Supreme Court allows appeal against expropriation compensation ruling, overturning benefit presumption due to contradictory compensation orders.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by 11 individuals against the Athens Court of Appeal's expropriation compensation decision. The appellants argued that awarding special compensation for expropriated properties while simultaneously confirming the benefit of those same properties under the 1977 law created a legal contradiction. The court agreed, ruling that such contradictory orders violate the principle of legal consistency and invalidate the benefit presumption, thereby overturning the contested portion of the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13(4) of Law 2002/2001 and Article 1 of Law 653/1977; When a court awards special compensation for expropriated properties while simultaneously confirming the benefit of those same properties under the 1977 law, it creates a legal contradiction that invalidates the benefit presumption.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 679/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. … και 22. …, εκ των οποίων οι 1ος, 4ος, 5η, 7ος, 9ος, 10ος, 12ος, 13η, 20ος και 22ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κατσιμίχα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: 1) Οι 2ος και 3η των αναιρεσειόντων, Σ. Μ. του Ι. και Φ. συζ. Σ. Μ., αντίστοιχα, παραιτούνται από το δικόγραφο της 16-11-2012 αιτήσεώς τους για αναίρεση της 5868/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
2) Η Ε. Μ. του Χ., της οποίας ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς της Χ. Μ. του Ν. και Β. Δ. του Π., υπό στοιχ. 4ος και 5η των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο και 3) Ο 11ος των αναιρεσειόντων Κ. Μ. του Ν. απεβίωσε στις 6-7-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Β. χα Κ. Μ., το γένος Τ. Γ. και β. Ν. Μ. του Κ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο. Οι 6ος, 8ος, 14ος, 15η, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος και 21ος των αναιρεσειόντων, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου ... παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1021/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17-3-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 5868/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη διάβασε την από 8-4-2021 έκθεση της τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 16-11-2012 και με αριθμό εκθ. καταθ. 983/2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5868/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής που αφορά στους υπ' αύξ. αριθμούς 1ο, 4ο και 5η (για αυτούς ατομικά και ως ασκούντες τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους), 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10, 11ο, 12ο, 13η, 14ο, 15η, 16ο και 21ο αναιρεσείοντες, κατά τα ειδικότερον στο σκεπτικό αναφερόμενα και την απόρριψη αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (2ο, 3η, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 21ο και 22ο). Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 96/2020, 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ.8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναιρέσεως, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 171/2020, 209/2019, 782/2018, 365/2018). Εξ άλλου, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2.
Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 16-11-2012 και με αρ. κατ. 983/2012 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5868/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-4-2020.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 16-4-2021, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη, ματαιώθηκε και πάλι η συζήτηση, για τον ίδιο λόγο, επαναπροσδιορίστηκε δε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι 6ος, 8ος, 14ος, 15η, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος και 21ος των αναιρεσειόντων, δεν παρέστησαν στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου ...
παρ. 2, που εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, δεν αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενοι αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κατσιμίχα (που υπογράφει το αναιρετήριο) πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Επίσης, δεν αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί -για την παρούσα ή για μία από τις προγενέστερες δικασίμους, κατά τις οποίες ματαιώθηκε η συζήτηση- από τους λοιπούς, παριστάμενους (απλούς) ομοδίκους τους- αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από το αντίδικό τους - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή το αναιρεσίβλητο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους απόντες αυτούς αναιρεσείοντες, να διαταχθεί, ως προς αυτούς, ο χωρισμός της υποθέσεως, και να ερευνηθεί η αίτηση ως προς τους λοιπούς, παριστάμενους, αναιρεσείοντες.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 Κ.Πολ.Δ. [όπως τα άρθρα 294 και 297 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς του αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις], οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναιρέσεως, χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε από αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων Σ. Μ. του Ι. και Φ. συζ. Σ. Μ., το γένος Θ. Τ., με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημητρίου Κατσιμίχα (σχετ. το υπ' αριθμ. .../9-3-2020 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ελένης Στεργίου του Γεωργίου), που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της παρούσας, παραιτήθηκαν νομότυπα από το δικόγραφο της κρινόμενης, από 16-11-2012 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 983/2012, αιτήσεώς τους, για αναίρεση της 5868/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, όπως ήδη ισχύει, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Δημήτριος Κατσιμίχας, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το θάνατο του 11ου των αναιρεσειόντων Κ.
Μ. του Ν., που έλαβε χώρα την 6-7-2021, δήλωσε δε ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εκπροσωπούμενοι από αυτόν (δυνάμει του υπ' αριθμ. 13.398/2-2-2022 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ελένης Στεργίου του Γεωργίου), νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος, Β. Μ., το γένος Τ. Γ. και Ν. Μ. του Κ.. Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το υπ' αρ.
πρωτ. .../7-7-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος του Δήμου Σπάτων- Αρτέμιδος Αττικής, 2) το από 16.7.2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ως άνω Δήμου και 3) τα υπ' αριθ. 361/7-2-2022 και 3826/2022 πιστοποιητικά της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και του Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, προκύπτει ότι στις 6.7.2021, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης από 16.11.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 983/19.11.2012 αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στην Αθήνα, ο αρχικώς 11ος αναιρεσείων Κ.
Μ. του Ν., ο οποίος κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Β. Μ., το γένος Τ. Γ. και το τέκνο του Ν. Μ. του Κ., γεγονός που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, οι προαναφερόμενοι, παραδεκτά συνεχίζουν τη δίκη, υπεισερχόμενοι στη δικονομική θέση του ως άνω θανόντος αρχικώς αναιρεσείοντος.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 Α.Κ., την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 Κ.Πολ.Δ., συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τους 4ο και 5η των αναιρεσειόντων, Χ. Μ. του Ν. και Β. Δ. του Π., ατομικά και ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ε. Μ. του Χ.. Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, η προαναφερόμενη ανήλικη, η οποία γεννήθηκε στις 29-7-1992, δήλωσε στο ακροατήριο, μέσω του πληρεξουσίου (δυνάμει του υπ' αριθμ. .../9-3-2020 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ελένης Στεργίου του Γεωργίου) δικηγόρου της Δημητρίου Κατσιμίχα, ότι ενηλικιώθηκε στις 18-10-2019 (ήτοι μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, στις 19.11.2012) και ότι συνεχίζει πλέον ατομικά τη δίκη στο όνομά της.
Επομένως, μετά την ενηλικίωσή της έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων της (τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσειόντων) και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό της όνομα, και όχι δια των ως άνω, μέχρι την ενηλικίωσή της, νομίμων αντιπροσώπων της. Κατά συνέπειαν, η εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως παραδεκτά συνεχίζεται από την ίδια.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1).
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή (παρ. 3).
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται, από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (παρ. 6). Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας.
Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση (παρ. 7).
Η προβλεπόμενη, όμως, ως άνω διαδικασία, ισχύει επί υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αιτήσεως, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ στην περίπτωση που το αίτημα εισάγεται στη δίκη περί οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως δεν εφαρμόζεται, ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες που προβλέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2971/2001.
Στην τελευταία περίπτωση, το Εφετείο ερευνά ενιαία την όλη διαφορά και το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, χωρίς το αίτημα αυτό να καθίσταται απαράδεκτο, εκ του λόγου ότι δεν έχει τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 (ΑΠ 1268/2020, 1420/2018, 145/2018, ΑΠ 34/2015, 1258/2015). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 2/2001, 12/2000, ΑΠ 1419/2019, 1502/2018, 504/2018). Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της, ενώ ως έκπτωση από το δικαίωμα νοείται η κύρωση σε βάρος του διαδίκου που επέρχεται από δικονομική διάταξη, σε περίπτωση παρόδου νόμιμης προθεσμίας για ενέργεια, αν από την διάταξη του νόμου και τον σκοπό της συνάγεται ο αποκλεισμός ύστερης ενέργειας.
Η διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, με την οποία, μεταξύ άλλων, καθορίζεται η προδικασία και η προθεσμία υποβολής αιτήσεως προς τον φορέα του έργου, για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, είναι από την φύση της δικονομική, η δε παραβίασή της από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (πρβλ.
ΑΠ 501/2020, 428/2002, 597/2000). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (Α.Π.1115/2012, 1206/2008, 2061/2007, 1615/2006).
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1615/2006). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Δηλαδή, για να ευσταθήσει ο λόγος αυτός, πρέπει να γίνει από τον διάδικο, όχι μόνον επίκληση, αλλά και προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 3357/7-9-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 1043/27.9.2005 τεύχος Δ', κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα για την διαπλάτυνση και βελτίωση των γεωμετρικών στοιχείων της επαρχιακής οδού 40 στους Δήμους Παιανίας, Σπάτων και Αρτέμιδος, σύμφωνα με τη "ΜΕΛΕΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ & ΧΑΡΑΞΗΣ ΤΗΣ Ε.Ο. 40 ΠΑΙΑΝΙΑ -ΣΠΑΤΑ-ΛΟΥΤΣΑ" εκτάσεως συνολικού εμβαδού 99692,87 τ.μ., που βρίσκονται στο Νομό Αττικής.
Κατόπιν της ασκηθείσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό καταθέσεως 206/2007, αιτήσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1021/2007 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 21.9.2007 (βλ. 138ο φύλλο, οπίσθια όψη, προσβαλλόμενης αποφάσεως), με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενα.
Εν συνεχεία, κατόπιν ασκήσεως, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ άλλων, της από 4-12-2007 και με αρ. ΒΑΒ 1452/5-12-2007 αιτήσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και της από Ι7.3.2008 και με αρ. ΒΑΒ .../18.3.2008 αιτήσεως των ήδη αναιρεσειόντων, με αντικείμενο α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενα, β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών που απομένουν εκτός απαλλοτριώσεως και γ) την άρση της υποχρεώσεως προς αυταποζημίωση και αποζημίωση τρίτων, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5868/2011 απόφαση.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το υποβληθέν από τους 20ο και 22ο των αναιρεσειόντων, Φ. Α. του Σ. (για την ιδιοκτησία του με ΚΠ ...) και Α. Σ. του Π. (για την ιδιοκτησία του με ΚΠ 317), αίτημα, περί αναγνωρίσεως ότι δεν υποχρεούνται, για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες τους, σε αυταποζημίωση και καταβολή αποζημιώσεως σε τρίτους, ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι "δεν έχουν υποβάλει αίτηση προς την επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο (2) μηνών από την έκδοση (στις 20.11.2007) της πιο πάνω (1021/2007) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης" (βλ.
φύλλα της προσβαλλομένης αποφάσεως 139α για τον 20ο αναιρεσείοντα, και 139β για τον 22ο αναιρεσείοντα). Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 προδικασία, απαιτείται μόνο επί υποβολής αυτοτελούς αιτήσεως περί άρσεως του τεκμηρίου της ωφέλειας, και όχι όταν το αίτημα αυτό εισάγεται στη δίκη περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Κατόπιν τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι προαναφερόμενοι 20ος και 22ος των αναιρεσειόντων, Φ. Α. του Σ. και Α. Σ. του Π., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματά τους για ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας, λόγω μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Αφού όμως γίνεται δεκτός ο ως άνω λόγος αναιρέσεως και αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες, κατά το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα αυτών περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά αλυσιτελή την εξέταση όσων αναιρετικών λόγων πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης, και, συνεπώς, παρέλκει η έρευνα του ετέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλονται (από τους ίδιους αναιρεσείοντες και ως προς το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης, με το οποίο απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα τα αιτήματα αυτών για ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας), οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 20, 19 και 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει, όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά εκτίθενται τόσον ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή η λανθασμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Από αυτό, σε συνδυασμό και με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παρέπεται ότι, η, κατά τα ανωτέρω, ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναιρέσεως, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (αρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακίνητου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης επειδή, το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του, ακόμη και αν η ζημία αυτή οφείλεται στην εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ.Α.Π. 31/2005).
Μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο, ή ως υπόλοιπο αγρού, απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση, επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μειώσεως της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού της (Α.Π. 760/2020, 696/2020, 121/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε είκοσι μία (21) αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 17.3.2008 (Αριθμ. ΒΑΒ .../18.3.2008) αίτηση των αναιρεσειόντων, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις για: α) οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως, β) επιδίκαση ιδιαίτερης, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, αποζημιώσεως και γ) άρση του τεκμηρίου ωφελείας, κατ' άρθρο 33 ν. 2971/2001, δέχθηκε ως αποδεικτικό πόρισμα, κατά το ενδιαφέρον ενταύθα μέρος του, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 3357/7.9.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 1043/27.9.2005, τ.
Δ', κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την διαπλάτυνση και βελτίωση των γεωμετρικών στοιχείων της Επαρχιακής Οδού 40 στους Δήμους Παιανίας Σπάτων και Αρτέμιδος, έκτασης συνολικού εμβαδού 99.692,87 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Αττικής. Η απαλλοτριούμενη έκταση εμφαίνεται με κλίμακα 1:200 στα από Απριλίου και Μαΐου 2004 κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τον Τοπογράφο Μηχανικό της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής Ε.
Κ. και θεωρήθηκαν από την Προϊσταμένη της ως άνω Δ/νσης Τ. Α., στις 21-7-2005. Τα προαναφερόμενα κτηματολογικά διαγράμματα και κτηματολογικοί πίνακες εγκρίθηκαν δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου Τ.Υ. 4066/25-7-2005 απόφασης του Δ/ντή της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών και η συντέλεση της θα γίνει με δαπάνες του Γ' Κ.Π.Σ.
Στην έκταση, που απαλλοτριώνεται, δεν περιλαμβάνονται οι εκτάσεις εκείνες, οι οποίες στα κτηματολογικά στοιχεία φέρονται ότι ανήκουν στο Δημόσιο.
Η ένδικη διαφορά αφορά την απαλλοτρίωση των ακινήτων, που απαλλοτριώνονται, δυνάμει της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 3357/7-9-2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Αττικής, στο Τμήμα Β - Οδός Σπάτα-Αρτέμιδα και συγκεκριμένα για τη βελτίωση της οδού Σπάτων - Αρτέμιδος από τη διασταύρωση με την περιφερειακή οδό στο Δήμο Σπάτων έως την οδό Κερκύρας, στο Δήμο Αρτέμιδος, συνολικού εμβαδού 68....,29 τ.μ., ήτοι βελτίωση στροφών και οριζοντιοποίηση αυτής και εμφαίνεται.......
Τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα......... βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων Σπάτων και Αρτέμιδος εκατέρωθεν της Επαρχιακής Οδού 40. Οι απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις ξεκινούν από τα Σπάτα, μετά το τέλος του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως, έως το όριο του ρυμοτομικού σχεδίου της Αρτέμιδος, διέρχονται από τη βόρεια πύλη του αεροδρομίου "Ελευθέριος Βενιζέλος" σε μήκος 4.800 μέτρων, βρίσκονται όλες εκτός σχεδίου πόλεως.
Η περιοχή είναι κατά κύριο λόγο αγροτική και στις περισσότερες από τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες υπάρχουν καλλιέργειες όπως αμπέλια, ελιές κ.λπ., δίκτυα κοινής ωφελείας, πλην αποχέτευσης, η οποία έχει δρομολογηθεί να κατασκευασθεί, λόγω της απαλλοτρίωσης, αστική συγκοινωνία, που συνδέει τα Σπάτα με την Αρτέμιδα και με τη λεωφόρο Μαραθώνος.
Υπάρχουν στην περιοχή διάσπαρτες κατοικίες, αποθήκες, μάντρες με σίδερα, αλουμίνια, καυσόξυλα, τροχόσπιτα, ενώ στην αρχή και στο τέλος της απαλλοτριουμένης έκτασης υπάρχουν καταστήματα και δεν έχουν εγκατασταθεί βιομηχανίες, αλλά κάποιες επιχειρήσεις που ασχολούνται με εμπόριο χονδρικών πωλήσεων και όχι λιανικής.
Δεν υπάρχουν δημόσιες υπηρεσίες σχολεία και τράπεζες, οι οποίες βρίσκονται στα κέντρα των οικείων Δήμων. Στην περιοχή δεν παρατηρείται ιδιαίτερη εμπορική κίνηση και υπάρχουν καταστήματα τοπικού ενδιαφέροντος. Η υπάρχουσα οδός, στη διαπλάτυνση της οποίας σκοπεί η απαλλοτρίωση, στερείται επαρκούς φωτισμού και αντιπλημμυρικής προστασίας, παρόλο που παρατηρείται μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση, ειδικά από την Άνοιξη μέχρι το Φθινόπωρο, αφού οδηγεί στην Αρτέμιδα και εκείθεν προς Ραφήνα, Μαρκόπουλο και Πόρτο Ράφτη.
Η ευρύτερη περιοχή έχει δυνατότητες αξιοποίησης και σ' αυτό συνέβαλε και η εγκατάσταση του Αεροδρομίου "Ελευθέριος Βενιζέλος". Υπάρχουν στην εν λόγω περιοχή τα Επιχειρηματικά Πάρκα των Σπάτων Γιαλού-Προκαλήτι και το Ζωολογικό Πάρκο των Σπάτων. Η οδός Παιανίας - Σπάτων - Αρτέμιδος ανήκει στο επαρχιακό οδικό δίκτυο της Αττικής (επαρχιακή οδός 40).
Ως εκ τούτου η βασική λειτουργία της είναι η κυκλοφοριακή επικοινωνία των οικισμών, που συνδέει (Παιανία, Σπάτα, Αρτέμιδα), δηλαδή η υπερτοπική κυκλοφορία και όχι η πρόσβαση και η παραμονή στις παρακείμενες ιδιοκτησίες, όπως συμβαίνει στις δημοτικές και κοινοτικές οδούς ή στα εντός σχεδίου τμήματα. Για το λόγο αυτό απαγορεύεται η δόμηση σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων από τον άξονα της οδού, ώστε να υπάρχει επαρκής χώρος για διαπλάτυνση και πρόβλεψη παραπλεύρων οδών εξυπηρέτησης ή διαμόρφωση εισόδων -εξόδων στις ιδιοκτησίες.
Η εγκεκριμένη μελέτη για το υπεραστικό (εκτός σχεδίου) τμήμα μεταξύ Σπάτων και Αρτέμιδος προβλέπει τη διαπλάτυνση της υφιστάμενης οδού από 8 μέτρα με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση σε 16 μέτρα με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση και κεντρικό διαχωριστικό στηθαίο ασφαλείας. Με το σχεδιασμό αυτό αναμένεται μείωση των θυμάτων από τις συχνές μετωπικές συγκρούσεις, ελεύθερη πρόσβαση στις ιδιοκτησίες, χωρίς να παρεμποδίζεται η υπερτοπική κυκλοφορία.
Η τελική στάθμη της διαπλατυνόμενης οδού βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο ή λίγο ψηλότερα από την υφισταμένη (το πολύ 1,00 μέτρο τοπικά), σύμφωνα με τις εγκεκριμένες προδιαγραφές για την κατηγορία της, έτσι ώστε να είναι δυνατή η απορροή των ομβρίων μέσω των προβλεπομένων εγκαρσίων οχετών και να αποφεύγεται η δημιουργία χαμηλών σημείων στα άκρα της οδού, τα οποία θα απαιτούσαν πρόσθετα μέτρα αποχέτευσης στις παρακείμενες ιδιοκτησίες.
Η διαπλάτυνση της οδού δεν δημιουργεί κίνδυνο από την απορροή των ομβρίων υδάτων, διότι δεν μεταφέρει ύδατα από το οδόστρωμα στις ιδιοκτησίες και παράλληλα βελτιώνει τη διέλευσή τους από τις λεκάνες απορροής στο φυσικό αποδέκτη με κατασκευή τεχνικού 3,00 μ. Χ 1,00 μ. στη Χ.Θ. 0+912,47, αντί του υφισταμένου 1,00 μ.
Χ 1,00 μ. Ακόμη, επιτρέπει την ελεύθερη πρόσβαση των παρακείμενων ιδιοκτησιών στην οδό. Οι αριστερές κινήσεις θα διευθετούνται μέσω των προβλεπομένων ισόπεδων κόμβων για λόγους ασφαλείας τόσο των διερχομένων, όσο και των παροικούντων και δεν απαιτούνται ιδιαίτερες δαπάνες για την αποκατάσταση των προσβάσεων, λόγω των μικρών υψομετρικών διαφορών από την υφισταμένη οδό, εφόσον έχουν τηρηθεί οι νόμιμες αποστάσεις για τα υπάρχοντα κτίσματα.
Τέλος αυξάνεται η αξία των ακινήτων, διότι βελτιώνεται η ποοσβασιμότητά τους και η ασφάλεια των μετακινουμένων. Τα ανωτέρω αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 108/12-1-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής. Σχετικά με την υψομετρική διαφορά ιδιοκτησιών εκατέρωθεν της οδού Σπάτων-Αρτέμιδος σε σχέση με τη νέα διαμόρφωση της οδού, όπου υπάρχουν κτίσματα ή άλλες παρόδιες εγκαταστάσεις, η υψομετρική διαμόρφωση της οδού έγινε ώστε να είναι ισόσταθμα κατά το δυνατόν.
Οι περισσότερες ιδιοκτησίες είναι αγροί με ελιές και αμπέλια. Οι υψομετρικές διαφορές είναι αντίστοιχες των διαφορών, που προϋπήρχαν του έργου, δεδομένου ότι η πλειονότητα αυτών βρισκόταν σε χαμηλότερη στάθμη. Υψομετρικές διαφορές της τάξης 0,50-1,00 μ. μπορούν να καλυφθούν με απλή διαμόρφωση, λαμβάνοντας υπόψη και το διαθέσιμο εύρος μεταξύ του άκρου του ερείσματος και του ορίου απαλλοτρίωσης, που φτάνει τοπικά και τα 4,00 μέτρα, όπου και υπάρχει διαμορφωμένο ή υπό διαμόρφωση πρανές, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 8045/7-10-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής............
Όσον αφορά στην υπ' αριθμ. 2 αίτηση, αριθμός πινακίου 4, οι αιτούντες για τα αιτήματα τους περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός της απαλλοτρίωσης απομένοντα εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών τους, αναφέρουν τα ακόλουθα: Υπ' αριθμ. 019 ιδιοκτησία................... υπ' αριθμ. 046 ΚΠ ιδιοκτησία δευτέρου αιτούντα Μ.
Γ.: Η ιδιοκτησία αυτή είχε αρχική έκταση 220 τ.μ., απαλλοτριώνεται τμήμα αυτής 168,23 τ.μ. και απομένει έκταση 51,77 τ.μ., ζητεί, δε, ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω του ότι υφίσταται ζημία, μειούμενης της έκτασης της και επειδή καθίσταται ανέφικτη η χρήση για την οποία προοριζόταν, ήτοι καλλιέργεια, να αποζημιωθεί δε η εναπομείνασα έκταση σε ποσοστό 100% της αξίας της, με την καθορισθησομένη τιμή μονάδας..........
Υπ' αριθμ. 277 και τμήμα της 279 ΚΠ ιδιοκτησία του εικοστού όγδοου αιτούντα Δ. Α.: Η ιδιοκτησία αυτή είχε αρχική έκταση 836,02 τ.μ., απαλλοτριώνεται τμήμα αυτής, συνολικής επιφανείας 621,15 τ.μ., ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω του ότι το εναπομείναν τμήμα της, μετά την απαλλοτρίωση, τόσο ως σχήμα όσο και ως έκταση, δεν είναι εκμεταλλεύσιμο ούτε για τη χρήση της καλλιέργειας, να αποζημιωθεί δε η εναπομείνασα έκταση σε ποσοστό 100% της αξίας της με την καθορισθησομένη τιμή μονάδος,..........." (βλ.
φύλλα 201, σελ. 2 και 205, σελ.1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εν συνεχεία, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει: "Όμως, τα πιο πάνω αιτήματα για ιδιαίτερη αποζημίωση στις ως άνω αιτήσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι μετά τη μείωση της έκτασης των ακινήτων τους από την απαλλοτρίωση και πάλι η κατά προορισμό χρήση τους παραμένει η ίδια και συγκεκριμένα για καλλιέργεια και δεν καθίστανται άχρηστα γι' αυτή.
Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι πριν την απαλλοτρίωση υπήρχε επί κέρδει οργάνωση επιχείρησης εκμετάλλευσης γεωργικών προϊόντων εκ μέρους των αιτούντων στις ιδιοκτησίες τους, η οποία δεν δύναται μετά την απαλλοτρίωση να διατηρηθεί, λόγω του ότι το εναπομένον εδαφικό τμήμα καθίσταται άχρηστο. Αντίθετα, οι εναπομένουσες εδαφικές εκτάσεις και μετά την απαλλοτρίωση προσφέρονται και για γεωργική εκμετάλλευση.
Επίσης, ως προς τα αιτήματα των δικαιούχων της αποζημίωσης - αιτούντων στις προαναφερόμενες αιτήσεις τους, για αναγνώριση μη υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και καταβολής αποζημίωσης σε τρίτους, καθ' όσον αφορά στις ιδιοκτησίες, για τις οποίες τα αιτήματα κρίθηκαν νόμιμα και παραδεκτά, έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία του ως άνω άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και προσκομίζονται οι εκθέσεις της αρμόδιας Επιτροπής αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Όσον αφορά όλες τις ιδιοκτησίες, που κρίθηκαν νόμιμες και παραδεκτές και έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία, εκτός αυτών που αναφέρονται παρακάτω ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση, τα όσα υποστηρίζονται προς άρση του τεκμηρίου της ωφελείας είναι αβάσιμα. Ειδικότερα, όπως παρατηρείται βάσιμα και στις σχετικές εκθέσεις της Επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, η οποία (Επιτροπή) εισηγείται ομόφωνα την απόρριψη των αιτήσεων, ως προς τις ιδιοκτησίες αυτές: 1) Η υπό κατασκευή-διαπλάτυνση οδός "είναι ανοιχτή και όχι κλειστή" και δεν διαφοροποιούνται σημαντικά τα υψομετρικά δεδομένα της σε σχέση με τις υπό εξέταση παρόδιες ιδιοκτησίες, με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόσβαση στα ακίνητα αυτά, 2) Δεν διαφοροποιούνται τα πολεοδομικά δεδομένα των ιδιοκτησιών με την απαλλοτρίωση αυτή και 3) Δεν δημιουργούνται επιπτώσεις στις χρήσεις των ακινήτων από την απαλλοτρίωση αυτή.
Σύμφωνα δε και με τα έγγραφα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης όπου γίνεται αναφορά και στις παραπάνω εκθέσεις της Επιτροπής και αυτά (έγγραφα) αναφέρονται σε όλα τα ακίνητα, η υπό διαπλάτυνση οδός θα διαθέτει μία επιπλέον λωρίδα ανά κατεύθυνση, η οποία θα βοηθήσει στην καλύτερη κυκλοφορία και μείωση των ρύπων, καθώς τα Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητα θα μπορούν να προσπερνούν βαρέα και γεωργικά οχήματα, που θα παραχωρούν προτεραιότητα. Η τελική στάθμη της διαπλατυνόμενης οδού βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο ή λίγο υψηλότερα από την υφιστάμενη και είναι δυνατή η απορροή των ομβρίων υδάτων μέσω των προβλεπομένων εγκαρσίων οχετών, αποφεύγεται η δημιουργία χαμηλών σημείων στα άκρα της οδού και δεν δημιουργείται κίνδυνος από την απορροή των υδάτων αυτών (ομβρίων), διότι δεν μεταφέρονται ύδατα από το οδόστρωμα στις ιδιοκτησίες πέραν της κατασκευής αποχετευτικών έργων.
Στη θέση ΧΘ 0+921,47 της εν λόγω οδού, δημιουργείται αντιπλημμυρικό έργο. Επίσης σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά επιτρέπεται η ελεύθερη πρόσβαση των παρακειμένων ιδιοκτησιών στην οδό, δεν απαιτούνται ιδιαίτερες δαπάνες για την αποκατάσταση των προσβάσεων, λόγω υψομετρικών διαφορών, αυξάνεται η αξία των ακινήτων, διότι βελτιώνεται η προσβασιμότητα τους και η ασφάλεια των μετακινουμένων.
Εξάλλου, αποδεικνύεται από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι η διαπλατυνόμενη οδός θα διαθέτει επαρκέστατο ηλεκτροφωτισμό, θα βελτιωθούν οι ήδη υπάρχουσες στροφές και το όριο ταχύτητας θα παραμείνει το ίδιο, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ρύποι, τα καυσαέρια και οι θόρυβοι θα είναι περισσότεροι από εκείνους που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση ούτε θα δημιουργηθεί τοιχείο στην οδό.
Όπου υπάρχει πρανές η Νομαρχία θα κάνει ράμπα, εφόσον ζητηθεί και ότι "η οδός δεν θα είναι κλειστή -ταχείας κυκλοφορίας". Δεν αποδείχθηκε ότι δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις στη χρήση των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων, ως αγροτικών (ξηρικών ή μη), συνεπεία του εμβαδού αυτών, που αναφέρθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με την αρχική έκταση και τη χρήση αυτής...........
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι παραπάνω ιδιοκτησίες ωφελούνται από τη διαπλάτυνση της παραπάνω επαρχιακής οδού, η οποία και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), μεταβάλλει την οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής και πολλαπλασιάζει την αξία των ακινήτων (βλ.
και αιτιολογική έκθεση του Ν. 653/1997). Οι αιτούντες δεν ανέτρεψαν, κατά τα ως άνω, το τεκμήριο ωφελείας, που προκύπτει για την ιδιοκτησία τους από την εκτέλεση του άνω έργου, αφού οι σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί τους είναι αβάσιμοι. Επομένως, τα σχετικά ως άνω αιτήματα για αναγνώριση μη υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και καταβολής αποζημίωσης σε τρίτους αναφορικά με τις παραπάνω ιδιοκτησίες, είναι απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Αναφορικά με τις ακόλουθες ιδιοκτησίες: η ΚΠ ... ιδιοκτησία Δ. Κ., είχε αρχική έκταση 108,50 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 88,59 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο έκτασης 19,91 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία Χ. Π. είχε αρχική έκταση 236 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 128,73 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο 107,27 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία Φ. Γ. κ.λπ. είχε αρχική έκταση 170 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 82,60 τ.μ.
και απέμεινε υπόλοιπο έκτασης 87,40 τ.μ., η ΚΠ ...ιδιοκτησία της Α. Κ. κ.λπ. είχε αρχική έκταση 176 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 71,29 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο 104.71 τ.μ, η ΚΠ 392 ιδιοκτησία του Κων/νου Μπέκα είχε αρχική έκταση 100 τ.μ,, απαλλοτριώθηκαν 87,40 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο έκτασης 12,60 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία της Α. θυγ. Σ.
Φ. είχε αρχική έκταση 299,08 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 214,81 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο 84,27 τ.μ., η ΚΠ 034 ιδιοκτησία Α. Κ. κ.λπ. είχε αρχική έκταση 76 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 49,11 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο 26,89 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία της Σ. Κ. είχε αρχική έκταση 115,23 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 62,57 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο έκτασης 52,66 τ.μ., η ΚΠ ...
ιδιοκτησία της Α. Π. είχε αρχική έκταση 200 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 143,10 τ.μ. και απέμεινε υπόλοιπο 56,90 τ.μ. Για τις ως άνω ιδιοκτησίες αποδεικνύεται ότι ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν από τη διαπλάτυνση της παραπάνω επαρχιακής οδού, ώστε ουσιαστικά απαλλοτριώθηκαν στο σύνολο τους, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για τεκμαιρόμενη ωφέλεια των απομενόντων άχρηστων ως άνω τμημάτων, όπως βάσιμα υποστηρίζεται από τους φερομένους ως δικαιούχους ή προβάλλοντες δικαιώματα επί των ιδιοκτησιών αυτών.
Ακόμη, για τις ιδιοκτησίες ΚΠ…, …, …, …, … και…, οι οποίες πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες, λόγω του ότι ήταν εντός της ΖΠΑ και μεγαλύτερες των 750 τ. μ., ενώ μετά την απαλλοτρίωση απώλεσαν την αρτιότητά τους, δεν μπορεί να γίνει λόγος για τεκμαιρόμενη ωφέλεια των απομενόντων τμημάτων, όπως βάσιμα υποστηρίζεται από τους φερόμενους ως δικαιούχους ή προβάλλοντες δικαιώματα επί των ιδιοκτησιών αυτών.
Επομένως, τα σχετικά αιτήματα πρέπει να γίνουν δεκτά, ως ουσιαστικά βάσιμα και να αναγνωρισθεί ότι οι ιδιοκτησίες αυτές δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση" (βλ. φύλλο 222 σελ. 1, δεύτερη παράγραφος έως φύλλο 223 σελ. Ι, στίχος 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος της συνδρομής των προϋποθέσεων άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας του ν. 635/1977 επί των με αριθμούς Κ.Π…., … και τμήμα της 279, ιδιοκτησιών των αιτούντων και ήδη 1ου και 12ου των αναιρεσειόντων (Γ.
Μ. και Α. Δ., αντίστοιχα), κρίνοντας ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και απορρίπτοντας συνακολούθως ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα περί αναγνωρίσεως μη υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως και καταβολής αποζημιώσεως σε τρίτους. Τούτο δε διότι, αν και δέχεται ότι οι προαναφερόμενες ιδιοκτησίες απαλλοτριώθηκαν και αυτές ουσιαστικά στο σύνολό τους, εφόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε υπόλοιπο εκτάσεως, από την πρώτη, με αριθμό ΚΠ 046 ιδιοκτησία, 51,77 τ.μ.
και από την τελευταία, με αριθμό ΚΠ … και τμήμα της…, ιδιοκτησία, 214,87 τ.μ., έκρινε ότι αυτές ωφελήθηκαν από την διαπλάτυνση της οδού, μη λαμβάνοντας ωστόσο, υπόψη ότι τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματα, λόγω του μεγέθους τους, κατέστησαν άχρηστα, πράγμα όμως που έλαβε υπόψη στην περίπτωση των με αριθμούς ΚΠ ..., ..., ..., …, …, ..., …, ...
και ... ιδιοκτησιών, στις οποίες, μετά την απαλλοτρίωση, απέμεινε υπόλοιπο εκτάσεως 19,91, 107,27, 87,40, 104,71, 12,60, 84,27, 26,89, 52,66 και 56,90 τ.μ., και για τις οποίες έκρινε ότι αυτές απαλλοτριώθηκαν ουσιαστικά στο σύνολό τους, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για τεκμαιρόμενη ωφέλεια των απομενόντων άχρηστων ως άνω τμημάτων, χωρίς προσέτι να προσδιορίζει τα ακριβή στοιχεία, που δικαιολογούν την τοιαύτη διαφορετική αντιμετώπιση των προαναφερομένων ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων από τις ως άνω ιδιοκτησίες, για τις οποίες δέχθηκε το αίτημα ως και κατ' ουσίαν βάσιμο και με τις οποίες παρουσιάζουν τις ίδιες κατά βάση, ιδιαιτερότητες (από την άποψη των εναπομενουσών εκτάσεων).
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπομένη πλημμέλεια και ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του, που αφορά στους παραπάνω αναιρεσείοντες (1ο και 12ο), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, με την προσβαλλομένη απόφαση και καθ' όσον αφορά στις κατωτέρω αναφερόμενες ιδιοκτησίες, που βρίσκονται εντός της ΖΠΑ του Δήμου Σπάτων, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "η ΚΠ … ιδιοκτησία των Μ.
Χ., Δ. Β. και της ανηλίκου Ε. Μ. είχε αρχική έκταση 2.549 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 223,30 τ.μ. και απομένει έκταση 2.326,70 τ.μ., ................ η ΚΠ … ιδιοκτησία του Φ. Α. είχε αρχική έκταση 1.100 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 284,71 τ.μ. και απομένει έκταση 825,29 τ.μ., η ΚΠ … ιδιοκτησία της Μ. Α. (ως προς την εν λόγω ιδιοκτησία διορθώθηκε το όνομα στο ορθό Σ.
Φ. του Μ.) είχε αρχική έκταση 1.000 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 246,08 τ.μ. και απομένει έκταση 753,92 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία του Κ. Δ. είχε αρχική έκταση 1.137 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 113,28 τ.μ., και απομένει έκταση 1.023,70 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία του Φ. Α. είχε αρχική έκταση 3.000 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 122,11 τ.μ.
και απομένει έκταση 2.877,89 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία της Δ. Δ. είχε αρχική έκταση 1.200 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 109,99 τ.μ. και απομένει έκταση 1.090,01 τ.μ., η ΚΠ ... ιδιοκτησία της Δ. Δ. είχε αρχική έκταση 3.000 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 115,06 τ.μ. και απομένει έκταση 2.884,94 τ.μ., ............. η ΚΠ ... ιδιοκτησία του Μ. Κ. είχε αρχική έκταση 3.000 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 120,72 τ.μ.
και απομένει έκταση 2.879,28 τ.μ. ..............". Οι ανωτέρω ιδιοκτησίες (δέχθηκε το Εφετείο) "υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 5%, επί της αποζημίωσης, που κατά τα ανωτέρω, καθορίστηκε για κάθε τετραγωνικό μέτρο εδάφους και για το απομένον τμήμα, που ορίζεται στο σκεπτικό", για το λόγο ότι πριν την απαλλοτρίωση, ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες, λόγω του ότι ήταν μεγαλύτερες των 750 τ.μ., ενώ και τώρα είναι άρτιες και οικοδομήσιμες, αλλά με μικρότερο συντελεστή δόμησης" (βλ.
φύλλα 218ο, α' και β' όψη, 219ο, α' και β' όψη, 220ο, α' και β' όψη της προσβαλλομένης αποφάσεως), ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα, με την αιτιολογία που έχει προπαρατεθεί, το αίτημα των ιδιοκτητών των ανωτέρω ακίνητων να αναγνωρισθεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας του ν. 635/1977, για όλες τις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες τους.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθ' όσον αφορά στα προεκτεθέντα με αριθμούς ΚΠ…, …, …, ..., ..., ..., ... και ... ακίνητα, των 4ου και 5ης (καθώς και της ήδη ενηλικιωθείσας θυγατέρας αυτών, Ε. Μ.), 7ου, 9ου, 10ου, 7ου, 13ης, 13ης και 11ου, αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 635/1977 και ήδη 33 του ν. 2971/2001 και υπέπεσε στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 559 αοιθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, καθ' όσον είναι αντιφατικό να επιδικάζεται για τις ιδιοκτησίες αυτές ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2002/2001, για μείωση της αξίας των τμημάτων τους που δεν απαλλοτριώθηκαν και, συγχρόνως, να επιβεβαιώνεται ότι οι ίδιες ιδιοκτησίες ωφελούνται σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και, συνεπώς δεν μπορεί να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας (απόφαση ΕΔΔΑ της 19.9.2002, Α.
και λοιποί κατά Ελλάδος ιδίως σκέψη 53, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 203/2012, ενώ, πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής του ΕΔΔΑ, βλ. Α.Π. 672/1989).
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο συναφής λόγος αναιρέσεως, που, κατά το νοηματικό περιεχόμενό του, αφορά στους παραπάνω αναιρεσείοντες, με τον οποίο προβάλλεται η εν λόγω αιτίαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερθέντων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τους παρόντες αναιρεσείοντες και κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την κρινόμενη από 16-11-2012 αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους 6ο, 8ο, 14ο, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο και 21ο των αναιρεσειόντων.
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τους προαναφερόμενους.
Αναιρεί την 5868/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά στους παρόντες αναιρεσείοντες και κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ