Legislator Case Law & Legislation
680/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's assessment of evidence including witness testimony and bank drafts.

Case Number 680/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision of 60/2022, which ruled in favor of the appellee. The appellant argued that the appellate court erred by relying solely on bank drafts to prove a loan relationship while ignoring his witness testimony regarding his financial status. The court held that the appellate court properly considered all evidence, including the witness deposition, and that the appellant failed to demonstrate any procedural error or lack of evidence review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has duly considered all evidence presented by the parties, and the appellant must demonstrate a specific failure to examine evidence rather than a mere disagreement with the evaluation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility appellate review standard evidence assessment witness testimony bank draft evidence procedural error costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338 to 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 495 number 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 931/2019
Supreme Court Case 1047/2018
Supreme Court Case 569/2017
Supreme Court Case 967/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 680 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρωτοπαππά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2095/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/4/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 60/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 45.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι οδηγήθηκε στην ύπαρξη των δανειακών συμβάσεων μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου αποκλειστικά και μόνον από τα σώματα των επιταγών, ανέτρεψε πλήρως την αρχή του αναιτιώδους χαρακτήρα της επιταγής, η οποία ως αποδεικτικό μέσο δύναται να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο για το πρόσωπο του εκδότη, του λήπτη αυτής, της ημερομηνίας εκδόσεώς της και του ποσού, όχι όμως και την αιτία για την οποία αυτή εκδόθηκε. Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφενός, διότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης όταν η απαίτηση πηγάζει από το σώμα της επιταγής και αφετέρου, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρθμ.11 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των ως άνω επιταγών από το Εφετείο, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρθμ.1ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 385/2015, ΑΠ 1591/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρiθμ. 1β ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο σε αντίθεση με αυτά ότι ενώ το πρώτο δάνειο που χορηγήθηκε ποσού 30.000 ευρώ στις 6-6-2007 ήταν αποδοτέο εντός μηνός, χορηγήθηκε εκ νέου δεύτερο δάνειο ποσού 15.000 ευρώ στις 6-7-2007, ταυτόχρονα με τη λήξη της προθεσμίας του πρώτου δανείου, αν και δεν είχε εξοφληθεί το πρώτο δάνειο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από τον αναιρεσείοντα.

Και σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος και διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ανάγεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 11α του ίδιου άρθρου), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο ως αληθείς, χωρίς απόδειξη, τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ότι συνήφθη δάνειο μεταξύ των διαδίκων και ότι υπήρξε ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου λόγω της φιλικής σχέσεως αυτών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα δύο τραπεζικές επιταγές υπ' αριθμ. ...

και ..., πληρωτέες από την Τράπεζα Αττικής σε διαταγή του εναγομένου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε απ' αυτόν και από τις οποίες πηγάζει αρχή έγγραφης απόδειξης, σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο".

Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.

Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1728/2009).

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρθμ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, δεχόμενο τον αγωγικό ισχυρισμό ότι καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, χωρίς ο αναιρεσίβλητος - ενάγων να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ ο ίδιος ανταπέδειξε ότι το επίδικο ποσό των 45.000 ευρώ αποτελεί μέρος της αμοιβής του για παροχή εκ μέρους του στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) χρηματοοικονομικών συμβουλών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου αρνητικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) αποδείξεις.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1047/2018, ΑΠ 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά του προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι είχε άριστη οικονομική κατάσταση και για το λόγο αυτό δεν είχε ανάγκη να λάβει δάνειο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη εκτός των άλλων και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αναταποδείξεως που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του την ως άνω κατάθεση, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ