Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to failure to consider witness depositions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate witness depositions and documentary evidence submitted during the trial. The court rejected this claim, ruling that the lower court had considered all evidence and that the appellant's specific allegations regarding the evidence's weight were vague and lacked necessary detail.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code, Article 1 of Law 2112/1920, Article 5 of Law 3198/1955; The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral and unfettered act, yet its exercise must not exceed the limits of good faith, and failure to consider relevant evidence may constitute grounds for appeal if it leaves doubts about whether the evidence was taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 679/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Παπαδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε." ως νομίμου διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Α.Ε. - ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΥΠΩΝ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ", που εδρεύει στο Νέο Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο και κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποίηση: Συνδικαλιστικό Σωματείο με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ" (Ε.Σ.Η.Ε.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 2/2/2012 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3957/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 352/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/3/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4/3/2013 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί δε η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ο λόγος που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης να ήταν αναληθής ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης κατήγγειλε καταχρηστικώς τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ στην καταβολή του μισθού.
Επί δε αγωγής του μισθωτού για την καταβολή των μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη, ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ είναι αντένσταση, η οποία μπορεί να υποβληθεί καθ' υποφορά με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη, ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλούμενων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Ειδικότερα, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δε προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως " πράγματα " θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Α.Ε. ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΥΠΩΝ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ", της οποίας αντικείμενο αποτελεί η λειτουργία μέσων μαζικής επικοινωνίας και η έκδοση εντύπων, μεταξύ των οποίων και η ημερήσια πρωϊνή πολιτική και οικονομική εφημερίδα με τον τίτλο "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ".
Ειδική διάδοχος και θυγατρική της εταιρεία, που προήλθε από την απόσχιση κλάδου επιχείρησης, είναι η εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε." (τώρα εναγομένη και αναιρεσίβλητη ), η οποία υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της πρώτης εταιρείας και ανέλαβε μεταξύ άλλων την παραγωγή της ύλης, την έκδοση, κυκλοφορία και διάθεση της άνω εφημερίδας και εντύπων, που μέχρι την 31/12/2011 εξέδιδε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Α.Ε.
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΥΠΩΝ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ". Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 12/7/1994 στο Νέο Φάληρο, μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, προκειμένου να εργασθεί στην ανωτέρω εφημερίδα, ως συντάκτης ύλης. Οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίστηκαν σύμφωνα με την ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ της 'Ενωσης Ιδιωτικών Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ), της οποίας μέλος τυγχάνει η εναγομένη, και της 'Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών ( ΕΣΗΕΑ ), της οποίας μέλος από το 1991 ήταν ο ενάγων, και ανερχόταν, το Νοέμβριο του 2009, στο ποσό των 2.950,05 ευρώ.
Αντικείμενο της εργασίας του, ως συντάκτη ύλης, ήταν ο σχεδιασμός οικονομικών σελίδων, ο δημοσιογραφικός έλεγχος των κειμένων που συνέτασσαν οι συντάκτες, η επιλογή των τίτλων, η ανεύρεση φωτογραφιών, η εφαρμογή όλων στις συγκεκριμένες σελίδες και η τελική διαμόρφωση των οικονομικών σελίδων της εφημερίδας.
Σύμφωνα με τα καθήκοντά του, του συντάκτη ύλης, παρεμβαλλόταν μεταξύ του συντάκτη - ρεπόρτερ που γράφει το κείμενο και του αρχισυντάκτη που έχει και την τελική ευθύνη, ενώ η δική του ευθύνη συνίστατο στο να είναι το κείμενο σαφές, εύληπτο, να μην περιέχει ανακρίβειες και με βάση τα ανωτέρω να προτείνει και τίτλο και στη συνέχεια να προωθεί το κείμενο στον αρχισυντάκτη για τελική έγκριση.
Υπό την έννοια αυτή η εργασία του συντάκτη ύλης είναι σημαντική και υπεύθυνη, καθόσον έχει καθοριστικό ρόλο στην εικόνα κάθε σελίδας και υπευθυνότητα, τόσο από πλευράς εμφάνισης, όσο και από πλευράς επιμέλειας και ελέγχου των κειμένων, που δημοσιεύονται σ' αυτές, για το λόγο δε αυτό θεωρείται δημοσιογράφος, αμειβόμενος σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση εργασίας των δημοσιογράφων της ΕΣΗΕΑ και λαμβάνει για την εργασία του αυτή ειδικό επίδομα ύλης, που ανέρχεται σε ποσοστό 10% στο βασικό του μισθό, ενώ έχει υπό την επιμέλειά του δύο (2) σελίδες ύλης τις καθημερινές και έως τέσσερις (4) την Παρασκευή και δεν επιβαρύνεται με άλλες αρμοδιότητες, ώστε να έχει το χρόνο και τη δυνατότητα να ασκεί απερίσπαστος τα ως άνω καθήκοντά του.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι στο οικονομικό φύλλο της εφημερίδας " ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ " που κυκλοφόρησε την Κυριακή 1/11/2009 και συγκεκριμένα στη σελίδα 7 του οικονομικού ένθετου αυτής, για την επιμέλεια της ύλης του οποίου είχε αρμοδιότητα ο ενάγων, έγινε σοβαρότατο λάθος, όπως παραδέχθηκε και ο εκπρόσωπος της ΕΣΗΕΑ Ι.
Ε., υπογραμμίζοντας ότι υπάρχουν αδιαμφισβήτητες ευθύνες των συναδέλφων του, από τους οποίους πέρασε η σελίδα (μεταξύ των οποίων και ο ενάγων) θεωρώντας ως προς αυτόν την αντίδραση της εναγομένης υπερβολική, το οποίο εξέθεσε την εφημερίδα και συζητήθηκε πανελληνίως μεταξύ των οικονομικών και πολιτικών παραγόντων αλλά και των αναγνωστών.
Στο φύλλο αυτό δημοσιεύθηκε άρθρο του δημοσιογράφου Ε. Μ. με τίτλο "Προεκλογικές εντάξεις στην Ψηφιακή Σύγκλιση", που αφορούσε χρηματοδοτήσεις σε εταιρείες για ψηφιακά έργα, όπου ο εν λόγω δημοσιογράφος ανέφερε ορισμένα νομικά πρόσωπα, που είχαν ενταχθεί στο προαναφερόμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα, μεταξύ των οποίων ήταν και το "'Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού".
Μέσα στο άρθρο αυτό, δημοσιεύθηκε εντός παρένθεσης, η ακόλουθη φράση, "Λ., δες το λίγο με τον Ζ., γιατί είναι φίλοι μας αυτοί", η οποία είχε συνταχθεί από τον εν λόγω δημοσιογράφο και αναφερόταν στον εκτελούντα χρέη αρχισυντάκτη ύλης Λ. Σ. και τον Β. Ζ., αρχισυντάκτη στο Οικονομικό Τμήμα. Η δημοσίευση του ανωτέρω άρθρου με τη σημείωση αυτή, η οποία δεν είχε καμία σχέση με την ουσία του, αλλά με προσωπική εκτίμηση του άνω δημοσιογράφου, εξέθεσε την εφημερίδα στα μάτια των αναγνωστών της και αδίκησε την εικόνα της στο αναγνωστικό της κοινό, αφού έπληξε το κύρος και την αντικειμενικότητά της, δημιουργώντας λαθεμένες εντυπώσεις σε σχέση με την ενημερωτική της λειτουργία.
Το επίμαχο κείμενο δόθηκε από το συντάκτη του ρεπορτάζ Β. Μ. στον ενάγοντα ως αρμόδιο συντάκτη ύλης, την Παρασκευή 30/10/2009 ηλεκτρονικά, ο οποίος αφού το μελέτησε από δημοσιογραφικής και τεχνικής πλευράς στο πορτοκαλί χρώμα στην ηλεκτρονική σελίδα εργασίας και του έβαλε τίτλο, το μεταβίβασε στους δύο αρχισυντάκτες της Οικονομικής Καθημερινής με κίτρινο χρώμα, όπως όφειλε, δίχως όμως να επικεντρώσει τη μέγιστη προσοχή του στην επίμαχη σημείωση, καθόσον δεν ενημέρωσε τους ανωτέρω αρχισυντάκτες, οι οποίοι αφού έλεγξαν το κείμενο, το προώθησαν άμεσα προς τη διορθώτρια Α.
Τ., χωρίς να το επιστρέψουν είτε στο συντάκτη, είτε στο συντάκτη ύλης για επιπλέον επεξεργασία ή διορθωτικές κινήσεις, επιπλέον δε εξαιτίας της έλλειψης της προσοχής που όφειλαν να καταβάλουν δεν αφαίρεσαν το εσωτερικό υπόμνημα του συντάκτη Β. Μ. που τους αφορούσε προσωπικά. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η ευθύνη για τη δημοσίευση του συνημμένου υπομνήματος ανήκει κατ' ισομοιρία στο συντάκτη του υπομνήματος Β.
Μ., στους ανωτέρω αρχισυντάκτες Λ. Σ. και Β. Ζ., καθώς επίσης στον ενάγοντα - συντάκτη ύλης. 'Οσον αφορά τον ενάγοντα, αυτός υπέχει ευθύνη, καθόσον όφειλε αρχικά, αμέσως μόλις διάβασε το επίμαχο υπόμνημα, το οποίο αποτελούσε ξένο σώμα μέσα στο κείμενο, να επικοινωνήσει αμέσως με το συντάκτη Μ. για να τον ρωτήσει για τη σκοπιμότητά του και ακολούθως να ενημερώσει τους συναδέλφους του Σ.
και Ζ. για την ύπαρξή του. Όμως σε καμία από τις οφειλόμενες αυτές ενέργειες δεν προέβη, ενώ ούτε καν τους ρώτησε, αν είχαν δει στο κείμενο την επίμαχη σημείωση και τι σχεδίαζαν να κάνουν με αυτή.
Συνεπώς ο ενάγων επέδειξε αμελή συμπεριφορά που δεν συνάδει με την υπευθυνότητα της θέσης του και τη συνήθη δημοσιογραφική συμπεριφορά, αφήνοντας δε τη σημείωση αυτή στο πορτοκαλί χρώμα του εταιρικού συστήματος, αξίωσε από τον αρχισυντάκτη, που δεν γνώριζε ούτε φανταζόταν την ύπαρξή της, να δώσει προσοχή στο κείμενο, που ο ίδιος είχε την ευθύνη για τη νοηματική του συγκρότηση.
Μάλιστα, τόσο ο ενάγων όσο και οι άλλοι τρεις εμπλεκόμενοι συνάδελφοί του βρίσκονταν στην ίδια αίθουσα του τετάρτου ορόφου της εναγομένης, τα γραφεία τους είναι σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, οπότε ο πρώτος προφανώς είχε τη δυνατότητα να συνομιλήσει προσωπικά και να διευκρινίσει τι αφορούσε η σημείωση που βρισκόταν μέσα στην παρένθεση του συναδέλφου του Μ.
ή να ενημερώσει τους άλλους δύο αρχισυντάκτες ότι υπήρχε η σημείωση αυτή και να τη λάβουν υπόψη τους ή να την αφαιρέσει ο ίδιος, αφού η επιμέλεια και η συγκρότηση του κειμένου είναι δική του αρμοδιότητα και να ενημερώσει τους αρχισυντάκτες. Ανεξάρτητα, επομένως, από την ευθύνη του εν λόγω δημοσιογράφου, ο οποίος τοποθέτησε την επίμαχη σημείωση σε κείμενο που μπήκε στο εκδοτικό σύστημα διαχείρισης της αρθρογραφίας, καθώς και της ευθύνης των αρχισυντακτών, αυτοτελής και κύρια είναι η ευθύνη του συντάκτη ύλης ενάγοντα, ο οποίος επέτρεψε τη δημοσίευση στο φύλλο της Κυριακής της σημείωσης αυτής, που εξέθεσε την εφημερίδα και δεν έπρεπε να περιέλθει σε γνώση της κοινής γνώμης.
Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε συνδικαλιστική δράση ή συνδικαλιστική ιδιότητα του ενάγοντος, ή διεκδικητική στάση εντός της εταιρείας, η από 3/11/2009 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά και δη για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, της εχθρότητας και εκδίκησης της άνω εργοδότριάς του, οφειλόμενης στη μη υποβολή αιτήσεως οικειοθελούς αποχωρήσεώς του, κατόπιν έντονων πιέσεων αυτής, στη συνδικαλιστική του δράση και στη διεκδίκηση εκ μέρους του νομίμως εργατικών δικαιωμάτων του, αλλά οφείλεται σε πλημμελή και μη προσήκουσα εκ μέρους του άσκηση των εκ της συμβάσεως εργασίας καθηκόντων του, που ενείχαν έλλειψη του αναγκαίου πνεύματος για ομαλή συνεργασία, αφού επέφερε κλονισμό της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και αδυναμία αποκατάστασης της εύρυθμης λειτουργίας του οικονομικού τμήματος της εφημερίδας.
Επίσης, το Εφετείο, δέχθηκε ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, α ) περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας, λόγω αντιθέσεως αυτής στην αρχή της αναλογικότητας, ενόψει της άριστης διαγωγής του από την πρόσληψή του, καθόσον αποδείχθηκε ότι εξέλιπε, από υπαιτιότητα του ενάγοντος το απαιτούμενο πνεύμα συνεργασίας, ώστε να μη μπορεί να αξιωθεί από την εναγομένη, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, να συνεχίσει να τον απασχολεί, και β) περί καταχρηστικής καταγγελίας, για το λόγο ότι η εναγομένη κατέφυγε απευθείας στο έσχατο μέτρο της απόλυσης και δεν επέλεξε ενδιάμεσα επιεικέστερα μέτρα, τα οποία δεν εξειδικεύονται, ενόψει του ότι η εναγομένη δεν έχει κανονισμό εργασίας και ως εκ τούτου δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει πειθαρχικές ποινές, με τις οποίες ούτως ή άλλως επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί σε σχέση με την καταγγελία της εργασιακής σχέσης, αφού με τις πρώτες, ακόμη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσης, επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί, ως επαχθής για τον εργοδότη.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, ως καταχρηστική, απέρριψε την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε στην ένδικη περίπτωση, καθόσον με τις ως άνω πραγματικές παραδοχές δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν.2112/1920 και 5 παρ. 1 Ν.
του 3198/1955 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. 'Οσα επιπλέον διατείνεται ο αναιρεσείων με το σχετικό μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι η εναγομένη δεν έλαβε κανένα μέτρο κατά των λοιπών συνυπεύθυνων συντακτών, αλλά επιλεκτικά και εκδικητικά μόνο κατ' αυτού επιλέγοντας την απόλυσή του, είναι απαράδεκτα, καθόσον τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Επίσης δεν συνιστούν πράγμα, κατά την ως άνω έννοια, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, ότι δεν είχε αρμοδιότητα να παρεμβληθεί στην αλληλογραφία μεταξύ του συντάξαντος το κείμενο και των αρχισυντακτών, προκειμένου να διαγράψει ή να διορθώσει οποιαδήποτε φράση.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει, ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, προκύπτει ότι μοναδική προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, είναι να έχουν δοθεί, μετά από κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει και τις επικαλείται, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 11α (όχι και 6 και 14 ) Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο, γιατί έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 24934 και 24935/5/5/2010 ένορκες βεβαιώσεις των Β. Ζ. και Ν. - Ι. Κ. - Κ., οι οποίες είναι απαράδεκτες, γιατί δόθηκαν σε ημέρα απεργίας των Δικηγορικών Συλλόγων όλης της χώρας και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αντιδίκου του δεν προσκόμισε άδεια του Δ.Σ.Α.
για να παραστεί κατ' αυτές. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στην κρινόμενη περίπτωση οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, "... λήφθηκαν νόμιμα και ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος ( βλ. την υπ' αριθμ. 2853/4/5/2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Τ....", όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, η δε λήψη αυτών σε χρόνο απεργίας των δικηγόρων και χωρίς τη σχετική άδεια του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ουδόλως επηρεάζει το νόμιμο της λήψης των ενόρκων ως άνω βεβαιώσεων.
Επειδή, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα (άρθρα 339 και 432 επ..Κ.Πολ.Δ.) που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου και συνακόλουθα δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την ως άνω έννοια, αυτά που αποτυπώνουν άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων και οι ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για παραμόρφωση του περιεχομένου της ένορκης βεβαιώσεως του Ι. Ε., αποδίδοντας σ' αυτή περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από εκείνο που υπάρχει σ' αυτή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. ώστε να υπόκειται σε παραμόρφωση, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 γ' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δ μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων του Α.
Τ. και Ι. Ε. και τα έγγραφα που προσκόμισε, άλλως παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αιτιάται το Εφετείο για μη λήψη υπόψη των ενόρκων βεβαιώσεων των Α. Τ. και Ι. Ε., είναι αβάσιμος, καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, και οι ένορκες βεβαιώσεις των Α.
Τ. και Ι. Ε. και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει ανενδοίαστα, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το έγκυρο ή μη της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που προβάλλονται με το λόγο αυτό, ότι από τις ένορκες ως άνω βεβαιώσεις, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Α. και Κ. Κ., προκύπτει η καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αιτιάται το Εφετείο, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων είναι παντελώς αόριστος, καθόσον δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ποια αποδεικτικά μέσα αφορά η παραβίαση και σε τι συνίσταται αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/3/2013 αίτηση για αναίρεση της 352/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ