Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of public employees' tenure recognition claim due to municipal delay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a lawsuit filed by public employees seeking recognition of their prior service. The plaintiffs argued that the Municipality of Megara unlawfully delayed their placement in temporary positions and failed to apply the 2015 salary classification law retroactively, causing moral damage. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the municipality's liability for this delay and ruled that the appeal was admissible and meritorious.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's dismissal of a claim for recognition of prior service due to municipal delay is reversible if the court fails to adequately establish the municipality's liability for the delay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 679/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2.Ε. Ο. του Ν., 3.Ε. Β. του Ε., κατοίκου ..., 4.Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5.Α. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., 6.Ε. Ν. του Α., κατοίκου ... και 7.Κ. Σ. του Ε., κατοίκου .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα, η oποία ανακάλεσε την από 28-11-2024 δήλωσή της, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΕΓΑΡΕΩΝ", που εδρεύει στα Μέγαρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σύρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 758/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2024 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18.6.2024 και με αριθμό κατάθ. ...2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 281/25.1.2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 25.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2018) έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 758/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει απορριφθεί η από 31.7.2017 και με αριθμό κατάθ. ...2017 αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας και μετά από εξαφάνιση αυτής, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής (25.1.2024) μέχρι την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου (28.6.2024) δεν παρήλθε διετία (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 31.7.2017 και με αριθμό κατάθ. ...2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι το έτος 1994 προσλήφθηκαν από τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Μεγάρων (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Με την ... απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Μεγαρέων και με την ... πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής αποφασίσθηκε η λύση και θέση σε εκκαθάριση της εν λόγω Δημοτικής επιχείρησης, κατά τους ορισμούς των διατάξεων του άρθρου 262 του ν. 3463/2006. Ότι στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 40 παρ. 6 και 7 του ν. 3801/2009 με τις οποίες προβλέφθηκε διαδικασία μεταφοράς του προσωπικού λυθείσας δημοτικής κοινωφελούς επιχείρησης στον Δήμο, αυτοί υπέβαλαν τις από 7.5.2010 αιτήσεις για τη μεταφορά τους στον εναγόμενο Δήμο Μεγαρέων, πλην όμως, με την ...2010 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν.
Ότι κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την 1873/28.6.2012 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, λόγω έλλειψης αιτιολογίας της προσβληθείσας απόφασης, η οποία ακυρώθηκε και αναπέμφθηκε η υπόθεση στον Δήμο για νέα νόμιμη κρίση. Ότι, ακολούθως, το Δημοτικό Συμβούλιο, σε συμμόρφωση με τη δικαστική αυτή απόφαση, εξέδωσε την ...
απόφασή του με την οποία ενέκρινε τη μεταφορά και τοποθέτησή τους σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δήμου, στον οποίο τελικά ανέλαβαν υπηρεσία οι 1η και 2η εξ αυτών στις 3.6.2015, η 3η στις 11.7.2016 και οι λοιποί στις 14.12.2015. Ότι ο εναγόμενος Δήμος δεν συμμορφώθηκε προσηκόντως προς την 1873/2012 ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ και του άρθρου 40 παρ. 6 περ.
ε' του ν. 3801/2009, καθόσον δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ στην μεταφορά και πρόσληψή τους στον Δήμο, δεν αναγνώρισε την προϋπηρεσία τους στην λυθείσα Δημοτική επιχείρηση και τους κατέταξε σε κατώτερα μισθολογικά κλιμάκια. Προς αποκατάσταση δε της ζημίας τους ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί ο Δήμος να καταβάλει στον καθένα τους ως αποζημίωση το σύνολο των αποδοχών που στερήθηκαν καθ' όλο το χρονικό διάστημα που παρέλειπε παρανόμως να τους απασχολεί και συγκεκριμένα από τις 20.5.2010 που έπρεπε να τοποθετηθούν στον Δήμο μέχρι τις ημερομηνίες που τελικώς αυτοί τοποθετήθηκαν και β) να τους καταβάλει τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών, καθόσον δεν λήφθηκε υπόψη για την κατάταξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια ο συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας τους στη δημοτική επιχείρηση.
Επίσης ζήτησαν την καταβολή ποσού ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, και επιπλέον, α) να αναγνωρισθεί η προϋπηρεσία τους στη λυθείσα δημοτική επιχείρηση ως πραγματική δημόσια υπηρεσία από τις ημερομηνίες πρόσληψής τους σε αυτή έως τον χρόνο μεταφοράς στους στον Δήμο, β) να αναγνωρισθεί η προϋπηρεσία τους από τη μεταφορά τους στον Δήμο και συγκεκριμένα από τις 20.5.2010 έως την τοποθέτησή τους στον Δήμο, γ) να υποχρεωθεί ο τελευταίος να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε να τους κατατάξει αναδρομικά στα ορθά μισθολογικά κλιμάκια και βαθμούς βάσει της συνολικής προϋπηρεσίας τους καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους και αποδεχόμενος τις υπηρεσίες τους, αποκαθιστώντας τους αναδρομικώς μισθολογικά, βαθμολογικά και ασφαλιστικά.
Με την 758/2018 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, κρίνοντας, καθ' ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 2 περ. η' του ν. 1406/1983, ότι αγωγές αποζημιώσεως, όπως η ένδικη, που στηρίζονται σε ευθύνη ν.π.δ.δ. για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους είτε αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές είτε ενεστώσα μισθολογική κατάσταση γεννούν διοικητικές διαφορές ουσίας.
Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής (από 25.7.2018), η οποία απορρίφθηκε με την 2384/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την ίδια αιτιολογία. Ακολούθως, την 1.7.2020 οι αιτούντες άσκησαν αγωγή με το ίδιο περιεχόμενο (ίδια πραγματική και νομική βάση και ίδια αιτήματα) ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' επίκληση του άρθρου 41 του v. 3659/2008 (εκ νέου άσκηση ενδίκου βοηθήματος που έχει απορριφθεί ελλείψει δικαιοδοσίας).
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, επίσης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας με την 4986/2022 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καθ' ερμηνεία των ίδιων ως άνω διατάξεων, κρίθηκε ειδικότερα ότι οι ένδικες αξιώσεις και οι φερόμενες ως παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δήμου, δεν προέρχονταν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αλλά έχουν ως υπόβαθρο τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνδέει τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο.
Τέλος, προς άρση της αποφατικής σύγκρουσης μεταξύ του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών που έκριναν με τις προαναφερθείσες 2384/2020 και 4986/2022 αποφάσεις τους, ότι στερούνται δικαιοδοσίας, οι ενάγοντες [αιτούντες] άσκησαν την από 10.11.2022 αίτησή τους ενώπιον του ΑΕΔ και επ' αυτής εκδόθηκε η 6/2023 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, η οποία ήρε τη δικαιοδοσία υπέρ των πολιτικών δικαστηρίων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 2384/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , παρέπεμψε σε αυτό την υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων [ αναιρεσειόντων] και μετά από εξαφάνιση την υπ' αριθμ. 758/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε κατ' ουσία την από 31.7.2017 αγωγή.
Κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής δημιουργεί ευθύνη για κάθε υπαίτιο όργανο, όπως ο νόμος ορίζει. Εξάλλου, στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989 (Α' 8) ορίζεται ότι η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως και συνεπάγεται τη νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη (παρ. 1), και ότι οι διοικητικές αρχές σε εκτέλεση της υποχρεώσεως που επιβάλλει το ανωτέρω άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται, αναλόγως σε κάθε περίπτωση, προς το περιεχόμενο της αποφάσεως του Συμβουλίου, είτε με θετική ενέργεια είτε απέχοντας από κάθε ενέργεια αντίθετη προς τα κριθέντα από το Δικαστήριο αυτό.
Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση (παρ. 4). Τέλος, με το άρθρο 1 του ν. 702/1977 (Α' 268) υπήχθησαν στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου αιτήσεις ακυρώσεως κατά ορισμένων ατομικών διοικητικών πράξεων. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ενώπιον των διοικητικών εφετείων, δικαζόντων επί αιτήσεων ακυρώσεως κατά το νόμο τούτο, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που αφορούν το ένδικο αυτό μέσο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως ισχύουν εκάστοτε. 4.
Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων κατά τον τρόπο που έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται και προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω δε, όταν η Διοίκηση συμμορφώνεται προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, έχει υποχρέωση όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη νομικώς τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε αλλά και να προβεί με θετικές ενέργειες στην αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε στο μεταξύ βάσει της ακυρωθείσας πράξης, ανακαλούσα ή τροποποιούσα τις σχετικές, εκδοθείσες εν τω μεταξύ πράξεις ή εκδίδουσα άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα ευρίσκοντο αν εξ αρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 1401/2021, ΣτΕ 1288/2020).
Στην περίπτωση ειδικότερα που η διοικητική πράξη ακυρώθηκε για πλημμέλειες της αιτιολογίας, η Διοίκηση μπορεί να επαναλάβει την κρίση της για τη ρύθμιση της συγκεκριμένης σχέσεως αναδρομικώς και να εκδώσει πράξη του ιδίου περιεχομένου με την ακυρωθείσα, πρέπει, όμως, να αιτιολογήσει νομίμως και επαρκώς τη νέα κρίση της, βάσει της ακυρωτικής αποφάσεως ή βάσει στοιχείων που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και κρίσεως από τον ακυρωτικό δικαστή, ασχέτως αν τα στοιχεία αυτά ήταν γνωστά ή όχι στη Διοίκηση.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα κρίση της Διοικήσεως πρέπει να μην αντίκειται σε όσα έχουν κριθεί από την ακυρωτική απόφαση και να εκφέρεται ενόψει του νομικού και πραγματικού καθεστώτος του χρόνου εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως (ΣτΕ 748/2007, 3320/2003, 3214/2001). Επειδή, περαιτέρω με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα θεσπίζεται η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, για αποζημίωση από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί.
Για να στοιχειοθετηθεί δε αστική ευθύνη του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και ΟΤΑ , απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας.
Σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών, το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε θετική ή αποθετική ζημία, τα δε δικαστήρια της ουσίας μπορούν, επιπλέον, να επιδικάσουν σε βάρος τους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 27/2023, 1627/2017).
Η ευθύνη, όμως, του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από υπαιτιότητα των οργάνων τους (ΑΠ 27/2023, ΣτΕ. 1326/2017, 3292/2017). Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ειδικότερα ότι, αν το Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ και ΟΤΑ αρνηθούν να προσλάβουν σε δημόσια θέση υποψήφιο και η άρνηση αυτή ακυρωθεί στη συνέχεια με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, ακολούθως δε η Διοίκηση σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση διορίσει τον υποψήφιο στην πιο πάνω θέση, ο τελευταίος αυτός δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εκ του ότι δεν προσλήφθηκε από την ημερομηνία που έπρεπε να διορισθεί που συνίσταται στο σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει αν είχε αναλάβει έκτοτε υπηρεσία μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγματι υπηρεσία (πρβλ.
ΣτΕ 694/2024, 358/2023, 3170/2005, 3629-3631/2001). Περαιτέρω, με το άρθρο 40 παρ.6 του Ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163) ορίζεται ότι "α. προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), που έχουν συσταθεί κατ` εφαρμογή του ν. 1069/1980 ή σχετικών ειδικών νόμων, οι οποίες λύθηκαν ή λύονται, εφόσον υπηρέτησε σε αυτές, επί μία, τουλάχιστον, διετία, πριν από τη λύση τους με την ανωτέρω σχέση εργασίας, είναι δυνατόν να ενταχθεί ή να μεταφερθεί, αντιστοίχως, στον οικείο Δήμο ή σε νομικά πρόσωπα αυτού.
β. Η ένταξη ή η μεταφορά γίνεται με πράξη του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, ύστερα από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και συντελείται με την ίδια σχέση εργασίας σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας.
Σε περίπτωση ανυπαρξίας τούτων, συνιστώνται, με την ίδια πράξη του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, προσωποπαγείς θέσεις, οι οποίες καταργούνται μόλις κενωθούν με οποιονδήποτε τρόπο. γ. Το ύφος της αμοιβής του εντασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού διέπεται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που ισχύουν, εκάστοτε, για το προσωπικό των Ο.Τ.Α., λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας τους, η οποία διανύθηκε στην οικεία Δ.Ε.Υ.Α..
δ. i. Η σχετική αίτηση ένταξης για το προσωπικό των Δ.Ε.Υ.Α. οι οποίες έχουν λυθεί υποβάλλεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας. ii. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου λαμβάνεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της, κατά το προηγούμενο εδάφιο, σχετικής αίτησης ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας λύσεως της Δ.Ε.Υ.Α..
ε. Οι πράξεις του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου εκδίδονται μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. στ. Οι ρυθμίσεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις που παραχωρείται, κατά χρήση, από Δ.Ε.Υ.Α. το δίκτυο Ύδρευσης ή Αποχέτευσης της στην ΕΥΔΑΠ Α.Ε.
Ακολούθως, με το ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α 176) με τίτλο "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" και στο Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.
του Κεφαλαίου A του Ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" ορίζεται με το άρθρο 7 παρ. 1 ότι "Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: α)...β)...γ)... δ) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, ε) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) στ) των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α. - κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους - ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, συμπεριλαμβανομένων των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας...", με το άρθρο 8 ότι "1.
Το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά κατέχει, σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.), όπως αυτά ορίζονται στο επόμενο άρθρο. 2. Οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και έχουν το ίδιο μισθολογικά κλιμάκιο δικαιούνται το βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε αυτό, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκει η θέση τους", με το άρθρο 11 ότι "1.
Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικά κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικά κλιμάκιο. β. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικά κλιμάκιο. 2.... 3...... 4.
α. Ως προϋπηρεσία, που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 του παρόντος, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και σε επίσημους θεσμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου (όπως η παρ. 4α αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4484/2017 ΦΕΚ Α 110), β) Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών είναι να μην έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Η αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών", με το άρθρο 26 ότι "1. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί από το φορέα αυτόν, μέχρι και στις 31.12.2015. 2.
Μετά τη μισθολογική κατάταξη της προηγούμενης παραγράφου, η μισθολογική εξέλιξη όλων των υπαλλήλων αναστέλλεται μέχρι τις 31.12.2017. Από 1.1.2018 η μισθολογική εξέλιξη ενεργοποιείται εκ νέου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 συνυπολογιζόμενου και του τυχόν πλεονάζοντας χρόνου, που είχε υπολογισθεί κατά την αρχική κατάταξη, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.12.2017. 3...." και, τέλος, με το άρθρο 35 ότι "Η έναρξη ισχύος των άρθρων 7 έως 34 αρχίζει από 1.1.2016, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ν. 4354/2015 προκύπτει ότι κατά την έναρξη εφαρμογής των μισθολογικών διατάξεων του (1.1.2016) η μισθολογική κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των λοιπών νομικών προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις του, πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα όπου υπηρετούν καθώς και το χρόνο υπηρεσίας που έχει αναγνωρισθεί από τον ως άνω φορέα μέχρι στις 31.12.2015 (άρθρο 26 παρ. 1), ότι μετά την αρχική κατάταξη των υπαλλήλων είναι δυνατή η αναγνώριση προϋπηρεσίας που έχει προσφερθεί σε φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 7 αυτού (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΔΕΚΟ κεφ.
Α' του ν. 3429/2005) των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου, τα οικονομικά αποτελέσματα της οποίας θα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών (άρθρο 11 παρ. 4), πλην, όμως, ειδικά για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017 τα ως άνω οικονομικά αποτελέσματα (της αναγνώρισης προϋπηρεσίας) θα ισχύουν από 1.1.2018, καθότι για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα αναστέλλεται η μισθολογική εξέλιξη όλων των υπαλλήλων και επανεργοποιείται εκ νέου από 1.1.2018, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη το ως άνω χρονικό διάστημα (ΑΠ 476/2022, 1402/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και, ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 317/2022, 380/2019, 114/2019). Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Οι ενάγοντες [αναιρεσείοντες] οι οποίοι απασχολούνταν άπαντες ως προσωπικό της λυθείσας Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αδιαλείπτως από το έτος 1994 μέχρι και τη λύση της Επιχείρησης, υποβάλανε, εμπρόθεσμα, στις 7.5.2010, αιτήσεις για τη μεταφορά τους στον εναγόμενο Δήμο Μεγάρων στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 40 του Ν. 3801/2009.
Η δε προβλεπόμενη διαδικασία μεταφοράς του ανωτέρω προσωπικού της λυθείσης επιχείρησης στον οικείο Δήμο ορίζεται με το ίδιο άρθρο (40 παρ. 6 ν. 3801/2009) ότι ολοκληρώνεται κατόπιν: Υποβολής σχετικής αίτησης, με πράξη του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, κατόπιν απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία απόφαση του ΔΣ λαμβάνεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της, κατά το προηγούμενο εδάφιο, σχετικής αίτησης ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας λύσεως της Δ.Ε.Υ.Α (περ.
δ (ii) παρ. 6 άρθρου 40 του Ν. 3801/2009). Η μεταφορά γίνεται με την ίδια σχέση εργασίας σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και σε περίπτωση ανυπαρξίας τούτων, συνιστώνται, με την ίδια πράξη του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, προσωποπαγεiς θέσεις, οι οποίες καταργούνται μόλις κενωθούν με οποιονδήποτε τρόπο.
Σύμφωνα δε με την περίπτωση ε' της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Ν. 3801/2009 ορίζεται ρητά ότι οι πράξεις του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου εκδίδονται μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Εν προκειμένω όταν ο εναγόμενος προσέλαβε τους ενάγοντες συμμορφούμενος προς την ανωτέρω απόφαση τους κατέταξε αντίθετα με το Νόμο σε κατώτερα, και δη σε εισαγωγικά, μισθολογικά κλιμάκια και βαθμούς, αντιμετωπίζοντάς τους ως νεοπροσληφθέν προσωπικό με μηδενική δημόσια προϋπηρεσία, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 6 περ.
γ' του Ν. 3801/2009 σε εφαρμογή του οποίου μεταφερθήκανε στον Δήμο από τη Δημοτική Επιχείρηση, σύμφωνα και με την απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου, ορίζεται ότι "γ. Το ύψος της αμοιβής του εντασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού διέπεται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που ισχύουν, εκάστοτε, για το προσωπικό των Ο.Τ.Α., λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας τους, η οποία διανύθηκε στην οικεία Δ.Ε.Υ.Α" .Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 4354/2015, όπως ισχύει "1.
Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, β. για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο. 2.
Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από το κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη του υπαλλήλου γίνεται με πράξη του αρμοδίου για το διορισμό οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως 4.
Α. Ως Προϋπηρεσία, που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους επίσημους θεσμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου.
Για υπηρεσίες που παρέχονται με μειωμένο ωράριο εργασίας αναγνωρίζεται για μισθολογική εξέλιξη τόσος χρόνο, όσος προκύπτει από το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των ωρών εργασίας δια του αριθμού των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης που ισχύει για τον αντίστοιχο κλάδο υπαλλήλων, Για τον υπολογισμό της αναγνωριζόμενης κατά τα προαναφερθέντα υπηρεσίας το έτος λογίζεται για τριακόσιες (300) ημέρες, ο μήνας για είκοσι πέντε (25) ημέρες και η εβδομάδα για έξι (6) ημέρες εργασίας" "β.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών είναι να μην έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραιτήτων δικαιολογητικών".
Στην υπό κρίση περίπτωση ο εναγόμενος αρνείται τον υπολογισμό της συνολικής πραγματικής προϋπηρεσίας τους αρχικά στην Δ.Ε.Υ.Α.Μ και στην συνέχεια στις υπηρεσίες του, επικαλούμενος, το άρθρο 11 του Ν. 4354/2015 και δη το γεγονός της λήψης αποζημίωσης απόλυσης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ...
έγγραφο της ΔΕΥΑΜ προς τον Δήμο Μεγαρέων, που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος σε απάντηση του με αρ. πρωτ. ... έγγραφό του που αφορά αποδείξεις πληρωμής της αποζημίωσης απόλυσης, βεβαιώνεται ότι οι 8 πρώην υπάλληλοι της ΔΕΥΑΜ έλαβαν τις παρακάτω συνολικές αποζημιώσεις απόλυσης με τα αντίστοιχα χρηματικά εντάλματα. 1) Β.
Ε., συνολική αποζημίωση 24.923,36 ευρώ, 2) Κ. Ε., συνολική αποζημίωση 35.125,09 ευρώ, 3) Μ. Α. συνολική αποζημίωση 23.853,62 ευρώ, 4) Ν. Ε., συνολική αποζημίωση 23.853,62 ευρώ, 5) Ξ. Α., συνολική αποζημίωση 27.347,18 ευρώ, 6) Ο. Ε., συνολική αποζημίωση 28.383,19 ευρώ, 7) Σ ... Ι ..., συνολική αποζημίωση ... ευρώ, 8) Σ. Κ., συνολική αποζημίωση 28.376,18 ευρώ.
Σύμφωνα με το υπ' αρ. πρωτ. 2/84617/ΔΕΠ/27.3.2017 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους προς το Δήμο Μεγαρέων και την άποψη του εξέφρασε το Υπουργείο Εσωτερικών για το μεταφερόμενο προσωπικό, η προϋπηρεσία του τελευταίου που έχει διανυθεί στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μεγάρων δε δύναται να υπολογισθεί, καθόσον "αυτή χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης των ανωτέρω.
Και "η αποζημίωση που έχει ήδη καταβληθεί στο μεταφερθέν προσωπικό θα πρέπει να συμψηφιστεί με το ισόποσο των αποδοχών του από το φορέα υποδοχής και να αποδοθεί στους εκκαθαριστές της επιχείρησης. Λόγω όμως της από 23.3.2010 λύσεως της ΔΕΥΑ Μεγάρων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ανωτέρω πρότασης του Υπουργείου Εσωτερικών.
Συνεπώς για τους πρώην απολυμένους υπαλλήλους της ΔΕΥΑ τους οποίους προσέλαβε ο Δήμος Μεγαρέων συνεπεία δικαστικής απόφασης, δεν δύναται να υπολογιστεί η προϋπηρεσία που έχει διανυθεί στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Δήμου Μεγαρέων, καθόσον η προϋπηρεσία αυτή, χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης των εν λόγω υπαλλήλων.
Για τους ανωτέρω λόγους η προϋπηρεσία των εναγόντων - εκκαλούντων δεν υπολογίσθηκε κατά την κατάταξή τους από τον Δήμο Μεγαρέων, κατόπιν έκδοσης των σχετικών αποφάσεων του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι των εναγόντων τοποθετήθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις με την με αριθμό ...2014 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και οι υπόλοιποι πέντε με την με αριθμό ...2015 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω η προϋπηρεσία των εναγόντων - εκκαλούντων ορθά δεν υπολογίστηκε, κατά την κατάταξή τους από το Δήμο Μεγάρων. Κατόπιν αυτών αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση τοποθέτησής τους στον Δήμο Μεγαρέων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των υπηρεσιών του Δήμου, αφού τοποθετήθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις με τις ανωτέρω αποφάσεις του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Περαιτέρω κατά την απόλυσή τους από την Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μεγάρων άπαντες οι ενάγοντες έλαβαν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής τους, για τον υπολογισμό της οποίας ελήφθη υπόψιν ο χρόνος προϋπηρεσίας τους." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 281/2024 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων και μετά από εξαφάνιση της με αριθμό 758/2018 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την με ημερομηνία 31.7.2017 αγωγή, ελλείψει δικαιοδοσίας, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η καθυστέρηση τοποθέτησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (Δήμο Μεγαρέων) δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των υπηρεσιών του Δήμου και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται αποζημίωσης από την ως άνω αιτία και ότι επειδή έλαβαν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης από τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μεγάρων (ΔΕΥΑΜ), για τον υπολογισμό της οποίας ελήφθη υπόψη ο χρόνος προϋπηρεσίας τους, ορθά το εναγόμενο δεν αναγνώρισε την προϋπηρεσία των εναγόντων από την εργασία τους στην ως άνω εταιρεία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του ν. 4354/2015 και ακολούθως να απορρίψει ως κατ'ουσία αβάσιμη την αγωγή, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 95 παρ.5 του Συντάγματος, 50 του Π.Δ. 18/1989, 4 παρ.1 του ν. 702/1977, 40 του ν. 3801/2009 , 11 του ν. 4354/2015, 105 και 106 του Εισ.Ν.
Α.Κ. και 932 Α.Κ. και παράλληλα με ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο διότι εφόσον, το Εφετείο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες απασχολούνταν από το έτος 1994 στη λυθείσα στις 23.3.2010 Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μεγάρων (ΔΕΥΑΜ), ότι υπέβαλαν εμπρόθεσμα στις 7.5.2010 αιτήσεις για μεταφορά τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 40 του ν. 3801/2009, που απορρίφθηκαν με την υπ'αριθμ. ...2010 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου, η οποία ακυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 1873/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ότι το εναγόμενο, συμμορφούμενο με την ως άνω ακυρωτική απόφαση, με την υπ'αριθμ. ...
απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου ενέκρινε τη μεταφορά και τοποθέτηση των εναγόντων σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του εναγομένου Δήμου και εκδόθηκαν προς τούτο οι υπ' αριθμ. ...2014 ...2015 αποφάσεις του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ακολούθως με το να κρίνει ότι η καθυστέρηση τοποθέτησης των εναγόντων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του Δήμου και να απορρίψει το αγωγικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης για τις διαφορές αποδοχών που θα ελάμβαναν το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία που έπρεπε να διορισθούν μέχρι την ημερομηνία τοποθέτησής τους, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων, , εφόσον η αστική ευθύνη του εναγομένου ΟΤΑ από την ως άνω αιτία είναι αντικειμενική και δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα των οργάνων του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε.
Περαιτέρω, το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εφόσον δεν έχει παραδοχές για το αν υπήρξε ή όχι παράνομη πράξη ή παράλειψη του εναγομένου ΟΤΑ (μετά την ακύρωση με την υπ'αριθμ. 1873/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, της υπ'αριθμ. ...2010 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις των εναγόντων για μεταφορά τους από τη λυθείσα ΔΕΥΑΜ σε υπηρεσίες του Δήμου, και την τοποθέτηση των εναγόντων, σε συμμόρφωση με την ως άνω ακυρωτική απόφαση, με την υπ'αριθμ. ...
απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δήμου), από το γεγονός ότι δεν προσέδωσε αναδρομικότητα στην τοποθέτηση των εναγομένων σε υπηρεσίες του από την ημερομηνία έκδοσης της αρχικής απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του (10.5.2010) και από την καθυστέρηση υλοποίησης επί τρία (3) περίπου έτη της υπ'αριθμ. ...
απόφασής του να τοποθετηθούν οι ενάγοντες στις υπηρεσίες του, για το αν υπήρξε ζημιά τους από τις ως άνω πράξεις- παραλείψεις, καθώς και αν συνέτρεχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της (παράνομης) πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Περαιτέρω, το Εφετείο με το να κρίνει ότι ορθά ο εναγόμενος ΟΤΑ δεν αναγνώρισε την προϋπηρεσία των εναγόντων εφόσον αυτοί έλαβαν αποζημίωση απόλυσης από τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μεγάρων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκή αιτιολογία τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 του ν. 3801/2009 και 11 του ν. 4354/2015.
Και τούτο διότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ουσιαστική δικαίου διάταξη της περ. γ της παρ. 6 του άρθρου 40 του ν 3801/2009, που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, με την οποία ρητά ορίζεται ότι για το ύψος της αμοιβής του εντασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού στους ΟΤΑ λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία που διανύθηκε στην οικεία ΔΕΥΑ, και εσφαλμένα εφάρμοσε την ισχύουσα από 1.1.2016 ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 του ν. 4354/2105, που ορίζει, όπως προεκτέθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση προϋπηρεσίας είναι να μην έχει αυτή χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμιάς άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, εφόσον η τελευταία αυτή διάταξη δεν ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή δεν ίσχυε ούτε κατά το χρόνο έκδοσης της υπ'αριθμ. ...
απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου ΟΤΑ (με την οποία εγκρίθηκε η μεταφορά και τοποθέτηση των εναγόντων σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δήμου), ούτε ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης των προαναφερθεισών με αριθμ. ...2014 και ...2015 αποφάσεων του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (βάσει των οποίων τοποθετήθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις του εναγομένου), ούτε, τέλος, ίσχυε και κατά το χρόνο που οι ενάγοντες ανέλαβαν καθήκοντα σε υπηρεσίες του εναγόμενου ΟΤΑ.
Είναι, δε, άλλο το ζήτημα αν η ως άνω καταβληθείσα στους ενάγοντες από τη Δ.Ε.Υ.Α.Μ. αποζημίωση απόλυσης, εφόσον τελικά έγινε δεκτή η αίτηση μεταφοράς τους σε υπηρεσίες του εναγομένου ΟΤΑ (με την υπ'αριθμ. 289/29-10-2012 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου) μπορούσε να αναζητηθεί, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα, από την τελούσα σε εκκαθάριση ως άνω εταιρεία (ΔΕΥΑΜ).
Περαιτέρω το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι επειδή καταβλήθηκε στους ενάγοντες αποζημίωση απόλυσης από τη ΔΕΥΑΜ δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον εναγόμενο Δήμο η προϋπηρεσία τους στην ως άνω εταιρεία, εφόσον δεν έχει παραδοχές για το χρόνο που καταβλήθηκε η ως άνω αποζημίωση απόλυσης, αν δηλαδή αυτή καταβλήθηκε α) πριν από την ημερομηνία λύσης (23.3.2010) της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μεγάρων, όπου οι ενάγοντες εργάζονταν ή μετά την λύση της και κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισής της, β) πριν ή μετά από τη ημερομηνία των αιτήσεων των εναγόντων (7.5.2010) για μεταφορά τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 40 του ν. 3801/2009, β) πριν ή μετά την υπ' αριθμ. ...2010 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου που απέρριψε τις αιτήσεις τους για μεταφορά τους σε υπηρεσίες του εναγομένου ΟΤΑ.
Επίσης δεν έχει παραδοχές για το αν οι ενάγοντες υπέβαλαν κατά το χρόνο τοποθέτησής τους σε προσωποπαγείς θέσεις του Δήμου ή κατά το χρόνο ανάληψης καθηκόντων σε υπηρεσίες του εναγομένου αίτημα για αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους, ούτε έχει παραδοχές αν από 1.1.2016 που άρχισαν να ισχύουν οι διατάξεις του ν. 4354/2015 το εναγόμενο ΟΤΑ εφάρμοσε ως προς τους ενάγοντες τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του ως άνω νόμου περί μισθολογικής κατάταξης αυτών υπό τις οριζόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις και δεδομένου ότι κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του ως άνω άρθρου, αναστέλλεται η μισθολογική εξέλιξη για το διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2017.
Επιπρόσθετα η προσβαλλόμενη απόφαση με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με την αιτιολογία ότι η καθυστέρηση τοποθέτησης των εναγόντων στο Δήμο Μεγαρέων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου παραβίασε εκ πλαγίου και με ανεπαρκή αιτιολογία τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ καθότι δεν εκτίθενται περιστατικά που να αιτιολογούν την έλλειψη υπαιτιότητας των οργάνων του εναγομένου ΟΤΑ κατά το μέρος που δεν προσέδωσαν αναδρομικότητα στην τοποθέτηση των εναγόντων, κατόπιν της υπ'αριθμ. 1873/2012 ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στις υπηρεσίες του και κατά το μέρος που καθυστέρησαν να υλοποιήσουν την υπ' αριθμ. ...
απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του με την οποία εγκρίθηκε η μεταφορά των εναγόντων σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις του εναγομένου Δήμου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβάσεις των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 95 παρ.5 του Συντάγματος, 50 του Π.Δ. 18/1989, 4 παρ. 1 του ν. 702/1977, 40 του ν. 3801/2009 , 11 του ν. 4354/2015, 105 και 106 του Εισ.
Ν ΑΚ και 932 ΑΚ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω πρώτου λόγου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη με αριθμό 281/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 281/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ