Legislator Case Law & Legislation
679/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for contradiction of evidence assessment and procedural irregularities.

Case Number 679/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory and lacked a legal basis, claiming inconsistencies in its handling of evidence and additional claims. The court rejected these arguments, ruling that the appeal was vague and that the lower court's evaluation of evidence and rejection of additional claims were not legally contradictory.

Legislator headnote

AI generated

Articles 575 and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged contradictions in the assessment of evidence is inadmissible if the lower court's reasoning is clear, consistent, and fully explained.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory reasoning evidence assessment additional claims procedural contradiction legal basis code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 226, paragraph 4, items gamma and delta of the Code of Civil Procedure
Article 575, item beta of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 24/1992
Supreme Court of Greece, Case 7/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 679 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 679/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Φωτοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Μ. του Ν., με την ιδιότητά του ως δικαστικού συμπαραστάτη του Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου Κρήτης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 64/2015 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 16-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ...26-11-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης Μ. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 1-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-10-2016), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.

Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (4-10-2016), δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει ο αναιρεσίβλητος να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με την από 25-5-2009 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων δικηγόρος εξέθεσε τα εξής:

Ότι με το από 28-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ αυτού και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, δικαστικού συμπαραστάτη του υιού του Ν. Μ., ο εναγόμενος με την ανωτέρω ιδιότητά του, ανέθεσε σ’ αυτόν την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) για τον από αμέλεια των προστηθέντων του βαρύ τραυματισμό του υιού του, καθώς και τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης μέχρι την τελεσίδικη περάτωσή της, με συμφωνημένη αμοιβή ποσοστού 20% επί του επιδικασθησομένου ποσού.

Ότι εκτέλεσε την ανατεθείσα σ’ αυτόν εντολή και με την αναφερόμενη δικαστική απόφαση επιδικάσθηκε τελεσιδίκως στον εντολέα του το ποσό του 1.160.690 ευρώ, με αποτέλεσμα η οφειλόμενη σ’ αυτόν αμοιβή να ανέρχεται στο ποσό των 232.138 ευρώ. Ότι στις 30-3-2009 ο εναγόμενος, αφού εισέπραξε από τον Ο.Ε.Κ. την επιδικασθείσα αποζημίωση, μετέβη στο γραφείο του προκειμένου να του καταβάλει την αμοιβή του, του παρέδωσε όμως τέσσερις δεσμίδες των 50 ευρώ και δέκα των 20 ευρώ, παριστάνοντάς του ψευδώς ότι το περιεχόμενο των δεσμίδων αυτών ήταν 240.000 ευρώ, ενώ πράγματι αυτό ήταν μόνο 40.000 ευρώ.

Ότι από τις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις του εναγομένου παραπλανήθηκε και χωρίς να μετρήσει τα χρήματα του χορήγησε απόδειξη, με την οποία βεβαίωνε ότι εισέπραξε από αυτόν το ποσό των 220.000 ευρώ, η πλάνη του δε αυτή είναι ουσιώδης, αφού αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα χορηγούσε την απόδειξη.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο της αμοιβής του, ήτοι (232.138 - 40.000 =) 192.138 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, μετά δε από έφεση του ενάγοντος και την άσκηση πρόσθετων λόγων με τις προτάσεις του εκκαλούντος ενώπιον του εφετείου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π. 16/2006, 20/2005). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 9/2011, 1/2009).

Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Για την πληρότητα του τελευταίου αυτού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα τα οποία, μολονότι δεν προτάθηκαν παραδεκτά, παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη ή μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 250/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει τα εξής: Ότι το εφετείο απέρριψε τους πρόσθετους λόγους της έφεσής του (με τους οποίους παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 140-142 και 147 Α.Κ. και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του περί πλάνης του και εξαπατήσεώς του από τον εναγόμενο) με την αιτιολογία ότι με αυτούς δεν εκκαλούνται τα ίδια κεφάλαια που προσβλήθηκαν με την έφεση ή τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά, ενώ πράγματι οι πρόσθετοι λόγοι ταυτίζονταν με τους λόγους του κυρίου δικογράφου.

Ότι με την κρίση του αυτή το εφετείο: α) υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αφού εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως και πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του και ειδικότερα:

Κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. διότι αναφέρονται μεν οι διατάξεις που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκαν, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα. Κατά το μέρος που της αποδίδεται παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί ("πράγματα") που προτάθηκαν και δεν ελήφθησαν υπόψη ή που δεν προτάθηκαν και ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο.

Κατά το μέρος που της αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης (λόγος που εκτιμάται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) προεχόντως διότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και στην περίπτωση που κήρυξε απαράδεκτο, όπως με βάση τον ίδιο το λόγο αναίρεσης συνέβη εν προκειμένω σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης.

Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα ήθελε εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.) και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την πρότασή του, αφού, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της απόρριψης των πρόσθετων λόγων της έφεσης, με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης ταυτίζονταν απολύτως με τους λόγους του κυρίου δικογράφου της, οι οποίοι ερευνήθηκαν από το εφετείο και απορρίφθηκαν.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει μεταξύ άλλων να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και παρά ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξ αλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 16 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής:

Ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αξιοπιστία του μάρτυρα ανταπόδειξης ενισχυόταν από το γεγονός ότι με την 1596/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου είχε κηρυχθεί αθώος της αποδοθείσης σ’ αυτόν από τον ίδιο (τον αναιρεσείοντα) αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας.

Ότι η ανωτέρω ποινική απόφαση δεν δημιουργεί τεκμήριο αθωότητας του προαναφερθέντος μάρτυρα, δεδομένου ότι κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε αυτή, αφενίς μεν δεν παρέστη ο ίδιος (ο αναιρεσείων) ως πολιτικώς ενάγων, αφετέρου δε υπέβαλε αίτηση για την άσκηση έφεσης κατά της ανωτέρω ποινικής απόφασης η οποία απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να είναι άκυρη και συνεπώς ανύπαρκτη.

Ότι, παρά τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα και συνακόλουθα την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του, στην πραγματικότητα δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα έλαβε υπόψη και πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

Ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης πως η αξιοπιστία του μάρτυρα ενισχύεται από την ανωτέρω ποινική απόφαση είναι εσφαλμένη διότι δέχθηκε δεδικασμένο - τελεσιδικία - από ανύπαρκτη ως απολύτως άκυρη απόφαση και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί ("πράγματα") που παρά το νόμο αν και δεν προτάθηκαν ελήφθησαν υπόψη ή αν και προτάθηκαν δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο. Αλλά και αν θεωρηθεί ότι με το σκέλος αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ Κ.Πολ.Δ.

και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και παρά ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο. Κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι τα περιστατικά που ο αναιρεσείων επικαλείται για τη θεμελίωσή του (ότι δηλαδή το εφετείο θεώρησε αξιόπιστη την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ενόψει της αθώωσής του για την αποδοθείσα σ’ αυτόν από τον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας) δεν συνιστούν παραδοχή ύπαρξης δεδικασμένου, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η ποινική απόφαση η οποία εκδόθηκε χωρίς την παράσταση του αναιρεσείοντος ως πολιτικώς ενάγοντος και κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση παρά την υποβολή σχετικού αιτήματός του προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεν είναι για τους λόγους αυτούς άκυρη ή ανύπαρκτη.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ.), για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής: Ότι παρά τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, εν τούτοις δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι πράγματι έλαβε υπόψη την .../13-11-2009 ένορκη βεβαίωση της Μ. Κ., γυναικαδέλφης του αναιρεσιβλήτου, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο τελευταίος, αφού αυτή (ένορκη βεβαίωση) θέτει σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης αλλά και την αξιοπιστία της ...3-11-2009 ένορκης βεβαίωσης της Μ. Μ., συζύγου του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π. 24/1992, Α.Π. 7/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα ότι: α) ενώ αρχικά δέχθηκε ότι όταν ο εναγόμενος τον επισκέφθηκε στις 30-3-2009 στο ισόγειο δικηγορικό του γραφείο για να τον πληρώσει ο φίλος του Γ.

Β. τον περίμενε απ’ έξω, στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως πως ο εναγόμενος του κατέβαλε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό και β) ενώ απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους της έφεσής του, με τους οποίους αυτός παραπονούνταν για τη μη παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των ισχυρισμών του περί πλάνης και απάτης, στη συνέχεια δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η πλάνη του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας, η οποία έγκειται στο ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης, κυρίως όμως διότι οι προβαλλόμενες με αυτόν αντιφάσεις δεν περιέχονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αλλά οι μεν αναφερόμενες με το στοιχείο α αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, οι δε αναφερόμενες με το στοιχείο β φέρονται ενυπάρχουσες μεταξύ της απόρριψης των πρόσθετων λόγων έφεσης και των αιτιολογιών της.

Σε κάθε περίπτωση όμως δεν είναι αντιφατική αφενός η απόρριψη ως απαράδεκτων των πρόσθετων λόγων της έφεσης (με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονούνταν για τη μη παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των ισχυρισμών του περί πλάνης και απάτης) και αφετέρου η παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η πλάνη του.

Τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, ο ίδιος ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσής του ταυτίζονταν με τους λόγους του κυρίου δικογράφου της και συνεπώς η έρευνα του ισχυρισμού του περί πλάνης και απάτης έγινε στα πλαίσια της έρευνας της βασιμότητας των κύριων και όχι των πρόσθετων λόγων της έφεσης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να μην καταδικασθεί όμως ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι ο τελευταίος ερημοδίκησε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα ούτε υποβλήθηκε σε δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 64/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ