Legislator Case Law & Legislation
67/2010 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling for failing to apply abuse of right doctrine under Article 281 of the Civil Code.

Case Number 67/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision denying an airline's claim for family allowance, ruling the lower court violated substantive law by failing to apply the abuse of right doctrine. The appellate court rejected the airline's argument that the defendant's repeated monthly silence regarding salary deductions created a reasonable belief the claim would not be pursued, despite the defendant's financial distress. The Supreme Court held that the lower court's reasoning was insufficient to justify the denial, necessitating a remand for further examination by different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure. The abuse of right doctrine applies when a claimant's prior conduct and the resulting situation create a reasonable belief in the debtor that the right will not be exercised, rendering the subsequent exercise of the right unjustified and exceeding the bounds of good faith.

Keywords

AI generated
abuse of right doctrine family allowance claim reasonable belief standard Civil Code Article 281 remand for retrial good faith principles airline financial distress

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 555, No. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, Paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 67 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Καταχρηστική διεκδίκηση οικογενειακού επιδόματος. Πότε το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά. -Όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8. Με την κρίση του το Εφετείο ότι η διεκδίκηση οικογενειακού επιδόματος δεν ήταν καταχρηστική παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ. και, επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 5559 αρ. 19 και 8 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Αναιρεί

Αριθμός 67/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μητρούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1304/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 609/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.

Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως-μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, η οποία απασχολείται στην αναιρεσείουσα ως διοικητική υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αξίωσε να της καταβληθεί το επίδομα για τα δύο ανήλικα τέκνα της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-94 μέχρι 30-4-99, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε ως εκ του ότι τούτο καταβαλλόταν στον εργαζόμενο σύζυγό της.

Η αναιρεσείουσα ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ενδίκου επιδόματος από την αναιρεσίβλητη, την οποία ένσταση επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι: 1) ότι η αναιρεσίβλητη επί σειρά ετών δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη λήψη και από την ίδια του εν λόγω επιδόματος και δεν έδειξε καμιά ανταπόκριση και δεν προέβη σε καμιά παράσταση, όταν η αναιρεσείουσα εταιρεία, κατά τη μηνιαία εκκαθάριση των αποδοχών σταθερά καλεί όλο το προσωπικό με δήλωση που υπάρχει στα αντίστοιχα σημειώματα, όπως, σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την εκκαθάριση, καταθέσει εγγράφως τις τυχόν διαφωνίες, διαφορετικά θεωρεί ότι συμφωνεί, 2) ότι η αδράνεια της αναιρεσίβλητης προκάλεσε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν διατηρεί καμιά αξίωση για επίδομα τέκνων και 3) ότι με την παραδοχή της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων όμοιων που ασκήθηκαν ή πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, θα προκληθεί σ' αυτή δυσβάστακτη οικονομική επιβάρυνση και σοβαρό κλονισμό του προϋπολογισμού της, ενόψει του ότι διέρχεται περίοδο εξυγίανσης, μετά τους νόμους 2271/1994 και 2602/1998, με προφανείς τις εντεύθεν καταστροφικές συνέπειες και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσης της εταιρείας.

Ειδικότερα ισχυριζόταν ότι μέχρι 31-12-1998 υφίστατο συσσωρευμένο έλλειμα 65.154.675.048 δρχ., η μηνιαία επιβάρυνση εκ της τυχόν αμετάκλητης επιδίκασης της επίδικης παροχής, με βάση τις εκκρεμείς αγωγές και αυτές που πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, που έχει τις αντίστοιχες προϋποθέσεις, ανέρχεται σε 11.500.000δρχ., η ετήσια σε 161.000.000 δρχ.

και η συνολική, με επίδικη περίοδο επτά (7) ετών από το έτος 1994, σε 1.127.000.000 δρχ. Εκ της τυχόν δε αμετάκλητης θετικής διάγνωσης περί των ομοειδών απαιτήσεων που έχει όλο το γυναικείο προσωπικό της αναιρεσείουσας , θα ανατραπούν όλοι οι προγενέστεροι προϋπολογισμοί και ισολογισμοί, με βάση τους οποίους εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το πρόγραμμα εξυγίανσης της αναιρεσείουσας εταιρίας που καταχωρήθηκε στο κυρωτικό νόμο 2271/1994 και θα ακυρωθεί η με το άρθρο 1 ν.2271/1994 επελθούσα διαγραφή των χρεών της και ανάληψη από τον Μέτοχο (Ελληνικό Δημόσιο), τα οποία και θα βαρύνουν πλέον την εταιρεία με συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1304/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της εναγομένης περί καταχρηστικότητας της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας απέρριψε την αγωγή. Κατ' αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία (έφεση) έγινε δεκτή με 2061/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών , το οποίο έκρινε ότι η ένσταση περί καταχρηστικότητας της ενδίκου αξιώσεως της ενάγουσας ήταν αόριστη και αφού εξαφάνισε την 1304/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 10.9.2003 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η 263/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 2061/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι η ασκηθείσα ένσταση περί καταχρηστικότητας της ενδίκου αξιώσεως της ενάγουσας δεν ήταν αόριστη και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η έλλειψη διαμαρτυρίας των αναιρεσιβλήτων για τη μη λήψη του επιδόματος δεν μπορεί να θεωρηθεί και ως οριστική αποδοχή τους για την μη καταβολή τους, ούτε μπορεί να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους.

Και, ότι, ούτε η οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, και αληθής υποτιθεμένη, καθώς και η επιδείνωση αυτής από την ευδοκίμηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης και των άλλων συναδέλφων της, καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται αυτοτελώς το επίδομα τέκνων, έστω και αν ο σύζυγός της έλαβε κατά το επίδικο διάστημα και εξακολουθεί να λαμβάνει αυτό, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που είχε προτείνει, κατά τα ανωτέρω, η αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "Η ένσταση αυτή σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι νόμιμη και ορισμένη και πρέπει να εξετασθεί από ουσιαστικής απόψεως. Από τα προεκτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν διατύπωσε αντιρρήσεις για το ύψος των αποδοχών που εισέπραττε μηνιαία, όμως η μη διατύπωση αντιρρήσεων στις εξοφλητικές αποδείξεις της μισθοδοσίας της (ενάγουσας) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοχή εκ μέρους της ενάγουσας της μη καταβολής του ειδικού επιδόματος, όταν ήταν γνωστή και δεδομένη η θέση της εναγομένης περί μη καταβολής του ενδίκου επιδόματος.

Ούτε άλλωστε υπήρξε αδράνεια από πλευράς της ενάγουσας στην επιδίωξη καταβολής του ενδίκου επιδόματος αφού υπέβαλλε προς την ενάγουσα την από 13.12.1996 αίτηση για χορήγηση του επιδόματος τέκνων, αίτηση που δεν έγινε αποδεκτή από την εναγομένη (βλ. σχετικά έγγραφα). Έτσι δεν δικαιολογείται η δημιουργία ευλόγου πεποιθήσεως στην εναγομένη περί μη ασκήσεως εκ μέρους της ενάγουσας της ενδίκου αξιώσεως.

Όσον αφορά τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα της προκαλέσει η ευδοκίμηση της ενδίκου αγωγής και πολλών άλλων αγωγών εργαζομένων σ' αυτή με όμοιες αξιώσεις, που αναμένεται με βεβαιότητα ότι θ' ασκηθούν, τις συνέπειες επί του πάγιου ελλειμματικού προϋπολογισμού της, δεν μπορεί να τις φέρουν οι εργαζόμενοι όπως εδώ η ενάγουσα.

Η επιβάρυνση, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα υποστεί από την άσκηση και ευδοκίμηση των αγωγών των εργαζομένων και για το χρονικό διάστημα από το έτος 1994 και εντεύθεν, η οποία θα διαταράξει και θα ανατρέψει κάθε πρόγραμμα εξυγιάνσεως της, και αν ακόμη έχει κάποιες επιπτώσεις στην όλη οικονομική υπόσταση της εναγομένης, οι επιπτώσεις αυτές δεν μπορούν ν' αποδοθούν και να συσχετισθούν με προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας και την δυσχερή οικονομική κατάσταση της εναγομένης..." .

Ακολούθως με τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και επιδίκασε σ' αυτήν για επίδομα τέκνων το ποσό των 1.505.449δρχ. που αντιστοιχεί σε 4.418,05 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη ελάμβανε τη μηνιαία μισθοδοσία της, δεν διατύπωσε ποτέ αντίρρηση, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία για το γεγονός ότι δεν είχε λάβει και το ένδικο επίδομα τέκνων, δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι η παραπάνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν έχει έννομη επιρροή ούτε θα μπορούσε να στηρίζει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμα και ειδικότερα δεν διευκρινίζεται γιατί η επαναλαμβανόμενη κάθε μήνα παράλειψη της αναιρεσίβλητης να διατυπώσει έγγραφες αντιρρήσεις για τις αποδοχές της, παρά τις σχετικές προσκλήσεις της αναιρεσείουσας , δεν αρκούσαν για να σχηματίσει αυτή την πιο πάνω εύλογη πεποίθηση.

Περαιτέρω, ενώ γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι οι προβληθείσες από την αναιρεσείουσα επαχθείς οικονομικές συνέπειες δεν μπορούν να συσχετισθούν με προηγούμενη συμπεριφορά της αντιδίκου και τη δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής , δεν γίνεται καθόλου λόγος ως προς τη βασιμότητα ή όχι των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, ότι η τυχόν παραδοχή της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων όμοιων που ασκήθηκαν ή πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, θα προκαλέσει σ' αυτή δυσβάστακτη οικονομική επιβάρυνση και σοβαρό κλονισμό του προϋπολογισμού της, επί του οποίου τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσισαν την διαγραφή των χρεών της σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 1, Ν.2271/1994, ενόψει του ότι διέρχεται περίοδο εξυγίανσης, μετά τους νόμους 2271/1994 και 2602/1998, με προφανείς τις εντεύθεν καταστροφικές συνέπειες και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσης της εταιρείας.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 609/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστική έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ