Legislator Case Law & Legislation
67/2019 AI generated

Court allows partial appeal on employer contribution calculation but dismisses procedural arguments regarding service of process.

Case Number 67/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court decision regarding workers' compensation benefits. The appellant argued procedural defects in service of process, but the court focused on the substantive calculation of lost income. The court ruled that the missing portion of the judgment was merely a mathematical extension of the original award, necessitating a remand to the appellate court to formally accept the claim and order payment of the specific additional amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case to the appellate court when the lower court's decision lacks a definitive ruling on a claim that is merely a mathematical extension of an existing award, requiring the appellate court to formally accept the claim and order payment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure service of process mathematical extension workers compensation employer contributions appellate remand partial acceptance

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012
Article 113 of Law 4055/2012
Articles 106, 176, 183, 189(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 353/2015
Supreme Court Case 1162/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 67 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 67/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στεπάν Βακιρτζιάν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 1-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 535/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2012 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-1-2014 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 10-10-2014, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-11-2017 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 15-9-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου λόγου της από 29-1-2014 και με αρ. κατάθ. 4/2014 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 17/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους διαδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο κ.λπ. Το άρθρο 576 ΚΠολΔ ορίζει στην παρ. 1 αυτού, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, στην παράγραφο 2 αυτού, ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρ. 573 ΚΠολΔ παρ. 1 στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ. 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334 ΚΠολΔ. Η απαρίθμηση κατά ρητή παραπομπή των ανωτέρω διατάξεων δεν είναι αποκλειστική, ήτοι εφαρμόζονται και όσες άλλες διατάξεις δεν προσήκουν μόνο στην αναιρετική διαδικασία.

Εκ τούτων παρέπεται ότι σε περίπτωση ματαιώσεως της συζητήσεως της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο, η συζήτησή της ορίζεται διά κλήσεως υπό του επιμελεστέρου των διαδίκων προς συζήτηση αυτής, η οποία κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, διά Πράξεως του Προέδρου ορίζεται νέα δικάσιμος και αντίγραφο αυτής με κλήση προς συζήτηση επιδίδεται νόμιμα και εμπρόθεσμα υπό του καλούντος στον αντίδικό του ή τους άλλους διαδίκους.

Αν τη νέα συζήτηση της αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων και ερημοδικεί ο αναιρεσίβλητος ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως όχι μόνο αν έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο αντίγραφο της ανωτέρω κλήσεως προς συζήτηση της αναιρέσεως μετά της κάτωθεν αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου του Προέδρου και κλήσεως προς συζήτηση, αλλά και αν έχει επιδοθεί αντίγραφο της αναιρέσεως στον ερημοδικαζόμενο αναιρεσίβλητο, η οποία αποτελεί και το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.

Σε περίπτωση που δεν έχει επιδοθεί η αναίρεση νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα προεκτεθέντα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 87/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση διά της από 14-11-2017 κλήσεως φέρεται προς συζήτηση με επιμέλεια του αναιρεσείοντος η από 29-1-2014 αίτηση αναιρέσεώς του κατά των αναιρεσιβλήτων Χ. Μ. και Επικουρικού Κεφαλαίου Ασφάλισης Αυτοκινήτων και της υπ` αριθ. 17/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, της οποίας η ορισθείσα νομίμως αρχική συζήτηση για τη δικάσιμο της 10-10-2014 ματαιώθηκε.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη Χ. Μ.. Ο επισπεύδων ως ανωτέρω τη συζήτηση της αναιρέσεως, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στεπάν Βακιρτζιάν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλην δεν κατέθεσε προτάσεις, προσκομίζει όμως την υπ' αριθμ.

….3β/17-7-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Κρήτης Μ. Μ. και την υπ' αριθ. …0Γ'/18-1-2018 έκθεση επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας εκ των οποίων προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο τόσον της κρινομένης αναιρέσεως όσον και της ανωτέρω κλήσεως προς συζήτηση αυτής μετά της κάτω από την τελευταία πράξεως από 17-11-2017 της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη διά της οποίας ορίζεται δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως η 19-10-2018 ενώπιον του Δ' Τμήματος αυτού, νομίμως συνεδριάζοντος με αριθ.

πιν. 10 και κλήσεως προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην απολειπόμενη αναιρεσίβλητη. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω εφ` όσον απουσιάζει η αναφερόμενη παραπάνω αναιρεσίβλητη και αποδείχθηκε ότι αντίγραφο του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου αναιρέσεως, αλλά και της πιο πάνω κλήσεως προς συζήτηση αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ` αυτή, γεγονός που εξετάζει αυτεπάγγελτα ο Άρειος Πάγος, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ.

Η προσβαλλόμενη 17/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών (άρθρων 681Α επ. ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων κατά το τμήμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω:

Ο ήδη αναιρεσείων είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 10-6-2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Γ.Α. ...Γα/230/2010 αγωγή, στρεφόμενη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ιστορούσε ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...10 ΙΧΕ αυτοκίνητο που ανήκει στην ιδιοκτησία της και το οποίο ήταν ανασφάλιστο για τις έναντι τρίτων ζημίες, προκάλεσε από υπαιτιότητά της φθορές και βλάβες στην υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...13 δίκυκλη μοτοσυκλέτα της ιδιοκτησίας του, καθώς και τον τραυματισμό του, κατά τη σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, που έγινε με την εν μέρει μετατροπή του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό και με παραίτηση από μερικότερα κονδύλια αυτής, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον, είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 170.276,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα εις αυτήν εκτιθέμενα, και εξ αυτού όπως υποχρεωθούν να του καταβάλουν το ήμισυ ενός εκάστου των αιτουμένων κονδυλίων.

Περαιτέρω, το δεύτερο των εναγόμενων και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Επικουρικό Κεφάλαιο, άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου την από 1.11.2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Γ.Α. 7816/ΕΓα//378/2010 παρεμπίπτουσα αγωγή, στρεφόμενη κατά της πρώτης εναγόμενης της ως άνω αγωγής και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει κάθε ποσό το οποίο αυτό θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στον ενάγοντα της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείοντα, πλέον τόκων και εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής αυτής και μέχρι την εξόφληση.

Επί των εν λόγω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 535/2011 οριστική απόφαση με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές αυτές ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμες για το ποσό των 29.559,52 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση και τα δύο διάδικα μέρη και ειδικότερα ο μεν ενάγων της πρώτης των προαναφερομένων αγωγών άσκησε την από 26-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης 330/2011 έφεση, στρεφομένη κατ' αμφοτέρων των εναγομένων της αγωγής του, το δε ενάγον της δεύτερης των εν λόγω αγωγών την από 23.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 325/2011 έφεση, στρεφομένη μόνο κατά του ενάγοντος της πρώτης αγωγής.

Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν ερήμην της πρώτης των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Χ. Μ. και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικων διαφορών, η υπ' αριθμ. 17/2012 οριστική απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές αυτές και στη συνέχεια αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, καθόσον αφορά μόνο την πρώτη των προαναφερομένων αγωγών, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσία η αγωγή αυτή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία για το ποσό των 36.603,92 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο εν μέρει νικήσας και εν μέρει ηττηθείς ενάγων της πρώτης των προαναφερομένων αγωγών Ε. Β. με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού, έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήσαν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων δέχεται ως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ή βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση των συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 322/2011, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1223/2008, ΑΠ 438/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ότι υπό την ιδιότητά του ως τεχνίτη οικοδόμου εργαζόταν επί είκοσι πέντε (25) ημέρες κάθε μήνα, αποκερδαίνων εβδομήντα (70) ευρώ ημερησίως και ότι συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του αδυνατούσε να ασκήσει το προαναφερόμενο επάγγελμά του επί μία διετία από τον τραυματισμό του, απωλέσας κατ' αυτό τον τρόπο το συνολικό ποσό των 49.000 ευρώ, το δικαστήριο εκείνο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο για την απόδειξη του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου και ειδικότερα του ισχυρισμού του ότι εργαζόταν 25 ημέρες κάθε μήνα, την νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση υπ' αριθμ. 1753/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των και ήδη διαδίκων και με την οποία επιδικάσθηκαν προσωρινά στον ήδη αναιρεσείοντα τα εκεί μνημονευόμενα ποσά (προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων), δεκτού γενομένου, μεταξύ άλλων, ότι εργαζόταν αυτός υπό την ανωτέρω ιδιότητά του επί 25 ημέρες κάθε μήνα.

Αποτέλεσμα δε της μη λήψης υπόψη του εν λόγω εγγράφου εκ μέρους του Εφετείου ήταν να δεχθεί το εν λόγω δικαστήριο ότι εργαζόταν αυτός επί δεκατέσσερις (14) ημέρες κάθε μήνα. Περαιτέρω, με τον τρίτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η ομοίως επί του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενη αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο εκείνο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος ότι συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί επί είκοσι τέσσερις (24) μήνες και ότι ένεκα τούτου είχε ανάγκη τις υπηρεσίες τις οποίες του παρέσχε η αδελφή του Ν.

Β., δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε α) ως δικαστικό τεκμήριο την ίδια πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και β) την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε. Κ. και έτσι δέχθηκε ότι οι ανωτέρω υπηρεσίες της αδελφής του τού προσφέρθηκαν επί έξι (6) μήνες και όχι επί είκοσι τέσσερις (24) όπως ισχυριζόταν αυτός, ούτε και επί δεκαεννέα (19), όπως είχε καταθέσει η προαναφερόμενη μάρτυς.

Αμφότεροι οι προαναφερόμενοι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι και τούτο διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψης υπόψη εκ μέρους του Εφετείου των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Κ.Πολ.Δ. 561 § 1) και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι.

Το τελευταίο δε τούτο διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια, συνεκτίμησε "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Ε. Κ. και Κ. Μ., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου..." και "όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.

Κατά το άρθρο 929 ΑΚ "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του". Εξάλλου κατά το άρθρο 298 ΑΚ "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τα παραπάνω άρθρα προκύπτει ότι σε περίπτωση τραυματισμού προσώπου εργαζόμενου βάσει σχέσης εξαρτημένης εργασίας, η οποία καταλαμβάνεται από την υποχρεωτική ασφάλιση του Ι.Κ.Α., υπέρ του οποίου καταβάλλονται οι προβλεπόμενες εκάστοτε από το νόμο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, ο παθών δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο σε αποζημίωση τα διαφυγόντα εισοδήματα για τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία.

Σ' αυτά περιλαμβάνονται όχι μόνο οι καθαρές αποδοχές που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά επιπλέον τόσο οι εργατικές όσο και οι εργοδοτικές εισφορές. Οι εισφορές αυτές δεν καταβάλλονται γιατί δεν παρέχεται εργασία, προς την οποία αναγκαίως συνδέονται. Όμως οι εισφορές αυτές αποτελούν στην ουσία όφελος του ίδιου του εργαζομένου, ο οποίος δεν θα μπορέσει να απολαύσει τα εξ αυτών ωφελήματα αφού δεν μπορεί να εργασθεί συνεπεία της ανικανότητάς του από τον τραυματισμό (ΑΠ 1585/2002, ΑΠ 1056/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με το αγωγικό αίτημα του ήδη αναιρεσείοντος όπως του επιδικασθούν ως διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 29.7.2009 έως 28.7.2011, κατά το οποίο αδυνατούσε λόγω του τραυματισμού του συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος να ασκήσει το επάγγελμά του ως τεχνίτη οικοδόμου, και οι εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, προσαυξημένες κατά 1/6, που αναλογεί στα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας και αποζημίωσης άδειας, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το σύνολο δε των προσκομιζομένων ιατρικών βεβαιώσεων...

προκύπτει ότι ο παθών οδηγός εκρίθη ανίκανος προς εργασία για το διάστημα από 24.7.2009 (χρόνος ατυχήματος) έως 26.1.2011, ήτοι για διάστημα (16) μηνών. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης επί (3) ακόμη μήνες αδυνατούσε ο παθών να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας του, ως τεχνίτη οικοδόμου. Δηλαδή απείχε αυτός από την εργασία του, συνεπεία του τραυματισμού του για διάστημα 19 μηνών.

Ο ηλικίας 43 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος ενάγων, κατά τον προ του τραυματισμού του χρόνο, εν όψει και της εκδηλωθείσης κρίσεως στο χώρο των οικοδομικών εργασιών, απασχολείτο 14 μέρες κατά μέσον όρο μηνιαίως, έναντι ημερομισθίου 61,93 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο κατώτατο ημερομίσθιο του τεχνίτη οικοδόμου, σύμφωνα με την από 14.7.2009 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων.

Επομένως για το διάστημα των 19 μηνών απώλεσε το συνολικό ποσόν των (19 χ 14 χ 61,93 =) 16.473 ευρώ, πλέον δώρων (Χριστουγέννων - Πάσχα) και επιδόματος αδείας, προσδιοριζομένων σε ποσοστό 25% επί του ημερομισθίου, ήτοι ύψους (61,93 χ 25% =) 15,48 ευρώ για κάθε εργάσιμη ημέρα. Συνολικά δηλαδή για το ως άνω διάστημα, που κατέστη ανίκανος προς εργασία, απώλεσε το συνολικό ποσόν των 19 χ 14 χ (61,93 + 15,48) = 20.591 ευρώ".

Στη συνέχεια δε το Εφετείο, αφού αφαίρεσε τα ποσά με τα οποία επιδοτήθηκε ο ήδη αναιρεσείων - ενάγων από το ΙΚΑ, επιδίκασε σ' αυτόν ως αποθετική ζημία το ποσό των 4.633,87 ευρώ. Περαιτέρω, το Εφετείο σχετικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, που τελούν σε συνάρτηση με την προαναφερόμενη αποθετική ζημία του ενάγοντος, δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι "...ο ενάγων απώλεσε τις εργατικές και εργοδοτικές εισφορές, ύψους, με βάση το σχετικό Κανονισμό του ΙΚΑ, 19,45 και 40,266 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά (19,45 + 40,266 =) 59,7 ευρώ ανά ημερομίσθιο και συνολικά απώλεσε για την αιτία αυτή το ποσόν των (19 χ 14 χ 59,7 =) 15.880 ευρώ, οι οποίες (εισφορές)...

περιλαμβάνονται στα διαφυγόντα εισοδήματα, για την απώλεια των οποίων δικαιούται αποζημιώσεως ο παθών ενάγων". Στη συνέχεια το Εφετείο, επιδίκασε το παραπάνω ποσόν, κάνοντας εν μέρει δεκτό το λόγο έφεσης του ενάγοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει το σχετικό κονδύλιο. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 929 ΑΚ, γιατί με βάση τις παραδοχές του θα έπρεπε, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της ζημίας του ενάγοντος, να συμπεριλάβει (συνυπολογίσει) στο προαναφερόμενο ποσό των 15.880 ευρώ των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και την από 1/6 προσαύξηση αυτών, που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα άδειας και η οποία προσαύξηση, ανερχόμενη στο ποσό των 2.646,67 ευρώ (15.880 χ 1/6), αναβιβάζει την εκ του λόγου τούτου ζημία του ενάγοντος στο ποσό των 18.526,67 ευρώ (15.880 + 2.646,67) και όχι όπως δέχθηκε στο ποσό των 15.880 ευρώ.

Συνεπώς, κρίνεται βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 929 Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τρίτου, ο παθών δικαιούται ως αποζημίωση, εκτός άλλων, τα νοσήλια, στα οποία περιλαμβάνεται και η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 § 3 Α.Κ. που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται εκ του νόμου ή εξ άλλου λόγου να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις των γονέων του ή άλλου στενού συγγενούς του για την αποκατάσταση της υγείας του δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο σε αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον που για το σκοπό αυτό θα προσελάμβανε, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στους άνω οικείους του (ΑΠ 833/2005).

Το ποσόν δε της αποζημίωσης που δύναται να αξιώσει ο παθών για την αιτία αυτή είναι είτε το συμφωνούμενο και καταβαλλόμενο στο προσφέρον τις υπηρεσίες του πρόσωπο, είτε, αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία, ο συνηθισμένος μισθός που καταβάλλεται σε οικιακό μισθωτό, ενώ δεν ισχύουν για την περίπτωση αυτή των οικιακών μισθωτών τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα οποία καθορίζουν οι Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) και οι διαιτητικές αποφάσεις και τούτο διότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις μισθωτών και εργοδοτών και δεν είναι δυνατή η υπογραφή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, ώστε ο σχετικός όρος της να αποτελέσει αυτοδικαίως και όρο της οικείας ατομικής σύμβασης εργασίας.

Τα προαναφερόμενα δε για τους οικιακούς μισθωτούς ισχύουν και μετά τον Ν. 1876/1990, για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις (ΑΠ 964/1998). Ενόψει των προαναφερομένων, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος κατά σειρά (τελευταίος) λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο διότι επιδίκασε ως αποζημίωση στον ήδη αναιρεσείοντα για τις υπηρεσίες που του προσέφερε η αδελφή του Ν.

Β. κατά το χρονικό διάστημα των έξι (6) μηνών που αυτός, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, το μηνιαίο ποσό των 600 ευρώ, ήτοι είκοσι (20) ευρώ ημερησίως, το οποίο κρίθηκε ότι είναι εκείνο που συνήθως καταβάλλεται βάσει σύμβασης σε τρίτο άτομο (ξένο) που θα ήταν αμειβόμενο (νοσοκόμος, οικιακή βοηθός) και όχι το βασικό ημερομίσθιο που προβλέπεται από το άρθρο 1 της ΕΓΣΣΕ 2008 - 2009 για τον ανειδίκευτο εργάτη (άρα -κατά τον αναιρεσείοντα- και για την οικιακή βοηθό) και ανέρχεται σε 33,03 ευρώ (ήτοι 990,9, 33,03 χ 30), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποινδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως γιατί δεν έχει ανάγκη από άλλες διευκρινήσεις, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ.

ΑΠ 42/2005, 25/2001, ΑΠ 352/2018). Ετσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Αρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι πρέπει, προκειμένου να καθορισθεί το ποσό της ζημίας του ενάγοντος, να συνυπολογισθεί στο απωλεσθέν ποσό των 15.880 ευρώ των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και η από 1/6 προσαύξηση αυτών, που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα άδειας και η οποία προσαύξηση, ανέρχεται στο ποσό των 2.646,67 ευρώ (15.880 χ 1/6), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αφού πρόκειται περί μαθηματικού υπολογισμού, αλλά υπολείπεται μονον η κατά το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013).

Γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατα παραδοχή του σχετικού λόγου, που αναφέρεται στο απωλεσθέν από τον αναιρεσείοντα ποσό των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, λόγω του τραυματισμού του στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το ως άνω μέρος και να γίνει δεκτό το αγωγικο αίτημα περί συνυπολογισμού στα διαφυγόντα εισοδήματά του λόγω απωλείας των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών και της από 1/6 προσαύξησης αυτών, που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα άδειας και η οποία προσαύξηση, ανέρχεται στο ποσό των 2.646,67 ευρώ (15.880 χ 1/6).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.32012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή μέρους των σχετικών με την αναιρετική δίκη δικαστικών εξόδων του μη έχοντος καταθέσει προτάσεις αναιρεσείοντος (άρθρα 106, 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 17/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως, κατά το αναιρεθέν μέρος.

Δέχεται εν μέρει την έφεση, κατά το ως άνω μέρος (της απόφασης).

Εξαφανίζει την 535/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Δικάζει επί της αγωγής κατά το μέρος που αναφέρεται στη ένδικη παροχή που αφορά την από 1/6 προσαύξηση των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα άδειας.

Δέχεται την αγωγή και κατά το μέρος αυτό.

Υποχρεώνει τους εναγομένους - νυν αναιρεσίβλητους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα - νυν αναιρεσείοντα από την παραπάνω αιτία το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (2.646,67) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει συνολικά για την αναιρετική δίκη σε οκτακόσια (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ