Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider critical evidence regarding unpaid vacation pay, but the court found the appeal inadmissible as it merely challenged the evaluation of evidence rather than the legal application. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the parties to share legal costs equally.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the evaluation of evidence is inadmissible if it does not allege a violation of the law in the assessment of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 680/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ομώνυμο δήμο και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης …" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πούλιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1749/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 3476/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2014 αίτησή της, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 10-10-2015 κλήση της μετά τη ματαίωση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 22-9-2015.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 11-9-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος κατά ένα μέρος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 17/2013). Εξ άλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δέκα πέντε ημέρες.
Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ’ όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.
β εδ. β Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 737/2017).
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 17/2013). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 8-12-2014 αίτηση για αναίρεση της 3476/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, ερήμην του τότε εφεσιβλήτου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 4-6-2014 και, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, επιδόθηκε στον τελευταίο στις 6-11-2014.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, στις 8-12-2014, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (βλ. τη σχετική .../8-12-2014 πράξη κατάθεσης της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών) είχε συμπληρωθεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να έχει καταστεί τελεσίδικη και συνακόλουθα προσβλητή με αναίρεση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ. 1 β.δ. 748/1966 "περί κωδικοποιήσεως κ.λπ. της κειμένης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας" και 2 παρ. 1 ν. 435/1976 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων εργατικών τινών νόμων κ.λπ." και εκείνων των 8900/1946 και 25825/1951 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας προκύπτει ότι ο εργατοτεχνίτης που εργάζεται με ημερομίσθιο και προσφέρει εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, της οποίας η παροχή είναι απαγορευμένη, δικαιούται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και εντεύθεν έχει δικαίωμα, εκτός από την προσαύξηση του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του, να αξιώσει και αποζημίωση για την προσφορά της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής χωρίς να του δοθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 Α.Κ.), δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή που θα κατέβαλλε σε άλλον εργατοτεχνίτη τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή (Α.Π. 930/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 30-3-2010 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε τα εξής: Ότι την 1-7-2005 προσελήφθη από το αρχικά εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση ...", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ..., με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες προσχηματικά χαρακτηρίζονταν από το αρχικά εναγόμενο ως συμβάσεις έργου αφού η εργασία της (καθαριότητα και περιποίηση μνημάτων στο κοιμητήριο του ...) κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και συνεπώς επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι στις 31-12-2009 το αρχικά εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, η καταγγελία δε αυτή είναι άκυρη διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, να της καταβληθεί αποζημίωση για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές, δηλαδή το 1/25 του μηνιαίου μισθού της προσαυξημένο κατά 75%.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά τη ζητούμενη αποζημίωση για εργασία κατά τις Κυριακές, ότι η ενάγουσα δικαιούνταν μόνο την προσαύξηση ποσοστού 75% και όχι τα αντίστοιχα ημερομίσθια. Μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε, ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, τα εξής: "Τέλος για την εργασία της τις Κυριακές [η ενάγουσα] δικαιούται μόνο την κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ν. 435/1976 σε συνδυασμό με την ΥΑ 8900/1946, προσαύξηση του ημερήσιου μισθού κατα 75%, όχι και ένα επί πλέον ημερήσιο μισθό όπως ζητεί, διότι ελάμβανε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως ("ρεπό") σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδος και συγκεκριμένα κάθε Δευτέρα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης της ενάγουσας, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για την επιδίκαση σ’ αυτήν μόνο της προσαύξησης ποσοστού 75% για την εργασία της κατά τις Κυριακές. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψης, αφού σύμφωνα με αυτές για την εργασία κατά τις Κυριακές επιδικάζεται, εκτός από την προσαύξηση ποσοστού 75%, και το ημερομίσθιο με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μόνο αν δεν χορηγήθηκε στον εργαζόμενο αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης μέσα στην εβδομάδα, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η ίδια η ενάγουσα με την αγωγή της ισχυριζόταν ότι της χορηγούνταν η αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 επ.
Κ.Πολ.Δ. (όπως αυτά ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έγιναν νομοτύπως κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου κώδικα (όπως ίσχυε κατά τα προεκτεθέντα), δηλαδή ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα (Α.Π. 1651/2012). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής:
Ότι το εφετείο απέρριψε το αγωγικό αίτημα για καταβολή σ’ αυτήν προσαύξησης ποσοστού 100% επί των αποδοχών αδείας της, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή (η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) κατά τα έτη 2005-2009 είχε ζητήσει τη χορήγηση της ετήσιας άδειας αναψυχής από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και ότι ο τελευταίος δια του νομίμου εκπροσώπου του είχε αρνηθεί.
Ότι για την απόδειξη της βασιμότητας του αιτήματος αυτού αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει: α) τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης στα οποία περιλαμβανόταν η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Ε. Β. και β) την .../2011 ένορκη βεβαίωση του Ι. Α., η οποία ελήφθη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου.
Ότι, παρά τη γενική διαβεβαίωση ότι το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...η έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών μέσων (κατάθεσης του μάρτυρα αποδείξεως δοθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ένορκης βεβαίωσης ετέρου μάρτυρα αποδείξεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών), τα οποία αποτελούν κρίσιμα αποδεικτικά μέσα αναφορικά με το ζήτημα της οφειλής εκ μέρους του αντιδίκου, πέραν των αποδοχών αδείας, και αποζημίωσης ίσης με τις αποδοχές αδείας μου, προσαυξημένες όμως κατά 100% (προσαύξηση την οποία ουδέποτε έλαβα) (κατ’ άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957), εκ του ότι ο αντίδικος καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής μου σχέσης αρνείτο να μου χορηγήσει τις δικαιούμενες ημέρες αδείας, παρότι εγώ ζητούσα επανειλημμένα να μου χορηγηθούν, ενόψει και του γεγονότος, ότι εν τέλει ο αντίδικος ουδέν, ανταπέδειξε, σχετικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, γεννά αμφιβολία για το αν ελήφθησαν πράγματι υπόψη αυτά τα αποδεικτικά μέσα από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος".
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του, όπως κατά λέξη αναγράφεται σ’ αυτήν: "από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ.
πρακτικά συνεδρίασης), τις νομοτύπως και μετ’ εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ληφθείσες υπ’ αριθμ. 6638 και .../2011 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων...", δηλαδή έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από αίτηση για αναίρεση της 3476/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ