Legislator Case Law & Legislation
680/2013 AI generated

Supreme Court refers appeal to plenary session regarding whether legal entities qualify as farmers under agricultural debt law.

Case Number 680/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred the first ground of an appeal to its plenary session for examination. The appellant argued that legal entities, including agricultural cooperatives, should be treated as farmers under specific debt adjustment laws, while the lower courts had rejected this interpretation. The court determined that this issue concerns the general interest of all agricultural legal entities and requires a unified judicial approach.

Legislator headnote

AI generated

Articles 563(2) of the Code of Civil Procedure and Article 23(2)(g) and (h) of Law 1756/1988; The first ground of an appeal alleging violation of substantive law provisions regarding the definition of 'farmer' for legal entities must be referred to the plenary session of the Supreme Court if it concerns a matter of general interest.

Keywords

AI generated
agricultural debt adjustment legal entity farmer status plenary session referral general interest issue Code of Civil Procedure Law 3259/2004 unified jurisprudence

Cited Legislation

AI generated
Article 563(2) of the Code of Civil Procedure
Article 23(2)(g) and (h) of Law 1756/1988
Article 16(1) of Law 2331/1995
Article 30 of Law 2789/2000
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 39(5) of Law 3259/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 680 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό ειδικής εκκαθάρισης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής Νικόλαο Μαράντο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. Λ. ΚΑΙ Κ. Λ.- Ανθοκομικαί επιχειρήσεις- Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΕΝΤΙΦΙΟΡΙ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή αυτής, Α. Λ., ο οποίος στο ακροατήριο παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Παπαδόπουλο, 2.Α. Λ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λαμπρόπουλο και 3. Κ. Λ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 296/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Αυγούστου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 8 Αυγούστου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 παρ.2 του ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδ.γ' και δ' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 2331/1995, προκύπτει, ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α)αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας.

Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι πρόκειται για ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο, για την ενότητα της νομολογίας. Εξ άλλου, με το άρθρο 30 ν. 2789/2000 (Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ...), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ.1, 3 ν. 2912/2001, ορίζονται στις παραγράφους 1 και 8 εδ.

τελευταίο τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α)το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β)το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ)το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού: "8 εδ. τελευταίο: Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την ... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.

Το δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση. Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν αναζητούνται, υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο ρύθμισης χρεών προς την ...

Τράπεζα της Ελλάδος με διάταξη νόμου δεν θίγονται". Ακολούθως, σχετικά με την ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής, με το άρθρο 42 παρ.4 ν. 2912/2001 ορίσθηκε, ότι "Η προβλεπομένη στην παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι 30-9-2001".

Ακολούθησε ο ν. 3259/2004, ο οποίος στο άρθρο 39 παρ.5 ορίζει τα εξής: "5.Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.

Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προς του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε, κατ' αποδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, τα εξής: " Ο δεύτερος και τρίτος των εναγόντων, οι οποίοι είναι αδέλφια, από το έτος 1984 διατηρούσαν ανθοκομική αγροτική Εκμετάλλευση σε ποτιστικό αγρό 4,557 τ.μ., ιδιοκτησίας τους, στη θέση "..." της Κοινότητας ...

του Δήμου ... . Οι εν λόγω ενάγοντες, προκειμένου να υπαχθούν στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1982, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 1360/1983 και να λάβουν άδεια λειτουργίας θερμοκηπιακής αγροτικής μονάδας σύγχρονης τεχνολογίας παραγωγής δρεπτών λουλουδιών (τριαντάφυλλα) στον ως άνω ποτιστικό αγρό τους, συνέστησαν σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθμ.

ΙΕ 11896/20575/13.8.1984 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με την υπ' αριθμ. .../28.3.1986 πράξη μετατροπής ατομικής επιχείρησης σε Ε.Π.Ε, του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κων/νου Γκιούσα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την πρώτη ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. ΚΑΙ Κ. Λ. -Ανθοκομικές Επιχειρήσεις - Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", με έδρα το Δήμο Αιγίου.

Σκοπός της εταιρείας αυτής, σύμφωνα με τη συστατική της πράξη, είναι αποκλειστικά η ανάπτυξη δραστηριότητας άσκησης γεωργίας, με την ίδρυση και εκμετάλλευση θερμοκηπιακής μονάδας παραγωγής δρεπτών λουλουδιών (τριαντάφυλλων) στο ως άνω αγροτικό ακίνητο των δύο εταίρων, οι οποίοι από κοινού εισέφεραν στην εταιρεία αυτή και η πώληση των παραγομένων προϊόντων.

Διαχειριστής της εταιρείας ορίσθηκε ο δεύτερος των εναγόντων Α. Λ., ο οποίος συμμετέχει στην εταιρεία με 92 εταιρικά μερίδια, δηλαδή κατά ποσοστό 80%, ενώ ο τρίτος εξ αυτών συμμετέχει στην εταιρεία με 23 εταιρικά μερίδια, δηλαδή κατά ποσοστό 20%. Στην εταιρεία αυτή μεταβιβάστηκαν και αυτή αναδέχθηκε το σύνολο των απαιτήσεων και υποχρεώσεων των φυσικών προσώπων εταίρων της από την άσκηση της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας γεωργικής εκμετάλλευσης.

Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με την προαναφερόμενη Υπουργική Απόφαση, εγκρίθηκε και χορηγήθηκε στους ενάγοντες για την ίδρυση και λειτουργία της ως άνω γεωργικής εκμετάλλευσης επιχορήγηση από το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 4,946.000 δραχμών και επιδότηση επιτοκίου 29%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. .../1984 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό μεταξύ της εναγομένης, της Παναιγιαλείου Ένωσης Συνεταιρισμών (ΠΕΣ) και του Αγροτικού Συνεταιρισμού Αγίου Κωνσταντίνου της ομώνυμου πρώην Κοινότητας Ν.

Αχαΐας, ο οποίος ασκούσε τότε την αγροτική πίστη, ο Σ. Λ., πατέρας του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, έλαβε ως μέλος του ως άνω Συνεταιρισμού, τα εξής βραχυπρόθεσμα καλλιεργητικά δάνεια: 1) στις 1.6.1984 100,000 δρχ., 2) στις 17.7.1984 40,000 δρχ. και 3) στις 12.3Ι985 50.000 δρχ., ήτοι δάνεια συνολικού ποσού 190.000 δρχ, που αντιστοιχεί σε 557,79 ευρώ με επιτόκιο 12% ετησίως.

Επίσης, ο Σ. Λ. έλαβε στις 25.11.1985 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αρδευτικό έργο ποσού 240.000 δρχ. που αντιστοιχεί σε 704,33 ευρώ με επιτόκιο 15,25% (βλ. υπ' αριθμ. .../11.11.1985 σύμβαση χρεωλυτικών δανείων). Το υπόλοιπο των εν λόγω δανείων, με λογιστικό 4.8.2004, διαμορφώθηκε στο ποσό των 542,09 ευρώ. Εξάλλου ο δεύτερος και τρίτος των εναγόντων δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1984 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και των από 17.9.1984, 17.9.1984 και 15.9.1988 προσθέτων πράξεων αυτής, που συνήψαν με την εναγομένη, έλαβαν από την τελευταία μεσοπρόθεσμο δάνειο, ποσού 14.172,000 δρχ., δεκαετούς διάρκειας, με επιτόκιο 15%, για τη δημιουργία θερμοκηπίου.

Επίσης με την υπ' αριθμ. .../1985 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και της από 12.9.1985 προσθέτου πράξεως αυτής, μεταξύ της εναγομένης και των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, καθώς και του πατρός τους Σ. Λ., οι τελευταίοι έλαβαν μεσοπρόθεσμο δάνειο, ποσού 5.350.000 δρχ., με επιτόκιο 15,25%, διάρκειας 15 ετών, για τη βελτίωση των θερμοκηπίων και την αντιμετώπιση των δαπανών που προέκυψαν από την ανατίμηση των υλικών και εργατικών για την κατασκευή θερμοκηπίου.

Με την υπ' αριθμ. .../11.1.1985 σύμβαση δανείου μεταξύ της εναγομένης και των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, οι τελευταίοι έλαβαν αρδευτικό δάνειο ποσού 11.470 δρχ., με επιτόκιο 15%, διάρκειας 12 ετών. Με την υπ' αριθμ. .../1.11.1985 σύμβαση παροχής πιστώσεως χρεωλυτικών δανείων, ο πατέρας τον δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, ως μέλος της αρδευτικής ομάδας ..., έλαβε από την εναγόμενη δάνειο, ποσού 240.000 δρχ.

με επιτόκιο 15,25%, διαρκείας 18 ετών, για την κατασκευή αρδευτικού έργου. Επίσης στις 5.7.1988 η πρώτη ενάγουσα, με εγγύηση του 2ου και 3ου των εναγόντων, έλαβε μεσοπρόθεσμο δάνειο από την εναγόμενη ποσού 800.000 δρχ. ή 2.347,76 ευρώ, με επιτόκιο 17,25% διαρκείας 15 ετών, για την κατασκευή υδατοδεξαμενής του θερμοκηπίου και στις 27.8.1988 βραχυπρόθεσμο δάνειο, ποσού 1.600.000 ευρώ, ή 4,695,52 ευρώ, με επιτόκιο 18% (βλ.

υπ' αριθμ. .../27.6.1988 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό) ... . Έναντι των ως άνω οφειλών οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εναγόμενη σε μετρητά, στις 2.10.1985 310.570 δρχ., στις 2,3-1986 19.600 δρχ, στις 6.3,1990 1.500,000 δρχ, στις 19.6,1990 500.000 δρχ., στις 20.7.1990 738.000 δρχ στις 19.9,1990 3.050 δρχ., στις 29.10.1990 982.141 δρχ., στις 19.11.1990 50.000 δρχ., στις 4.12.1990 100,000 δρχ, στις 7.1.1991 100.000 δρχ., στις 27-5.1992 1.000.000 δρχ.

Οι καταβολές, στις 24.6.1988, 75.000 δρχ., εισπράχθηκε σε πίστωση οφειλής του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως .../17.9.1984, στις 9.5.1988, 300.000 δρχ, εισπράχθηκε σε πίστωση οφειλής: α) του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως .../17.9.1984 (226.224 δρχ.), β) για ασφάλιστρα (69.304 δρχ.) και γ) για το μεσοπρόθεσμο αρδευτικό δάνειο με αριθμό συμβάσεως .../1985 (4,472 δρχ.), στις 21.6.1988 2.000.000 δρχ.

εισπράχθηκε σε πίστωση οφειλής του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως .../17.9. 1984, στις 12.11.2002, ποσού 2.148.000 δρχ. ή 6.304 ευρώ, τακτοποιημένου λογιστικώς στις 23.12.2004, αφού υπολογίσθηκαν τόκοι 1.244,09 ευρώ, εισπράχθηκε ως εξής: α) ποσό 549 ευρώ σε πίστωση οφειλής του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως .../1984, β) ποσό 155 ευρώ σε πίστωση οφειλής του αρδευτικού μεσοπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως .../1985 και γ) ποσό 6.844,09 ευρώ σε πίστωση οφειλής δανείου με αριθμό συμβάσεως .../1985, ήτοι καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των (549 - 155 + 6,844,09) 7.548,09 ευρώ από τη Β.

Λ., κληρονόμο του αποβιώσαντος την 11,12,1986 πατρός της Σ. Λ.. Σημειωτέον ότι με το ως άνω συνολικό ποσό των 4.523.000 δρχ. ή 13.273,66 ευρώ (75,000 4 300.000 + 2.000.000+2.148.000) πιστώθηκαν οφειλές από συμβάσεις δανείων των εναγόντων, τα οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο της ρυθμίσεως (12.10.2004) είχαν εξοφληθεί, καθώς και ληξιπρόθεσμες οφειλές του πατέρα των δύο τελευταίων εναγόντων Σ.

Λ., τις οποίες αποδέχθηκαν και ρύθμισαν και το ανεξόφλητο υπόλοιπο αυτών εκ 534,09 ευρώ. Περαιτέρω από τους υπ' αριθμ. .../22.6.1999 και .../22.6.1999 πίνακες κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αιγίου Αγγελικής Πιστόλα, όπως ο πρώτος διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. .../28.7.1999 πράξη διόρθωσης της ιδίας συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν μετά από πλειστηριασμό ακινήτων του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων αντιστοίχως, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη υπερθεματίστρια κατατάχθηκε στην μεν πρώτη περίπτωση για ποσό 7.032.038 δρχ.

και στη δεύτερη για 22.005.554 δρχ, κατά τα οποία ποσά εξοφλήθηκαν μερικώς οι ένδικες οφειλές των εναγόντων, των εξόδων εκτελέσεως εκ δρχ. 542,950 και 1.100.366 αντιστοίχως, μη υπολογιζόμενων ως καταβολών, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αφού τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνουν τους τελευταίους (αρθρ. 932 ΚΠολΔ).

Επίσης δεν θεωρούνται καταβολές τα ποσά των 982.391 δρχ. και 1,443,496 δρχ., που έλαβε η εναγόμενη στις 18.10.1999 και 5.6.1991 αντιστοίχως, συμψηφιστικά από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω επιδοτήσεως τόκων (κατά τις διατάξεις του Ν. 1262/1980) δανείων των εναγόντων, καθόσον με τις ως άνω επιδοτήσεις αναπροσαρμόσθηκαν τα δάνεια ως προς τα επιτόκια (μειώθηκαν) και η ωφέλεια των τελευταίων αναλώθηκε σε τούτο.

Επιπροσθέτως από τα ως άνω ποσά των 7.032,038 δρχ. και 22.005.554 δρχ., που προέρχονται από εκπλειστηρίαση ακινήτων του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων και θεωρήθηκαν ως καταβολές, νομίμως αφαιρέθηκαν από την εναγόμενη, στις 1.12.1999, τα έξοδα εγγραφής υποθηκών για τα ανωτέρω ακίνητα και τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, συνολικού ποσού 2.419.766 δρχ., καθόσον τούτο είχε συμφωνηθεί ρητώς στις μεταξύ τους συμβάσεις (άρθρο 5 και των συμβάσεων).

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και προσδιόρισε το ύψος των καταβολών των εναγόντων έναντι των ως άνω οφειλών τους εκ των συμβάσεων δανείων και συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που αφορούν τους ιδίους, στο ποσό των 43.052.602 δρχ. ή 126.346,59 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγόντων με την από 12-10.2004 αίτηση του προς την εναγόμενη ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3249/2004 (αναπροσαρμογή των οφειλών και ρύθμιση και αποπληρωμή αυτών σε δόσεις). Η εναγόμενη με την υπ' αριθμ. 205/27-12.2004 έγγραφη απάντηση της προσδιόρισε με λογιστικό 4.8.2004, τις υπαγόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 οφειλές στο ποσό των 68.296,59 ευρώ, πολλαπλασιάζοντας το κεφάλαιο των δανειστικών συμβάσεων που αφορούσαν τους ενάγοντες με το συντέλεση τρία (3) και εκείνων που αφορούσαν τον πατέρα του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων Σ.

Λ. με το συντελεστή δύο (2), λόγω της ιδιότητας του ως αγρότη. Ειδικότερα στην υπ' αριθμ. .../1984 σύμβαση, ποσού δανείου 14.172.000 χ 3: 42.516.000 δρχ., αφαιρουμένων των καταβολών εκ 38.872.634 δρχ, συνολικώς, προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό σε 3.643366 δρχ, ή 10.692,20 ευρώ, στην υπ' αριθμ. .../1985 σύμβαση, ποσού δανείου 5.350.000 Χ 3 = 316.050.000 δρχ., αφαιρουμένων των καταβολών εκ 4.179.968 δρχ.

συνολικώς, προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό σε 11.870.032 δρχ. ή 34.835,01 ευρώ, πλέον του ποσού των 1.108 ευρώ για ασφάλιστρα της συμβάσεως, στην υπ' αριθμ. .../1988 σύμβαση, με υπόλοιπο τελευταίας εκταμιεύσεως 1.600.843 χ 3 = 4.802.531 δρχ, ή 14.094 ευρώ, αφού δεν έγινε καμία έναντι τούτου καταβολή, στην υπ' αριθμ. .../1988 σύμβαση μεσοπρόθεσμου δανείου, ποσού 800.000 δρχ Χ 3 =: 2.400.000 δρχ.

ή 7.043,29 ευρώ, αφού δεν έγινε έναντι τούτου ουδεμία καταβολή, στην υπ' αριθμ. .../1984 σύμβαση (βραχυπρόθεσμα δάνεια που έλαβε ο αποβιώσας πατέρας του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων Σ. Λ.) με υπόλοιπο τελευταίας εκταμιεύσεως 177.033 δρχ. χ 2 = 354.065, αφαιρουμένων των καταβολών εκ 253.272 δρχ., προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο σε 100.793 δρχ, ή 295,8 ευρώ και στην υπ' αριθμ. .../1985 σύμβαση (μεσοπρόθεσμο δάνειο που έλαβε ο αποβιώσας πατέρας του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων Σ.

Λ.) ποσού δανείου 108.000 δρχ, χ 2 = 216.000 δρχ., αφαιρουμένων των καταβολών εκ 138.210 δρχ., προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο σε 77.790 δρχ. ή 228,29 ευρώ. Περαιτέρω η εναγόμενη με την προαναφερόμενη έγγραφη απάντηση της κάλεσε τους ενάγοντες, όπως εντός μηνός από τη λήψη της, προσέλθουν για υπογραφή των σχετικών πράξεων ρυθμίσεως των οφειλών τους, στο συνολικό ποσό των 68.296,59 ευρώ, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες του Ν. 3259/2004, κάνοντας μνεία ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως της προθεσμίας αυτής, θα θεωρήσει την αίτηση περί ρυθμίσεως ως μη υποβληθείσα και ότι αυτοί δεν συμφωνούν στην εν λόγω ρύθμιση της οφειλής τους, οπότε η ίδια δικαιούται να ασκήσει τα εκ του νόμου δικαιώματα της.

Με το ως άνω έγγραφο η εναγόμενη ενημέρωνε τους ενάγοντες ότι οι ίδιες οφειλές τους, χωρίς την ευνοϊκή ρύθμιση των διατάξεων του προαναφερομένου νόμου, ανέρχονται, με λογιστικό 4.8,2004, στο ποσό των 344.644,30 ευρώ ... . Όμως ο ως άνω τρόπος επανακαθορισμού της οφειλής, όσον αφορά τις δανειστικές συμβάσεις των εναγόντων, είναι εσφαλμένος και η άρνηση της εναγομένης για υπαγωγή της επίδικης οφειλής στην ευνοϊκότερη ρύθμιση της παρ.5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που προβλέπεται για τις οφειλές των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, τις σχετικές με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, δεν είναι νόμιμη.

Τούτο, διότι τόσο η πρώτη των εναγόντων εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, όσο και ο δεύτερος και τρίτος εξ αυτών έχουν την ιδιότητα του ασχολούμενου κατά κύριο έργο με τις αγροτικές δραστηριότητες, αιτία για την οποία και χορηγήθηκαν από την εναγόμενη τα ως άνω δάνεια, την ιδία δε ιδιότητα είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο συνομολογήσεως των δανείων και κατά την υποβολή της προαναφερομένης αιτήσεως (12.10,2004) περί ρυθμίσεως των οφειλών τους.

Ειδικότερα από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης πληρούσε τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη: α) από τη συστατική πράξη αυτής προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητα της είναι η άσκηση γεωργίας (καλλιέργεια ανθέων), β) είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης, ήτοι της ως άνω θερμοκηπιακής μονάδας παραγωγής δρεπτών λουλουδιών, που εισφέρθηκε σε αυτή από τους παραγωγούς εταίρους της, από την οποία αγροτική εκμετάλλευση, σύμφωνα με τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υποβάλλει, αντλεί το σύνολο των εισοδημάτων της, ενώ για την ίδια αιτία και προς εξοπλισμό της ως άνω γεωργικής παραγωγικής μονάδας χορηγήθηκαν προς αυτή τα προαναφερόμενα δάνεια από την εναγόμενη και γ) η πλειοψηφία και συγκεκριμένα το 80% των εταιρικών μεριδίων της ανήκει στο δεύτερο των εναγόντων Α.

Λ., ο οποίος είναι κατά κύριο επάγγελμα γεωργός, Η αναφορά του τελευταίου στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως της εταιρείας καθώς και στη δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατρός του με το χαρακτηρισμό ως επιχειρηματίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έχει ασκήσει οποιαδήποτε άλλη εμπορική δραστηριότητα, που να μπορεί να του προσδώσει την ιδιότητα του επιχειρηματία, εκτός της ενασχολήσεως του στην ως άνω γεωργική εκμετάλλευση -μονάδα παραγωγής ανθέων, στην οποία εργάζεται παρέχοντας προσωπική εργασία ως γεωργός καλλιεργητής, η οποία είναι και η αποκλειστική απασχόληση του.

Και ναι μεν αυτός το έτος 1981 συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Ανθυπασπιστή Λιμενικού Σώματος, με συντάξιμη υπηρεσία 13 ετών, 10 μηνών και 22 ημερών και μηνιαία σύνταξη 26,683 δρχ., πλην όμως έκτοτε ασκεί το επάγγελμα του αγρότη, κατά τα προαναφερόμενα και αντλεί το 50% και πλέον του ατομικού εισοδήματος του από τις γεωργικές δραστηριότητες της ως άνω γεωργικής εκμετάλλευσης.

Σημειωτέον ότι και η εναγόμενη συνομολογεί ότι η πρώτη των εναγόντων είναι μια από τις δύο μεγαλύτερες μονάδες θερμοκηπίου στο Νομό Αχαΐας, είναι υπερσύγχρονη, διότι έγινε με επιδοτήσεις, που ήταν και ο λόγος συστάσεως της και πραγματοποιεί μεγάλους τζίρους- Επίσης και ο τρίτος των εναγόντων είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και αντλεί το 50% του ατομικού του εισοδήματος από τις γεωργικές του δραστηριότητες της ως άνω γεωργίας εκμετάλλευσης και αφιερώνει ετησίως για τις δραστηριότητες εκτός της εκμετάλλευσης λιγότερο από το ήμισυ του διαθέσιμου χρόνου του, εξ ουδενός δε αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι αυτός κατά τους προαναφερόμενους χρόνους ήταν τραπεζικός υπάλληλος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.

Την ιδιότητα του τρίτου και τετάρτου των εναγόντων ως αγροτών βεβαιώνουν οι μάρτυρες Κ. Χ. και Α. Φ. στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, οι οποίοι, ως κάτοικοι ..., έχουν ιδία αντίληψη των γεγονότων και οι καταθέσεις τους κρίνονται πειστικές. Επομένως για τον επανακαθορισμό της οφειλής των εναγόντων, από τις δανειστικές συμβάσεις, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι ο συντελεστής 3, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 39 παρ.5 του Ν. 3259/2004.

Η βάση του υπολογισμού της οφειλής των εναγόντων από τις δανειακές τους συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με το συντελεστή 2. Ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους των εναγόντων.

Συγκεκριμένα βάση της οφειλής των εναγόντων αποτελεί το ποσό των 21.922,843 δρχ, ή 64.337,03 ευρώ (14.172,000 4- 5,350-000 + 1.600.843 + 800.000), που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό που εκταμιεύτηκε από αυτούς δυνάμει των αναφερομένων ως άνω δανειακών συμβάσεων και συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, όπως αυτές εξειδικεύονται και στο προαναφερθέν υπ' αριθμ.

πρωτ. 205/27.12.2004 απαντητικό έγγραφο της εναγομένης. Το ποσό αυτό πολλαπλασιαζόμενο με το συντελεστή 2, λόγω της αγροτικής ιδιότητας των εναγόντων, θα αντιστοιχεί στην αρχική οφειλή αυτών προς την εναγόμενη, η οποία ανέρχεται σε 21.922.843 δρχ ή 64.337,03 ευρώ χ 2 = 43.845.686 δρχ, ή 128.674ϊ,06 ευρώ. Από το ποσό αυτό, αν αφαιρεθούν οι καταβολή εκ μέρους των εναγόντων, συνολικού ποσού 43.052.602 δρχ.

ή 126.346,59 ευρώ (38.872.634 δρχ. για την .../1984 σύμβαση και 4.179.968 δρχ. για την .../1985 σύμβαση), θα προκύψει η τελική οφειλή των εναγόντων, από τις ως άνω συμβάσεις τους, προς την εναγόμενη, η οποία διαμορφώνεται σε 2.327,47 ευρώ συν 1.108 ευρώ ασφάλιστρα της 583/1985 συμβάσεως, ήτοι συνολικά στο ποσό των 3.435,47 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι στις δανειστικές συμβάσεις, που αφορούσαν τους ενάγοντες, ορθώς η εναγόμενη πολλαπλασίασε το κεφάλαιο τούτων με το συντελεστή 3, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.1 του Ν, 3259/2004, καθόσον οι τελευταίοι δεν ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο συνομολογήσεως των δανείων, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, ούτε και κατά την υποβολή της ως άνω από 12.10.2004 αιτήσεως περί επανακαθορισμού της οφειλής τους και ως εκ τούτου η οφειλή τους από τις εν λόγω συμβάσεις ανέρχεται στο ποσό των 67.772,5 ευρώ έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ...".

Με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι με την κρίση αυτή παραβιάσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 39 παρ.5 ν. 3259/2004, καθόσον δεν εφαρμόζονται "σε νομικά πρόσωπα αλλά μόνο και αποκλειστικά για οφειλές από δάνεια ή πιστώσεις που χορηγήθηκαν σε φυσικά πρόσωπα κατ' επάγγελμα αγρότες για την επαγγελματική τους αγροτική δραστηριότητα". Με τον λόγο αυτόν της αναιρέσεως, επομένως, φέρεται προς κρίση το ζήτημα εάν ως αγρότες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, θεωρούνται, πέραν των φυσικών και τα νομικά πρόσωπα και μάλιστα τόσο οι προσωπικές, όσο και οι κεφαλαιουχικές εταιρίες ή οι αγροτικοί συνεταιρισμοί κλπ, τα οποία ασχολούνται με την γεωργία και εάν τελικώς δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα την προνομιακή μεταχείριση, την οποία κατά τα ως άνω προβλέπει ο νόμος για τους αγρότες. Το ζήτημα δε αυτό είναι γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αφού αφορά το σύνολον των ασχολουμένων με την γεωργία νομικών προσώπων. Πρέπει επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, επιφυλασσομένου του Δικαστηρίου για την έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ