων μηνών να παρέχει τις υπηρεσίες της λόγω προβλημάτων στην εγκυμοσύνη της, προτείνει να παρέχει, αντ' αυτής, τις υπηρεσίες του στην εταιρεία, κατά το διάστημα της αναγκαστικής απουσίας της, άλλος λογιστής, ο τελευταίος δε διαθέτει τα ίδια προσόντα και εμπειρία με την προτείνουσα, οι λοιποί εταίροι οφείλουν να αποδεχθούν αυτό.

Η παρά τη συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων καταγγελία εκ μέρους τους της εταιρίας γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο. Αντιθέτως συντρέχει σπουδαίος λόγος, αν ο προτεινόμενος ως αντικαταστάτης της εταίρου δεν έχει τα ίδια προσόντα και εμπειρία με την κωλυόμενη. Οι παραπάνω παραδοχές επιβάλλονται από την αρχή της καλής πίστεως, στο πλαίσιο σταθμίσεως των εκατέρωθεν συμφερόντων, ήτοι αφενός του συμφέροντος κάθε εταίρου για την παροχή προσωπικής εργασίας εκ μέρους των λοιπών, του συγκεκριμένου εταιρικού αντικειμένου, που χαρακτηρίζεται από την ανάγκη προσωπικής συνεργασίας, και αφετέρου του αιτήματος για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής για την επιτασσόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 21 §1) προστασία της μητρότητας.

Εξάλλου, άκαιρη θεωρείται η καταγγελία, όταν έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της εταιρείας έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται γι' αυτούς την πρόκληση θετικής ζημιάς ή διαφυγόντος κέρδους. Κατά την έννοια δε της παραγράφου 2 του άρθρου 767 του ΑΚ, δεν αποκαθίσταται η ζημία που προκλήθηκε στους λοιπούς εταίρους από το γεγονός της λύσεως της εταιρίας, όπως είναι η ζημία από την απώλεια του γενικού χαρακτήρα κερδών που προσδοκούσαν αυτοί, αλλά μόνον εκείνη που συνάπτεται αιτιωδώς, κατά την έννοια του άρθρου 298 του ΑΚ, προς την άκαιρη λύση της, δηλαδή η ζημία που προκλήθηκε από την αδικαιολόγητη επιλογή από τον καταγγείλαντα του συγκεκριμένου χρονικού σημείου και η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα, δεν θα επερχόταν, αν ο εταίρος, τηρώντας τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δεν είχε καταγγείλει ακαίρως την εταιρεία (Ολ.

ΑΠ 31/1998, ΑΠ 76/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι διάδικοι συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία σκοπός της οποία ήταν η λειτουργία γραφείου λογιστικών και φοροτεχνικών υποθέσεων. Η διάρκειά της ορίσθηκε μέχρι και 29-5-1997. Η εταιρία λειτούργησε μέχρι τις 18-12-1995 οπότε η εναγομένη κατήγγειλε την εταιρία με εξώδικη δήλωσή της.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι υπήρξε σπουδαίος λόγος που την ανάγκασε να προβεί στην ως άνω καταγγελία της εταιρίας, δεν αποδείχθηκε βάσιμος στην ουσία του. Αντίθετα αποδείχθηκαν τα εξής: Οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές, χωρίς να υπάρχουν διενέξεις μεταξύ τους για θέματα της εταιρίας, ώστε να μη μπορεί να συνεχισθεί η μεταξύ τους συνεργασία.

Λόγω της αρμονικής συνεργασίας οι εργασίες της άνω εταιρίας αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου, με αποτέλεσμα να μεγαλώνουν τα κέρδη της. Συνακόλουθα ο ισχυρισμός της εναγομένης για το ότι υπήρξε μεγάλη φορολογική επιβάρυνση της εταιρίας και ότι είχε θεσπισθεί προσωπική και ατομική ευθύνη των εταίρων ως λογιστών δεν μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο της καταγγελίας, αφού αυτό αφορούσε και τους δύο εταίρους και όλους τους λογιστές, ήταν δε γνωστό στους διαδίκους κατά τη σύσταση της εταιρίας.

Παρά ταύτα αυτοί συνέχισαν την λειτουργία της εταιρίας για όλο το διάστημα μέχρι την καταγγελία. Ο αληθινός λόγος της καταγγελίας της εταιρίας ήταν η υποχρεωτική απουσία της ενάγουσας για κάποιο χρονικό διάστημα από την εργασία, γιατί αυτή είχε προβλήματα από την εγκυμοσύνη της και της συνεστήθη από τον ιατρό η παραμονή της στο σπίτι της.

Γι' αυτό το λόγο η ενάγουσα, φερόμενη επιμελώς, αναζήτησε και έστειλε στο λογιστικό γραφείο μία άλλη λογίστρια για να την αναπληρώσει στο επίδικο διάστημα, με δική της δαπάνη. Αυτή όμως δεν έγινε δεκτή από την εναγομένη, που επικαλέσθηκε ότι δεν ήταν έμπειρη λογίστρια. Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι δεν υφίστατο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της εταιρίας και ότι συνακόλουθα η εναγομένη ευθύνεται σε αποζημίωση της ενάγουσας.

Περαιτέρω, έκρινε ότι κατά το διάστημα από την καταγγελία μέχρι την 29/5/1997, δηλαδή επί δεκαεπτά μήνες, η εταιρεία θα πραγματοποιούσε κέρδη 8.194.833 δραχμών και, κατά συνέπεια, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση το μέρος του ποσού αυτού που αναλογεί στο ποσοστό της συμμετοχής της στα κέρδη (45%), ήτοι το ποσό των 10.822,23 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε και οι οποίες, προαναφέρονται. Ειδικότερα, σε σχέση με την παραδοχή ότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση αν η προταθείσα ως αντικαταστάτρια της ενάγουσας (αναιρεσίβλητη) είχε ή όχι προσόντα και εμπειρία ανάλογα με αυτή, ενώ περαιτέρω στερείται παραδοχών σχετικά με το κρίσιμο για την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων μερικότερο ζήτημα του ακαίρου της καταγγελίας, ήτοι δεν αναφέρεται σε περιστάσεις που δύνανται να δικαιολογήσουν κρίση περί του ότι η καταγγελία έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο η διατήρηση της εταιρείας είχε ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων, και κατά συνέπεια δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ως άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου.

Επομένως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, οι δε σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως κατ' εκτίμηση από τη διατάξη αυτή, είναι βάσιμοι.

Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 628/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ