Supreme Court dismisses appeal on property sale contract, ruling lower court's rejection of illegality grounds was legally sound.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting a property sale contract. The appellant argued the contract was void due to lack of capacity and fraud, claiming the agent acted without instructions. The court rejected these claims, noting the lower court did not accept these facts without evidence but instead ruled the suit was procedurally illegal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 214, 215, 179 of the Civil Code; The validity of a contract concluded by an agent is determined by the agent's knowledge and intent, and the lower court's refusal to admit unproven allegations of fraud or lack of capacity does not constitute a ground for appeal when the suit is dismissed on procedural grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 681 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 681/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Καρπαθάκη-Δανιήλ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κώ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικουδης ανέγνωσε την από 21-11-2007 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 214 του Α.Κ., επί δηλώσεως βουλήσεως που γίνεται από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου), τα ελαττώματα της βουλήσεως ή η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδραση αυτών στη δικαιοπραξία, κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, κατά δε το άρθρο 215 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.
Οι διατάξεις αυτές έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί άλλων περιπτώσεων και δη όταν τούτο επιβάλλεται από την αρχή ότι ο αντιπρόσωπος συμπράττει με την δική του βούληση στην δικαιοπραξία. Επομένως, επί επαχθούς συμβάσεως που καταρτίσθηκε ως προς κάποιο από τους συμβαλλομένους με αντιπρόσωπο, η ύπαρξη απειρίας η κουφότητας, με την εκμετάλλευση της οποίας, ο άλλος των συμβαλλομένων συνομολόγησε ή έλαβε υπέρ αυτού ή τρίτου περιουσιακά ωφελήματα τα οποία κατά τις περιστάσεις τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή του (άρθρο 179 ΑΚ) θα κριθεί από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν αυτός ενήργησε σύμφωνα προς ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 138 εδ. α, 139, 211 και 214 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που, για την απόκρουση του εκ μέρους άλλου προβαλλόμενου δικαιώματος από δικαιοπραξία, προβάλλει ισχυρισμό στηριζόμενο στην εικονικότητα της δικαιοπραξίας, δηλαδή στο ότι η οικεία δήλωση βουλήσεως δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, με συνέπεια την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, πρέπει συνάμα να προτείνει και φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο άλλος γνώριζε την εικονικότητα κατά το χρόνο της κτήσεως του δικαιώματός του, καθώς και ότι, σε περίπτωση που ο άλλος συναλλάχθηκε μέσω άμεσου αντιπροσώπου του, η αντίστοιχη γνώση συνέτρεχε στο πρόσωπο του αντιπροσώπου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, με την ένδικη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ως άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη και εικονική, η πώληση των αναφερόμενων στην αγωγή 14 ακινήτων, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της μητέρας της και του εναγομένου, εξέθεσε ότι η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε με βάση το ...
πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου η πωλήτρια μητέρα της εκπροσωπήθηκε, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, από την τρίτη ΑΑ, προς την οποία παρέσχε την πληρεξουσιότητα να πωλήσει ή να δωρίσει προς τον εναγόμενο τα ακίνητα, ο δε εναγόμενος εκμεταλλεύθηκε την απειρία της μητέρας της ως προς τις συναλλαγές, με αποτέλεσμα να λάβει υπέρ αυτού περιουσιακά ωφελήματα τα οποία τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή του.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη, αφού η επικαλούμενη, με αυτήν απειρία, ως προς την αξία των ακινήτων, την οποία εκμεταλλεύθηκε ο εναγόμενος, με αποτέλεσμα να λάβει τα περιουσιακά ωφελήματα τα οποία τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή του, δεν συνέτρεχε στο όνομα της ως άνω αντιπροσώπου, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 214 ΑΚ, αλλά στο πρόσωπο της αντιπροσωπευομένης.
Επομένως και το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε την αγωγή μη νόμιμη και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις διατάξεις των άρθρων 211, 215, 179 ΑΚ, ο δε περί τουναντίου πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από την αυτή διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία, από το Δικαστήριο της ουσίας, του άρθρου 138ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, το Εφετείο, δεν προέβη σε ερμηνεία ή εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, αφού η αγωγή, με το περιεχόμενο που ανωτέρω εκτέθηκε, δεν περιείχε ισχυρισμό, περί εικονικότητας της επίδικης συμβάσεως, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος αυτής.
Επειδή, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγω παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθ.1 περ. β ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν. Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1β ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 138 και 179 ΑΚ κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.
Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί. η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στο λόγο αυτό ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που προτάθηκαν με λόγο εφέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας των άρθρων 179 και 138ΑΚ από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή και απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος εφέσεως λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ως αληθινά το ότι δεν υπήρξε απειρία ή κουφότητα στο πρόσωπο της αντιπροσώπου της πωλήτριας, ότι αυτή δεν ακολούθησε τις οδηγίες τις αντιπροσωπευομένης πωλήτριας, ότι η επίδικη σύμβαση δεν ήταν εικονική και ότι η αληθινή βούληση της πωλήτριας ήταν να μεταβιβάσει στον εναγόμενο τα ανωτέρω 14 ακίνητα και όχι να μεριμνήσει για την τακτοποίηση της ακίνητης περιουσίας της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε τα ανωτέρω πράγματα χωρίς απόδειξη, αλλά αρκέσθηκε να κρίνει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.
Επειδή, δημιουργείται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17ΚΠολΔ,λόγος αναιρέσεως αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ολικά ή μερικά, που εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και θεμελιώνεται μόνο αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις ,διότι δέχεται ότι τα ελαττώματα της βουλήσεως έπρεπε να υπάρχουν στο πρόσωπο της αντιπροσώπου της πωλήτριας, συγχρόνως δε και ότι αυτή ενήργησε βάσει πληρεξουσίου, στο οποίο περιέχονταν ειδικές οδηγίες της πωλήτριας αναφορικώς με τα ακίνητα, το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου και το είδος της συμβάσεως που εκείνη θα κατάρτιζε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω αντιφάσεις δεν εντοπίζονται στο διατακτικό της αποφάσεως και επομένως δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απαράδεκτος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή και απορρίφθηκε η έφεση, δεν περιέχεται ουσιαστική κρίση του Εφετείου και επομένως δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος αυτός λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 114/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ