Supreme Court dismisses appeal on procedural error, ruling lower court correctly considered both appeal grounds as one substantive argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding joint liability and cost allocation. The appellant argued the Court of Appeal failed to consider a specific ground of appeal concerning the refusal of a 70% cost claim, claiming this constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court found that the Court of Appeal had actually examined and rejected this specific argument as part of its single substantive ground of appeal under Article 559, paragraph 1, number 1, thereby negating the alleged procedural defect. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 926 and 927 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure: A procedural error under Article 559, paragraph 1, number 8 of the Code of Civil Procedure is not established if the lower court, having examined and ruled on a substantive claim raised under the cited provision, treats it as part of a single ground of appeal rather than a separate procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 680/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χέλμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2057/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 785/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 926 εδ. β' Α.Κ., αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται όχι μόνο όταν όλοι οι εξ αδικοπραξίας συνοφειλέτες ευθύνονται υποκειμενικά αλλά και αντικειμενικά, εκείνος που κατά το άρθρο 926 του ίδιου κώδικα κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, το δε δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό πταίσματος του καθενός.
Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει την εσωτερική σχέση μεταξύ των κατ' ΑΚ 926 συνοφειλετών, παρέχοντας σε αυτόν που κατέβαλε αποζημίωση δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Ειδικότερα ως προς την έκταση της αναγωγής αυτής ορίζεται, κατ' απόκλιση από τον κανόνα της ΑΚ 487 παρ. 1, ότι το μέτρο της μεταξύ των συνοφειλετών ευθύνης προσδιορίζει το δικαστήριο ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος καθενός και ότι σε αδυναμία εξακριβώσεως του βαθμού αυτού η ζημία κατανέμεται μεταξύ τους κατ' ίσα μέρη.
Η ΑΚ 927 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που οι συνυπόχρεοι ευθύνονται έναντι του ζημιωθέντος όλοι από πταίσμα, δηλαδή υποκειμενικά ή και στις περιπτώσεις που είτε ευθύνονται όλοι αντικειμενικά είτε μερικοί υποκειμενικά και μερικοί αντικειμενικά. Η ΑΚ 927 αποκλίνει από την ΑΚ 487 παρ. 1, κατά την οποία "μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από την σχέση", εφόσον κατά την πρώτη, το μέτρο της ευθύνης προσδιορίζεται από το δικαστήριο ανάλογα με το βαθμό πταίσματος καθενός από τους συνυπόχρεους, ενώ, σύμφωνα με τη δεύτερη διάταξη, το μέτρο ευθύνης προσδιορίζεται κατά ίσα μέρη.
Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ, 10 παρ. 1 του ν. 489/1976, 2 και 4 του ν. ΓπΝ/1911, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποζημίωσης από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, προϋπόθεση του δικαιώματος αναγωγής του ενός των συνυπαιτίων οδηγών κατά του άλλου οδηγού, επομένως και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που είχε ασφαλίσει το από τον πρώτο οδηγούμενο, κατά την πρόκληση της ζημίας, αυτοκίνητο, έναντι του δευτέρου οδηγού, του κυρίου του οδηγούμενου από αυτόν αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρείας που είχε ασφαλίσει το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο, είναι η προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα τρίτο, έναντι του οποίου τα παραπάνω πρόσωπα ευθύνονται εις ολόκληρον (ΑΠ 1032/1998).
Περαιτέρω, όταν θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, ο παθών - δικαιούχος της αποζημίωσης, δικαιούται να επιδιώξει αυτήν από οποιονδήποτε από τους εις ολόκληρον ευθυνομένους, δηλαδή να στραφεί απαιτώντας όλη την αποζημίωση από τον ευθυνόμενο κατά οποιοδήποτε ποσοστό. Στην περίπτωση δε που ο παθών αποζημιώθηκε για τη ζημία που υπέστη μετά από διεξαγωγή δίκης κατά ενός εκ των εις ολόκληρο ευθυνόμενων, ο τελευταίος, στρεφόμενος με αναγωγή κατά των λοιπών εις ολόκληρο υπόχρεων και αξιώνοντας απ' αυτούς το μέρος της καταβληθείσας αποζημίωσης που αναλογεί σ' αυτούς, δεν δικαιούται να αξιώσει ανάλογο ποσοστό των δικαστικών εξόδων της κύριας δίκης μεταξύ αυτού και του ζημιωθέντος τρίτου, ούτε των τόκων υπερημερίας που επιδικάσθηκαν στον τρίτο.
Τα δικαστικά έξοδα και οι τόκοι υπερημερίας δεν αποτελούν αντικείμενο της αναγωγής, καθόσον τα μεν δικαστικά έξοδα αποτελούν συνέπεια της βασικής δίκης και βαρύνουν τον υπόχρεο εναντίον του οποίου διεξήχθη η δίκη αυτή, οι δε τόκοι υπερημερίας δεν αποτελούν άμεση συνέπεια της από την αδικοπραξία βλάβης του τρίτου, αλλά έχουν σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία ο οχληθείς προς τούτο οφειλέτης προκάλεσε στον τρίτο από την καθυστέρηση της πληρωμής του οφειλόμενου κεφαλαίου, ενώ οι καθών η αναγωγή συνοφειλέτες του δεν είχαν οχληθεί για την καταβολή του ως άνω κεφαλαίου και δεν είχαν συμμετάσχει στη μεταξύ αυτού και του ζημιωθέντος τρίτου δίκη (ΑΠ 1032/1998).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 9/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 9-8-2013 αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του ως άνω Πρωτοδικείου ισχυρίσθηκε ότι με το υπ' αριθμ. .../2002 ενιαίο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε ασφαλίσει το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Κ. Γ., για το χρονικό διάστημα από 18-1-2002 έως 18-7-2002 μέχρι το ασφαλίσματος των 500.000 ευρώ για σωματικές βλάβες τρίτων και του ασφαλίσματος των 100.000 ευρώ για υλικές ζημίες τρίτων.
Ότι στις 13-6-2002 στη ... προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν το ανωτέρω αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Θ. Γ., το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των εφεσιβλήτων, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη των εναγομένων και ήδη δεύτερη των εφεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία και το υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από την Α. Ξ., στο οποίο επέβαινε ο Β. Τ. και ανήκε στον Α. Α., κατά το οποίο ατύχημα τραυματίσθηκαν η Α. Ξ., ο Β. Τ. και ο Θ. Γ., ο τελευταίος θανάσιμα, και υπέστησαν φθορές τα υπ' αριμ. ... και ... ΙΧΕ αυτοκίνητα. Ότι μετά από το ατύχημα ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 30-4-2003 αγωγή αποζημίωσης κλπ της Α.
Ξ. και του Α. Α. κατά της ίδιας και του Κ. Γ. και η από 23-5-2003 αγωγή αποζημίωσης κλπ του Β. Τ. επίσης κατά της ίδιας και κατά του Κ. Γ.. Ότι επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 197/2006 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος ο πρώτος των εναγομένων και ο Θ.
Γ. κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-4-2003 αγωγή και υποχρεώθηκε η ίδια (ενάγουσα) και ο Κ. Γ. να καταβάλουν από κοινού στην Α. Ξ. το ποσό των 5.900 ευρώ και στον Α. Α. το ποσό των 7.033,64 ευρώ, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά το 50% καθενός από τα ανωτέρω ποσά και καταδικάσθηκε η ίδια και ο Κ.
Γ. στη δικαστική δαπάνη των ανωτέρω εξ 600 ευρώ, επίσης έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-5-2003 αγωγή του Β. Τ. και υποχρώθηκε η ίδια και ο Κ. Γ. να καταβάλουν από κοινού στον Β. Τ. το ποσό των 37.341,36 ευρώ, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των 15.000 ευρώ και καταδικάσθηκε η ίδια και ο Κ. Γ. στη δικαστική δαπάνη του ανωτέρω εκ 1600 ευρώ.
Ότι αυτή συμμορφούμενη με την ανωτέρω απόφαση στις 23-3-2006 κατέβαλε το συνολικό ποσό των 8.248,29 ευρώ στην Α. Ξ. και στον Α. Α. και συγκεκριμένα το ποσό των 1.781,29 ευρώ για τόκους από 21-6-2003 έως 20-3-2006, από το οποίο ως άνω συνολικό ποσό καταβλήθηκε το ποσό των 3.600 ευρώ στην Α. Ξ. και το ποσό των 4.648,24 ευρώ στον Α. Α. και επίσης κατέβαλε το συνολικό ποσό των 19.131,67 ευρώ στον Β.
Τ. και συγκεκριμένα το ποσό των 15.000 ευρώ για κεφάλαιο και το ποσό των 4.131,67 ευρώ για τόκους από 21-6-2003 έως 20-3-2006. Ότι μετά από άσκηση εφέσεων κατά της ως άνω απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6774/2009 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστήριου, με την οποία, αφού κρίθηκε τελεσίδικα ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος είναι ο πρώτος των εναγομένων και ο Θ.
Γ. κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, εξαφανίσθηκε εν μέρει η υπ' αριθμ. 197/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε η ίδια (ενάγουσα) και ο Κ. Γ. να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην Α. Ξ. το ποσό των 4.900 ευρώ, στον Α. Α. το ποσό των 6.733,64 ευρώ και στο Β. Τ. το ποσό των 52.861,06 ευρώ εφάπαξ και το ποσό των 273 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 έως 31-12-2008 και επίσης επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη 720 ευρώ στην Α.
Ξ. και στον Α. Α. και ποσού 3.000 ευρώ στον Β. Τ.. Ότι αυτή συμμορφούμενη προς την ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στις 21-5-2010 κατέβαλε στην Α. Ξ. το συνολικό ποσό των 3.426,13 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο το ποσό των 1.950 ευρώ , για τόκους από 21-6-2003 έως 17-5-2010 το ποσό των 1406,13 ευρώ και για δικαστική δαπάνη το ποσό των 70 ευρώ, στον Α.
Α. το συνολικό ποσό των 5.736,44 ευρώ, ήτοι για υπόλοιπο κεφαλαίου το ποσό των 3.216,82 ευρώ, για τόκους από 21-6-2003 έως 17-5-2010 το ποσό των 2.319.62 ευρώ και για δικαστική δαπάνη το ποσό των 200 ευρώ και στον Β. Τ. το συνολικό ποσό των 93.132,03 ευρώ, ήτοι για υπόλοιπο κεφαλαίου το ποσό των 55.33,06 ευρώ, για τόκους από 21-6-2003 έως 17-5-2010 το ποσό των 34.798,97 ευρώ και για δικαστική δαπάνη το ποσό των 3.000 ευρώ και έτσι συνολικά έχει καταβάλει στους ανωτέρω το ποσό των 129.674,56 ευρώ.
Και ότι εφόσον ο πρώτος των εναγομένων είναι συνυπαίτιος κατά 70% του ανωτέρω ατυχήματος, οι εναγόμενοι της οφείλουν το 70% του ως άνω ποσού που κατέβαλε αυτή στους Α. Ξ., Α. Α. και Β. Τ.. Ζήτησε δε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν , εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 90.772,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της εκ μέρους της καταβολής, ήτοι από 21-5-2010, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, το οποίο ποσό της οφείλουν άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, ερήμην του πρώτου των εναγομένων, την προαναφερόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αίτημα για καταβολή στην ενάγουσα και των τόκων και των δικαστικών δαπανημάτων, την έκανε κατά τα λοιπά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ειδικότερα αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στην ενάγουσα, το ποσό των 57.376,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα με την υπό κρίση έφεση, για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της......Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με το μοναδικό λόγο της έφεσής της παραπονείται για την απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής της κατά το αίτημα για επιδίκαση σ' αυτήν και του 70% των τόκων και των δικαστικών εξόδων που κατέβαλε στους ζημιωθέντες από το ένδικο ατύχημα Α.
Ξ., Α. Α. και Β. Τ.. Όμως η αγωγή κατά το μέρος αυτό είναι μη νόμιμη, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα που καταβλήθηκαν από την ενάγουσα στους δικαιούχους δανειστές της ζημιωθέντες από το ατύχημα και επιδικάσθηκαν στους τελευταίους στη δίκη που διεξήχθη μεταξύ αυτών και της ενάγουσας, αποτελούν συνέπεια της δίκης αυτής και όχι τμήμα της αποζημίωσης την οποία οφείλουν να αποκαταστήσουν οι περισσότεροι συνυπόχρεοι κατά το ποσοστό ευθύνης του έκαστος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αίτημα για επιδίκαση στην ενάγουσα και του 70% των τόκων και των δικαστικών εξόδων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την ενάγουσα με την έφεσή της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα...
Σύμφωνα με τα παραπάνω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των εφεσιβλήτων...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα που καταβλήθηκαν από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα στους ως άνω ζημιωθέντες από το ατύχημα (Α.
Ξ., Α. Α. και Β. Τ.) και επιδικάσθηκαν στους τελευταίους στη δίκη που διεξήχθη μεταξύ αυτών και της εκκαλούσας, η συνεκδίκαση της οποίας με άλλη δίκη ανάμεσα σε διαφορετικούς διαδίκους δεν αναιρεί την αυτοτέλειά της, δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926 και 927 Α.Κ., που εφαρμόζονται, όπως και στην εξεταζόμενη περίπτωση, όταν το μέτρο της μεταξύ των συνοφειλετών ευθύνης προσδιορίζει το δικαστήριο ανάλογα με το βαθμό πταίσματος καθενός, καθόσον τα δικαστικά έξοδα και οι τόκοι υπερημερίας που η αναιρεσείουσα κατέβαλε στους ζημιωθέντες, δεν αποτελούν άμεση συνέπεια της από αδικοπραξία βλάβης των ζημιωθέντων και συνεπώς δεν αποτελούν αντικείμενο της αναγωγής, αλλά τα μεν δικαστικά έξοδα της προηγούμενης δίκης βαρύνουν τον συνυπόχρεο, εναντίον του οποίου διεξήχθη η δίκη αυτή, γιατί αποτελούν συνέπεια της δίκης και όχι τμήμα της αποζημιώσεως, τους δε τόκους υπερημερίας οφείλει να καταβάλει στους ζημιωθέντες ο συνυπόχρεος δανειστής, που μόνο αυτός οχλήθηκε για την καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου και μόνο αυτός έγινε υπερήμερος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Περαιτέρω, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους δεύτερο και τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος τους) λόγους αναίρεσης, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα γιατί, εκτός από την, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 487, 345 και 298 ΑΚ, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς τα κεφάλαια των τόκων και των δικαστικών εξόδων της προηγούμενης δίκης, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στους ως άνω ζημιωθέντες, διότι δεν βρίσκουν έρεισμα στο νόμο και συγκεκριμένα στις εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση αναγωγής διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, και όχι στις επικαλούμενες ως άνω διατάξεις των άρθρων 487, 345 και 298 ΑΚ, με τις οποίες δεν ασχολήθηκε.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί αιτιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2019). Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά τα παραπάνω κεφάλαιά της ως μη νόμιμη, δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, οι δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος τους, λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει εσφαλμένες και ελλιπείς αιτιολογίες και στερείται νόμιμης βάσης στο παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Αποτελούν δε "πράγματα", και άρα η μη λήψη τους ιδρύει το λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν ουσιώδεις ισχυρισμούς. Αν, όμως, το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προβαλλόμενο υπό την άνω έννοια πραγματικό ισχυρισμό και τον δέχθηκε ή τον απέρριψε, δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 214/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο εφέσεως, με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με ελλιπή, ανεπαρκή και μη νόμιμη αιτιολογία απέρριψε ως μη νόμιμη την απαίτησή της να της επιδικαστούν, κατά ποσοστό 70%, και οι καταβληθέντες από αυτήν στους δικαιούχους αποζημίωσης τόκοι και η δικαστική δαπάνη, ενώ έπρεπε να τη δεχθεί ως νόμιμη αφού η αναιρεσίβλητη είχε και αυτή την ιδιότητα του διαδίκου στη δίκη που προηγήθηκε, χωρίς ουδέποτε να αναγνωρίσει την υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της στο ένδικο ατύχημα και να επιδιώξει τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και λόγω της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στη δίκη που προηγήθηκε, οι τόκοι υπερημερίας και τα δικαστικά έξοδα της δίκης αυτής, αποτελούν άμεση ζημία βαρύνουσα όλους τους συμμετάσχοντες στη δίκη αυτή συνυποχρέους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τους δύο λόγους της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονιόταν ότι, με το να κρίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη την απαίτησή της να τις επιδικασθούν κατά ποσοστό 70% οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα που αυτή κατέβαλε στους δικαιούχους της αποζημίωσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ. Πρόκειται για τον ίδιο λόγο και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αξιολογήθηκε ως ένας ενιαίος λόγος και απορρίφθηκε, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κατά την εξέταση του πρώτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, λόγου αναίρεσης. Δεν παρείδε συνεπώς αυτόν το λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, αλλά τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε μαζί με τον πρώτο, κρίνοντας ότι αποτελούν το μοναδικό λόγο της έφεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο συναφής τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-8-2018 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 636/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 785/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ