Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional issue regarding public works contracts and res judicata. Appeal rejected as no prior res judicata exists for current suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court did not err in declaring itself jurisdictionally incompetent. The appellant argued that a prior judgment on jurisdiction should bar this issue, but the court found no res judicata because the new lawsuit lacked the same procedural defect as the dismissed one. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 2 of Law 2229/1994; Art. 14 para. 1 of Law 2190/1994; Art. 559 paras. 1, 5, 16 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply to jurisdictional issues if the new suit lacks the same procedural defect as the previously dismissed suit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 679/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πτωχεύσασας εταιρείας με την επωνυμία "C. A.E." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον σύνδικο πτώχευσης της και συγκεκριμένα την εταιρία " R. SPRIL" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κωνσταντινίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ:1. Στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) και 2.Στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οι οποίοι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 18-11-2008 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1863/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 6-3-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.δ. 1418/1984 περί δημοσίων έργων, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 96 παρ. 7 του ν. 1892/1990 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2229/1994 "ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν.2190/1994".
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994, μεταξύ των φορέων που αναφέρονται σ’ αυτό περιλαμβάνονται "Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, και oι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί", ορίζεται ότι "για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως δημόσια επιχείρηση νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν".
Εξάλλου, με το άρθρο 13 του ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 3481/2006, ορίζεται ότι "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου". Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο.
Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται...". Περαιτέρω με το άρθρο 1 του ν 3669/2008 "με τον οποίο κυρώθηκε η κωδικοποίηση της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι "1. Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994....7.
Για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα οι παρακάτω όροι έχουν την ακόλουθη σημασία: α)"Εργοδότης" ή "Κύριος του Έργου" είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο...".Περαιτέρω, με το άρθρο 77 του ίδιου νόμου (3669/2008) ορίζεται ότι "1.
Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής, ισχύει και στις διαφορές του παρόντος κώδικα. 2.
Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται ...". Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του ν. 716/1977 με τίτλο "μητρώο μελετητών-εκπόνηση μελετών" με το νόμο αυτό καθορίσθηκαν οι όροι και η διαδικασία ανάθεσης και εκπόνησης μελετών σε ιδιώτες μελετητές και σε ιδιωτικά γραφεία μελετών, για λογαριασμό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και λοιπών Οργανισμών Δημοσίου Ενδιαφέροντος, ενώ με το άρθρο 23 παρ.
του 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι για τη δικαστική επίλυση των μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών προκυπτουσών διαφορών, εφαρμόζονται ανάλογα αι διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν.Δ. 1266/1972 "περί εκτελέσεως των Δημοσίων Έργων" και ότι αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών είναι το εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της αναθέτουσας τη μελέτη υπηρεσίας.
Μετά την κατάργηση του ως άνω νόμου (716/1977) με το άρθρο 46 του ν.3316/2005 με τίτλο "Ανάθεση, εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις" αντίστοιχη διάταξη προβλέφθηκε στο άρθρο 41 παρ. 14 του ως άνω νόμου και ειδικότερα με αυτή ορίσθηκε ότι "Για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων του άρθρου 1, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1418/1984 όπως ισχύουν κάθε φορά.
Αρμόδιο δικαστήριο είναι το διοικητικό ή το πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία υπογράφηκε η σύμβαση. Παρέκταση της αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται" ενώ στην παρ. 3 του άρθρου 45 του ίδιου νόμου (3316/2005) ορίζεται "όπου οι κείμενες διατάξεις παραπέμπουν στις διατάξεις του ν. 716/ 1977 και στα προεδρικά διατάγματα που εκδόθηκαν προς εκτέλεσή του, η παραπομπή νοείται και γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του νόμου αυτού και στο προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του".
Κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 1 ίδιου νόμου (3316/2005) δημόσια σύμβαση είναι η έγγραφη σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας, η οποία συνάπτεται από την αναθέτουσα αρχή και τον ανάδοχο, ενώ κατά την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου, αναθέτουσες αρχές είναι, μεταξύ των άλλων αρχών, και οι "Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου" που είναι κάθε νομικό πρόσωπο α) που έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στο βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα και β) η δραστηριότητά του χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Ελληνικό Δημόσιο ή από ΟΤΑ ή από ΝΠΔΔ, η διαχείριση του υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς ή περισσότερα από τα μισά των μελών του διοικητικού ή διευθυντικού ή εποπτικού του συμβουλίου διορίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο ή από ΟΤΑ ή από ΝΠΔΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΝΔ 674/1970, οι διατάξεις του οποίου, όπως τροποποιήθηκαν με το ΝΔ 1116/1972, κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο με το ΒΔ 532/1972, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), ο οποίος, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου ΝΔ, αποτελεί δημόσια επιχείρηση και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας, απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας, αλλά ανήκει εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του (ΑΠ 1165/2006) και περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ.1 του ν. 1232/1982, όπως επαναοριοθετήθηκε με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990, από τον οποίο δεν εξήλθε βάσει των διατάξεων των άρθρων 22 του ν. 1947/1991 και 30 του ν. 1914/1990.
Περαιτέρω, με το άρθρο 15 παρ. 4 του νδ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ΝΔ 1116/1972, "Διά το κατά την παρ. μετοχικόν κεφάλαιον θα εκδοθούν χίλιοι (1.000) τίτλοι αναπαλλοτρίωτοι, ανήκοντες άπαντες εις το Ελληνικόν Δημόσιον, το οποίον είναι ο μοναδικός μέτοχος του ΟΣ.Ε.". Τέλος με το άρθρο 9 του ως άνω νδ "1.
Ο ΟΣ.Ε. διοικείται υπό του Διοικητικού αυτού Συμβουλίου..." 2. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του ΟΣ.Ε. απαρτίζεται εκ του Διοικητού αυτού, ως Προέδρου, του Υποδιοικητού ως Αντιπροέδρου και πέντε τακτικών μελών, επιλεγομένων μετά των ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών..." 5 Ο Διοικητής, Ο Υποδιοικητής και τα μέλη του Δ.Σ.
του ΟΣ.Ε. μετά των αναπληρωτών αυτών, διορίζονται επί πενταετή θητεία, δυναμένη να ανανεούται εκάστοτε, δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσσει των Πρωθυπουργού και Υπουργού Συγκοινωνιών".
2.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο, ενώ με τον αριθμό 5, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚπολΔ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Επίσης παράγεται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη, επεκτείνεται δε το δεδικασμένο στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά (άρθρο 321 παρ.1 β του ΚΠολΔ).
Δεν γεννάται όμως δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων, επομένως, το δικαστήριο δεν έκρινε. Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος.
Ως τέτοιο με την έννοια της διάταξης του άρθρου 322 παρ. 1β ΚΠολΔ, νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).
Περαιτέρω, όταν η αγωγή απορρίπτεται για δικονομικό λόγο (αοριστία κλπ), δεν δημιουργείται δεδικασμένο για το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το δεδικασμένο που παράγεται εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής, εφόσον έχει την ίδια δικονομική έλλειψη για την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως. Εξάλλου, αν με τη δεύτερη αγωγή συμπληρούται η δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο δύναται να την απορρίψει και πάλι ως απαράδεκτη για έλλειψη άλλης διαδικαστικής προϋπόθεσης, ακόμα και αν με την πρώτη απόφαση έκρινε ότι συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση.
Περαιτέρω, αν εγερθεί νέα αγωγή με διάφορο αντικείμενο, που πηγάζει από την ευρύτερη έννομη σχέση, το από την προηγούμενη δίκη "δικονομικό" ζήτημα ούτε ταυτίζεται, ούτε αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του δικονομικού ζητήματος της νέας δίκης. Και τούτο διότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν αποτελούν "έννομη σχέση", ούτε συνεπώς ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο, αφού οι διαδικαστικές προϋποθέσεις ερευνώνται πάντοτε μόνο σε αναφορά προς το αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης και μόνο ως προς το αντικείμενο αυτό επιλύονται με δύναμη δεδικασμένου.
Συνακόλουθα, αν η δεύτερη δίκη έχει διάφορο αντικείμενο, έχει και διάφορο δικονομικό ζήτημα και συνεπώς δεν είναι δυνατό να υπάρξει δέσμευση από το δεδικασμένο περί του δικονομικού ζητήματος της πρώτης δίκης (Oλ ΑΠ 4/1996). Τέλος, κατά το άρθρο 64 του Εισαγωγικού Νόμου του ΚΠολΔ, "Το εφετείο συγκροτείται από τρεις δικαστές, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο πρόεδρος και από το γραμματέα, εκτός από τις περιπτώσεις που δικάζονται οι διαφορές του άρθρου 17 του Ν.Δ. 1266/72 "περί εκτελέσεως των δημοσίων έργων", οπότε το εφετείο συγκροτείται από πέντε δικαστές. 3.Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία εκπόνησης τεχνικών μελετών, που εδρεύει στην ..., δυνάμει της, από Νοεμβρίου 1982, συμφωνίας πλαισίου των Κυβερνήσεων Ελλάδας και Ρουμανίας, ανέλαβε την εκπόνηση μελέτης των εγκαταστάσεων της εναγομένης (ΟΣΕ ΑΕ) στο Θριάσιο πεδίο (σταθμός διαλογής και εμπορικός σταθμός).
Προς τούτο συντάχθηκε και υπογράφηκε η ...1-10-1984 σύμβαση έργου, στην οποία ορίσθηκε η αμοιβή της σε ποσοστό 8% της αξίας του έργου, μη δυνάμενη να υπερβεί το ανώτατο όριο των 765.000 δολαρίων ΗΠΑ Στη συνέχεια ανατέθηκε σ’ αυτή, με την 164/1989 απόφαση της εναγομένης, η εκπόνηση μελέτης κατασκευής του επισκευαστικού σταθμού μηχανών της εναγομένης έναντι αμοιβής 380.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Οι ως άνω αμοιβές συμφωνήθηκαν να είναι κατώτερες από τις νόμιμες αμοιβές, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου περί ελαχίστων αμοιβών. Μετά την εκτέλεση των έργων η ενάγουσα άσκησε την από 21-2-1997 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας να κηρυχθούν άκυροι οι όροι με αριθμούς 4 και 6 της ...1-10-1984 σύμβασης με τους οποίους καθορίζετο αμοιβή της κατώτερη από την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, να κηρυχθεί άκυρη η συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής των 380.000 δολαρίων ΗΠΑ για την εκπόνηση της μελέτης κατασκευής του επισκευαστικού σταθμού και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγόμενη να της καταβάλει ως αμοιβή την προκύπτουσα από τις διατάξεις περί κατωτάτων ορίων αμοιβών μηχανικών (Β/Δ 19/21-3- 1938 και ΠΔ 696/1974).
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 272/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε την αγωγή και επί έφεσης εκδόθηκε η 1226/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε αυτήν. Επί αναίρεσης της εφεσίβλητης εκδόθηκε η 1257/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε, εν μέρει, την 1226/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το σκέλος που απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση της εναγομένης, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας.
Στη συνέχεια εκδόθηκε, μετ’ αναίρεση, η 5940/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση. Επί νέας αναίρεσης της εναγομένης εκδόθηκε η 1413/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης. Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-7-2006 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει για τη νόμιμη αμοιβή της, μετ’ αφαίρεση των συμφωνηθεισών αμοιβών που καταβλήθηκαν από την εναγόμενη, το ποσό των 27.007.194,71 ευρώ, η υποχρέωση προς καταβολή του οποίου είχε αναγνωρισθεί με την 272/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 140/ 2007 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη. Επί της από 16-7-2007 έφεσης της εκκαλούσας εκδόθηκε η 3843/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση. Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την, από 9-9-2008, αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 121/2009 απόφαση, με την οποία έκρινε έκρινε ότι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο για την εκδίκαση της υπόθεσης Δικαστήριο είναι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.
Στη συνέχεια μετά από άσκηση εφέσεως κατά την προηγουμένης αποφάσεως εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με αριθμό 1863/2011. 4. Ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επί της από 9-9-2008 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, με το πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα, το Εφετείο, κατά πλειοψηφία δέχθηκε, ότι α) η εναγόμενη δημόσια επιχείρηση ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, της οποίας είναι μοναδικός μέτοχος, το οποίο ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής και το Διοικητή της, β) όλα τα έργα που εκτελούνται από την εναγομένη "ΟΣΕ Α.Ε.", υπάγονται στις διατάξεις περί δημοσίων έργων, αφού αυτή είναι μεταξύ των φορέων που προσδιορίζονται στο άρθρο 14 παρ. 1.
του ν. 2190/1994, και γ) οι συμβάσεις που συνάπτει αυτή με τους αναδόχους, μεταξύ των οποίων και οι συμβάσεις ανάθεσης μελετών, υπάγονται στις διατάξεις περί δημοσίων συμβάσεων, αφού η εναγόμενη, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 617/1977 είναι "οργανισμός δημοσίου ενδιαφέροντος", και ήδη με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3316/2005 (με τον οποίο καταργήθηκε ο ν. 618/1977) είναι "οργανισμός δημοσίου δικαίου".
Οι προαναφερθείσες συμβάσεις, με τις οποίες ανατέθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία προς την ενάγουσα εκπονήσεις μελετών, ενέπιπταν στις διατάξεις του ν. 716/1977 "μητρώο μελετητών-εκπόνηση μελετών" και συνακόλουθα αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προέκυπταν από αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ιδίου νόμου είναι το πενταμελές εφετείο.
Μετά δε την κατάργηση του ως άνω νόμου (716/1977) με το άρθρο 46 του ν. 3316/2005, αρμόδιο δικαστήριο για τη δικαστική επίλυση των διαφορών, που προκύπτουν κατά την εκτέλεση των συμβάσεων από ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών, που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές, στις συμπεριλαμβάνεται και η εναγόμενη δημόσια επιχείρηση (ΟΣΕ ΑΕ), είναι το πενταμελές εφετείο της περιφέρειας στην οποία υπογράφηκε η σύμβαση (άρθρο 41 παρ. 14 του ν 3316/2005).
Επομένως, οι λόγοι έφεσης ενάγουσας, με τους οποίους ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο για την εκδίκαση της υπόθεσης Δικαστήριο είναι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αφού η εναγόμενη εταιρεία (ΟΣΕ ΑΕ) δεν αποτελεί δημόσιο οργανισμό αλλά ανώνυμη εταιρεία που λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, έχοντας εξέλθει του δημοσίου τομέα με ΠΔ που εκδόθηκε και εξουσιοδότηση των ν. 1914/1990 και 1947/1991, κατ’ επιταγή των άρθρων 93 παρ. 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του άρθρου 61 της Συμφωνίας για το Ενιαίο Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, είναι αβάσιμοι.
Επίσης, αβάσιμος είναι και ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση παρέπεμψε την υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αφού οι διατάξεις του άρθρου 23 ν. 716/1977 έχουν καταργηθεί με το ν. 3316/2005, δεδομένου ότι με το άρθρο 41 παρ. 4 του ως άνω νόμου, διατηρήθηκε η αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου, για την επίλυση των διαφορών αυτών.
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι υφίσταται δεδικασμένο, ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απορρέει από την 272/1997 αμετάκλητη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 21-2-1997 αναγνωριστικής αγωγής της, αφού δεν κηρύχθηκε η καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του, κατ’ ένσταση, ή αυτεπαγγέλτως από τα επιληφθέντα, της ως άνω υπόθεσης, δικαστήρια, δεν είναι βάσιμος.
Και τούτο διότι, το αντικείμενο της, από 9-9-2008, αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, που αφορά την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 27.007.194,71 ευρώ ως διαφορά από την οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή της σε σχέση με την καταβληθείσα από την εναγόμενη, είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της προγενέστερης, από 21-2-1997, αγωγής, που αφορούσε την αναγνώριση τη ακυρότητας των όρων των συμβάσεων, που καθόριζαν την αμοιβή της ενάγουσας και την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει την προκύπτουσα αμοιβή, με βάση τις διατάξεις περί κατωτάτων ορίων αμοιβών μηχανικών, έστω και αν το αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης πηγάζει από την ίδια έννομη σχέση, με το αντικείμενο της, από 21- 2-1997, αγωγής.
Συνεπώς το, από την προγενέστερη δίκη "δικονομικό" ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε επί της, από 21-2-1997, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 272/1997 αμετάκλητη απόφαση, δεν ταυτίζεται, ούτε αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του δικονομικού ζητήματος της, από 9- 9-2008, αγωγής, αφού οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της τελευταίας δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της προγενέστερης, ερευνώνται δε πάντοτε μόνο σε αναφορά προς το αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης και μόνο ως προς το αντικείμενο αυτό επιλύονται με δύναμη δεδικασμένου.
Εξάλλου, δεδικασμένο, ως προς το δικονομικό ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου δεν παράγεται, ούτε από την 140/2007 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η, από 25-7-2006, προγενέστερη αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, εφόσον η, από 9- 9-2008, νέα αγωγή της, δεν έχει την ίδια δικονομική έλλειψη (αοριστία) με την αγωγή που απορρίφθηκε.
Με βάση τα παραπάνω, δεν υφίσταται δεδικασμένο, ως προς το δικονομικό ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την υπό κρίση υπόθεση, που να απορρέει από την 272/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ως αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο, δεν έσφαλε.
Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.
5.Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και ειδικότερα, δεχθέν ότι η κρινόμενη διαφορά πηγάζει από σύμβαση δημόσιου έργου, ότι αυτό δεν έχει αρμοδιότητα να τη δικάσει και ότι δεν απορρέει δεδικασμένο, ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του, από τις αποφάσεις που προαναφέρθηκαν, δεν υπέπεσε στις, από τους αρ. 1,5 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες. Και τούτο διότι σωστά εφάρμοσε το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στους αριθμούς 1 και 2 της αποφάσεως αυτής, αφού πράγματι, α) η σύμβαση ανάθεσης μελέτης, όπως η επίδικη, φέρει το χαρακτήρα σύμβασης δημοσίου έργου και το τριμελές Εφετείο δεν είχε αρμοδιότητα να τη δικάσει και β) δεν απορρέει δεδικασμένο, ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του, από τις αποφάσεις που προαναφέρθηκαν. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι σχετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμοι.
6. Κατά συνέπεια, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόµενη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. (άρθρο 183 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-4-2014, αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της 1863/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών .
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ