Supreme Court dismisses appeal on retrial, ruling no conflict exists between non-conclusion of settlement and validity of offset claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the retrial appeal against the Patras Court of Appeal's decision, ordering the appellants to pay the respondent's legal costs. The court found no contradiction between the parties' admissions regarding the non-conclusion of a settlement agreement and the substantive validity of the offset claim. Consequently, the appellate court correctly interpreted and applied the relevant substantive law provisions concerning the calculation of severance pay for retired employees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579(1) and 559(18) of the Code of Civil Procedure; The retrial appeal is inadmissible if the appealed decision was annulled in its entirety at the first instance, as the retrial court's judgment cannot be based on the same error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ. Μεταξύ των παραδοχών 1) της μη κατάρτισης του επίδικου συμβιβασμού και 2) της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης εξοφλήσεως, δεν υπάρχει αντίφαση. Οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης δικαιούνται την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως εξειδικεύθηκε αυτή με το άρθ. 30 ν. 2556/1997 και ειδικότερα οι επικουρικά ασφαλισμένοι σε ποσοστό 40%.
Αριθμός 679/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. χας Κ. Β., 2) Α. Β. του Κ. και 3) Θ. Β. του Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων του αποβιώσαντος (αρχικού διαδίκου) Κ. Β. του Θ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Ηλείας ΑΕ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Πύργο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δερβιτσιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Κ. Β. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 884/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο τότε αναιρεσείων με την από 15-12-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 547/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 590/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 341/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα)", παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.
Περίπτωση, εν όλω, αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ.
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παρακάτω διαδικαστικά έγγραφα, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την, από 16-12-1999, αγωγή και, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε την καταψήφιση της αποζημίωσης απόλυσης, λόγω αναπηρίας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 884/2001 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την, από 17-12-2001, έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της. Επί της έφεσης εκδόθηκε η 590/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δέχθηκε την έφεση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, λόγω συμβιβασμού των διαδίκων και εξόφλησης της απαίτησης.
Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης ο ηττηθείς ενάγων άσκησε την από 15-12-2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 547/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε, ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι την 1-8-2000, ενώ εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης επί της αγωγής, οι διάδικοι συμβιβάστηκαν στο ποσό των 5.500.000 δραχμών, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 871 του Α.Κ.
και τούτο διότι δέχεται ότι "η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σοβαρή αμφισβήτηση αφορούσε μόνο στο ζήτημα αν ο αναιρεσείων, ως υπαγόμενος στην κύρια ασφάλιση του ΙΚΑ, εδικαιούτο ολόκληρη την αποζημίωση του Ν. 2212/1920 (όπως ισχυριζόταν ο ίδιος), ή το 50% αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.Δ. 435/1976 (όπως ισχυριζόταν η αναιρεσίβλητη) και ότι οι διάδικοι με το συμβιβασμό περιόρισαν το ποσό της αποζημιώσεως στο 50% της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920, χωρίς όμως να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν, εκτός από τον αναιρεσείοντα, υποχώρησε και η αναιρεσίβλητη και σε ποιες υποχωρήσεις προέβη".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναίρεσε, εν όλω, την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών, προκειμένου, με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει, περαιτέρω. Με την προσβαλλόμενη απόφαση (341/2010) το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, κατά της 884/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε αυτήν και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε.
Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, (Εφετείο Πατρών), το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να απορριφθεί η άνω αγωγή, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτήν ουσιαστικών διατάξεων και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο γίνεται η επίκληση του αρ. 19 της ίδιας διάταξης και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, αφορωσών το κύρος του συμβιβασμού, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι μεταξύ των παραδοχών 1) της μη κατάρτισης του επίδικου συμβιβασμού και 2) της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης εξοφλήσεως, δεν υπάρχει αντίφαση, εφόσον τα προς θεμελίωση της πρώτης πραγματικά περιστατικά είναι διαφορετικά από εκείνα για τη θεμελίωση της δεύτερης, η απόρριψη δε της ένστασης συμβιβασμού ως αβάσιμης δεν συνεπάγεται και την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης, για τον ίδιο λόγο.
Με τις διατάξεις του άρθ. 8 εδ. β' και γ' ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", που προστέθηκαν µε το άρθ. 8 § 4 ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν µε το άρθ. 5 § 1 ν. 435/1976, ορίζεται ότι μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού Οργανισµού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, µπορούν, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ν' αποχωρούν ή να απομακρύνονται από την εργασία εκ µέρους του εργοδότη τους, λαµβάνοντας σε κάθε περίπτωση οι µεν επικουρικά ασφαλισμένοι το 40% οι δε µη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύµβασης εργασίας από τον εργοδότη, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά, για την χορηγουμένη ως άνω µειωµένη αποζημίωση, προς τους αποχωρούντες ή αποµακρυνοµένους μισθωτούς, των διατάξεων των άρθ. 1 - 9 ν. 3198/1955, καθώς και του ν. 2112/1920 ή του β.δ.
της 16/18-7-1920, πλην αυτών που αφορούν την προειδοποίηση. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 30 ν. 2556/1997 οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ ( αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισµούς του α.ν. 173/1967.
Ειδικότερα, κατά το άρθ. 2 § 2 του τελευταίου αυτού α.ν. 173/1967 σε όσες περιπτώσεις εργοδότης είναι το δηµόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και Οργανισµοί κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το κράτος, στις οποίες συγκαταλέγονται και τα ΚΤΕΛ (Ολ. ΑΠ 18/2003), η οφειλομένη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν µπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό (µετά την αναπροσαρμογή µε το άρθ. 33 ν. 1876/1990) των 1.500.000 δρχ. (και κατ' άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003 το ποσό των 15.000 €).
Εξάλλου, µε το άρθ. 3 της 3/1999 Δ.Α. "για τους όρους αµοιβής και εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται στα αστικά και υπεραστικά λεωφορεία όλης της χώρας" (πράξη κατ. Υπ. Εργασίας 1/1999), όπως ερµηνεύθηκε µε το άρθ. 3 της 10/2000 Δ.Α. (πράξη κατ. Υπ. Εργασίας 5/2000), ορίζεται ότι "η αποζημίωση απόλυσης του άρθ. 3 της ΔΑ 3/1999, αφότου ίσχυσε, καταβάλλεται στους δικαιούχους που προβλέπονται στο άρθρο αυτό στο νόµιµο ποσό και ποσοστό σύµφωνα µε την ισχύουσα εργατική νοµοθεσία (ν. 2112/1920 και β.δ. 18-7-1920 σε συνδυασµό µε το άρθ. 30 του ν. 2556/1997).
Συγκεκριμένα η αποζημίωση λύσης της σύµβασης εργασίας λόγω θανάτου ή συνταξιοδότησης προσδιορίζεται σύµφωνα µε το άρθ. 8 εδάφιο δεύτερο, όπως αυτό αντικαταστάθηκε µε το άρθ. 5 § 1 του ν. 435/1976 και ανέρχεται σε ποσοστό 40% της αποζημίωσης απόλυσης". Από τον συνδυασµό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι στα Κ.Τ.Ε.Λ. (αστικά - υπεραστικά) αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης δικαιούνται την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως εξειδικεύθηκε αυτή µε το άρθ. 30 ν. 2556/1997 και ειδικότερα οι επικουρικά ασφαλισμένοι σε ποσοστό 40%, αφού µε το άρθ. 30 ν. 2556/1997 ήρθη για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ µόνον ο περιορισµός του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης που προβλέπεται από το άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 και δεν εθίγη το ποσοστό της αποζημίωσης του 40% ή 50% για τους επικουρικά ή µη ασφαλισμένους αντίστοιχα, που προβλέπεται από το άρθ. 8 ν. 3198/1955, και το οποίο (ποσοστό) σε περίπτωση που υπερβαίνει το τιθέμενο από το άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 ανώτατο όριο (όπως εκάστοτε διαμορφώνεται) καταβάλλεται ολόκληρο.
Τέλος, αντίθετη ρύθµιση από την προαναφερθείσα δεν συνάγεται από τις διατάξεις του άρθ. 14 § 1 του ισχύοντος κατά τον ενδιαφέροντα εδώ χρόνο Π.Δ. 229/1994 (Γενικός Κανονισµός Προσωπικού ΚΤΕΛ), κατά τις οποίες "1. Το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης των ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους α) ...
δ) εξαιτίας σωµατικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσµα τη µόνιµη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντά του και διαπιστώνεται από την αρµόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, επί αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, µε αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω λύσης της σύµβασης εργασίας του µε αυτήν, εξαιτίας συνταξιοδότησής του, δέχθηκε µε την προσβαλλομένη 341/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων - ενάγων Κ.
Β. είχε προσληφθεί από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ανώνυµη ήδη εταιρεία µε την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Ηλείας" το 1967 µε σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως γραφέας στα γραφεία της στον Πύργο Ηλείας, τις υπηρεσίες του δε από το έτος 1984 προσέφερε σ' αυτήν ως λογιστής. Λόγω ασθενείας του απείχε από την υπηρεσία του από 22-6-1992 και εξής και δεν αποχώρησε απ' αυτή.
Ότι στο διάστημα της απουσίας του ενάγοντος από την εργασία του, λόγω της ασθενείας του, η εναγομένη δεν κατήγγειλε την σύμβασή του, η οποία έτσι ήταν ενεργός μέχρι την συνταξιοδότησή του. Τελικά στις 19-10-1999 ο Κ. Β., συμπληρώσας το 60ο έτος της ηλικίας του, συνταξιοδοτήθηκε, λόγω αναπηρίας και αποχώρησε οριστικά από την υπηρεσία του.
Ότι κατά τον τελευταίο, πριν από την συνταξιοδότησή του, μήνα οι αποδοχές του ενάγοντος, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ήταν 392.000 δραχμές, ενώ η συνολική προϋπηρεσία του στη εναγομένη ήταν 28 έτη και ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η αποζημίωση που δικαιούται ο επικουρικά ασφαλισμένος ενάγων λόγω της συνταξιοδότησής του ανέρχεται στο 40% της προβλεπομένης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης, δηλ.
σε 4.390.400, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και με την πρόσθετη παραδοχή ότι το ποσό αυτό ήδη είχε καταβληθεί στον ενάγοντα δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή για την καταβολή πλήρους αποζημίωσης και στη συνέχεια την απέρριψε.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-6-2010, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 341/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ