Legislator Case Law & Legislation
679/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent party and rejects proportionality claim regarding traffic accident damages.

Case Number 679/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant due to their failure to appear or submit a written declaration, rendering the proceedings inadmissible regarding them. The court rejected the appellant's claim that the second defendant's award of €1,000 for moral damages violated the principle of proportionality, finding it within judicial discretion. Consequently, the appeal against the second defendant was allowed, but the appellant was ordered to pay the legal costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 §§ 1 & 2 and Article 576 § 3, paragraph 3, item b of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the presence of parties; if a party is absent without legal summons, the proceedings are inadmissible regarding them; the court reviews proportionality claims based on fault, injury extent, and social circumstances.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility absence of party principle of proportionality moral damages traffic accident liability judicial discretion legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576 §§ 1 & 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 3, paragraph 3, item b of the Code of Civil Procedure
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 679 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 679/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλημέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 & 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α. Σ., όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου.

Ωστόσο, ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση δεν επικαλείται, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνδέεται με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με σχέση απλής ομοδικίας ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι.

Επομένως, πρέπει κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 §§ 2 & 3 ΚΠολΔ να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τον πρώτο απολιπόμενο αναιρεσίβλητο να προχωρήσει νομίμως ως προς την παρούσα δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).

Η αναιρεσιβαλλόμενη 9/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Ο αναιρεσείων, με την από 20-8-2012 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας κατά των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος συνολικά το ποσό των 19.415,30 €, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό που υπέστη, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε, από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι των τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία.

Το πρωτοβάθμιο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας (καθ' ύλην αρμόδιο λόγω ποσού) με την 496/2013 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι μεν εναγόμενοι την από 29-1-2014 έφεση και ο ενάγων την από 4-2-2015 με τις προτάσεις του αντέφεση. Επ' αυτών (εφέσεως και αντεφέσεως) το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την αντέφεση και δέχθηκε την έφεση και κρίνοντας, τον πρώτο εναγόμενο αποκλειστικά υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος (παραβίαση STOP), όπως και πρωτοδίκως, επιδίκασε στον ενάγοντα, ευθυνόμενων των εναγομένων εις ολόκληρο, το συνολικό ποσό των 5.565,68 € νομιμοτόκως, εκ των οποίων 1.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αντί των 5.000 € που είχε επιδικαστεί για την αιτία αυτή πρωτοδίκως.

Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως 559 αρ. 1 & 19) και κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή της εκτιθεμένων, μόνο εκ του αρ. 1 του ίδιου άρθρου, ισχυριζόμενος ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημίωσης καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, επιδικάζοντάς του ευτελές ποσό.

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Περί του εκ του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος τραυματισμού του ενάγοντος (και ήδη εφεσίβλητου και αντεκκαλούντος) και περί της αναγκαιότητας σχετικής ιατρικής αντιμετωπίσεως και θεραπείας, κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο μάρτυρας αποδείξεως, λαμβανομένων επίσης υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, χωρίς αντιθέτως η κρίση αυτή να αντικρούεται από λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, ο ενάγων (και ήδη εφεσίβλητος και αντεκκαλών) υπέστη διάστρεμμα/κάκωση ποδοκνημικής ΔΕ....... Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων (και ήδη εφεσίβλητος και αντεκκαλών), τραυματισθείς και ιδιοκτήτης του βλαβέντος οχήματος (δίκυκλης μοτοσικλέτας), υπέστη ηθική βλάβη, αφενός λόγω του εκ του επίδικου τροχαίου ατυχήματος προκληθέντος τραυματισμού του και αφετέρου λόγω και της στενοχώριας που δοκίμασε με τη θέα των υλικών ζημιών στο όχημά του.

Ενόψει δε των περιστάσεων, ο ενάγων (και ήδη εφεσίβλητος και αντεκκαλών), ως αμέσως ζημιωθείς, δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο εύλογο, κατά την κρίση του και βάσει της αρχής της αναλογικότητας, ποσό των χιλίων ευρώ (1.000,00 €) (το οποίο και οι αντίδικοι -επικουρικώς- θεωρούν ως εύλογο, σύμφωνα με τις προτάσεις τους τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη από τον τραυματισμό του και από τη θέα των υλικών ζημιών από το επίδικο τροχαίο ατύχημα στο -χρησιμοποιούμενο από τον ίδιο- όχημά του και ενόψει της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε εξαιτίας της πρόσκαιρης στερήσεως της χρήσεως αυτού, γενομένου τοιουτοτρόπως εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικώς βάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, γενομένου επίσης δεκτού και του έκτου λόγου της κρινόμενης εφέσεως και απορριπτόμενου του αντίστοιχου λόγου της υπό κρίση αντεφέσεως, λαμβάνοντας υπόψη:

α) το βαθμό του πταίσματος των αντιδίκων και εν προκειμένω την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου (και ήδη εκκαλούντος και αντεφεσίβλητου), οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ατυχήματος, β) το μέγεθος, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος (και ήδη εφεσίβλητου και αντεκκαλούντος) καθώς και των υλικών ζημιών επί της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, γ) όλες τις εν γένει συνθήκες του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος και δ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (πλην της Ασφαλιστικής Εταιρίας, της οποίας δεν εξετάζεται η οικονομική και περιουσιακή κατάσταση)".

Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος στο ποσό των 1.000 €, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης (διάστρεμμα/κάκωση ποδοκνημικής).

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα, αντί του αιτηθέντος ποσού των 10.000 € το ποσό των 1.000 €, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον απολιπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την από 7-9-2017 και με αριθμό καταθέσεως 2/31-1-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ