Supreme Court dismisses appeal on labor dispute where legal regime changed, breaking res judicata identity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding dependent employment. The appellant argued that the lower court erred by applying new collective agreements and failed to consider prior favorable legal regimes, claiming a violation of res judicata. The court rejected these claims because the legal regime governing the employment relationship had fundamentally changed since the earlier judgment, thereby destroying the necessary identity of cause required for res judicata to apply.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the legal regime governing the substantive relationship changes between judgments, destroying the identity of cause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 67 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 67/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Σ. Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Πολέμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2036/1999 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7775/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 23-2-2001 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1443/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί την προαναφερόμενη απόφαση και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 1917/2015 μη οριστική και 1976/2018 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι μεν διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, αλλά έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) ή διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ), το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η, συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από το πλέγμα των τότε υφισταμένων διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή αν οι αιτούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος, στηρίζονται σε νέες νομικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες, νέες νομοθετικές διατάξεις είναι και οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, εν όψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ.3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς και γΓ αυτό οι δικαστικές αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις τότε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και ως προς τις αξιώσεις τους για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, που στηρίζονται στις κατά το διάστημα αυτό ισχύουσες νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΟλΑΠ 3/2003, ΟλΑΠ 10/2002).
2. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 (ΦΕΚ Β' 472/11-8- 1981) και 18749/1981 (ΦΕΚ Β' 731/4-12-1981) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/4-10-1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 741/4-10-1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988 (άρθρο 10 αυτής).
Με την ανωτέρω ΕΣΣΕ επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολο τους, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 "αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ.1 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ).
Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με αυτή τη συλλογική σύμβαση διατηρούνται. Τούτο είχε την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος τυχόν ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 10/2002).
Με το άρθρο 31 του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως και 27 του ν. 1505/1984, οπότε μεταβλήθηκε και πάλι το μισθολογικό καθεστώς, μεταξύ άλλων, και των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου στα νοσηλευτικά ιδρύματα του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (ΑΠ 815/2014, ΑΠ 336/2011, ΑΠ 196/2011).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου με την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου σε συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 717/2018, ΑΠ 2024/2014).Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2019).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 18-7-1998 και με αριθμό κατάθεσης 3087/1998 αγωγή, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), ισχυρίσθηκε ότι στις 22-12-1986 προσλήφθηκε από το εναγόμενο νοσοκομείο (ήδη αναιρεσίβλητο), που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια, με αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από το νόμο, τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.
Ότι το εναγόμενο, κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών της κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 30-4-1998, δεν εφάρμοσε τις ευνοϊκότερες γι' αυτή διατάξεις των ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την άποψη της ενάγουσας (η οποία ήταν έγγαμη, με μία άγαμη θυγατέρα, γεννηθείσα το έτος 1977 και με προϋπηρεσία 15 ετών την 1-10-1992 και 18 ετών την 1-10- 1995), ο μηνιαίος μισθός της συντίθεται α) από το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη (ημερομίσθιο ασφαλείας) της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, πολλαπλασιαζόμενο επί 8/6 (διότι, ως προς τις καθαρίστριες, αντιστοιχεί σε 6 ώρες ημερήσιας απασχόλησης, ενώ η ενάγουσα εργαζόταν 8 ώρες), επί 1,15 και το προκύπτον ημερομίσθιο πολλαπλασιαζόμενο επί τις 25 εργάσιμες ημέρες εκάστου μηνός, β) από επιπλέον προσαύξηση 30% για το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, γ) από επιπλέον προσαύξηση 50% για το επίδομα τριετιών, δ) από επιπλέον προσαύξηση 15% για επίδομα συζύγου και τέκνου, ε) από επιπλέον προσαύξηση 15% για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, στ) από επιπλέον προσαύξηση 40% για το ειδικό επίδομα του άρθρου 44 του ν. 1193/1981, ζ) από την ειδική αποζημίωση 8.000 δραχμών του άρθρου 7 του Ν. 2019/1992 , η) από το επίδομα τροφής 12.000 δραχμών, θ) από την επιπλέον αμοιβή 50 ωρών του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975 ι) από το επίδομα 500 δραχμών του ν.δ. 1064/1971 και ια) από το επίδομα αυξημένης ευθύνης 35.000 δραχμών του άρθρου 8 του ν. 2430/1996.
Ότι λόγω μη προσδιορισμού των αποδοχών της σύμφωνα με τις ευνοϊκότερες διατάξεις των ανωτέρω ΣΣΕ και ΔΑ, με τις οποίες έπρεπε να αμείβεται, προέκυψαν οι καθοριζόμενες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών εν γένει αποδοχών. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να της επιδικασθεί, το συνολικό ποσό των 32.186. 635 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, διαφορές προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και διαφορές για υπερωριακή εργασία.
4. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αρχικά η 2036/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ως νόμω βάσιμη την αγωγή, ακολούθως την έκανε δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη στο σύνολό της και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.186.635 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Ακολούθως, κατά της ανωτέρω απόφασης, το εναγόμενο, άσκησε την από 23.2.2000 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η 7775/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν από τις 22.12.1986 στο εναγόμενο ως καθαρίστρια, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι με τις 350/1995, 6692/1995, 1138/1999 και 6279/1999 αποφάσεις του ίδιου Εφετείου, που εκδόθηκαν επί προηγουμένων αγωγών της για επιδίκαση σ' αυτήν μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1.1.987 έως 30.12.1995, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας της ενάγουσας διέπεται από την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και μετά την 1.-7-1998, που άρχισε να ισχύει η Ε.ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και επιδικάστηκαν έτσι σ' αυτήν μισθολογικές διαφορές του παραπάνω χρονικού διαστήματος με βάση τη ΔΑ 42/1981 και το βασικό ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη, στο οποίο παραπέμπει ο όρος 28 της άνω Δ.Α.
Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη από 18-7-1988 αγωγή όμοιες αξιώσεις της ενάγουσας του επιδίκου από 1.1.996 έως 30.4.1998 μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο δεν έχει μεταβληθεί το νομοθετικό καθεστώς και οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, δέχθηκε την αγωγή λόγω του άνω δεδικασμένου και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Την αναίρεση της άνω 7775/2000 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε ακολούθως, με την από 23/2/2001 αίτησή του το εναγόμενο. Επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η 1443/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 7775/2000 απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις, καθόσον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ίσχυαν από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, οι οποίες μετέβαλαν το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές αυτές κατά το χρονικό διάστημα που έκριναν οι εν λόγω τελεσίδικες αποφάσεις, επιπροσθέτως δε ότι από 1-1-1997 επήλθε και άλλη μεταβολή του νομικού καθεστώτος με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022 (ΦΕΚ 462Β'/66-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και επεξέτεινε αναδρομικά από 1-1-1997 τις διατάξεις του άνω Ν. 2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ.
Με την ως άνω αναιρετική απόφαση ή υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές και ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
5. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω 1976/2018 απόφασή του, η οποία διορθώθηκε με την 3595/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι συνδέεται με το εναγόμενο ΝΠΔΔ "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι παρείχε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια από την 22-12-1986 και εντεύθεν, ζητούσε να της καταβληθούν διαφορές αποδοχών για το διάστημα από 1.1.1996 έως 30-61998 (το ορθό έως 30-4-1998), καθώς και διαφορές αμοιβών για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες και την παροχή υπερωριακής εργασίας για το ίδιο διάστημα λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σε αυτήν αποδοχών με βάση τη ΔΑ 42/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς και τις προϊσχύουσες της ΕΣΣΕ λοιπές διατάξεις.
Ότι με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, το νομικά δε αβάσιμο της αγωγής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που επικαλείται η ενάγουσα ότι προκύπτει από τις με αριθμ. 350/1995, 6692/1995, 1138/1999 και 6279/1999 αποφάσεις του ίδιου Εφετείου (Εφετείου Αθηνών). Ότι με αυτές τις αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν σε προγενέστερες αγωγές της ενάγουσας κατά του εναγομένου, με τις οποίες ζητούσε την επιδίκαση των μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 30-12-1995 κρίθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο για το δικαίωμα της ενάγουσας να λαμβάνει τα προβλεπόμενα από το νομικό καθεστώς της ως άνω 42/1981 ΔΑ επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα τριετιών, οικογενειακών βαρών και ανθυγιεινής εργασίας και ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών της ενάγουσας για το διάστημα αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης (42/1981).
Ότι από τις αποφάσεις όμως αυτές δεν απορρέει δεδικασμένο, αφού οι αξιώσεις της ενάγουσας που ασκούνται με την ένδικη αγωγή έχουν διαφορετική νομική αιτία σε σχέση με τις αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές και συγκεκριμένα η ένδικη αγωγή αφορά διαφορές αποδοχών για το από 1.1.1996 έως 30.4.1998 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ίσχυαν οι από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΕΕ, τις οποίες και η ίδια η ενάγουσα επικαλείται για τον προσδιορισμό των αποδοχών της και οι οποίες συνιστούν μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει τις αποδοχές αυτές σε σχέση με το νομικό καθεστώς που ίσχυε, κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, που έκριναν οι τελεσίδικες ως άνω αποφάσεις, ως εκ τούτου το εκκαλούν ορθά υπολόγισε τις αποδοχές της με βάση τις διατάξεις των τελευταίων ως άνω ΕΣΣΕ.
Πέραν αυτών, πρέπει να σημειωθεί ότι από 1-1-1997 επήλθε και άλλη μεταβολή του νομικού καθεστώτος με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022 (ΦΕΚ 462Β/6.6.1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και επεξέτεινε αναδρομικά από 1.1.1997 τις διατάξεις του άνω Ν. 2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ.
Ότι με βάση τα προεκτεθέντα, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε ως νόμω βάσιμη την αγωγή και ακολούθως έκανε δεκτή αυτήν στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.186.635 δραχμών, ήδη 94.458,21 ευρώ, για τις προαναφερόμενες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε, όπως ορθά παραπονείται το εναγόμενο με την υπό κρίση έφεσή του.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε την από 23-2-2000 έφεση του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής και την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη.
6. Με τον πρώτο από τους λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τον παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου προβληθέντα ισχυρισμό της, ότι η ασκηθείσα από το εναγόμενο έφεση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'άρθρο 532 ΚΠολΔ, λόγω των αντιφάσεων των προβαλλόμενων λόγων της και συγκεκριμένα γιατί, ενώ με τον πρώτο λόγο της έφεσης υποστηρίζει ότι έχει εφαρμογή σχετικά με τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων βάσει της από 1-7-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που ισχύει από 22-12-1988, με τους δεύτερο έως και τέταρτο από τους λόγους της έφεσής του υποστηρίζει ότι έχει εφαρμογή το αντίθετο προς αυτή μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς.
Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το Εφετείο, γιατί από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης διαπιστώθηκε ότι οι ως άνω λόγοι της εστιάζουν στο γεγονός ότι δεν υφίσταται στην ένδικη υπόθεση, σχετικά με τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις, δεδικασμένο από τις προαναφερθείσες αποφάσεις. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι δεν είναι αντιφατικοί οι λόγοι της έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
7. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ιχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 22/2005, 3/1997, ΑΠ 71/2019, 2221/2014). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτή που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
8. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της περί δεδικασμένου, απορρέοντος από τις αναφερόμενες αμετάκλητες αποφάσεις, από τις οποίες προέκυπτε ότι δεν μεταβλήθηκε καθόλου το νομικό καθεστώς για τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών της κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1988 έως 30-11-2000, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο διάστημα από 1-1-1996 έως 30-6-1998, την οποία (ένσταση) πρόβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό- ένσταση της αναιρεσείουσας το Εφετείο τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι στην προκειμένη περίπτωση δεδικασμένο δεν υπήρχε, λόγω της ενδιάμεσης μεταβολής του υφισταμένου νομικού καθεστώτος με την έναρξη εφαρμογής αφενός των μεταγενεστέρων από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ για τον προσδιορισμό των αποδοχών της ενάγουσας και αφετέρου της ΚΥΑ 2026439/3480/0022, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κλπ" και σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και επεξέτεινε αναδρομικά από 1-1-1997 τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ..
Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο ορθά δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 30-4-1998, λόγω της ενδιάμεσης μεταβολής του υφιστάμενου νομικού καθεστώτος με την έναρξη εφαρμογής αφενός των μεταγενέστερων από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ για τον προσδιορισμό των αποδοχών της ενάγουσας και αφετέρου του Ν. 2470/1997, με τα άρθρο 31 του οποίου καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως 27 του Ν. 1505/1984.
Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
9. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2016, 7/2014, 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, δεχόμενο το Εφετείο, κατά τα προαναφερόμενα, ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των ισχυουσών κατά το ένδικο διάστημα από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 8 παρ. 1 του ν. 1876/1990, της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς και των από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΣΣΕ και ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, καθώς και ο τέταρτος λόγος, με όμοιο περιεχόμενο κατά το σχετικό μέρος του, είναι αβάσιμοι.
Ακολούθως, ο τέταρτος λόγος, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 εδ. α' της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που έχουν κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974, είναι, επίσης, αβάσιμος, διότι ναι μεν με τη δεύτερη διάταξη καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που είχαν αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση ή είχαν γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο και δημιούργησαν νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, κατά το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο, ότι θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), πλην, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία το νομικό καθεστώς, επί του οποίου στηρίχθηκε η προηγηθείσα, ευνοϊκή δικαστική διάγνωση, δεν παρέμεινε αναλλοίωτο.
Τέλος, ο τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που παραδεκτώς προτάθηκαν από αυτή ενώπιον του και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι έπρεπε να εφαρμοστεί για τον προσδιορισμό των αποδοχών της του χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 έως 30-4-1998 η 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιά και οι εκάστοτε ΕΓΣΣΕ, στις οποίες αυτή παραπέμπει για τον καθορισμό του βασικού ημερομισθίου, και να δεχθεί τον ισχυρισμό της περί μη μεταβολής του μισθολογικού καθεστώτος τούτου δα των από 2.4.1996 και 18.5.1998 ΕΓΣΣΕ βάσει του δεδικασμένου που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 843/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από τις υπ' αριθμ. 5090/2005 και 848/2012 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και την υπ' αριθ. 2032/450/3665/0022/16.5.1990 εγκύκλιο του Υπουργού των Οικονομικών και να δεχθεί περαιτέρω τη δημιουργία σ' αυτήν νόμιμης προσδοκίας ν' αμείβεται βάσει του προηγουμένου της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος της 42/1981 Αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιά. Ο λόγος αυτός έτσι όπως διατυπώθηκε, δεν ιδρύεται στην προκείμενη περίπτωση, διότι, ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμοι και συνεπώς μη ουσιώδεις.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
10. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2018 και με αριθμό κατάθεσης 7849/665/2018 αίτηση για αναίρεση της 1976/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3595/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ