Supreme Court allows appeal against dismissal of labor claim due to contradictory reasoning on right of retention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a labor dispute. The workers argued that the employer's failure to pay wages justified their exercise of the right of retention, while the employer claimed the exercise was abusive. The court found the lower court's reasoning contradictory, as it accepted the workers' right to retain work but simultaneously declared their exercise of that right abusive without sufficient justification. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 325, 329, 353, 656 of the Civil Code; The right of retention by an employee is not considered abusive merely due to the employer's financial difficulties, and a lower court's decision must provide consistent reasoning regarding the legality and scope of such an exercise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 680/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. του Δ., κατοίκου ... και 2) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1633/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 5513/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-10-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 22-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 648 Α.Κ. ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 Α.Κ., που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα, υφισταμένης σύμβασης εργασίας, αν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη από αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν αντιπαροχής.
Κατ’ ακολουθίαν, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του, αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης. Εξ άλλου το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.
Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ κατά κανόνα η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.
Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 Α.Κ. όρια. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (Α.Π. 116/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες] προσλήφθηκαν την 2-6-2008 ο πρώτος και την 1-3-2007 ο δεύτερος από την εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] τεχνική εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως χειριστής μηχανήματος έργου και επόπτης ανασκαφών αντιστοίχως στο εκτελούμενο από αυτή δημόσιο έργο κατασκευής οδού στις ... ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ήτοι από 2-6-2008 έως 30-11-2009 όσον αφορά τον πρώτο και από 1-3-2007 έως 30-11-2009 όσον αφορά το δεύτερο ... πραγματοποίησαν εβδομαδιαίως 5 ώρες υπερεργασίας (41η - 45η) έκαστος και 10 και 5 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωριών αντιστοίχως... Επομένως με βάση τα προεκτεθέντα ο πρώτος ενάγων για το χρονικό διάστημα από 2-6-2008 έως 30-11-2009 δικαιούται:
Α) για διαφορές αμοιβής υπερεργασίας ... το ποσό των 1.355,40 ευρώ ... Β) για διαφορές αποζημίωσης κατ’ εξαίρεση υπερωριών... το ποσό των 8.417,60 ευρώ... Ο δεύτερος ενάγων για το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 έως 30-4-2008 δικαιούται: Α) για διαφορές αμοιβής υπερεργασίας ... δεν δικαιούται οποιαδήποτε διαφορά. Β) για διαφορές αποζημίωσης κατ’ εξαίρεση υπερωριών ...
το ποσό των 936,40 ευρώ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 2-2-2010 οι ενάγοντες με έγγραφη εξώδικη δήλωση γνωστοποίησαν στην εναγομένη ότι ασκούν το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους, προκειμένου η τελευταία να τους καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς τους ανέρχονταν για τους μήνες Οκτώβριο και Δεκέμβριο 2009 και Ιανουάριο 2010 στο ποσό των 4.475 ευρώ (280 ευρώ επίδομα ενοικίου και 495 ευρώ παράνομες υπερωρίες Οκτωβρίου 2009, 280 ευρώ επίδομα ενοικίου και 1.570 ευρώ μισθός Δεκεμβρίου 2009, 280 ευρώ επίδομα ενοικίου και 1.850 ευρώ μισθός Ιανουαρίου 2010) για τον πρώτο και για τους μήνες Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2009 και Ιανουάριο 2010 στο ποσό των 1.950 ευρώ (150 ευρώ υπερωρίες από 1-11-2009 έως 31-11-2009, 900 ευρώ μισθός Δεκεμβρίου 2009 και 900 ευρώ μισθός Ιανουαρίου 2010) για το δεύτερο.
Έκτοτε έπαυσαν να παρέχουν την εργασία τους στην εναγομένη. Η τελευταία 6-10-2010 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του πρώτου των εναγόντων και την 28-8-2010 του δευτέρου. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες από την πρόσληψή τους παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, χωρίς μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2009 να υπάρχει οποιαδήποτε διαμαρτυρία τους για καθυστέρηση στην πληρωμή των νομίμων αποδοχών τους (μισθών, δώρων, αδείας κ.λ.π.).
Καθυστέρηση και διαμαρτυρία δεν υπήρχε μέχρι τότε και από κανένα άλλο εργαζόμενο. Περί τα τέλη όμως του έτους 2009 η εναγομένη παρουσίασε μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο αδυνατούσε να εκταμιεύσει εμπρόθεσμα το οφειλόμενο σ’ αυτή εργολαβικό αντάλλαγμα από την εκτέλεση του ως άνω έργου, με αποτέλεσμα να καθυστερεί την έγκαιρη πληρωμή, στο τέλος κάθε μήνα, του προσωπικού της, οι νόμιμοι εκπρόσωποί της όμως διαβεβαίωναν τους εργαζομένους ότι θα προσπαθήσουν να κάνουν ότι ήταν δυνατόν για να πληρωθούν και πίεζαν τους αρμοδίους ώστε να εκταμιευθούν τα κονδύλια που της οφείλονταν.
Η ως άνω οικονομική κατάσταση ήταν γνωστή στους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες. Η εναγομένη δεν κατέβαλε πρώτη φορά, όπως όφειλε, στο τέλος των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2009 τις συμφωνημένες αποδοχές 40 εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, για το λόγο δε αυτό οι ως άνω εργαζόμενοι στις 1-12-2009 προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Κατά τη συζήτηση της εν λόγω προσφυγής ο εκπρόσωπος της εναγομένης δήλωσε ότι στις 4-12-2009 θα καταβληθούν στους εργαζομένους οι δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2009 και μέρος των αποδοχών Οκτωβρίου 2009, οι οποίες θα εξοφληθούν στις 14-12-2009 και ότι στις 21-12-2009 θα καταβληθεί το δώρο Χριστουγέννων και οι δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2009, αποδέχθηκε δε ο εκπρόσωπος των εργαζομένων τα ως άνω.
Το Δεκέμβριο 2009 η εναγομένη κατέβαλε στους ενάγοντες, όπως και στους υπόλοιπους εργαζομένους της, μέρος από τους ως άνω μηνιαίους μισθούς τους, καθώς και το δώρο Χριστουγέννων 2009 σε όλους τους εργαζομένους, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι ενάγοντες. Στις 1-2-2010 οι ενάγοντες, καθώς και άλλοι έξι εργαζόμενοι, προσέφυγαν εκ νέου στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, παραπονούμενοι για τη μη καταβολή σ’ αυτούς από την εναγομένη των αποδοχών τους των μηνών Δεκεμβρίου 2009 και Ιανουαρίου 2010.
Κατά τη συζήτηση της εν λόγω προσφυγής, την 4-2-2010, οι εργαζόμενοι δήλωσαν ότι τους οφείλονται μέρος των αποδοχών των μηνών Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2009 και οι αποδοχές των μηνών Δεκεμβρίου 2009 και Ιανουαρίου 2010 και ότι από 13-1-2010 το εργοτάξιο της εναγομένης έκλεισε και δεν τους προσφέρεται από την επιχείρηση αντικείμενο εργασίας, γι’ αυτό δε το λόγο προέβησαν από 2-2-2010 σε επίσχεση εργασίας, ως μέτρο άσκησης πίεσης για την επιχείρηση.
Ο εκπρόσωπος της εναγομένης δήλωσε ότι οφείλονται στους εργαζομένους της εταιρείας δεδουλευμένες αποδοχές, οι οποίες θα καταβληθούν αμέσως μόλις καταβληθούν από την "Περιφέρεια" τα χρήματα. Από 15-6-2009 η "Περιφέρεια" δεν έχει καταθέσει χρήματα για λογαριασμό της εταιρείας. Επίσης δήλωσε ότι ως προς τη μη ανάθεση αντικειμένου εργασίας στους εργαζομένους από την επιχείρηση από 13-1-2010, ο χρόνος αυτός αναγνωρίζεται από την επιχείρηση ως εργάσιμος χρόνος, για τον οποίο θα καταβληθούν οι αποδοχές.
Δευτερολογώντας οι εργαζόμενοι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την ποινική δίωξη του υπεύθυνου της επιχείρησης μετά από τα λεγόμενα του εκπροσώπου του εργοδότη ότι δεν έχουν κατατεθεί τα οφειλόμενα χρήματα από το Δημόσιο και ευχαριστούν τον τελευταίο διότι δήλωσε ότι θα καταβληθούν τα χρήματα από 13-1-2010. Ο πρώτος των εναγόντων έλαβε για το μισθό του Οκτωβρίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ την 4-12-2009 και των 570 ευρώ την 23-2-2010 και εξοφλήθηκε πλήρως, για το μισθό του Νοεμβρίου 2009 έλαβε το ποσό των 1.850 ευρώ μαζί με τις υπερωρίες την 31-12-2009, εξοφληθείς πλήρως για τον εν λόγω μισθό, για το μισθό του Δεκεμβρίου 2009 έλαβε το ποσό των 1.000 ευρώ την 23-2-2010 και των 441,80 ευρώ την 1-4-2010 και εξοφλήθηκε πλήρως και για το μισθό του Ιανουαρίου 2010 έλαβε το ποσό των 1.000 ευρώ την 30-4-2010 και το ποσό των 750 ευρώ την 19-5-2010 και εξοφλήθηκε πλήρως.
Ο δεύτερος ενάγων έλαβε για μισθό του Οκτωβρίου 2009 μαζί με τις υπερωρίες το ποσό των 473,33 ευρώ την 4-12-2009 και των 401,67 ευρώ την 23-2-2010 και εξοφλήθηκε πλήρως για τον εν λόγω μισθό, για το μισθό του Νοεμβρίου 2009 μαζί με τις υπερωρίες το ποσό των 840 ευρώ την 31-12-2009 και εξοφλήθηκε πλήρως για τον εν λόγω μισθό και για το μισθό του Δεκεμβρίου 2009 μαζί με τις υπερωρίες το ποσό των 500 ευρώ την 23-2-2010 και των 375 ευρώ την 1-4-2010.
Η καταβολή των ως άνω ποσών δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Επίσης η εναγόμενη κατέβαλε σταδιακά στους 200 εργαζόμενους που απασχολούσε στα δύο εργοτάξιά της, ήτοι των ..., όπου εκτελούσε άλλο δημόσιο έργο, όλες τις δεδουλευμένες αποδοχές που καθυστερούσε. Με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους εφόσον είχαν αξίωση από ληξιπρόθεσμες οφειλές, πλην όμως η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των εναγόντων, όπως και άλλων εργαζομένων, οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της εναγομένης αλλά στην ιδιαίτερη δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, γεγονός που ήταν γνωστό στους ενάγοντες.
Η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγομένη, παρά τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, εξοφλούσε, έστω και με καθυστέρηση, τις δεδουλευμένες αποδοχές των μισθωτών της. Με τα δεδομένα αυτά, η άσκηση από τους ενάγοντες του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας έγινε εσπευσμένα, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός τους και είναι καταχρηστική.
Επομένως η εναγόμενη δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην οφείλει σ’ αυτούς τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας από 3-2-2010 έως 6-10-2010 όσον αφορά τον πρώτο και από 3-2-2010 έως 28-8-2010 όσον αφορά το δεύτερο, καθώς και επιδόματα εορτών Χριστουγέννων Πάσχα 2010, δεκτής γενομένης της ενστάσεως της εναγομένης του άρθρου 281 Α.Κ.
που προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της εφέσεως...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή κατά το πρώτο κεφάλαιό της με το οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, επιδομάτων αδείας, αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες για τις πιο πάνω αιτίες τα ποσά των 18.492,52 ευρώ στον πρώτο και των 5.483,65 ευρώ στο δεύτερο, που αντιστοιχούσαν στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 3-2-2010 έως 6-10-2010 για τον πρώτο και από 3-2-2010 έως 28-8-2010 για το δεύτερο, στις αποδοχές αδείας και στο επίδομα αδείας του έτους 2010 και στην αναλογία επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα 2010.
Στη συνέχεια το εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε κατά το πιο πάνω κεφάλαιό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων.
Ειδικότερα οι αντιφάσεις στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης συνίστανται στο ότι με αυτές αφενός μεν γίνεται δεκτό ότι "οι ενάγοντες άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους", αφετέρου δε ότι "η άσκηση από τους ενάγοντες του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας έγινε εσπευσμένα, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός τους και είναι καταχρηστική".
Δηλαδή αρχικά γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων ασκήθηκε νόμιμα και στη συνέχεια ότι αυτό ασκήθηκε παράνομα, αφού κατά τα προεκτεθέντα η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος είναι παράνομη. Εξ άλλου οι αιτιολογίες αυτές είναι ανεπαρκείς αφού μόνη η αναφορά ότι "η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των εναγόντων, όπως και άλλων εργαζομένων, οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της εναγομένης αλλά στην ιδιαίτερη δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, γεγονός που ήταν γνωστό στους ενάγοντες" δεν είναι επαρκής για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων καταχρηστική.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος (δευτέρου) λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το πρώτο κεφάλαιο της αγωγής, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5513/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ