Supreme Court allows appeal against dismissal of wage arrears claim due to lack of passive standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim for wage arrears and severance pay. The appellants argued they lacked passive standing because the defendant, an unpaid clerk, was not their employer but rather a co-employee under collective agreements. The court ruled that the unpaid clerk retained employer status and liability for wages under the Civil Code, thereby granting the claimants passive standing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 653, 656 of the Civil Code; Article 559 No. 1 of the Civil Procedure Code: An unpaid clerk retains employer status and liability for employees' wages, thus validating the employees' passive standing in wage arrears claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Κ. του Γ.,2) Μ. Μ. του Α., κατοίκων ... και 3) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κωνσταντίνου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ., σύζυγος Θ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νίκου Γεροκωνσταντή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1934/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1472/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-10-2020 αίτησή τους και τους από 22-3-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 8253/986/26.10.2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 22.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης 44/31.03.2022 δια ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 1472/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της, εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, 1934/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφανίστηκε αυτή - εκκαλουμένη (που είχε κάνει δεκτή την αγωγή), απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειουσών (και μιας ακόμη ενάγουσας μη διαδίκου εν προκειμένω), περί καταβολής μισθών υπερημερίας και αποδοχών αδείας εκ της επικαλούμενης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασία τους ως υπαλλήλων αμίσθου υποθηκοφυλακείου εκ της παράνομης επιβολής εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αμίσθου υποθηκοφύλακος εκ περιτροπής εργασίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31 Μαρτίου 2022 (αριθμός κατάθεσης 44/31.03.2022) και επίδοση αυτού στις 10 Ιουνίου 2022 στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την με αριθμό 3725Β'/10.06.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά Ά.
Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο της 20ης Σεπτεμβρίου 2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να συνεκδικαστούν αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αυτής, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σε αμφότερα τα δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση κατ' άρθρο 562 παρ.2 β' ΚΠολΔ (ΑΠ 43/2021, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενες τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι η παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη άμισθος υποθηκοφύλακας ουδεμία προσωπική ευθύνη έχει έναντι αυτών (υπαλλήλων του άμισθου υποθηκοφυλακείου, για καταβολή της μισθοδοσίας τους) αντιφάσκει με την παραδοχή της ότι οι υπάλληλοι του άμισθου υποθηκοφυλακείου δεν συνδέονται (με εργασιακή σχέση) μετά του Δημοσίου αλλά μετά του άμισθου υποθηκοφύλακα, ενώ στην εργασιακή αυτή σχέση ουδεμία συμμετοχή έχει το Δημόσιο. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ενόψει του ότι δεν αναφέρεται σε αντίφαση των διατάξεων του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, πρέπει να εντοπίζεται η αντίφαση για να ιδρυθεί ο άνω λόγος αναίρεσης, αλλά αναφέρεται σε αντίφαση των αιτιολογιών αυτής.
Με το κανονιστικό διάταγμα της 19/23.7.1941 "Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των Αναγκαστικών Νόμων 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους" (Α' 244) προβλέπεται στο άρθρο 1 ότι "Εν τη περιφερεία εκάστου ειρηνοδικείου λειτουργούσιν έν ή πλείονα υποθηκοφυλακεία, παρ' οις μόνον δύνανται να ενεργώνται εγκύρως κατά τας διατάξεις των κειμένων νόμων.
α) Η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως επί ακινήτων κειμένων εν τη περιφερεία της δικαιοδοσίας του υποθηκοφυλακείου. β) η μεταγραφή των εις τοιαύτην υποκειμένων πράξεων κατά τον περί μεταγραφής νόμον επί ακινήτων κειμένων εν τη αυτή περιφερεία. γ) Η καταχώρησις αγωγών ως και πάσα άλλη πράξις εγγραφή ή σημείωσις σχετική προς ακίνητα, οριζομένη υπό του νόμου", στο άρθρο 3 ότι "1.
Τα Υποθηκοφυλακεία είναι άμισθα ή έμμισθα. ..." και στο άρθρο 45 παρ. 7, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν.δ. 4201/1961, ότι "Αι εργάσιμοι ώραι εν τοις εμμίσθοις και αμίσθοις υποθηκοφυλακείοις, αι ώραι παραλαβής των προσκομιζομένων προς καταχώρισιν εγγράφων, αι ώραι ερεύνης των βιβλίων, και πάσα λεπτομέρεια της διεξαγωγής της υπηρεσίας ρυθμίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης".
Επίσης, το ανωτέρω διάταγμα ορίζει στο άρθρο 12 ότι "Το προσωπικόν εκάστου ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου σύγκειται εξ ενός υποθηκοφύλακος, δυναμένου να βοηθήται παρ' ενός ή πλειόνων υπαλλήλων υπ' αυτού προσλαμβανομένων και αμειβομένων" και στο άρθρο 35 παρ. 1 ότι "Η κατά τους κειμένους νόμους εποπτεία και επιθεώρησις των υποθηκοφυλακείων εν γένει του Κράτους ανήκει εις τους οικείους παρά πρωτοδίκαις Εισαγγελείς, ασκούντας και επί του προσωπικού των υποθηκοφυλακείων πάντα τα εκ του άρθρ. 96 και επ.
του Οργανισμού των δικαστηρίων και λοιπών νόμων παρεχόμενα αυτοίς σχετικά δικαιώματα ... Ως προς την πειθαρχικήν διαδικασίαν και τας πειθαρχικάς ποινάς εφαρμόζονται επίσης αι διατάξεις του Οργανισμού των δικαστηρίων, ως ετροποποιήθησαν". Το άνω διάταγμα (στο Κεφάλαιο Η') καθόριζε, στα άρθρα 53, 54 και 55, τα εισπραττόμενα "δικαιώματα των αμίσθων υποθηκοφυλάκων", τα οποία καθορίζονται ήδη από τον ν. 325/1976 "Περί καθορισμού των εισπραττομένων εν τοις αμίσθοις και εμμίσθοις Υποθηκοφυλακείοις δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου και των Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων" (άρθρο 25).
Ο νόμος αυτός ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι "Οι Άμισθοι Υποθηκοφύλακες, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών, εισπράττουσι παρά των αιτούντων εγγραφήν εις τα παρ' αυτοίς τηρούμενα βιβλία, δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τας εν τοις επομένοις άρθροις διακρίσεις" και στα άρθρο 2 έως 9 καθορίζει ειδικότερα τα εισπραττόμενα στα άμισθα υποθηκοφυλακεία πάγια και αναλογικά δικαιώματα.
Σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου αυτού "1. Εκ των υπέρ αυτού εισπραττομένων δικαιωμάτων, ο Άμισθος Υποθηκοφύλαξ ... παρακρατεί δι' αμοιβήν αυτού και προς αντιμετώπισιν των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου, το σύνολον τούτων, εφ' όσον ταύτα δεν υπερβαίνουσι τας δραχμάς 360.000 ετησίως. 2.
Εάν τα εισπραττόμενα δικαιώματα υπερβαίνωσι τας δραχμάς 360.000, ο ειδικός Άμισθος Υποθηκοφύλαξ ... παρακρατεί πλέον του ποσού τούτου και ποσοστόν 20% επί των πέραν των 360.000 δραχμών εισπραττομένων ετησίως δικαιωμάτων, μη δυναμένου του ποσού των συνολικώς παρακρατουμένων δικαιωμάτων του να υπερβή τας δραχμάς 40.000 μηνιαίως ή τας δραχμάς 480.000 ετησίως ...".
Τα οριζόμενα στο ως άνω άρθρο 16 ποσά αναπροσαρμόσθηκαν διαδοχικά με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδοθείσες βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του άνω ν. 325/1976 με τελευταία και ισχύουσα την Κ.Υ.Α. 26233/2005 (Β' 341). Εξάλλου, το άρθρο 56 του προαναφερθέντος κανονιστικού (κωδικοποιημένου) διατάγματος της 19/23.7.1941, το οποίο αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967 και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν.δ. 811/1971, ορίζει στις παραγράφους 4 και 5 και στη συνέχεια στις αναριθμηθείσες ως 7 και 8 παραγράφους, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 12 του ν. 1868/1989 που προσέθεσε νέα παρ. 6, τα εξής: "4.
Ο ειδικός άμισθος Υποθηκοφύλαξ ... παρακρατεί επί πλέον του εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσού, τας υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφοράς τας αναλογούσας εις το πέραν του κατά την παρ. 3 παρακρατουμένου ποσού, ως και τας δαπάνας μισθοδοσίας των υπ' αυτού απασχολουμένων υπαλλήλων και των υπέρ των οικείων ασφαλιστικών Ταμείων αντιστοίχως εισφοράς τούτων ως εργοδοτών.
Αι δι' έκαστον υπάλληλον παρακρατούμεναι δαπάναι μισθοδοσίας δεν δύναται να υπερβαίνουν τα υπό των οικείων συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων καθοριζόμενα όρια. 5. Ο αριθμός των απαραιτήτων δια την κανονικήν λειτουργίαν εκάστου αμίσθου Υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων, καθορίζεται δι' αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδιδομένων κατόπιν ειδικώς ητιολογημένης γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως Πρωτοδικών, επί τη βάσει του αριθμού των εισαγομένων πάσης φύσεως αιτήσεων και κατ' αναλογίαν ενός υπαλλήλου προς χιλίας τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ' έτος υποβαλλομένων (στην παράγραφο αυτή προστέθηκε τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 108 παρ. 5 του ν. 4055/2012, περί του οποίου αναφέρεται στην συνέχεια). 6. ... 7.
Εάν τα εισπραττόμενα δικαιώματα, μηνιαίως ή ετησίως, είναι κατώτερα των όσων κατά τας προηγουμένας παραγράφους δικαιούται να παρακρατήση ο άμισθος υποθηκοφύλαξ ... δι' αμοιβήν αυτού και προς αντιμετώπισιν των γενικών εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου και μισθοδοσίας του υπ' αυτού απασχολουμένου προσωπικού, ως και εργοδοτικών εισφορών, ουδεμίαν υποχρέωσιν αναλαμβάνει το Δημόσιον προς συμπλήρωσιν του παρακρατουμένου ποσού μέχρι των κατά τας προηγουμένας παραγράφους οριζομένων ορίων. 8.
Πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος εν οις και ο τρόπος αποδείξεως του ποσού των καταβαλλομένων εις έκαστον των απασχολουμένων υπαλλήλων αποδοχών καθορισθήσεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης". Επίσης, το άρθρο 2 του α.ν. 153/1967 προβλέπει ότι "1. Τα επί πλέον των κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου [ήδη προπαρατιθέμενο άρθρο 16 του ν. 325/1976] ποσών, εισπραττόμενα ...
δικαιώματα, κατατίθενται εις το οικείον Δημόσιον Ταμείον. Η κατάθεσις γίγνεται ανά τρίμηνον και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου. 2. Εάν τα εισπραχθέντα υπό τινός των ως άνω Υποθηκοφυλάκων δικαιώματα τριμήνου τινός είναι κατώτερα των όσων συμφώνως τω παρόντι νόμω δικαιούται να παρακρατήση ούτος δι' εαυτόν διά τας αποδοχάς των υπαλλήλων του, συμπληρούνται ταύτα εκ των επί πλέον εισπραττομένων δικαιωμάτων των επομένων τριμήνων, εις τρόπον ώστε τα παρακρατούμενα να μη υπερβαίνουσι τα κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου [ήδη άρθρο 16 του ν. 325/1976] ποσά κατ' έτος".
Συναφώς, η 28771/1971 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης "Περί καθορισμού των αναγκαίων λεπτομερειών δια την εφαρμογήν του Α.Ν. 153/1967 ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη υπό του Ν.Δ. 811/1971", η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ. 3 του α.ν. 153/1967 και 56 παρ. 8 του κωδ. δ/τος της 19/23.7.1941, ορίζει (παρ. 3 έως 5) ότι οι άμισθοι υποθηκοφύλακες τηρούν και "βιβλίο εισοδημάτων", στο οποίο καταχωρίζονται και αθροίζονται ανά τρίμηνο, κατά τον αναλυτικώς παρατιθέμενο στην απόφαση αυτή τρόπο, αφενός το σύνολο των εισπραττόμενων ποσών των δικαιωμάτων που προκύπτουν από το "βιβλίο εισαγομένων εγγράφων" και το "βιβλίο εκδόσεως πιστοποιητικών και αντιγράφων" και αφετέρου τα ποσά υπέρ του άμισθου υποθηκοφύλακα (άρθρο 16 ν. 325/1976), τα καταβαλλόμενα για τη μισθοδοσία των απασχολούμενων στο άμισθο υποθηκοφυλακείο υπαλλήλων-βοηθών και για την εργοδοτική εισφορά του άμισθου υποθηκοφύλακα στο ΙΚΑ ή σε άλλο ασφαλιστικό ταμείο καθώς και οι αναλογούσες υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές του.
Το προκύπτον υπόλοιπο από τα ποσά αυτά κατατίθεται από τον άμισθο υποθηκοφύλακα στο δημόσιο ταμείο, ως δημόσιο έσοδο, ανά τρίμηνο και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου. Περαιτέρω, (όπως ανωτέρω αναφέρθηκε), με το άρθρο 108 παρ. 5 του ν. 4055/2012 προστέθηκε δεύτερο (τελευταίο) εδάφιο στην παρ. 5 του άρθρου 56 του προαναφερθέντος κανονιστικού (κωδικοποιημένου).
δ/τος της 19/23.7.1941 ως εξής: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την επιλογή, πρόσληψη, υπηρεσιακή κατάσταση, με οποιονδήποτε τρόπο μετατροπή ή λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων των Υποθηκοφυλακείων".
Κατ' εφαρμογήν της εξουσιοδοτικής αυτής διάταξης εκδόθηκε η 37480/4.5.2012 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο "Ρυθμίσεις για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ν.δ. 811/1971, όπως ισχύει" (ΦΕΚ Β' 1532/4.5.2012) με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Α) Το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ν.δ. 811/1971, όπως ισχύει, είναι πλήρους απασχόλησης, παρέχει τις υπηρεσίες του κατά το ωράριο λειτουργίας του άμισθου Υποθηκοφυλακείου και σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο υποδοχής του κοινού.
Β) Προκειμένου να γίνει οποιαδήποτε πρόσληψη σε άμισθο Υποθηκοφυλακείο, ο άμισθος υποθηκοφύλακας που αιτήθηκε την δημιουργία της θέσης προσωπικού υποχρεούται να αναρτήσει τη σχετική ανακοίνωση σε εμφανές σημείο του καταστήματος του Υποθηκοφυλακείου, στον ΟΑΕΔ της περιοχής όπου υπάγεται το άμισθο Υποθηκοφυλακείο και στο κατάστημα του οικείου Πρωτοδικείου, καθώς και στο κατάστημα της οικείας Εισαγγελίας Πρωτοδικών.
Επίσης, η ανωτέρω ανακοίνωση αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με μέριμνα του Τμήματος Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων. Γ) Στην ανακοίνωση αναγράφεται υποχρεωτικά α) η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου που αφορά η θέση εργασίας, β) εάν απαιτείται πτυχίο ΑΕΙ, ΤΕΙ ή απολυτήριο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) ο τόπος και η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών, η οποία δεν δύναται να είναι μικρότερη του ημερολογιακού μήνα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Δ) Τα δικαιολογητικά κατατίθενται σε Επιτροπή Επιλογής, η οποία συνεδριάζει εντός ωραρίου στο κατάστημα της εκάστοτε Εισαγγελίας Πρωτοδικών και θα απαρτίζεται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών που εξέδωσε τη σχετική γνωμοδότηση ως Πρόεδρο, τον οικείο άμισθο Υποθηκοφύλακα, καθώς και έναν εκπρόσωπο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων ως μέλη.
Στην Επιτροπή Επιλογής θα παρέχεται γραμματειακή υποστήριξη από την Εισαγγελία Πρωτοδικών ή από τον συμμετέχοντα εκπρόσωπο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων. Ε)... ΣΤ)... Ζ) Σε περίπτωση που ο άμισθος Υποθηκοφύλακας προτίθεται να προβεί σε μείωση προσωπικού ενημερώνει εγγράφως τον οικείο Εισαγγελέα Πρωτοδικών και τους εργαζόμενους στο Υποθηκοφυλακείο, στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονται ρητά οι λόγοι μείωσης προσωπικού.
Ο Εισαγγελέας συγκροτεί Επιτροπή με την ίδια σύνθεση με την Επιτροπή πρόσληψης, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, εντός ωραρίου, δικαιούνται να παρίστανται και οι εργαζόμενοι στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Η Επιτροπή αποφασίζει αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα της μείωσης προσωπικού. ...". Εξάλλου, στη διάταξη της παρ. 5 στοιχ.
α του άρθρου 23 του ν. 2664/1998 ορίζεται ότι, κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας άμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων, ο υποθηκοφύλακας παραμένει άμισθος δημόσιος λειτουργός και εξακολουθεί να προΐσταται του Υποθηκοφυλακείου και μετά την έναρξη λειτουργίας του ως Κτηματολογικού Γραφείου.
Το προσωπικό που υπηρετεί στο Υποθηκοφυλακείο, κατά την έναρξη της μεταβατικής αυτής περιόδου (και όπως η φράση αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 2 του ν. 3127/2003 "κατά την ημερομηνία κήρυξης της περιοχής υπό κτηματογράφηση"), διατηρείται με την ίδια σχέση που το συνδέει με τον άμισθο υποθηκοφύλακα και διεκπεραιώνει τις εργασίες για τη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου και ως Κτηματολογικού Γραφείου.
Οι Δαπάνες για τη μισθοδοσία και τις ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού αυτού, καθώς επίσης του τυχόν νέου προσωπικού, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο εδάφιο, βαρύνουν τον άμισθο υποθηκοφύλακα. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα άμισθα υποθηκοφυλακεία έχουν ταυτόσημο με τα έμμισθα αντικείμενο αρμοδιοτήτων που συνίσταται στη διενέργεια, αποκλειστικώς σε αυτά, των σχετικών προς ακίνητα πράξεων που αναφέρονται στον νόμο.
Αποτελούν αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες υπό λειτουργική έννοια ή κατ' άλλη διατύπωση δημόσιες υπηρεσίες σε περιορισμένο βαθμό κατά παραχώρηση, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες ή υπηρεσίες εξαρτημένες από τις δικαστικές αρχές (ΟλΣτΕ 1991/1951, ΣτΕ 2573/2015, γνμδ. ΕισΑΠ 2/1987) και υπάγονται στην αρμοδιότητα και εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία ασκείται "με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους" (βλ.
άρθρο 7 παρ. 3 περ. γ' του π.δ/τος 36/2000, Οργανισμός του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Ενόψει δε της σπουδαιότητας των καθηκόντων του άμισθου υποθηκοφύλακα από απόψεως δημοσίου συμφέροντος, τα οποία είναι σύμφυτα με την κατά νόμον αποστολή του υποθηκοφυλακείου και δεν διαφέρουν από τα καθήκοντα του έμμισθου υποθηκοφύλακα (βλ.
και το ανωτέρω άρθρο 23 παρ. 5 εδ. α' του ν. 2664/1998, στο οποίο ο άμισθος υποθηκοφύλακας χαρακτηρίζεται ως "άμισθος δημόσιος λειτουργός"), ο νομοθέτης ρύθμισε ειδικώς το υπηρεσιακό καθεστώς του και υπέβαλε σε έντονη κανονιστική ρύθμιση την οργάνωση των άμισθων υποθηκοφυλακείων και το εργασιακό καθεστώς του προσλαμβανόμενου προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα προσωπικού, τόσο με τις ισχύουσες όσο και με τις προ της εκδόσεως της προαναφερθείσας κοινής υπουργικής απόφασης (37480/2012) σχετικές διατάξεις, (ΟλΣτΕ 1757/2019, ΣτΕ 2573/2015), επεμβαίνοντας ειδικότερα στην επιλογή, πρόσληψη, υπηρεσιακή κατάσταση και την με οποιονδήποτε τρόπο μετατροπή ή λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων των άμισθων υποθηκοφυλακείων, αλλά και στον αριθμό των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου, το εργασιακό αντικείμενο, τον τύπο της εργασιακής σχέσης, τη μισθοδοσία και το ωράριο εργασίας τους.
Εκτός της διασφάλισης της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των άμισθων υποθηκοφυλακείων, στόχος των ανωτέρω διατάξεων είναι και η δυνατότητα πορισμού κρατικών εσόδων από τη λειτουργία τους, η οποία επιτυγχάνεται με την περιστολή των απαιτούμενων για τη λειτουργία τους δαπανών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού τους.
Έτσι ο αριθμός των απαραίτητων για την κανονική λειτουργία κάθε άμισθου υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων δεν καθορίζεται ελευθέρως από τον διευθύνοντα αυτό άμισθο υποθηκοφύλακα, αλλά, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 56 παρ. 5 του κωδ.δ/τος της 19/23.7.1941, προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδιδόμενη κατόπιν ειδικώς αιτιολογημένης γνωμοδότησης του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, και τελεί σε συνάρτηση προς το καθοριζόμενο στη διάταξη αυτή αριθμητικό κριτήριο (αριθμός των εισαγομένων στο υποθηκοφυλακείο πάσης φύσεως αιτήσεων και κατ' αναλογία ενός υπαλλήλου προς χίλιες τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ' έτος υποβαλλομένων).
Κατά παρέκκλιση δε από τους κανόνες του κοινού εργατικού δικαίου, προβλέπεται στη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου 56 του ανωτέρω διατάγματος ότι οι (παρακρατούμενες) δαπάνες μισθοδοσίας του απασχολούμενου προσωπικού προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα δεν μπορεί να υπερβαίνουν (για έκαστο υπάλληλο) τα όρια που καθορίζονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.
Το εν λόγω προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατόπιν επιλογής, υπό το προϊσχύσαν της άνω κοινής υπουργικής απόφασης καθεστώς, αποκλειστικώς από τον άμισθο υποθηκοφύλακα κατά τη δική του κρίση και ήδη με συμμετοχή του, κατά τη διαγραφόμενη στην προπαρατιθέμενη κοινή υπουργική απόφαση ειδική διοικητική διαδικασία.
Το υπαλληλικό αυτό προσωπικό συνδέεται με τον άμισθο υποθηκοφύλακα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν διατελεί σε δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη εργασιακή σχέση προς το Δημόσιο (ΣτΕ 974/1970, ΣτΕ 2573/2015), ανεξαρτήτως αν ειδικές διατάξεις αναγνωρίζουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ως πραγματική δημόσια υπηρεσία την προϋπηρεσία υπαλλήλων σε άμισθο υποθηκοφυλακείο (άρθρα 42 παρ. 2 κ.δ/τος της 19/23.7.1941, 26 παρ. 3 ν. 1968/1991 και 23 παρ. 7 εδ.
ε' ν. 2664/1998). Περαιτέρω, το εργασιακό αντικείμενο του απασχολούμενου στα άμισθα υποθηκοφυλακεία δεν διαμορφώνεται ελεύθερα από τον οικείο άμισθο υποθηκοφύλακα βάσει της σχετικής συμβατικής σχέσης, αλλά παρέχεται αυστηρώς στο πλαίσιο του νομοθετικώς προσδιοριζόμενου αντικειμένου αρμοδιοτήτων του άμισθου υποθηκοφυλακείου και σε συνάρτηση προς τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του διευθύνοντος αυτό άμισθου υποθηκοφύλακα (ΣτΕ 2573/2015).
Το ωράριο εργασίας του προσωπικού παρακολουθεί το ωράριο λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, ώστε να επιτυγχάνεται η εξυπηρέτηση του κοινού, κατά δε την ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση, το προσωπικό που προσλαμβάνεται είναι πλήρους απασχόλησης. Οι περιορισμοί της συμβατικής ελευθερίας του άμισθου υποθηκοφύλακα ως εργοδότη από την αυστηρή κανονιστική ρύθμιση του νομοθέτη δικαιολογούνται ενόψει του ότι α) η εκτέλεση του επιτελούμενου στα άμισθα υποθηκοφυλακεία έργου έχει αναχθεί από τον νομοθέτη σε αντικείμενο δημόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια και η άσκηση της δραστηριότητας αυτής, που ασκείται κατά κρατική παραχώρηση, τελεί υπό ειδικό καθεστώς προσιδιάζον στη φύση της αποστολής του άμισθου υποθηκοφυλακείου και β) ο άμισθος υποθηκοφύλακας, ο οποίος κατά νόμον διευθύνει το υποθηκοφυλακείο του οποίου προΐσταται υπό την ιδιότητα του άμισθου δημόσιου λειτουργού και έχει καθήκοντα νομοθετικώς καθοριζόμενα και ομοειδή με εκείνα του έμμισθου υποθηκοφύλακα-δικαστικού υπαλλήλου, δεν ασκεί τα καθήκοντα αυτά υπό την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία, έστω και αν υπέχει ορισμένες επιμέρους υποχρεώσεις (όπως φορολογικές και εργοδοτικές υποχρεώσεις, αστική ευθύνη), που προσιδιάζουν σε τέτοιου είδους επαγγελματία, ούτε ως ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα στο πλαίσιο της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας (βλ.
σχετικά ΣτΕ 2573/2015, η οποία απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως της προαναφερθείσας ΚΥΑ 37480/4.5.2012). Είναι, ωστόσο, σαφές ότι ο άμισθος υποθηκοφύλακας, παρά τους περιορισμούς της συμβατικής του ελευθερίας και την ιδιαιτερότητα που αυτή επιφέρει στις συμβάσεις εργασίας που ο υποθηκοφύλακας συνάπτει με τους υπαλλήλους του υποθηκοφυλακείου, εξακολουθεί να φέρει την ιδιότητα του εργοδότη, δηλαδή του προσώπου που αφενός έχει την αξίωση να απαιτήσει την παροχή της εργασίας, έστω και υπό τις ανελαστικές προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει, και αφετέρου την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.
Ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι το Δημόσιο, ωφελείται από την παροχή της εργασίας των υπαλλήλων του άμισθου υποθηκοφυλακείου, η λειτουργία του οποίου υποκαθιστά την εκ μέρους του Δημοσίου οφειλόμενη προς τους πολίτες οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας που παρέχει, η ωφέλεια αυτή είναι έμμεση, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι του υποθηκοφυλακείου χαρακτηρίζονται εκ του νόμου ως βοηθοί του άμισθου υποθηκοφύλακα, τον οποίον πράγματι ενισχύουν στο έργο του, μέσω του οποίου ο υποθηκοφύλακας εισπράττει τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιώματα.
Ο άμισθος υποθηκοφύλακας καθίσταται με τον τρόπο αυτό το αμέσως ωφελούμενο από την εργασία των υπαλλήλων πρόσωπο, γεγονός που ενισχύει την ιδιότητά του ως εργοδότη σε σχέση με αυτή του άμισθου δημόσιου λειτουργού που διευθύνει υπηρεσία η οποία, αν και δεν ανήκει στο Δημόσιο, το υποκαθιστά στην άσκηση δημόσιας λειτουργίας (πρβλ.
ΑΠποιν 1864/2019, ΑΠ 721/2018, ΑΠ 930/2017, ΑΠ 167/2013). Ως εργοδότης δε ευθύνεται, κατ' άρθρο 648 του ΑΚ, στην καταβολή του μισθού του υπαλλήλου ως αντιπαροχής της εργασίας που παρασχέθηκε από τον τελευταίο, αλλά και των κατ' άρθρο 656 ΑΚ τυχόν μισθών υπερημερίας. Συνακολούθως νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή με αντικείμενο την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών ως και μισθών υπερημερίας.
Σημειωτέον ότι η αντίθετη εκδοχή, η οποία αρνείται την εργοδοτική ευθύνη του υποθηκοφύλακα, υποστηρίζοντας ότι αυτή εξαντλείται στην υποχρέωση απόδοσης των αποδοχών των υπαλλήλων μόνο όταν τα εισπραττόμενα έσοδα του υποθηκοφυλακείου επαρκούν προς τούτο, επιρρίπτει ανεπιτρέπτως τον οικονομικό κίνδυνο της λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου στον εργαζόμενο, δεδομένης και της ρητής ρύθμισης, με την οποία το Δημόσιο δεν ευθύνεται για τη συμπλήρωση των ποσών που ελλείπουν ώστε να συμπληρωθούν οι νόμιμες αποδοχές του.
Ενισχυτικό της άποψης ότι ο υποθηκοφύλακας ενέχεται πάντοτε στην καταβολή του μισθού είναι και η δυνατότητά του να μετακυλήσει την υποχρέωσή του για απόδοση εσόδων στο Δημόσιο στα επόμενα τρίμηνα, αλλά μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Εξάλλου, παθητική νομιμοποίηση ως διαδικαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αγωγής υπό όρο (αυτόν της επάρκειας των εσόδων), δεν νοείται.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 19.05.2016 και με αριθμό κατάθεσης 23273/778/26-5-2016 αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών (και μιας ακόμη ενάγουσας μη διαδίκου εν προκειμένω) κατά της αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει (κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο και αφορά στη νομιμοποίηση της εναγομένης) ότι οι ήδη αναιρεσείουσες ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκαν από την εναγομένη άμισθη υποθηκοφύλακα, από 01.02.1996, 05.10.2005 και 1986 η καθεμία από αυτές αντιστοίχως και εργάζονται, με πλήρες ωράριο και αμοιβή την προβλεπόμενη από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ως υπάλληλοι του άμισθου Υποθηκοφυλακείου ...
και Κτηματολογικού Γραφείου ..., Προϊσταμένη των οποίων ήταν η εναγομένη έως τις 04.03.2016, προσφέροντας τις υπηρεσίες που αναλυτικά περιγράφουν στην αγωγή και ότι η εναγομένη την 01.05.2014 τους επέβαλε παρανόμως, μονομερώς, καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας τριών (3) ημερών εβδομαδιαίως χωρίς να συναινέσουν και εν συνεχεία (παρά την προσφυγή της ανωτέρω ήδη τρίτης αναιρεσείουσας ενάγουσας στην επιθεώρηση εργασίας και τις υποδείξεις αυτής για επαναφορά των εργασιακών τους συνθηκών σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης) τον Ιανουάριο του 2015 τους επέβαλε περαιτέρω μείωση των ημερών εβδομαδιαίας απασχόλησης (από 3) σε δύο (2) ημέρες, γεγονός που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, την οποία απέκρουσαν εμμένοντες στους ισχύοντες, προ της μεταβολής, όρους εργασίας (προσερχόμενοι καθημερινά στην εργασία τους κατά το νόμιμο ωράριό τους), ενώ η εναγομένη αρνείται να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, καθιστάμενη εκ του λόγου τούτου υπερήμερη.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν α. να αναγνωριστεί ότι η άνω επιβολή του καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και β. να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθεμία [από (01.05.2014 έως 04.03.2016), νομιμοτόκως, τα ποσά των 19.889,32 €, 16.091,72 € και 20.312,07 € αντιστοίχως (για μισθούς υπερημερίας, συνιστάμενους στη διαφορά μεταξύ των νόμιμων αποδοχών με πλήρες ωράριο μείον των καταβαλλόμενων με την μειωμένη εκ περιτροπής εργασία και για επιπλέον αποδοχές αδείας).
Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ως ουσιαστικά βάσιμη και εξαφάνισε την εκκαλούμενη (πρωτόδικη) απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή, και εν συνεχεία, αφού κράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, δεχόμενη ότι "ναι μεν ο άμισθος υποθηκοφύλακας είναι αυτός ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την επιλογή και μισθοδοσία των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου, πλην όμως δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη του για την κάλυψη των μισθοδοτικών ή άλλων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η απαίτηση του μισθωτού για καταβολή αποδοχών υπερημερίας ...
παρά μόνο ευθύνεται για την παρακράτηση από τα εισπραχθέντα και την απόδοση τους στους υπαλλήλους κατά το μέρος που δικαιούνται ... Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη του υποθηκοφύλακα ως φυσικό πρόσωπο για καταβολή μισθοδοσίας ή αποζημίωσης, η εναγομένη, με την ιδιότητα του άμισθου Υποθηκοφύλακα του Υποθηκοφυλακείου ...
και Κτηματολογικού γραφείου ... δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής για το ποσό των αποδοχών υπερημερίας που αξιώνουν οι ενάγουσες για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους.". Ωστόσο, εσφαλμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ήδη αναιρεσείουσες ενάγουσες συνδέονταν με την εναγομένη άμισθη υποθηκοφύλακα με τις αναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντιστοίχως προσληφθείσες και μισθοδοτούμενες από αυτή κατά τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ο δε άμισθος υποθηκοφύλακας, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, παρά τους περιορισμούς της συμβατικής του ελευθερίας και την ιδιαιτερότητα που αυτή επιφέρει στις συμβάσεις εργασίας που ο ίδιος συνάπτει με τους υπαλλήλους του υποθηκοφυλακείου, εξακολουθεί να φέρει την ιδιότητα του εργοδότη, δηλαδή του προσώπου που αφενός έχει την αξίωση να απαιτήσει την παροχή της εργασίας (έστω και υπό τις ανελαστικές προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει) και αφετέρου την υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνηθέντα μισθό, και συνακολούθως ευθύνεται, κατά τα άρθρα 648, 653 και 656 του ΑΚ, στην καταβολή του μισθού του υπαλλήλου και εντεύθεν νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή με αντικείμενο την καταβολή αποδοχών (δεδουλευμένων και υπερημερίας).
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε το αντίθετο, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ως και εκείνες των άρθρων 12 και 56 §§ 4, 5 και 7 κ.δ/τος της 19/23.07.1941 με κακή ερμηνεία και εφαρμογή και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, σχετικός (επικουρικώς προβληθείς για την περίπτωση απόρριψης του πρώτου λόγου αναίρεσης) πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και κατά παραδοχή του ανωτέρω πρόσθετου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που καθίσταται πλέον αλυσιτελής συνεπεία της αναιρετικής εμβέλειας του παραπάνω γενόμενου δεκτού λόγου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον, ο οποίος την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που άσκησαν και πρόσθετους λόγους αναίρεσης και παρέστησαν (αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις), σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1472/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ