Supreme Court reverses appeal court ruling on fictitious sale contract, remanding case due to failure to consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Second Instance Court's decision regarding a disputed property sale. The appellant argued the contract was fictitious because the buyer failed to pay the full price and possessed insufficient funds, citing specific bank records and testimonies. The Court found the lower court failed to properly evaluate these documents and evidence, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 138, Art. 513, Art. 559 para. 11 lit. g of the Civil Code; A declaration of will that is not made seriously but only apparently (fictitious) is void; if another legal act is covered by the fictitious one, it is valid if the parties intended it and required conditions are met; failure to consider evidence submitted by parties constitutes grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ρουμελιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φραγκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5901/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9056/2003 μη οριστική, 1919/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 3-12-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής τους τιμήματος, η οποία, προκειμένου για ακίνητο, πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 369 ΑΚ).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της ενωμένης με αυτήν σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, εφόσον υπό την εικονική αυτή δικαιοπραξία υποκρύπτεται άλλη έγκυρη δικαιοπραξία, όπως δωρεά, για να ισχύσει η υποκρυπτόμενη αυτή σύμβαση, απαιτείται συμφωνία των συμβληθέντων, ότι εικονική είναι η εμφανιζόμενη σύμβαση της πώλησης και έγκυρη η υποκρυπτόμενη σύμβαση της δωρεάς.
Για το κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης δεν ασκεί επιρροή το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποίο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ` άλλο τρόπο, όμως το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης από το γεγονός της καταβολής ή μη του τιμήματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμησή του πραγματικών γεγονότων, τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικώς με την από 27-3-1989 ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας , με την οποία, κατά την γενόμενη εκτίμηση του δικογράφου της από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ζητήθηκε να ακυρωθεί, λόγω εικονικότητας, η κατωτέρω αναφερόμενη επίδικη δικαιοπραξία της πώλησης ακινήτου, καθώς και, λόγω απάτης, η υποκρυπτόμενη υπό αυτήν δωρεά:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών, μετά την μετάθεσή της, κατά μήνα Ιούνιο 1988, στην ... από το εξωτερικό όπου υπηρετούσε, εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα του ενάγοντος, αστυνομικού και νεότερού της κατά 11 έτη, και ζούσαν μαζί, σε ελεύθερη συμβίωση, χωρίς να υπάρχει ως προοπτική της σχέσης αυτής ο γάμος.
Θέλοντας, η ενάγουσα, να συνδράμει οικονομικά το σύζυγο της αδελφής της, ΑΑ, ο οποίος αντιμετώπιζε κίνδυνο προσωπικής κράτησής του, με το ... σχετικό ένταλμα του Δημόσιου Ταμείου ΦΑΕΕ Αθηνών, για χρέη προς το Δημόσιο από τη λειτουργία της αναφερόμενης στην απόφαση επιχείρησής του, και για να εκπληρώσει δικές της υποχρεώσεις, αποφάσισε, το Σεπτέμβριο του 1988, να πωλήσει το επίδικο διαμέρισμά της, επιφάνειας 127,50 τ.μ., που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της αναφερόμενης οικοδομής στην ... .
Για τον σκοπό αυτό, με το ... πληρεξούσιο της αναφερόμενης συμβολαιογράφου Ναυπλίου, διόρισε τον εναγόμενο πληρεξούσιό της για την αγορά ή πώληση ακίνητης περιουσίας της και για λοιπές διαχειριστικές πράξεις. Τελικά, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, να αγοράσει το διαμέρισμα ο εναγόμενος, αντί τιμήματος 7.000.000 δραχμών, που ήταν η αντικειμενική αξία του.
Έτσι προσήλθαν ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου Ναυπλίου, που επιλέχθηκε διότι στο Ναύπλιο είναι η πατρική οικία και τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου, την οποία τακτικώς επισκεπτόταν και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο, όπου συντάχθηκε το ... συμβόλαιο, με το οποίο η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο το ανωτέρω διαμέρισμά της.
Από το ποσό αυτό του τιμήματος, ο εναγόμενος κατέβαλε 5.000.000 δραχμές μετρητοίς, και συγκεκριμένα 3.000.000 δραχμές, από προείσπραξη τραπεζικών ομολόγων του, και 2.000.000 δραχμές από δάνειο που έλαβε από τον ΓΓ, στις 2-10-1988,πληρωτέο στις 15-6-1989 και για το οποίο εκδόθηκαν 16 συναλλαγματικές αποδοχής του, των 120.000 δραχμών, και 2 των 40.000 δραχμών, δεδομένου ότι στις 13-6-1989 έληξε η ...
προθεσμιακή του κατάθεση Αγροτικής Τράπεζας, 6.000.000 δραχμών, η οποία θα του απέφερε τόκο 1.065.000 δραχμές. Το υπόλοιπο του τιμήματος, των 2.000.000 δραχμών, συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με αντίστοιχη απαίτηση του ενάγοντος από δάνειο 10.802 δολαρίων ΗΠΑ, που είχε χορηγήσει ο τελευταίος στην ενάγουσα, όταν αυτή ήταν ακόμη στη ... .
Συγκεκριμένα, ο ενάγων, με την από 19-4-1988 αίτησή του προς την Τράπεζα Πειραιώς, ζήτησε την έκδοση επιταγής για το ανωτέρω ποσό δολαρίων, από λογαριασμό που τηρούσε σ' εκείνη, στο όνομα της ενάγουσας και πράγματι εκδόθηκε η ... επιταγή (ισόποση 2.000.000 δραχμών). Στη συνέχεια η ενάγουσα, την 1-11-1988, κατέθεσε το ποσό των 10.802 δρχ (κατάδηλα δολλαρίων) στην Αγροτική Τράπεζα, στο όνομα του εναγομένου και του πατέρα του, ταυτόχρονα δε, με αίτηση του εναγομένου, προστέθηκε στο λογαριασμό αυτό και το όνομα της ενάγουσας, ενώ από 16-3-1989 η κατάθεση αυτή, μετά από αίτηση του εναγομένου, μετατράπηκε σε κατάθεση ταμιευτηρίου, στα ονόματα των διαδίκων.
Η ενάγουσα, η οποία προέβαλε τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι το εν λόγω ποσό των 10.802 δολλαρίων ΗΠΑ δεν αποτελούσε δάνειο, αλλά προέρχεται από δικά της χρήματα, που είχε στην Ελλάδα, τελικώς παραδέχθηκε ότι το ποσό αυτό ανήκε στον εναγόμενο, αλλά της είχε δοθεί απ' αυτόν προκειμένου να το εξάγει για την αγορά αυτοκινήτου.
Σε κάθε όμως περίπτωση, είτε δηλαδή επρόκειτο για δάνειο είτε της δόθηκε για να το εξάγει, η ενάγουσα, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, προέβη, στις 19 και 20-3-2003, στην ανάληψη του ποσού αυτού των 10.802 δολλαρίων ΗΠΑ, υπολοίπου του τιμήματος της πώλησης του διαμερίσματός της και των μέχρι τότε τόκων, ήτοι συνολικά 15.607,20 δολαρίων.
Από τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο με αιτία την πώληση, ήταν πραγματική και δεν έγινε εικονικά και ειδικότερα χωρίς τίμημα και κατόπιν της ανωτέρω απατηλής υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα συνάψει μαζί της γάμο. Ούτε είναι αληθές ότι η ενάγουσα "σύρθηκε", με απειλές και εκβιασμούς και χειροδικίες σε βάρος της από τον εναγόμενο, για να μεταβεί στο ...
για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης του διαμερίσματος. Αντίθετα, από το περιεχόμενο επιστολής της, με ημερομηνία 14-10-1988, που παρέδωσε στον εναγόμενο κατά την επίσκεψή του στο ... για την υπογραφή του συμβολαίου, προκύπτει ότι οι σχέσεις τους ήταν άριστες, του απευθύνεται με λόγια αγάπης και τρυφερότητας και του επισημαίνει ότι θα βρίσκεται κοντά του με οποιαδήποτε ιδιότητα αυτού θέλει και ότι δεν αποβλέπει, ούτε αποσκοπεί πουθενά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την προαναφερόμενη βάση της, αφού, κατά παραδοχή έφεσης του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που να καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 138, 513 ΑΚ που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας: α) ενώ συνήγαγε τεκμήριο για την ύπαρξη συναλλακτικής πρόθεσης των διαδίκων προς κατάρτιση της ένδικης σύμβασης πώλησης, από το ότι η ενάγουσα θέλησε να συνδράμει τον σύζυγο της αδελφής της, ο οποίος αντιμετώπιζε τον κίνδυνο προσωπική του κράτησης, λόγω οφειλών του προ το Δημόσιο, καθώς και για να εκπληρώσει δικές της υποχρεώσεις, δεν περιέλαβε αιτιολογίες αναφορικά με το ποσό της οφειλής του ανωτέρω συγγενικού της προσώπου προς το Δημόσιο και τον χρόνο που ανέκυψε ο κίνδυνος της προσωπικής του κράτησης, καθώς και για το είδος και το ύψος των ιδικών της υποχρεώσεων, προκειμένου να κριθεί ότι πράγματι οι υποχρεώσεις αυτές ήταν τέτοιες ώστε να δημιουργήσουν στην ενάγουσα συναλλακτική πρόθεση για την πώλησης του ακινήτου της στον εναγόμενο, και μάλιστα στην τιμή της αντικειμενικής του αξίας.
β) Ενώ δέχθηκε ότι το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, ύψους 2.000.000 δραχμών, συμφωνήθηκε να συμψηφισθεί με αντίστοιχη απαίτηση του ενάγοντος από δάνειο 10.802 δολαρίων ΗΠΑ, που είχε χορηγήσει ο εναγόμενος στην ενάγουσα, περαιτέρω δέχεται, αντιφατικώς, ότι το ποσό αυτό των 10.802 δολαρίων, κατέθεσε η ενάγουσα, την 1-11-1998, ήτοι μετά την επίδικη πώληση, στην Α.Τ.Ε.
στο όνομα του εναγομένου και του πατέρα του, έστω και αν με αίτηση του εναγομένου προστέθηκε και το όνομα της ίδιας στο λογαριασμό αυτό. γ) Δεν περιέλαβε αιτιολογίες σχετικά με την ανάληψη του ποσού αυτού από την ενάγουσα στις 19 και 20-3-2003, ήτοι 15 έτη μετά την κατάρτιση της επίδικη πώλησης και μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, παρόλο ότι αυτό, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αποτελούσε το υπόλοιπο του τιμήματος της επίδικης πώλησης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339,340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια , υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ., ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της, περί της εικονικότητας της επίδικης σύμβασης πώλησης, με δικαστικά τεκμήρια συναγόμενα από το γεγονός της μη καταβολής τιμήματος γιαυτήν, α) βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία η μέση τιμή FIXING δολαρίου ΗΠΑ, στις 19-4-1988,ήταν 133,80 δρχ.
και, επομένως, το ποσό των 10.802 δολαρίων ΗΠΑ, που κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης καταβλήθηκε στην εν λόγω διάδικο για την εξόφληση του εκ 2.000.000 δραχμών υπολοίπου του τιμήματος της επίδικης πώλησης, ανέρχονταν μόνο σε 1.441.850 δραχμές, β )την από 18-5-1990 κατάθεση του ΓΓ, ενώπιον του Πταισματοδίκη-Ανακριτή Αθηνών, σύμφωνα με την οποία εκείνος είχε δανεισθεί από τον εναγόμενο, πριν δύο έτη, και, επομένως δεν θα δάνειζε αυτός χρήματα στον εναγόμενο, και γ) την από 17-5-1989 βεβαίωση του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα έλαβε, ως μισθό, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 14-10-1998, το ποσό των 32.341,11 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι ισόποσο με 510.649,10 δραχμές και, επομένως η οικονομική της κατάσταση ήταν τέτοια ώστε να μην έχει ανάγκη να προβεί στην πώληση του επίδικου ακινήτου, ούτε να δανεισθεί από τον εναγόμενο.
Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1919/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ