Legislator Case Law & Legislation
680/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal in traffic accident case due to insufficient factual findings on causation and speed.

Case Number 680/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a traffic accident verdict, ruling that the lower court failed to provide sufficient factual findings. The appellant argued the lower court omitted critical details regarding the taxi driver's evasive maneuvers, the motorcycle's speed, and the causal link between the motorcycle's behavior and the accident. Consequently, the Court remanded the case for retrial to ensure a complete examination of these disputed facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal when the lower court's decision lacks specific factual findings on causation and essential circumstances of the incident, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
traffic accident causation insufficient factual findings remand for retrial speed limit violation evasive maneuver Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 680 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Κ., 2) Κ. Γ. του Δ., 3) Σ. Π. του Ν., κατοίκων ... και 4) "Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού ΠΕ Ιδιοκτητών Επιβατικών Αυτοκινήτων ΔΧ Ταξί", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοπίστη Σπανού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-4-2010 και 23-12-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27249/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 676/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-9-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 10-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 8259Ζ/20-5-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι αυτός μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Σπύρου Κοτλίτσα, Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, δικαστικού πληρεξουσίου του Ε. Χ. - αναιρεσείοντος, αντίγραφο της από 23-9-2013 αίτησης για αναίρεση της 676/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με πράξη κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του οικείου Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό 36/2014 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αρχή της παρούσας αναφερόμενη και κλήση να παραστεί σ' αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Επομένως εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ). Με την με αριθμό κατάθ. 36/24-2-2014 αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 676/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος τις από 26-3-2012 και 1-2-2013 εφέσεις του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος και των εναγομένων - εκκαλούντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμ. 27249/2011 πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσία οι από 12-4-2010 (και με αριθμό κατάθ. 15264/2010) και 23-12-2010 (και με αριθμό κατάθ. 54743/2010) συνεκδικασθείσες αγωγές του ενάγοντα παθόντα και ήδη αναιρεσείοντα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988). Επίσης, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογής της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/ 2005).

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη στο ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας (συνυπαιτιότητας) των οδηγών των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα αυτοκινήτων, δηλαδή του νυν αναιρεσείοντα και του πρώτου των νυν αναιρεσιβλήτων: "...

Την 7η Νοεμβρίου 2008 και ώρα 04.15 πρωινή, ο ενάγων, οδηγώντας την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, έβαινε επί της οδού Γ. Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη, με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης, πλησιάζοντας στη συμβολή της εν λόγω οδού (Γ. Παπανδρέου), με την οδό 25ης Μαρτίου. Η εν λόγω οδός Γ. Παπανδρέου είναι μονόδρομος με πλάτος ενεργού οδοστρώματος 14 μέτρων, με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, ασφαλτοστρωμένη, ευθεία και οριζόντια.

Κατά την άνω ημερομηνία η κατάσταση της οδού ήταν ξηρή και επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών αραιή, ήταν νύκτα και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Την κίνηση οχημάτων και πεζών στην άνω διασταύρωση, ρυθμίζουν φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο βρίσκονταν σε λειτουργία, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν και είναι εισέτι 50 χλμ/αω (επί της οδού Γ.

Παπανδρέου υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32). Κατά τον κρίσιμο χρόνο, τόσο στην πρώτη από αριστερά όσο και στην πρώτη από δεξιά λωρίδες κυκλοφορίας της οδού Γ. Παπανδρέου, υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, τα οποία καταλάμβαναν σχεδόν ολόκληρες τις εν λόγω λωρίδες (βλ. την από 7-11-2008 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Θεσσαλονίκης, που συνέταξε ο Αστ/κας (ΠΣ) Χ.

Κ. και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που τη συνοδεύει). Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο ταξί, ιδιοκτησίας των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθενός απ' αυτούς, οι οποίοι τον προέστησαν στην οδήγησή του και το οποίο (ταξί) χρόνο ήταν ασφαλισμένο για την κάλυψη των ζημιών τρίτων, στο τέταρτο εναγόμενο σωματείο, έβαινε επί της ίδιας ανωτέρω οδού (Γ.

Παπανδρέου) ομόρροπα με τη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων. Λίγα μέτρα πριν τη συμβολή των άνω οδών Γ. Παπανδρέου και 25ης Μαρτίου, ο πρώτος εναγόμενος, διέκοψε προσωρινά την πορεία του ταξί στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Γ. Παπανδρέου, προκειμένου να αποβιβάσει πελάτη και στη συνέχεια, ενώ ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας του είχε πράσινη ένδειξη, επιχείρησε εντελώς αιφνίδια και απότομα αριστερό ελιγμό, προκειμένου να εισέλθει στην οδό 25ης Μαρτίου.

Έτσι κινούμενος με διαγώνια πορεία εισήλθε στο μέσο της άνω διασταύρωσης. Στον ελιγμό προέβη (ο πρώτος εναγόμενος), χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να τον διενεργήσει δίχως να θέσει σε κίνδυνο την ασφαλή διέλευση των λοιπών χρηστών της... και ολισθαίνοντας, αφού διήνυσε απόσταση 5,5 περίπου μέτρων, ανέβηκε στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού Γ.

Παπανδρέου (μετά τη συμβολή της με την οδό 25ης Μαρτίου), όπου και ακινητοποιήθηκε σ' αυτό (στο αριστερό πεζοδρόμιο) και σε απόσταση 1,5 μέτρων από το οδόστρωμα. Το ταξί συνεχίζοντας την πορεία του, προσέκρουσε στη συνέχεια με το εμπρόσθιο τμήμα του στην οπίσθια πλευρά του σταθμευμένου επί της οδού Γ. Παπανδρέου υπ' αριθμό κυκλοφορίας ΝΕΜ 6448 Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και ακινητοποιήθηκε εντός του οδοστρώματος σε απόσταση 3 μέτρων από το σταθμευμένο όχημα και 2,8 μέτρων από το άκρο του πεζοδρομίου. Προσέτι, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αναβάτης της μοτοσικλέτας, δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα αυτής, ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό ή άμεση πέδηση, ενώπιον οποιουδήποτε αιφνίδιου εμποδίου ή κινδύνου, παρά οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του με ταχύτητα υπερβαίνουσα την ανώτατη επιτρεπόμενη των 50 χλμ/αω.

Η υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα της μοτοσικλέτας (άνω των 50 χλμ/ώρα), συνάγεται από το ότι αμέσως μετά την σύγκρουσή της με το ταξί, ανεφλέγη, δεν ακινητοποιήθηκε επί του οδοστρώματος πλησίον του σημείου σύγκρουσης των δυο οχημάτων, αλλ' αντιθέτως, αφού ολίσθησε σε απόσταση 5,5 μέτρων μέχρι την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου της οδού Γ.

Παπανδρέου, υπερβαίνοντας τούτο, ακινητοποιήθηκε επ' αυτού (βλ. χαραγές στο οδόστρωμα μήκους 5,5 μέτρων στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και το συμπέρασμα του διορισθέντος από τους εναγομένους μηχανολόγου -μηχανικού οχημάτων Σ. Τ. στην υπ' αριθμό 0101/ 2010 Τεχνική Έκθεση). Περαιτέρω, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το ταξί, έβαινε με χαμηλή ταχύτητα (μη υπερβαίνουσα τα 25 χλμ/ω), καθόσον ολίγα δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση, βρισκόταν σε διακοπή πορείας (λόγω αποβίβασης πελάτη) και συνεπώς ήταν αδύνατο να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, αφού η σύγκρουση έλαβε χώρα μετ' ολίγα μέτρα εντός του κόμβου.

Η, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, εξέλιξη του ατυχήματος προκύπτει κυρίως από τα αντικειμενικά ευρήματα στον τόπο όπου αυτό συνέβη (όπως τούτα καταγράφονται, περιγράφονται και εικονίζονται στο Δελτίο Τροχαίου Ατυχήματος, που συνέταξε η Τροχαία Θεσσαλονίκης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει), καθώς από την στάθμιση των μαρτυρικών καταθέσεων τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στην ποινική προδικασία.

Υπό τις άνω περιστάσεις το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αμφοτέρων των άνω οδηγών και μάλιστα κατά ποσοστό 70% του πρώτου εναγομένου οδηγού του ταξί και 30% του ενάγοντος αναβάτη της μοτοσικλέτας. Ειδικότερα, η αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, συνίσταται στο ότι αυτός δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει ο μέσος συνετός άνθρωπος (άρθρο 330 ΑΚ), και την οποία εάν επιδείκνυε, θα μπορούσε να αποφύγει το ένδικο ατύχημα.

Έτσι, ως επαγγελματίας οδηγός ταξί, μολονότι κινούνταν σε πολυσύχναστη οδό μονής κατεύθυνσης, με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας και είχε πρόθεση να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά, δεν κατέλαβε προοδευτικά τη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του οδοστρώματος (στην πρώτη υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα), έτσι ώστε να εισέλθει στην οδό 25ης Μαρτίου.

Τουναντίον, από θέση στάσης (το ταξί βρισκόταν σε προσωρινή διακοπή πορείας για την αποβίβαση πελάτη) επιχείρησε αιφνίδιο ελιγμό διαγωνίως προς τα αριστερά, και εισήλθε εντός της διασταύρωσης, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Τούτο μάλιστα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του, έτσι ώστε να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή στους λοιπούς χρήστες της οδού Γ.

Παπανδρέου (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2, 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ). Εξάλλου, η αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος, συνίσταται στο ότι αυτός, δεν οδηγούσε με συνεχώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ρύθμισε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπο ώστε ναι είναι σε θέση να προβεί σε λυσιτελή ελιγμό ή να διακόψει την πορεία της ενώπιον οποιουδήποτε εμποδίου ή κινδύνου, αλλ' αντιθέτως, οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη των 50 χλμ/ω.

Έτσι, ενόψει της αιφνιδιαστικής παρεμβολής του ταξί στην πορεία του δεν μπόρεσε ν' αντιδράσει εγκαίρως, ήτοι και να πραγματοποιήσει είτε τελέσφορο αποφευκτικό ελιγμό είτε έγκαιρη πέδηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, ώστε να μπορέσει ν' αποφύγει τη σύγκρουση (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.).

Το ατύχημα και οι επιγενόμενες συνέπειές του οφείλονται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, στο ίδιο συμπέρασμα απέληξε σχετικά με την υπαιτιότητα του επίμαχου ατυχήματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων (οι εκκαλούντες εκατέρωθεν επικαλούνται αποκλειστική υπαιτιότητα των αντιδίκων τους), με τους οποίους αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απεφάνθη κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι...".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις και τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 2, 20 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της συνυπαιτιότητάς του αναιρεσείοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των προμνησθέντων κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα: 1) δεν αναφέρεται στην απόφαση πόσο ήταν σε γραμμικά μέτρα το τμήμα του οδοστρώματος από το ρεύμα πορείας της δίκυκλης μοτοσικλέτας μέχρι το σημείο, που βρισκόταν το αυτοκίνητο - ΤΑΧΙ του αναιρεσιβλήτου κατά την στιγμή της επανεκκίνησης του από την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου είχε σταθμεύσει προς αποβίβαση επιβάτη και αν η απόσταση αυτή ήταν επαρκής προκειμένου ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας να αντιληφθεί την κίνηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου - ΤΑΧΙ και να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό και σε καταφατική περίπτωση σε ποία αποφευκτική ενέργεια, 2) δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν και από ποία απόσταση αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί ο αναιρεσείων την είσοδο στο ρεύμα πορείας του, του αυτοκινήτου - ΤΑΧΙ του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επιχείρησε αιφνίδιο και απότομο αριστερό ελιγμό και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης ("φλας") και να προβεί έτσι είτε στην διακοπή της πορείας του είτε σε αποφευκτικό ελιγμό, 3) δεν αποσαφηνίζεται στην απόφαση με ποιο τρόπο η ρύθμιση της ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας του αναιρεσείοντος με βάση τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυγή του ένδικου ατυχήματος μετά την απρόσμενη και αιφνιδιαστική παρεμβολή του αυτοκινήτου - ΤΑΧΙ στην πορεία της, 4) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση ποία ήταν η πριν το ατύχημα ακριβής ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας αλλά απλώς αναφέρεται ότι ήταν μεγαλύτερη των 50 χλμ/ώρα, 5) δεν προσδιορίζεται το σημείο του αυτοκινήτου -ΤΑΧΙ στο οποίο επέπεσε η δίκυκλη μοτοσικλέτα αλλά απλά μνημονεύεται το πλάγιο και αριστερό τμήμα του ΤΑΧΙ εάν δηλαδή προσέκρουσε στην εμπρόσθια ή πίσω πλάγια αριστερή πλευρά του εν λόγω αυτοκινήτου - ΤΑΧΙ και 6) δεν αναφέρονται στην εκκαλούμενη απόφαση αιτιολογίες σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προηγηθείσας του ατυχήματος συμπεριφοράς του άνω ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος και ειδικότερα δεν αναφέρεται αν η υπέρβαση αυτή του ορίου ταχύτητας, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και ενόψει των όλων συνθηκών (νύχτα και κατάληψη της άκρας δεξιάς και άκρας αριστερής λωρίδες από τις τέσσερις (4), που είχε η ανωτέρω οδός από παρκαρισμένα οχήματα) θεωρείται πρόσφορος τρόπος τέλεσης του άνω ατυχήματος.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, των οποίων, μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνά τους.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος, μετά την προσθήκη της παρ. 4 στο άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2-4-2012, λόγω της νίκης του αναιρεσείοντα και καταθέσαντος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου σ' αυτόν (αναιρεσείοντα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί στο σύνολό της την υπ' αριθμ. 676/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ