Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all evidence submitted by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the parents of the deceased child against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific documents proving the insurance policy had expired, but the court found the lower court had explicitly taken these documents into account in its reasoning. Consequently, the court ruled that the appeal was unfounded and ordered the appellants to pay the legal costs of the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11 K.Pol.D.; An appeal is admissible only if the appellate court failed to consider evidence adduced by the parties, requiring the appeal to specifically identify the evidence, its content, and the reasons for its omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 680 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 680/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του Χ. Δ., 2. Μ. συζ. Σ. Δ., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Χ. Δ., 3. Ι. Ν. του Φ. και 4. Ε. συζ. Ι. Ν., το γένος Γ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντη Τόλια, ο οποίος δήλωσε ότι ο 3ος ως άνω αναιρεσείων (Ι. Ν.) απεβίωσε στις 19-10-2003, σύμφωνα με την υπ'αριθ. …82/2003 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Ορεστιάδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. Σ. Δ. του Ι. (1ος αναιρεσείων), β. Ε. συζ. Ι. Ν. (4η αναιρεσείουσα), γ. Ε. συζ. Ι. Ν., το γένος Ι. Ν. ή Δ., κάτοικος ... και δ. Δ. συζ. Β. Δ., το γένος Ι. Ν. Δ., κάτοικος ..., τους οποίους εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίων εγγράφων.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-6-1998, 22-10-1998 και 2-11-1998 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2524/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2220/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Μαρτίου 2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 30 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα συνεχίζουν την ανοιγείσα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη οι κατωτέρω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου Ι. Ν. που περιελήφθη ως αναιρεσείων στο σχετικό δικόγραφο της αναιρέσεως, αφού ο δικαιοπάροχός τους απεβίωσε μετά την άσκησή της. Ειδικότερα προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμόν …82/2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Ορεστιάδας, ότι ο Ι. Ν. απεβίωσε στις 19.10.2003. Aπό τα προσκομιζόμενα επίσης μετ' επικλήσεως πιστοποιητικά έγγραφα και δη α) το …91/1999 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως β) …36/2006 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Ορεστιάδας γ) ….0/2006 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας δ) 40/2006 πιστοποιητικό του ως άνω Γραμματέα προκύπτει, ότι στην κληρονομία του υπεισήλθαν οι δικαιοδόχοι του (σύζυγος και τρία τέκνα), οι οποίοι συνεχίζουν νομίμως τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι ήτοι 1) Σ. Δ., 2) Ε. Ν., 3) Ε. Ν. και 4) Δ. Δ. το γένος Ι. Ν. οι δυο τελευταίες.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 11 του ν. 429/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχήματος αστικής ευθύνης" όπως ο νόμος αυτός κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 (ΦΕΚ Α 110/18.7.1986) και οι διατάξεις εκείνες περιελήφθησαν στα αντίστοιχα ταυτάριθμα άρθρα του, το πρόσωπο που ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή, ο οποίος δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού, όταν ασκεί την παραπάνω αξίωση ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, ενώ η ακύρωση, η λήξη, ή η αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο εφόσον το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο 16 ημερών από τη γνωστοποίηση της ακυρώσεως ή λήξεως ή αναστολής από τον ασφαλιστή.
Η γνωστοποίηση αυτή γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύεται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο. Με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 2717/10.9.1997 η τελευταία διάταξη, αντικαταστάθηκε και ορίστηκε ότι "η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν".
Ο σκοπός της γνωστοποιήσεως αυτής είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο παύσεως της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει το περιεχόμενο του άρθρου, στο οποίο και αυτή η διάταξη έχει ενταχθεί.
Επομένως για την έναντι του ζημιωθέντος τρίτου απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας είναι αναγκαία η τήρηση του από το νόμο επιβαλλόμενου τύπου της γνωστοποίησης αυτής και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως επήλθε με μεταγενέστερη συμφωνία του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε έκτοτε την ακύρωση αφού με τη σύμπραξή του είχε προκληθεί.
Ετσι, μετά ταύτα και εφόσον ο κύριος ή κάτοχος του κατά άνω ασφαλισθέντος αυτοκινήτου δεν έχει καλύψει με άλλη ασφαλιστική σύμβαση την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 19 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Π.Δ/γματος, η υποχρέωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου βαρύνει το νομικό πρόσωπο με τη συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο".
Εξάλλου, με το άρθρο 3 του Π.Δ. 314/13.8.1993 (ΦΕΚ Α' 134) προστέθηκε στην παρ. 5 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής "Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ασφαλιστή αστικής ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες, που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες ανασφάλιστου οχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται σε πρώτη φάση να αποζημιώσει το θύμα.
Αν τελικά αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να έχει καταβάλει την αποζημίωση εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε διαφορά μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή, για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει τον τρίτο ζημιωθέντα και δεν καθιερώνει εξαρχής δυνατότητα του τρίτου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου να αποζημιώσει αυτόν και αν ακόμη το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, με περαιτέρω υποχρέωση του ασφαλιστή, στην περίπτωση αυτή, την επιστροφή στο Επικουρικό Κεφάλαιο του ποσού, που αυτό κατέβαλε.
Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 489/1976 "το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, όταν: α)... β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση".
Η δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρεται σε πρόκληση ατυχήματος από ανασφάλιστο αυτοκίνητο. Τέτοιο χαρακτηρίζεται ένα αυτοκίνητο για το οποίο δεν συνήφθη ποτέ σύμβαση ασφαλίσεως, όπως επίσης η συναφθείσα κατά το παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως λύθηκε ή ακυρώθηκε μεταγενέστερα με νόμιμο τρόπο (καταγγελία από τον ασφαλιστή, αντισυμβαλλόμενο, αντίθετη μεταξύ τους συμφωνία κ.λ.π.), εφόσον επακολούθησε η κατά το άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 489/1976 γνωστοποίηση της ακυρώσεως ή λύσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο 16 ημερών από εγκύρως χωρήσασα γνωστοποίηση.
Αντιθέτως, αν μετά την εγκύρως χωρήσασα λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως μεταξύ των μερών δεν επακολουθήσει η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 489/1976 γνωστοποίηση της λύσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως, τότε διατηρείται η έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνη του ασφαλιστή, παρά τη χωρήσασα λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως, οπότε και δεν δύναται να γίνει λόγος για ανασφάλιστο αυτοκίνητο, και έτσι δεν ανακύπτει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για τις ζημίες σε τρίτους, που προήλθαν από το ως άνω αυτοκίνητο (Ολ Α.Π. 3/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το εκκαλούν - εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο και ήδη αναιρεσίβλητο ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με λόγο εφέσεώς του στο Εφετείο, ότι το φερόμενο με την αγωγή ως ανασφάλιστο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..
ΑΕΓΑ" για το χρονικό διάστημα από 20.1.1995 μέχρι 20.1.1996 με το υπ' αριθμόν ...195 συμβόλαιο και ανανεώθηκε ακολούθως αυτομάτως για το από 20.1.1996 έως 20.1.1997 χρονικό διάστημα εντός του οποίου συνέβη το ατύχημα (5.7.1996). Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση ακυρώθηκε με την υπ' αριθμόν ...95 πράξη ακύρωσης χωρίς όμως να αποδείξουν ότι η πρόσθετη αυτή πράξη ακύρωσης γνωστοποιήθηκε από την ασφαλιστική εταιρία "..." προς τον ασφαλισμένο της και ότι παρήλθε μέχρι την ημέρα του ατυχήματος χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 16 ημερών.
Οι εφεσίβλητοι ενάγοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν την υπ' αριθμόν 365/17.1.1995 επιστολή της ασφαλιστικής εταιρίας "..." προς τον ασφαλισμένο της Μ. Τ., στην οποία αναφέρεται ότι ακυρώνεται το υπ' αριθμόν 320755 ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το υπ' αριθμόν ...49 αυτοκίνητο, αλλά το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο είναι άσχετο με το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο που αφορά την ακύρωση, δηλαδή το υπ' αριθμόν ...195 συμβόλαιο διάρκειας από 20.1.1995 έως 20.1.1996 που ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (αφού ανανεώθηκε αυτομάτως κατά το από 20.1.1996 έως το 20.1.1997 χρονικό διάστημα).
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω επιστολή περιήλθε στα χέρια που παραλήπτη της Μ. Τ., ποιο ήταν το περιεχόμενο αυτής και αν ο παραλήπτης της έλαβε γνώση του περιεχομένου αυτής. Το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθμόν …4/162/13.1.1999 έγγραφο των ΕΛΤΑ Ορεστιάδας, στο οποίο αναφέρεται ότι η υπηρεσία αδυνατεί να παράσχει πληροφορίες για την τύχη της υπ' αριθμόν 7976/1995 συστημένης επιστολής, διότι το αρχείο των επιδοθέντων συστημένων επιστολών παραμένει στο γραφείο τους για τα δύο επόμενα χρόνια από το χρόνο της επίδοσης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, ούτε να θεωρηθεί, ότι έτσι αναπληρώνεται η προβλεπομένη από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976 διαδικασία, αφού η ...
μπορούσε ευχερώς να έχει στην κατοχή της τα απαιτούμενα έγγραφα κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης, ήτοι της επίδοσης της συστημένης επιστολής στον ασφαλισμένο της. Επίσης ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι η άνω σύμβαση ασφάλισης είχε παύσει να ισχύει από 20.1.1995 με σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών (ασφαλιστικής και ασφαλισμένου), οπότε και ο ασφαλισμένος γνώριζε, ότι το όχημά του δεν ήταν ασφαλισμένο στην ..., είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος λόγω μη τηρήσεως του από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 επιβαλλομένου τύπου της γνωστοποιήσεως αυτής.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, ότι εφόσον υπήρχε σύμβαση ασφαλίσεως η οποία ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήτοι στις 5.7.1996 δεν υπάρχει υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώσει τους εφεσιβλήτους - ενάγοντες. Τέλος το ίδιο δικαστήριο με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ως ουσία βάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε υποχρεώσει το τελευταίο να αποζημιώσει τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες λόγω παραδοχής της σχετικής αγωγής τους και στη συνέχεια απέρριψε ως παθητικά ανομιμοποίητη την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε με τον τρόπο αυτό ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διαληφθείσες ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία και στην περίπτωση λύσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως με σιωπηρά συμφωνία των συμβληθέντων, γι' αυτό ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω με το να δεχθεί τα ως άνω το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες στο θέμα της μη γνωστοποιήσεως της καταγγελίας της συμβάσεως ασφαλίσεως στον ασφαλισμένο της Μ. Τ.. Δεν συνιστά δεν αντίφαση η παραδοχή της αποφάσεως, ότι ναι μεν αποδείχθηκε η αποστολή της υπ' αριθμόν ..65/17.1.1995 επιστολής της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ..., πλην δεν αποδείχθηκε ότι η επιστολή αυτή περιήλθε στα χέρια του ως άνω παραλήπτη της Μ. Τ., αφού κατά τις παραδοχές της αποφάσεως αναφέρεται, ότι με την επιστολή αυτή ακυρώνεται άλλο ασφαλιστήριο συμβόλαιο από το ισχύον κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙΙ. Από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη (τρίτη περίπτωση) λόγος αναιρέσεως πρέπει α) να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που αγνοήθηκαν και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και για το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους να αναφέρεται αν έγινε επίκλησή τους β) να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα και ακολούθως αναφερόμενα έγγραφα προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το εμπλακέν στο ατύχημα αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...49 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του οδηγού αυτού Μ.
Τ. ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος αφού είχε γνωστοποιηθεί στον τελευταίο η λήξη της συμβάσεως ασφαλίσεως 1) την …50-0073 απόδειξη καταθέσεως συστημένου με ημερομηνία 1995, 2) την απολογία του Μ. Τ., 3) το από 6.12.1996 κατηγορητήριο και κλητήριο θέσπισμα, 4) την 629/1998 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας και την 1353/1992 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κομοτηνής.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε η γνωστοποίηση της καταγγελίας της συμβάσεως ασφαλίσεως έλαβε υπόψη τις στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέσεις των μαρτύρων, την υπ' αριθμόν 11/8.3.1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ορεστιάδας, καθώς και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από την ως άνω ρητή διαβεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρ' όλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν αξιολογεί ξεχωριστά, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω αναφερόμενα στο αναιρετήριο με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς ο σχετικός αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ως απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2003 αίτηση των Σ. Δ. και λοιπών για αναίρεση της 2220/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ