Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to appellant's absence and substantive grounds regarding non-reviewable administrative decisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding overtime pay, noting the appellant failed to appear in court. The Court of Appeal had ruled that the Ministry of Labor's authorization for overtime was valid because it involved urgent work requiring immediate execution, a matter the civil court cannot review. The Supreme Court rejected the appeal as both inadmissible for violating the principle of non-reviewable judicial decisions and baseless on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 C.Pol.D.; Art. 8 para. 4 of Law 515/1970: The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to appear in court without valid cause and when the lower court's decision concerns an administrative act involving urgent work that is not subject to judicial review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2051/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7242/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 21-3-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με επίκληση προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." υπ' αριθμ. 9512Β'/7-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 5-4-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσίβλητης, στον αναιρεσείοντα Δ.
Κ.. Τότε όμως, κατόπιν αιτήματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (24-1-2012), κατά την οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ενόψει τούτων και δοθέντος ότι δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση του αναιρεσείοντος για την ως άνω μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 515/1970 "Περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/1973 (έχει ήδη αντικατασταθεί με την παράγραφο 11 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010), "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
επί πλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
Διά την κατά τα ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιον των μισθωτών καταβάλλεται ηυξημένον κατά 75%". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο διάρκειας της ημερησίας εργασίας, η απασχόληση του μισθωτού γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασία, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν την συγκεκριμένη επιχείρηση ή την συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.
Δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση οι εργαζόμενοι, που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχολήσεως, ποιοι από τους μισθωτούς αυτού θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.
Εξάλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋποθέσεως δεν ελέγχεται από τα Πολιτικά Δικαστήρια.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού - Α.Ε." (ΔΕΗ) και κατά το επίδικο από 1-1-2000 έως 30-11-2003 χρονικό διάστημα εργαζόταν, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό που διατηρεί η αναιρεσίβλητη στο Λαύριο.
Κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, για επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε και υπερωριακώς, πραγματοποιώντας 1632 ώρες υπερωριακής εργασίας συνολικά. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι, για την υπερωριακή αυτή απασχόληση του αναιρεσείοντος, κατά τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 (έως 30-11-2003), είχε χορηγηθεί σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας, με τις υπ' αριθμ. 2336/20-5-1999, 2876/14-12-1999, 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002, 3057/21-3-2003 και 3759/8-10-2003 αποφάσεις αυτού, οι οποίες εκδόθηκαν μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και καλύπτουν όλο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο, ότι οι ως άνω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αφορούν ειδικά την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, ότι αναφέρεται σ' αυτές (αποφάσεις) ότι η άδεια για την υπερωριακή απασχόληση μισθωτών της αναιρεσίβλητης χορηγείται λόγω υπάρξεως εργασίας επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή και ακόμη ότι αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, για τους οποίους επιτρέπεται η υπερωριακή απασχόληση, μεταξύ των οποίων είναι και οι εργαζόμενοι με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, καθώς και ο αριθμός των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως αυτών.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι η κρίση του Υπουργού Εργασίας, περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο. Βάσει των ως άνω παραδοχών το Εφετείο κατέληξε, ότι η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 2000‚ 2001, 2002 και 2003 (έως 30-11-2003) κατέστη νόμιμη, σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι κατά συνέπεια δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά το επίδικο από 1-1-2000 έως 30-11-2003 χρονικό διάστημα.
Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (που είχε δεχθεί, εν μέρει, την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την καταβολή αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση) και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 515/1970, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/1973, και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις σχετικές του αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2010 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7242/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 7η Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ