Supreme Court dismisses appeal on res judicata and evidence evaluation grounds in unpaid remuneration dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding unpaid remuneration. The appellant argued that a partial claim in a prior lawsuit should not constitute res judicata for the remaining amount, and that the lower court erred in evaluating evidence and document content. The court held that the prior judgment covered the disputed sum, rendering the res judicata argument invalid, and found no legal error in the evidence assessment or document interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 16; Art. 559 no. 19, 20 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses appeals where the lower court correctly applied res judicata principles or where no legal error exists in the evaluation of evidence or the interpretation of documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 67 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 67/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒOSS NUTS-DIVA Επεξεργασία Ξηρών καρπών ΕΠΕ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Μανδρακούκα..
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "MAKRO CASH και CARRY ΧΟΝΔΡΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Καρέτσου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2470/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5817/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 7-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς εκδίκαση αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για θέμα καταβολής υπολοίπου αμοιβής από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, το οποίο φέρεται να οφείλεται στην ήδη αναιρεσείουσα από την αντίδικό της.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 19/2005).
Ο ίδιος λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ βλ.
και ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επελήφθη αυτεπαγγέλτως η κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.
Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτών και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1858/2005 και Ολ.ΑΠ 1329/1985, ΑΠ 130/2004).
Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου να εκτίθεται, πως είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό με το δεδικασμένο (ΑΠ 514/2002). Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, πως ο παραπάνω ισχυρισμός είχε, νόμιμα, προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 130/2004 και Ολ.ΑΠ 1339/1985).
Από την επισκόπηση δε των διαδικαστικών εγγράφων, και, ειδικότερα της απόφασης, από την οποία φέρεται ότι απορρέει το δεδικασμένο, κρίνει το δικαστήριο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 15/1998, ΑΠ 1115/2003). Λόγος αναίρεσης δημιουργείται, άρα, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο, παρά την έλλειψη των νομίμων γι' αυτό προϋποθέσεων, μία από τις οποίες είναι και η ταυτότητα της διαφοράς.
Για τη διαπίστωση της παράβασης ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη δεοντολογική και την υπαγωγική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή εξετάζει, αν, με βάση τα περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ως συντρέξαντα, υφίσταται δεδικασμένο και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του απέδωσε το δικαστήριο, και, σε κάθε περίπτωση, επισκοπεί και την απόφαση, από την οποία φέρεται, ότι προκύπτει το δεδικασμένο (ΑΠ 298/2004, ΑΠ 877/2004, ΑΠ 1115/2003, ΑΠ 975/2000).
Στην παρούσα περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την ένδικη αγωγή, η ενάγουσα εταιρία ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7-1-1998 μέχρι 24-12-1998 συνήψε με την εναγόμενη εταιρία διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως δυνάμει των οποίων πώλησε και μεταβίβασε στην τελευταία τις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες ξηρών καρπών, το συμφωνημένο τίμημα των οποίων ανήλθε στο συνολικό ποσό των 259.255,34 ευρώ (88.341.257 δρχ.), εκδοθέντων των αναφερόμενων στην αγωγή τιμολογίων.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 8-2-1998 μέχρι 24-2-1999 έγιναν οι αναφερόμενες στην αγωγή επιστροφές εμπορευμάτων, η αξία των οποίων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 6.277,70 ευρώ (2.139,127 δρχ.). Ότι η εναγομένη έναντι του οφειλομένου τιμήματος παρέδωσε στην ενάγουσα τις αναφερόμενες στην αγωγή 25 τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 142.320,68 ευρώ (48.495.773 δρχ.).
Ότι η εναγομένη στις 22-4-1999 κατέβαλε στο αναφερόμενο στην αγωγή πρόσωπο για λογαριασμό της το ποσό των 16.862,80 ευρώ (5.746.000 δρχ.). Ότι, επίσης, η εναγομένη έναντι του τιμήματος των 259.255,34 ευρώ (88.341.257 δρχ.) της κατέβαλε το ποσό των 165.461,18 ευρώ (56.380.900 δρχ.) [ήτοι αξία πιστωτικών τιμολογίων από δρχ. 2.139.127 + αξία τραπεζικών επιταγών 48.495.773 δρχ. + 5.746.000 δρχ.
που καταβλήθηκε στο ως άνω πρόσωπο] και εξακολουθεί να της οφείλει ως υπόλοιπο τιμήματος το ποσό των 93.794,15 ευρώ (31.960.357 δρχ.). Ότι κατά της εναγομένης άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 24-2-1999 και με αύξοντα αριθμό πράξης κατάθεσης δικογράφου 1718/1999 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 5459/2000 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία η ως άνω αγωγή της έγινε δεκτή μόνο για το ποσό των 459.300 δρχ.
Ότι κατά της εν λόγω απόφασης άσκησε την από 27-7-2000 και με αύξοντα αριθμό πράξης κατάθεσης δικογράφου 6871/28-7-2000 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2501/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα, με αριθμό 5459/2000, απόφαση κατ έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος της, υποχρέωσε δε την εναγομένη να της κατά βάλει το ποσό των 49.569,12 ευρώ.
Ότι κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής της περιόρισε το αίτημα αυτής με τις προτάσεις της ως προς το αρχικά αιτούμενο ποσό των 52.810.504 δρχ. κατά το ποσό των 20.850.143 δρχ., χωρίς να εξειδικεύσει αναλυτικά το λόγο του περιορισμού, με αποτέλεσμα τόσο στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και στο Δευτεροβάθμιο (Εφετείο) να προκληθεί σύγχυση ως προς το οφειλόμενο ποσό και το Εφετείο να αφαιρέσει δύο φορές ορισμένες επιταγές, οι οποίες είναι οι αναφερόμενες στην αγωγή συνολικού ποσού 44.225,04 ευρώ (15.069.681 δρχ.).
Ότι με αυτό τον τρόπο, από λάθος του τελευταίου Δικαστηρίου, αφαιρέθηκε από το ποσό που έπρεπε να του επιδικαστεί δύο φορές το ποσό των 44.225,04 ευρώ (15.069.681 δρχ.). Ότι κατόπιν αυτών η εναγομένη της οφείλει το ποσό των 15.069,681 δρχ. ή 44.225,04 ευρώ (ήτοι 31.960.357 δρχ. ή 93.794,15 ευρώ μείον το επιδικασθέν κεφάλαιο από το Εφετείο Αθηνών με την ως άνω 2501/2002 απόφασή του από δρχ. 16.890.676 ή ευρώ 49.569,12 = 15.069,681 δρχ.
ή 44.225,04 ευρώ). Με βάση αυτά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 44.255,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την έκδοση του τελευταίου τιμολογίου (24-12-1998). Η ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, με αυτή ζητείται η επιδίκαση του ως άνω ποσού των 44.225,04 ευρώ, το οποίο, με την προαναφερθείσα 2501/2002 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, κρίθηκε ότι έχει καταβληθεί από την εναγομένη στην ενάγουσα και ως εκ τούτου αφαιρέθηκε από το οφειλόμενο τίμημα, με αποτέλεσμα να της επιδικαστεί το υπόλοιπο από 49.569,12 ευρώ ή 16.890.676 δρχ.
Επομένως, με δύναμη δεδικασμένου, που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, έχει κριθεί, ότι το εν λόγω ποσό έχει εξοφληθεί και ότι το οφειλόμενο από την εναγομένη στην ενάγουσα υπόλοιπο τιμήματος ανέρχεται στο επιδικασθέν ποσό. Η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι η ως άνω τελεσίδικη απόφαση ως προς την εν λόγω παραδοχή της είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι από σφάλμα του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσό αφαιρέθηκε δύο φορές, επιχειρεί με την υπό κρίση αγωγή να ανατρέψει το ως άνω δεδικασμένο.
Πλην όμως απαραδέκτως επιχειρεί τούτο, δεδομένου ότι, και στην περίπτωση που η εν λόγω απόφαση είναι εσφαλμένη, αυτή παράγει δεδικασμένο και δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την επιτυχή άσκηση κατ' αυτής των εκτάκτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή αναψηλάφησης. Επομένως, η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη, διότι προσκρούει στο ως άνω δεδικασμένο και πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό.
Η ενάγουσα με την ένδικη έφεση της ισχυρίζεται, ότι από την ως άνω, με αριθμό 2501/2002, τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν προκύπτει δεδικασμένο για την ένδικη αγωγή. Και τούτο διότι αυτή με δήλωση της κατά την πρώτη συζήτηση της από 24-2-1999 αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, είχε περιορίσει το αρχικό αγωγικό αίτημα κατά το ποσό των 20.850.361 δρχ.
και ότι ο περιορισμός αυτός αποτελεί μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το ποσό αυτό ως προς το οποίο θεωρείται, ότι δεν ασκήθηκε, με αποτέλεσμα το αντικείμενο αυτής να περιοριστεί στο ποσό των 31.960.361 δρχ. και το ποσό των 20.850.361 δρχ. να μην αποτελέσει αντικείμενο της εκείνης της αγωγής και κατά συνέπεια και της ως άνω τελεσίδικης απόφασης.
Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας δεν μεταβάλλει την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου. Και τούτο, διότι, με την ένδικη αγωγή, δεν επιδιώκεται η επιδίκαση του ποσού αυτού των 20.850.361 δρχ. ως προς το οποίο υπήρξε η επικαλούμενη παραίτηση, αλλά του ποσού των 15.069.681 δρχ. το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, εσφαλμένα κρίθηκε ότι είχε εξοφληθεί από την εναγομένη με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση".
Από την προσήκουσα, ακολούθως επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν τα ακόλουθα: α) η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ύπαρξη δεδικασμένου από την 2501/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε, επί προηγούμενης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, από την ίδια νομική και πραγματική αιτία.
Σημειώνεται, πως δεν προσκομίζεται η πιο πάνω Εφετειακή απόφαση, ώστε να επισκοπηθούν, οι σ' αυτή αναφερόμενες παραδοχές, τις οποίες εκθέτει η αναιρεσείουσα, β) η τελευταία (ενάγουσα) προβάλλει, πως κατά τη συζήτηση της πρώτης, από 24.2.1999 αγωγής της, παραιτήθηκε από μέρους του αγωγικού αιτήματος, το οποίο περιόρισε, από το, αρχικά αιτούμενο, ποσό των 52.810.504 δρχ., κατά το ποσό των 20.850.143 δρχ.
Δεν προσκομίζονται, ήδη, τα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, ώστε να επισκοπηθούν σχετικά γ) όπως εκτίθεται, στο δικόγραφο της αναίρεσης, η πιο πάνω, μη προσκομιζόμενη Εφετειακή απόφαση, από παραδρομή, έκρινε, ότι έπρεπε να αφαιρεθεί δύο φορές το ποσό, που αντιστοιχούσε σε κάποιες επιταγές, ύψους 44.225,04 Ευρώ, δ) ηγέρθη, στη συνέχεια, νέα αγωγή, η οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Στο δικόγραφο της αγωγής αυτής (σελ. 188-189) αναφέρεται η διπλή αφαίρεση του παραπάνω ποσού , ύψους 44.225,04 και προσθέτει: "... η εναγομένη μου οφείλει το ποσό των δραχμών 15.069.681 ή ευρώ 44.225 ...". Εν τέλει, δε αιτείται, το παραπάνω ποσό. Δηλαδή το ποσό που, από παραδρομή, αφαιρέθηκε δύο φορές. Εφ' όσον δε, το δεδικασμένο, ως θεσμός δικονομικού δικαίου, δεν καταλύει, ούτε θεμελιώνει, άμεσα νέα δικαιώματα, αλλά, απλά, αναπτύσσοντας τη δεσμευτική ενέργειά του, που απορρέει από τη δικαστική κρίση, δεν επιτρέπει αμφισβήτηση σχετικά με τα κριθέντα, δεδικασμένο απορρέει και από την εσφαλμένη και από την άδικη δικαστική απόφαση (ΑΠ 1069/2006, ΑΠ 386/2000).
Ήδη, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται πως, δεν υφίστατο δεδικασμένο, γιατί, με την επίδικη, δεύτερη αγωγή της, ζήτησε μέρος του ποσού από το οποίο είχε παραιτηθεί, κατά την εκδίκαση της πρώτης αγωγής, πράγμα που ζήτησε, από παραδρομή, όχι στο σύνολό του, αλλά κατά ένα μέρος του. Για τους προεκτεθέντες λόγους, όμως, είναι πρόδηλο, πως δεν επρόκειτο για το τελευταίο ποσό, έστω και περιορισμένο, αλλά για εκείνο που είχε , ήδη, περιληφθεί, στην τελεσίδικη απόφαση που περαίωσε την, για την πρώτη αγωγή, δίκη.
Άρα, η προβαλλομένη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.16, είναι αβάσιμη.
Στη συνέχεια, από όσα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή διαλαμβάνει, ως προς τις παραδοχές της, επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία πλήρως στηρίζει το διατακτικό της. Νόμιμα δε εκτίθενται και κρίνονται και αιτιολογίες που αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας.
Διευκρινίζεται, πάντως, πως ο λόγος της έλλειψης αιτιολογίας, δεν καθιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή έφεση, πλην άλλων, και ως απαράδεκτη (ΑΠ 101/2005, ΑΠ 1471/2004). Εδώ, δε, η προσβαλλόμενη απόφαση, κάνει, εν τέλει, λόγο για απόρριψη της έφεσης ως αβάσιμης στην ουσία. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο προσέδωσε διαφορετική αξία στις αποδείξεις, όπως ήδη θεωρεί η αναιρεσείουσα (ΑΠ 79/2005, ΑΠ 559/2005, ΑΠ 1275/2004).
Ούτε, όμως, κατ' εκτίμηση του αναιρετικού δικογράφου, μπορεί να θεωρηθεί, πως υπάρχει αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, διότι: 1) δεν εκτίθεται στο δικόγραφο, οιαδήποτε παραμόρφωση συγκεκριμένου εγγράφου και 2) άλλωστε, το δικαστήριο, μπορεί να εκτιμήσει το περιεχόμενο του εγγράφου, ως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση, ο πιο πάνω λόγος δε ιδρύεται, μόνο, αν το δικαστήριο δέχτηκε περιεχόμενο εγγράφου, εντελώς διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ.19 και, κατ' εκτίμηση και από την από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Άρα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της η ένδικη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.7.2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΟSS NUTS-DIVA Επεξεργασία Ξηρών Καρπών ΕΠΕ" προς αναίρεση της 5817/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ