Legislator Case Law & Legislation
680/2019 AI generated

Supreme Court annuls appeal against traffic accident verdict due to contradictory findings on pedestrian's sudden movement.

Case Number 680/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the appeal against a traffic accident verdict because the lower court's reasoning contained contradictory findings regarding the pedestrian's movement. The court noted that while the appellant claimed the pedestrian moved suddenly, the judgment simultaneously accepted that the driver had ample time to react and did not limit visibility, creating a logical inconsistency. Consequently, the appeal was allowed in part, the case remitted to the same court for retrial, and the appellants were awarded legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure: When a judgment contains contradictory findings regarding the facts essential to the outcome, such as the suddenness of a pedestrian's movement versus the driver's ability to react, the appellate court must annul the decision and remand the case for retrial.

Keywords

AI generated
contradictory findings traffic accident liability sudden movement appellate annulment remittal for retrial legal costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 680 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χας Ι. Μ., το γένος Α. Π., 2) Χ. Μ. του Ι., 3) Κ. Μ. του Ι., 4) Ι. Σ. του Ε., 5) Β. Σ. του Ε., κατοίκων ..., 6) Δ. συζ. Δ. Π., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ... και 7) Ε. Σ. του Κ., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3ος, 4ος, 5η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούρτη, ενώ η 6η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (οι 2η και 7ος ατομικώς και ως ασκούντες τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε τέκνων τους και ήδη 4ου και 5ης των αναιρεσειόντων), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4121/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με το άρθρο 260 § 1 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, αν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 του ως άνω Κώδικα, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται ως απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων ή από 19/9/2017 (με αριθμ. καταθ. 617/19-9-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4121/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής τους (άρθρο 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015), επί της από 7-6-2013 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του θανάτου του συγγενούς τους σε αυτοκινητικό ατύχημα.

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου, η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου και δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η έκτη αναιρεσείουσα και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση της αναίρεσης μεταξύ αυτών.

Περαιτέρω, επειδή υφίσταται απλή ομοδικία μεταξύ των αναιρεσειόντων και η έκτη αναιρεσείουσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης θα χωρίσει νομίμως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ θα κηρυχθεί (η συζήτηση) απαράδεκτη ως προς την έκτη αναιρεσείουσα.

Τέλος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ….107Γ'/23-10-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Εύβοιας, την οποία με επίκληση προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μετά της υπάρχουσας στο δικόγραφο αυτής πράξης της Αντιπροέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου Ειρήνης Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος για εκδίκαση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον απολιπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο και συνεπώς το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της αναίρεσης παρά την απουσία του.

II. Η κρινόμενη από 19-9-2017 (με αριθμ. κατάθ. 617/19-9-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 4121/22-9-2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016).

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β', 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1025/2015, 956/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά στο ζήτημα της υπαιτιότητας του θανόντος πεζού, συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και του οδηγού της εμπλακείσας στο ατύχημα μοτοσυκλέτας: "Το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στις 9-9-2012 και περί ώρα 11.30' στο 32° χιλ.

της Εθνικής Οδού ... στο …. Η παραπάνω οδός στο σημείο αυτό είναι διπλής κατεύθυνσης, ήτοι κατευθύνεται προς τη …. και προς την …. και τα δύο ρεύματα κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους 14 μ., διαχωρίζονται με συνεχόμενη διπλή γραμμή, ενώ στο ρεύμα κατεύθυνσης προς την ...ο υπάρχει έρεισμα (εσοχή) πλάτους 9 μ. Κάθε ρεύμα κατεύθυνσης έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή.

Η ως άνω οδός δεν είναι ευθεία, αλλά παρουσιάζει ελαφρά καμπύλη αριστερή για τον κατευθυνόμενο προς τη …. και υπάρχουν στο ίδιο ρεύμα πινακίδες Ρ-32 (μέγιστη ταχύτητα 60 χιλ. την ώρα), Ρ-40 (απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση) και Κ-Ιδ (επικίνδυνη δεξιά στροφή), ενώ δεν υπάρχουν στο σημείο εκείνο φωτεινοί σηματοδότες, ούτε διαβάσεις πεζών, αλλά ούτε και κατοικίες ή επιχειρήσεις, όπως προκύπτουν τ' ανωτέρω από την από 9-9-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτή με ίδια χρονολογία σχεδιάγραμμα, που συντάχτηκαν από την αρχιφύλακα Κ.

Χ. του Τ.Τ. ..., στα πλαίσια της προανάκρισης για τις συνθήκες του ατυχήματος και από τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος. Κατά τον ανωτέρω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος της οδού ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών ανύπαρκτη και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια.

Κατά την ίδια ημέρα ο Ι. Μ., ηλικίας τότε 85 ετών, σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, πατέρας της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων, πεθερός του τετάρτου των εναγόντων, παππούς των εκπροσωπούμενων από τη δεύτερη και τον τέταρτο των εναγόντων ανήλικων τέκνων τους και αδελφός της πέμπτης των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων της πρώτης έφεσης και εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης, οδηγώντας το αυτοκίνητό του εκινείτο στην Εθνική Οδό ...

με κατεύθυνση προς τη ... Όταν αυτός έφθασε περί ώρα 11.30' στην παραπάνω χιλιομετρική θέση στάθμευσε το αυτοκίνητό του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος κατεύθυνσης προς τη ..., μετά το οποίο υπάρχει τσιμεντένιο κράσπεδο πλάτους 0,50 μ. και μετά απ' αυτό βράχια μεγάλου ύψους, όπου απαγορευόταν η στάθμευση λόγω της προαναφερόμενης Ρ-40 πινακίδας, με πρόθεση να διασχίσει στη συνέχεια πεζός την Εθνική Οδό και να φθάσει στο παρά το αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης έρεισμα.

Έτσι εξήλθε από το αυτοκίνητό του και χωρίς να ελέγξει προς τ' αριστερά του αν κινούνται οχήματα, άρχισε να διασχίζει κάθετα με ταχύ βηματισμό το ρεύμα κατεύθυνσης προς τη ... Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος των εναγόμενων και ήδη πρώτος των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης και πρώτος των εφεσίβλητων της δεύτερης έφεσης, οδηγώντας την υπ' αριθμ.

κυκλ. ...42 μοτοσικλέτα που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη των εναγόμενων και ήδη δεύτερη των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης και δεύτερη των εφεσίβλητων της δεύτερης έφεσης ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο και αυτός στην ίδια οδό και με κατεύθυνση προς τη ..., με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χιλ.

την ώρα. Όταν αυτός έφθασε στην παραπάνω χιλιομετρική θέση και αντιλήφθηκε τον Ι. Μ. να διασχίζει το οδόστρωμα από τα δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του (πρώτου των εναγόμενων), αμέσως έκανε χρήση του ηχητικού οργάνου της μοτοσικλέτας του, λόγω όμως της μικρής απόστασης που τον χώριζε από τον Ι.

Μ. η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε και έτσι ο πρώτος των εναγόμενων επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του, πάνω στον Ι. Μ., ο οποίος εκτινάχτηκε και κατέπεσε στο οδόστρωμα, ενώ η μοτοσικλέτα του πρώτου των εναγόμενων κατέπεσε στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης και σύρθηκε παρά τη διπλή διαχωριστική γραμμή, αφήνοντας στο οδόστρωμα χαραγές μήκους 8,50 μ.

Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης και της πτώσης του Ι. Μ. στο οδόστρωμα ήταν να υποστεί αυτός διάσπαρτες εκδορές και διασχίσεις προσώπου, άνω και κάτω άκρων, ουλή στη στερνική χώρα και ουλές στην έσω επιφάνεια των κάτω άκρων αμφοτεροπλεύρως, εξάρθρημα αριστερής πηχεοκαρπικής άρθρωσης, βελονονυγμοί στα άνω άκρα και στη δεξιά βουβωνική χώρα, διατομή της σπονδυλικής στήλης στο ύψος του 5ου - 6ου αυχενικών σπονδύλων, πολλαπλά κατάγματα πλευρών αμφοτεροπλεύρως, κάταγμα των οστών της λεκάνης δεξιά, συνεπεία των οποίων βαρέων κακώσεων αυχένος, θώρακος και οστών λεκάνης επήλθε, ως μόνων ενεργών αιτίων, ο θάνατος αυτού περί ώρα 15.00' στο νοσοκομείο "..." της ... (βλ.

την από 10-9-2012 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή … Σ. Μ.). Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειές του είναι ο Ι. Μ.. Ειδικότερα η αμέλειά του συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός πεζός, ευρισκόμενος υπό ανάλογες συνθήκες, άρχισε να διασχίσει κάθετα την παραπάνω οδό, σε περιοχή μη κατοικημένη και σε οδό που συνήθως δεν κινούνται πεζοί, ούτε προσφέρεται για κίνηση πεζών, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων του ρεύματος κατεύθυνσης προς τη ..., αλλά και ότι δεν θα διακινδυνεύσει τη ζωή του και τη σωματική του ακεραιότητα.

Αν ο Ι. Μ. είχε προβεί στον έλεγχο αυτό θα είχε οπωσδήποτε αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα του πρώτου των εναγόμενων, ο οποίος εκινείτο από αριστερά του, αφού η ορατότητά του δεν περιοριζόταν και θα είχε ανακόψει τη βάδισή του (άρθρο 38 παρ. 4 περ. ε' του ν. 2696/1999). Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο των εναγόμενων, καθόσον δεν αποδείχτηκε ότι αυτός εκινείτο με υπερβολική και κατά πολύ ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Τούτο συνάγεται εκτός των άλλων και από το ότι, όπως προκύπτει από την παραπάνω έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, η μοτοσικλέτα του πρώτου των εναγομένων, είχε υποστεί μικρές μόνο φθορές στο εμπρόσθιο τμήμα της, ήτοι είχε σπάσει ο εμπρόσθιος ανεμοθώρακας και το εμπρόσθιο φως και επίσης ο πρώτος των εναγομένων, παρά την ανατροπή της μοτοσυκλέτας του, δεν τραυματίστηκε.

Εξάλλου στο σχεδιάγραμμα και στην έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρονται ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του πρώτου των εναγομένων, που καταδεικνύει ότι αυτός αιφνιδιάσθηκε από την απρόσμενη εμφάνιση του Ι. Μ., την οποία εύλογα δεν ανέμενε ενόψει των προαναφερόμενων συνθηκών της οδού και γι' αυτό και δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει ή να επιχειρήσει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό.

Σύμφωνα λοιπόν με τ' ανωτέρω η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο πρώτος των εναγόμενων δεν βαρύνεται με πταίσμα για το θάνατο του Ι. Μ.. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι ναι μεν ο Ι. Μ. ήταν βασικά υπαίτιος για το ατύχημα, πλην όμως ότι ευθύνεται κατά ποσοστό 30% στην πρόκλησή του και ο πρώτος των εναγομένων και περαιτέρω δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να πληρώσουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επιπλέον στην πρώτη αυτών για αποζημίωσή της.

Κρίνοντας όμως έτσι, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της πρώτης έφεσης..., να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και δικαστεί κατ' ουσίαν η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ή μη συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, στην επέλευση του ατυχήματος και στην έκταση των συνεπειών του, που αφενός ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στην επιδίκαση ή μη αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσείοντες και αφετέρου καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα: 1) Δεν διευκρινίζεται στην απόφαση πόσα μέτρα του οδοστρώματος είχε διανύσει ο πεζός κατά τη στιγμή της παράσυρσής του από τη μοτοσυκλέτα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος αιφνιδιάστηκε από την κίνηση του πεζού στο οδόστρωμα και αν η κίνηση του πεζού ήταν τόσο αιφνίδια, που στέρησε από τον οδηγό της μοτοσικλέτας - πρώτο αναιρεσίβλητο τη δυνατότητα να ενεργήσει τροχοπέδηση ή οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, είτε προς τα δεξιά, είτε προς τα αριστερά, 2) Δεν διευκρινίζεται από πόση απόσταση αντιλήφθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος την είσοδο και την κίνηση του πεζού στο οδόστρωμα, δεδομένου ότι η απόφαση δέχεται ότι η ορατότητα δεν περιοριζόταν και 3) Ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έκανε αμέσως χρήση του ηχητικού οργάνου της μοτοσικλέτας, όταν αντιλήφθηκε τον πεζό να διασχίζει το οδόστρωμα, αλλά η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε λόγω της μικρής απόστασης που τον χώριζε από τον πεζό, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι αυτός αιφνιδιάστηκε και γι' αυτό δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει, ή να επιχειρήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο τμήμα του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα. Ενόψει δε του ότι η παραδοχή του παραπάνω λόγου της αναιρέσεως συνεπάγεται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου από τον αριθ. 1 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αιτήσεως αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, πλην της έκτης αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, πλην της έκτης, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 19-9-2017 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 4121/22-9-2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ της έκτης αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αναιρέσεως, ως προς την έκτη αναιρεσείουσα.

Αναιρεί κατά τα λοιπά την 4121/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου σε αυτόν που το κατέθεσε. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ