Legislator Case Law & Legislation
679/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against construction contract judgment due to failure to address material defects and contract termination rights.

Case Number 679/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate material defects in the concrete work and incorrectly calculated compensation after the employer terminated the contract. The court found the lower court's reasoning legally flawed because it ignored critical contract terms regarding price revisions and the specific consequences of termination under the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 688, 689, 690, 692 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court decision lacks a legal basis, specifically failing to address material defects or misapplying rules on contract termination and compensation.

Keywords

AI generated
construction contract material defects contract termination price revision civil code provisions appeal admissibility judicial error

Cited Legislation

AI generated
Article 688 of the Civil Code
Article 689 of the Civil Code
Article 690 of the Civil Code
Article 692 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 681 of the Civil Code
Article 700 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 679 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 679/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Aνώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΣΤΡΟΥ ΗΛΕΙΑΣ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΚΤΗ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αντωνίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 17 Μαΐου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) από 2 Οκτωβρίου 1995 ομοία του ήδη αναιρεσειβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, οι οποίες και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/1996 προδικαστική, 993/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 630/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος από τον αριθ. 20 και κατά το δεύτερο μέρος από τον αριθ. 19, τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος από τον αριθ. 9 και τέταρτος κατά το σχετικό μέρος από το αριθ. 19 όπως στο ιστορικό ειδικότερα προσδιορίζονται και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 688 ΑΚ ορίζει τα δικαιώματα του εργοδότη κατά του εργολάβου αν το έργο που εκτελέσθηκε έχει επουσιώδη ελαττώματα, ενώ το άρθρο 689 ΑΚ οριοθετεί τα δικαιώματα του εργοδότη κατά του εργολάβου αν το έργο που εκτελέσθηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες.

Επίσης το άρθρο 690 ΑΚ ορίζει ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα, αντί για αναστροφή ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Τέλος, κατά την ΑΚ 692 μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη, ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός κι αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παράδοση του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής:

Η ενάγουσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, σκοπεύοντας να ανεγείρει και να λειτουργήσει μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα σε ιδιόκτητο οικόπεδο της, εκτάσεως 58.300 τ.μ στη θέση ... της περιφέρειας της πρώην κοινότητας και ήδη ..., με βάση την ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού γραφείου ..., όπως αυτή αναθεωρήθηκε στις 4-12-1991, ιδίαις δαπάναις αλλά και με επιχορήγηση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (Μ.Ο.Π.), συμβλήθηκε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, με τον ενάγοντα-εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος, ως εργολάβος, ανέλαβε να εκτελέσει τα κάτωθι έργα, δυνάμει των κατωτέρω αναφερομένων συμβάσεων.

Ειδικότερα: ο τελευταίος ανέλαβε από κοινού με τον ... (μη διάδικο) να εκτελέσουν τις εργασίες εκσκαφών και επιχώσεων προς θεμελίωση του κυρίως κτίσματος και των βιλλών, δυνάμει του από 28-3-1990 ιδιωτικού συμφωνητικού και αντί εργολαβικού ανταλλάγματος που καθορίστηκε στην από 28-3-1990 προσφορά τους. Μετά την ολοκλήρωση των ανωτέρω εργασιών και την αποπληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, η ενάγουσα-εναγομένη εταιρεία ανέθεσε αποκλειστικά στον εναγόμενο-ενάγοντα, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, την εκτέλεση των εκσκαφών και επιχώσεων για τη θεμελίωση των λοιπών κτισμάτων, με βάση την ίδια ως άνω από 28-3-1990 προσφορά.

Περαιτέρω στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων, συμφώνησαν προφορικά, το Δεκέμβριο του 1990, όπως ο εναγόμενος-ενάγων αναλάβει να κατασκευάσει τις τοιχοποιίες δι' οπτοπλίνθων των κτιρίων του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος, ενώ δυνάμει νεότερης συμφωνίας τους που καταρτίστηκε τέλη του 1991 με αρχές του 1992, ο εναγόμενος-ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών τουβλοποιίας και επιχρισμάτων των ήδη ανεγερθέντων κτισμάτων.

Εν τω μεταξύ, δυνάμει του από 8-5-1990 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε στην ... μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, ο εναγόμενος-ενάγων ανέλαβε να κατασκευάσει, από οπλισμένο σκυρόδεμα το φέροντα οργανισμό όλων των κτιρίων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, αποτελουμένου από το κεντρικό κτίριο δύο, τεσσάρων και πέντε επιπέδων, είκοσι πέντε (25) bungalows, δύο (2) διώροφες βίλες, μια DISCO, ταβέρνα, πισίνα, δεξαμενή ύδατος, δεξαμενή λυμάτων και λοιπών εγκαταστάσεων βιολογικού καθαρισμού, τοιχία αντιστήριξης και λοιπές κατασκευές στον περιβάλλοντα χώρο.

Οι όροι και οι προϋποθέσεις του ως άνω έργου ρυθμίζονταν από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και την από 8-5-1990 "συγγραφή υποχρεώσεων" που συνυπέγραψαν οι ως άνω συμβληθέντες, ενώ τα είδη και οι συμβατικές τιμές μονάδος των προς εκτέλεση εργασιών περιέχονταν στο τιμολόγιο προσφοράς του εργολάβου. Διευθύνων μηχανικός του έργου είχε οριστεί εκ μέρους του εργολάβου, κατ' άρθρο 4 της ανωτέρω "συγγραφής υποχρεώσεων", αρχικά μεν ο πολιτικός μηχανικός Μ, στη συνέχεια δε οι πολιτικοί μηχανικοί Σ και Β.

Περαιτέρω, ως είχε δικαίωμα, κατ' άρθρο 3, η εργοδότρια εταιρεία όρισε τεχνικούς ως επιβλέποντες το εργοτάξιο και την εκτέλεση του έργου με βάση τους όρους της σύμβασης. Ειδικότερα, όρισε ως υπεύθυνο μηχανικό του έργου (εργοταξιάρχη) και αντίκλητό της τον πολιτικό μηχανικό Α, ο οποίος ήλεγχε επί καθημερινής βάσεως κάθε εκτελούμενη εργασία.

Ως επιβλέπων είχε οριστεί ο αρχιτέκτων μηχανικός Ν, που διατηρεί τεχνικό γραφείο στην ... και ο οποίος, εκτός των άλλων, απέστειλε σειρά εγγράφων παρατηρήσεων και οδηγιών καθώς επίσης κατασκευαστικά και τροποποιητικά σχέδια εφαρμογής, ενώ οι εκπρόσωποι του μηχανικοί Μ2, ... επισκέπτονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα το έργο και έδιδαν οδηγίες και κατευθύνσεις εκτέλεσης:

Η εκτέλεση των προπεριγραφέντων έργων άρχισε το Μάιο τον 1990 και συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι τις 19-3-1993, οπότε και διακόπηκε με εντολή της εργοδότριας (ενάγουσας-εναγομένης), η οποία διαβιβάστηκε στον εργολάβο (εναγόμενο-ενάγοντα) δια του εργοταξιάρχη Α, καταγράφηκε δε στο 0764/19-3-1993 φύλλο του ημερολογίου του έργου, υπογράφηκε τόσον απ' αυτόν όσον και από τον εργολάβο, χωρίς να αναφέρεται ο λόγος που επέβαλε τη διακοπή των εργασιών.

Αποδείχθηκε όμως ότι η αιτία, συνεπεία της οποίας η ενάγουσα-εναγομένη προέβη στη διακοπή των εργασιών, ήταν η αδυναμία της να ανταπεξέλθει στις δαπάνες του έργου, σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Κ και Σ. 0 ισχυρισμός της ενάγουσας-εναγομένης ότι προέβη στη διακοπή των εργασιών λόγω των ελαττωμάτων και κακοτεχνιών του έργου είναι ουσία αβάσιμος.

Και τούτο διότι ελαττώματα και κακοτεχνίες του έργου και μάλιστα ουσιώδη επικαλέστηκε η ενάγουσα-εναγομένη το πρώτο στις 15-9-1993, οπότε και κατήγγειλε εγγράφως την από 8-5-1990 σύμβαση, ενόψει της συζητήσεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε την ανάκληση της 283/1993 αποφάσεως, δυνάμει της οποίας είχε χορηγηθεί η άδεια στον εναγόμενο-ενάγοντα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία της μέχρι του ποσού των 500.000.000 δρχ.

για την εξασφάλιση του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής. Εξάλλου, αν πράγματι ο λόγος της διακοπής των εργασιών ήταν αυτός που όψιμα επικαλείται η εργοδότρια, τότε, προ της διακοπής, θα είχε οπωσδήποτε οχλήσει τον εργοδότη για αποκατάσταση των κακοτεχνιών, όπως είχε δικαίωμα κατά το εργολαβικό συμφωνητικό και τη συγγραφή υποχρεώσεων ή θα είχε προβεί σε διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση των πλημμελειών του μέχρι τότε κατασκευασθέντος έργου.

Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθώς εκτιμώντας το αποδεικτικό υλικό. Επομένως οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εκκαλούσας τυγχάνουν ουσία αβάσιμοι .Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την έναρξη των εργασιών και καθ' όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, κατ' εφαρμογή των άρθρων 15 της συγγραφής υποχρεώσεων και 17 του ως άνω εργολαβικού συμφωνητικού, η εργοδότρια, δια των στο εργοτάξιο εκπροσώπων της, τηρούσε ημερολόγιο του έργου και μάλιστα σε τρία αντίτυπα, έγγραφο το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν αμφότερες οι διάδικες πλευρές.

Στο εν λόγω ημερολόγιο, το οποίο υπογραφόταν καθημερινά από τους υπεύθυνους μηχανικούς εργολάβου και εργοδότριας, απεικονιζόταν συνοπτικά η ημερήσια πρόοδος του έργου και καταγράφονταν το απασχολούμενο εργατοτεχνικό προσωπικό, τα μηχανήματα, οι καιρικές συνθήκες κλπ καθώς όλα τα συμβάντα τα σχετικά με το έργο με όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως και οι οποιεσδήποτε εκ μέρους της εργοδότριας παρατηρήσεις, οδηγίες και εντολές σχετικά με το έργο, προς τις οποίες ο εργολάβος συμμορφωνόταν, όπως όφειλε σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις.

Σύμφωνα με ρητή διάταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού (άρθρο 8), το εργολαβικό αντάλλαγμα αποπληρωνόταν τμηματικά, βάσει μηνιαίων λογαριασμών που συνέτασσε ο εργολάβος, στους οποίους περιλαμβάνονταν τα επιμετρικά στοιχεία των εργασιών που εκτελέστηκαν στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα καθώς και των υπό εκτέλεση εργασιών.

Για το σκοπό αυτό συνετάγησαν από τον εργολάβο και υπεγράφησαν από τον υπεύθυνο εργοταξιάρχη δεκαεπτά (17) λογαριασμοί, οι οποίοι συνοδεύονταν με τις αντίστοιχες πιστοποιήσεις των εργασιών που εκτελέστηκαν κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα (ποσοτικός έλεγχος των εργασιών), χωρίς όμως να ελέγχεται η καλή εκτέλεση τούτων ή η έλλειψη ελαττωμάτων και κακοτεχνιών.

Με τον τρόπο αυτό, άλλωστε, καθίστατο δυνατή η καταβολή της επιχορηγήσεως στην εργοδότρια, η οποία, κατά τις διατάξεις τον ν.1262/1982, γινόταν τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Εξάλλου, η εργοδότρια κατέβαλε στον εργολάβο συνήθως μέρος των στους ανωτέρω λογαριασμούς ποσών, ενώ είχε συμφωνηθεί ρητά με το άρθρο 16 του συμφωνητικού ότι η εκ μέρους του εργολάβου παράδοση και η αντίστοιχη εκ μέρους της εργοδότριας παραλαβή θα γινόταν με την αποπεράτωση του συνόλου του έργου και μετά την κατάρτιση σχετικού πρωτοκόλλου υπογεγραμμένου από τους μηχανικούς αμφοτέρων των μερών.

Αντίθετα, καθόσον αφορούσε ειδικά στις αφανείς εργασίες, αυτές ελέγχονταν προ της καλύψεως τους αν ανταποκρίνονταν ποιοτικά και ποσοτικά στα αντίστοιχα δεδομένα της μελέτης και στη συνέχεια και μόνον τότε συντασσόταν σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής τους, το οποίο και υπογραφόταν από το μηχανικό της εταιρείας, όπως ρητά προέβλεπε το άρθρο 21 της συγγραφής υποχρεώσεων.

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο αυτό και, εφόσον ο επιβλέπων μηχανικός της εργοδότριας έκρινε ότι οι αφανείς εργασίες παρουσίαζαν ελαττώματα ή ατέλειες, εδικαιούτο να αρνηθεί την υπογραφή του αντιστοίχου πρωτοκόλλου όφειλε δε να συντάξει πίνακα με τις σχετικές ελλείψεις και να καλέσει τον εργολάβο να τις αποκαταστήσει.

Στην περίπτωση των αφανών εργασιών δεν είναι δυνατό να τύχει εφαρμογής η επόμενη διάταξη του άρθρου 22 που αφορά στον έλεγχο του αποπερατωθέντος έργου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, για το λόγο ότι αυτές, ακριβώς λόγω της φύσεώς τους, δεν θα ήταν καταμετρήσιμες και ελέγξιμες στην τελική μορφή του έργου.

Ενόψει των ανωτέρω, από τα δεκαεπτά (17) πρωτοκόλλα αφανών εργασιών και τις αντίστοιχες μετ' αυτών συνημμένες συνοπτικές επιμετρήσεις, που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, τα οποία συνετάγησαν από τη Φ, τεχνολόγο πολιτικό μηχανικό και υπεγράφησαν από την ίδια και τον εργοταξιάρχη, αντίκλητο της εργοδότριας, σαφώς καταδεικνύεται ότι οι εργασίες αυτές ενεκρίθησαν και παρελήφθησαν από την εργοδότρια, ελεγχομένου ως αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού της τελευταίας, τον οποίο επαναφέρει και στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, όπως κατ' ορθή κρίση δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά το χρόνο διακοπής των εργασιών (19-3-1993), το έργο, ως προς τα εμφανή τμήματά του, παρουσίαζε τις εξής πλημμέλειες, όπως αποδεικνύεται από τη διενεργηθείσα από 18-10-1999 τεχνική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με την 184/1996 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την προηγηθείσα αυτής συντηρητική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με την 651/1994 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα: (Ι) Έλλειψη ελάχιστης επικάλυψης του σιδηρού οπλισμού με οπλισμένο σκυρόδεμα, όπως επιβάλλεται από το σχετικό κανονισμό, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του σιδηρού οπλισμού από τη διάβρωση, κίνδυνος ο οποίος είναι μεγαλύτερος στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι το έργο γειτνιάζει με θάλασσα.

Το ελάττωμα αυτό οφείλεται στην απόσταση μεταξύ των ξυλοτύπων και των ράβδων του σιδηρού οπλισμού, όπως αυτή αποτυπωνόταν στα σχέδια και τη μελέτη του έργου, η οποία όμως δεν ήταν η απαιτούμενη, ώστε να είναι δυνατή η ελάχιστη επικάλυψη τούτων με σκυρόδεμα. Το πρόβλημα αυτό, ήτοι η μη ύπαρξη της ελάχιστης απόστασης μεταξύ ξυλοτύπων και ράβδων σιδηρού οπλισμού, έγινε αντιληπτό από τον εργολάβο πριν από την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, ο οποίος και το επεσήμανε ρητά στην υπ' αυτού επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 26-4-1991 επιστολή του διευθύνοντος μηχανικού του Μ προς τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου κ.Ν, με την οποία ζητούσε συγκεκριμένες εντολές προς αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος, όπως, άλλωστε, είχε υποχρέωση κατ' άρθρο 17 παρ.1 της "συγγραφής υποχρεώσεων".

Ο τελευταίος στο από 29-4-1991 έγγραφό του προς τον εργοταξιάρχη ., που επίσης προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εναγόμενος-εφεσίβλητος, έδωσε εντολή για τροποποίηση των διαμέτρων των προβλεπομένων στους ξυλοτύπους οπλισμών προς διευκόλυνση της σκυροδέτησης, με επιμέλεια του συνεργάτη του Μ2, πλην όμως τελικά ουδεμία ενέργεια έγινε εκ μέρους των τεχνικών της ενάγουσας προς αποφυγή της ανωτέρω κακοτεχνίας. (II) Ύπαρξη "φωλεών" (κενών χωρίς σκυρόδεμα) στις εξωτερικές επιφάνειες των στοιχείων του έργου, κακοτεχνίας που προκαλείται από τη μη σωστή διάστρωση του σκυροδέματος.

Ο εναγόμενος, πριν από την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, επεσήμανε ρητά στην εργοδότρια ότι, κατά την εφαρμογή της μελέτης είναι σχεδόν βέβαιη η δημιουργία του συγκεκριμένου ελαττώματος. Τούτο αποδεικνύεται από το από 26-4-1991 έγγραφό του, που επικαλείται και προσκομίζει, το οποίο συνυπογράφει και ο διευθύνων μηχανικός Μ, απευθυνόμενος προς την εργοδότρια εταιρεία, στο οποίο επεσήμαινε ότι είναι αναπόφευκτη η δημιουργία "φωλεών" για το λόγο ότι στα υποστυλώματα και σε ορισμένα δοκάρια, λόγω του μεγάλου αριθμού σιδηρού οπλισμού που έχουν δεν καθίσταται δυνατή η χρήση δονητού, με αποτέλεσμα τη μη σωστή διάστρωση του σκυροδέματος.

Πλην όμως και στην περίπτωση αυτή ουδεμία εντολή έδωσε η εργοδότρια και σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν οι επιβλέποντες μηχανικοί για την αποφυγή δημιουργίας της συγκεκριμένης κακοτεχνίας. Επομένως, ο εναγόμενος-εργολάβος δεν τυγχάνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, υπαίτιος των ανωτέρω πλημμελειών, αφού εφήρμοσε τις δοθείσες σ' αυτόν μελέτες, επιπροσθέτως δε γνωστοποίησε εγκαίρως στην ενάγουσα-εργοδότρια τις ρητές αντιρρήσεις του για τα συγκεκριμένα προβλήματα, πλην όμως η τελευταία αδράνησε στην αντιμετώπιση τους, με συνέπεια να ευθύνεται για την πρόκληση των ανωτέρω κακοτεχνιών, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 691 του Α.Κ., αλλά και σύμφωνα με τη ρητή συμβατική ρύθμιση του άρθρου 17 παρ. 2 της συγγραφής υποχρεώσεων. (III) Διαμπερείς ρηγματώσεις μικρού εύρους κυρίως στις πλάκες, στα στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου και σε ορισμένες δοκούς, το συνολικό μήκος των οποίων είναι 1.593,10 μέτρα, από τα οποία τα 520 μέτρα αφορούν στους τοίχους αντιστήριξης του περιβάλλοντος χώρου.

Το ελάττωμα αυτό οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου-εργολάβου, ο οποίος δεν μερίμνησε για τη σωστή διαβροχή του σκυροδέματος μετά τη διάστρωσή του, ενώ καθόσον αφορά στις ρηγματώσεις των τοίχων αντιστήριξης, δεν προέβη στην κατασκευή αρμών διαστολής σε μεγάλα τμήματα αυτών. Για την αποκατάσταση των ρωγμών αυτών, καθόσον αφορά στα κτίρια απαιτείται η πλήρωσή τους με εποξειδική ρητίνη, το κόστος της οποίας καθορίζεται σε 7.511.700 δρχ. (1.593,10-520=1.073,10 μ.

χ 7.000 δρχ./μέτρο), ενώ στους τοίχους αντιστήριξης απαιτείται η δημιουργία κατακόρυφων αρμών διαστολής στη θέση των ρωγμών με τη χρήση ειδικού μηχανήματος, το κόστος της οποίας καθορίζεται στο ποσό των 5.200.000 δρχ. (520 μ. χ 10.000 δρχ./μέτρο). (IV) Εμφάνιση αρμών διακοπής της σκυροδέτησης σε κατακόρυφα στοιχεία αλλά και σε μεγάλες οριζόντιες επιφάνειες σε σημεία που δεν προβλέπονταν από τη μελέτη, ελάττωμα που οφείλεται στην άτεχνη διάστρωση και δόνηση τον σκυροδέματος, εργασία, για την οποία υπεύθυνος είναι ο εργολάβος.

Για την αποκατάσταση του ελαττώματος αυτού απαιτείται η πλήρωση των αρμών, το μήκος των οποίων ανέρχεται σε 155,60 μ., με εποξειδική ρητίνη, το δε κόστος της εργασίας αυτής ανέρχεται στο ποσό των δρχ. 1.089.200 (155,60,μ. χ 7.000 δρχ,/μέτρο). Επομένως, η δαπάνη αποκατάστασης των ανωτέρω κακοτεχνιών ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 13.800.900 δρχ., με το οποίο βαρύνεται ο εναγόμενος-εργολάβος.

Νόμιμος λόγος απαλλαγής του τελευταίου δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα-εργοδότρια παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο και το ενέκρινε και συνεπώς δεν έχει δικαίωμα για αποζημίωση από τυχόν κακοτεχνίες είναι αβάσιμος ουσιαστικά. Και τούτο διότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν έγινε πραγματική παράδοση του έργου από τον εργολάβο στην εργοδότρια, αφού οι εργασίες τούτου διακόπηκαν με εντολή της τελευταίας.

Εξάλλου, κατά την εργολαβική σύμβαση, η παράδοση θα αφορούσε το σύνολο του έργου, πλήρως αποπερατωμένου, ήτοι περιέλευση τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως της εργοδότριας, κατά τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο 16 του εργολαβικού συμφωνητικού, και του άρθρου 22 της συγγραφής υποχρεώσεων, με εξαίρεση μόνον την εκ μέρους της εργοδότριας χρησιμοποίηση τμήματος του έργου, οπότε το γεγονός αυτό νοείται ως παραλαβή του συγκεκριμένου τμήματος (άρθρο 16 περ. 5 του ως άνω συμφωνητικού).

Περαιτέρω, η παρουσία τεχνικών της εργοδότριας κατά την εκτέλεση των εργασιών και η εκ μέρους τους επίβλεψη των εργασιών, η παράλειψη της υποδείξεως των συγκεκριμένων κακοτεχνιών ή συντάξεως του σχετικού πρωτοκόλλου ή η κήρυξη του εργολάβου ως εκπτώτου - που άλλωστε αποτελούν, κατά το εργολαβικό, δικαίωμα και όχι υποχρέωση της εργοδότριας - δεν συνιστά, κατά ρητή πρόβλεψη της εργολαβικής συμβάσεως, λόγο απαλλαγής του εργολάβου ούτε σιωπηρή έγκριση της εργοδότριας.

Ύπαρξη άλλων κακοτεχνιών, τις οποίες επικαλείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, δεν αποδείχθηκε. Οι τεχνικές εκθέσεις που επικαλείται και προσκομίζει, οι οποίες συνετάγησαν κατ' εντολήν της, δεν κρίνονται πειστικές. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι ουδείς των επιβλεπόντων το επίδικο έργο πολιτικών μηχανικών και είχαν άμεση γνώση των εργασιών εξετάσθηκε ως μάρτυρας ή συνέταξε έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Μετά ταύτα, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε μεν κατ' ορθή κρίση την ύπαρξη των ανωτέρω κακοτεχνιών, έκανε όμως δεκτή την περί εγκρίσεως του έργου ένσταση του εναγομένου και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή της εργοδότριας εταιρείας, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, κατά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης.

Όπως ήδη προαναφέρεται η εργολαβική αμοιβή ανά είδος και τιμή μονάδας καθορίστηκε από τον από 24-3-1990 προϋπολογισμό της προσφοράς του εναγομένου-ενάγοντος, η οποία συγκεκριμένα ήταν η ακόλουθη: α) 10.000 δρχ. για κάθε κυβικό μέτρο άοπλου σκυροδέματος τύπου Β 120, β) 15.000 δρχ. ανά κυβικό μέτρο ελαφρώς οπλισμένου σκυροδέματος τύπου Β 160, γ) 26.000 δρχ.

ανά κυβικό μέτρο οπλισμένου σκυροδέματος τύπου St III Β 225. Οι ανωτέρω τιμές προσαυξάνονταν κατά 3.500 δρχ. για να καλύπτονται οι υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες διαμορφώθηκαν σε 13.500 δρχ., 18.500 δρχ. και 29.500 δρχ. αντίστοιχα, δ) 1.800 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο ως πρόσθετη αποζημίωση για τις εμφανείς επιφάνειες κατασκευών από οπλισμένο σκυρόδεμα, και ε) 1.000 δρχ.

ανά κυβικό μέτρο για τις κατασκευές "σκότιων" "φαλτσογωνιών", "χαραγών" κλπ. Σύμφωνα με το εδάφιο 1 του άρθρου 11 του εργολαβικού συμφωνητικού, η συμβατική αμοιβή του εναγομένου-ενάγοντος (εργολάβου) για κάθε κυβικό μέτρο οπλισμένου σκυροδέματος (29.500 δρχ.) αφορούσε στα πρώτα 8.500 κ.μ. πλέον ποσοστού 25% (2.125 κ.μ.) ήτοι συνολικά 10.625 κ.μ.

Σε περίπτωση όμως αναθεώρησης της άδειας, ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με την αναθεωρημένη άδεια και με τις αρχικώς συμφωνημένες τιμές, σύμφωνα όμως με το εδάφιο 4 του άρθρου 1 του ιδίου συμφωνητικού, ενώ σε περίπτωση ανάγκης εκτελέσεως εργασιών αυξημένων πέραν του ορίου που καθορίζεται παραπάνω, ο εργολάβος είχε δικαίωμα να ζητήσει για τις επιπλέον ποσότητες αναθεώρηση των τιμών μονάδος βάσει των εκάστοτε ισχυουσών τιμών που προβλέπονται από το Α.Τ.Ο.Ε. (Αναλυτικού Τιμολογίου Οικοδομικών Εργασιών), συμπεριλαμβανομένων των αναλογούντων υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών και του αναλογούντος ΦΠΑ (άρθρο 11 εδάφιο 3).

Ενόψει των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη κρίση, υπολόγισε την εργολαβική αμοιβή για μεν την ποσότητα των 11.066,88 κ.μ. του οπλισμένου σκυροδέματος προς 29.500 δρχ./κ.μ. (συμβατική τιμή), για δε την υπόλοιπη ποσότητα (10.019,53 κ.μ.) με την ισχύουσα τότε τιμή ΑΤΟΕ, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπό κρίση εφέσεως.

Μετά ταύτα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος-ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε τμηματικά στην ενάγουσα-εναγομένη (α) συνολική ποσότητα 21.096,41 κυβικά μέτρα οπλισμένου σκυροδέματος τύπου St III Β 225, από τα οποία τα 16.875 κυβικά μέτρα, σύμφωνα με την αναθεωρημένη άδεια, πρέπει να υπολογιστούν, κατά τα προαναφερθέντα, προς 29.500 δρχ/κ.μ. (τιμή της προσφοράς) και συγκεκριμένα 497.812.500 δρχ.

πλέον Φ.Π.Α. (18%), ήτοι 587.418.750 δρχ., τα δε 4.221,41 κυβικά μέτρα πρέπει να υπολογιστούν με βάση την ισχύουσα τότε τιμή, Α.Τ.Ο.Ε. (59.275 δρχ/κ.μ.) και ανέρχονται στο ποσό των 250.224.077,75 δρχ. και συνολικά 837.642.827 δρχ., (β) ποσότητα 2.268,93 κ.μ. αόπλου σκυροδέματος τύπου Β 120 προς 13.500 δρχ/κ.μ., ήτοι 30.630.555 δρχ., (γ) ποσότητα 2.232,08 κ.μ. ελαφρώς οπλισμένου σκυροδέματος προς 18.500 δρχ./κ.μ., ήτοι 41.293.480 δρχ., (δ) ποσότητα 19.884,83 μ.

φαλτσογωνιών και σκότιων προς 1.180 δρχ. (τιμή προσφοράς), ήτοι 23.464.099 δρχ., (ε) ποσότητα 3.313,90 τ.μ. εμφανών επιφανειών από σκυρόδεμα προς 2.124 δρχ./τ.μ. με βάση την τιμή προσφοράς, ήτοι 7.038.723 δρχ., (στ) ποσότητα 7.125,65 τ.μ. αρχιτεκτονικών λεπτομερειών (λοξά στοιχεία, τόξα, καμάρες κλπ) προς 14.500 δρχ./τ.μ., ήτοι 103.321.925 δρχ., από τις οποίες πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 14.893.552 δρχ., που έχει ήδη εισπράξει ο εναγόμενος-ενάγων και απομένει υπόλοιπο ύψους 88.428.373 δρχ" το οποίο μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α.(18%) ανέρχεται σε 104.345.480 δρχ.

και (ζ) απολογιστικές εργασίες που εκτελέστηκαν από τον εργολάβο με εντολή του εργοταξιάρχη, κατ' άρθρο 11 εδαφ. 6 της "συγγραφής υποχρεώσεων", συνολικής αξίας 163.428.238 δρχ. Το είδος των ως άνω εργασιών και το κόστος τους καθώς και το ότι παρελήφθησαν ανεπιφυλάκτως από την εργοδότρια εταιρεία αποδεικνύονται από τα υπό του εναγομένου-ενάγοντος προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως δεκατέσσερα (14) πρωτόκολλα παραλαβής απολογιστικών εργασιών υπογεγραμμένα από τον εργοταξιάρχη .

και τους μετ' αυτών συνημμένους πίνακες εργασιών και δαπανών τούτων. Επομένως, το συνολικό ύψος του καταβλητέου στον εναγόμενο-ενάγοντα εργολαβικού ανταλλάγματος για τις απ' αυτόν εκτελεσθείσες εργασίες, που προαναφέρονται, ανέρχεται στο ποσό των 1.207.843.402 δρχ. Για τις ως άνω εργασίες ο εργολάβος εξέδωσε δεκαεννέα (19) τιμολόγια συνολικής αξίας, μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α. (18%), 1.133.416.196 δρχ.

Η αξία των εργασιών για τις οποίες δεν εκδόθηκαν τιμολόγια από τον εναγόμενο-ενάγοντα ανέρχονται σε 74.427.206 δρχ., ήτοι 61.030.309 δρχ. πλέον 13.396.897 δρχ. που αντιστοιχούν στο μη οφειλόμενο ΦΠΑ. Το τελευταίο αυτό ποσό πρέπει, επομένως, να αφαιρεθεί από το ποσό των 1.207.843.402ρχ. και να απομείνει υπόλοιπο 1.194.446.505 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού η εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε στον εργολάβο τμηματικά το συνολικό ποσό των 1.016.281.434 δρχ.

Συνεπώς, η ενάγουσα εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον εναγόμενο-ενάγοντα ως υπόλοιπο, το ποσό των 178.165.071 δρχ. Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος έπρεπε να γίνεται βάσει μηνιαίων λογαριασμών που συνέτασσε ο εργολάβος και οι οποίοι έπρεπε να συνοδεύονται από επιμετρητικά στοιχεία και να υποβάλλονται στην εργοδότρια έξι (6) ημέρες πριν από το τέλος κάθε τριακονταημέρου ώστε να ελέγχονται και να εγκρίνονται από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας και έτσι να καθίσταται εφικτή η πληρωμή της αντίστοιχης πιστοποίησης εντός των πρώτων πέντε (5) ημερών του επομένου τριακονταημέρου, αφού παρακρατηθεί ποσοστό 10% επί της πιστοποιήσεως ως πρόσθετης εγγυήσεως καλής εκτελέσεως καθώς και των τυχόν επιβληθεισών ποινικών ρητρών.

Σύμφωνα δε με το εδάφιο 6β του άρθρου 8 του ως άνω συμφωνητικού, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης η εργοδότρια καθίστατο υπερήμερη χωρίς άλλη όχληση και όφειλε τόκους υπερημερίας από την επομένη ημέρα που ήταν πληρωτέα η πιστοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο εργολάβος παρέδιδε κάθε λογαριασμό με τα συνοδεύοντα αυτόν στοιχεία έξι (6) ημέρες προ της λήξεως του τριακονταημέρου ώστε να γίνει εντός των ως άνω καθορισμένων προθεσμιών ο έλεγχος, η έγκριση από την οικονομική υπηρεσία της εταιρείας, ο υπολογισμός των παρακρατήσεων και εντεύθεν η εξόφληση, αλλά ότι συνήθως συνέτασσε μεν κάθε λογαριασμό στη καθορισμένη προθεσμία, παρέδιδε όμως συγκεντρωτικά περισσότερους του ενός στους υπεύθυνους της εταιρείας.

Επομένως δεν αποδεικνύεται υπερημερία της εργοδότριας περί την εξόφληση ενός εκάστου των λογαριασμών από τη δήλη ημέρα που προαναφέρθηκε, παρά μόνον από την επίδοση της αγωγής. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε αντίθετα και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των 228.368.301 δρχ, ως τόκους υπερημερίας, εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό.

Ο αντίστοιχος λόγος λοιπόν της έφεσης τυγχάνει ουσία βάσιμος.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: σε εκτέλεση της προαναφερθείσας συμβάσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και αφορούσε στην υπό του ενάγοντος κατασκευή επιχρισμάτων των κτιρίων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε τμηματικά στην εργοδότρια εταιρεία το συμφωνηθέν έργο, το οποίο η τελευταία παρέλαβε ανεπιφύλακτα.

Επομένως, ο ενάγων-εργολάβος δικαιούται για τις κάτωθι κατηγορίες επιχρίσματος τα πιο κάτω ποσά 1) ποσότητα 19.312,58 τ.μ. χονδρών επιχρισμάτων προς 1.500 δρ./τ.μ. και συνολικά 28.968.870 δρχ, 2) ποσότητα 1.171,15 τ.μ. ψιλών επιχρισμάτων προς 2.500 δρχ./τ.μ. και συνολικά 2.927.875 δρχ., 3) ποσότητα 1.451,90 μ. ακμών προς 1.500 δρχ./μ. και συνολικά 2.177.850 δρχ., 4) ποσότητα 2.916,22 τ.μ.

πεταχτών οδηγών προς 350 δρχ./τ.μ. και συνολικά 1.020.677 δρχ. και 5) ποσότητα 1.196,51 τ.μ. προς 120 δρχ./τ.μ. και συνολικά 143.581 δρχ. Μετά ταύτα, δικαιούται συνολικά για την αιτία αυτή 35.238.853 δρχ., ποσό το οποίο και δεν αμφισβήτησε η εκκαλούσα στην πρωτοβάθμια δίκη ούτε προσβάλλει με την υπό κρίση έφεση της. Εξάλλου, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει, στον εναγόμενο-εφεσίβλητο, κατά το άρθρο 11 εδαφ. 7 της εργολαβικής σύμβασης, τη διαφορά της τιμής του οπλισμένου σκυροδέματος, λόγω της ανατιμήσεως του κατά το χρονικό διάστημα από 8-5-1990 μέχρι 30-3-1993.

Μετά ταύτα, οφείλει για την αιτία αυτή τα κάτωθι ποσά ανά λογαριασμό και συγκεκριμένα: 1) για τον 2° λογαριασμό, 155.000 δρχ. για 756,82 κ.μ. ήτοι 264,89 χιλ. οπλισμένου σκυροδέματος, 2) για τον 3° λογαριασμό 414.000 δρχ. για 1.690,16 κ.μ., ήτοι 591,56 χιλμ., 3) για τον 4° λογαριασμό 191.077 δρχ. για 291,92 κ.μ., ήτοι 102,18 χιλμ, 4) για τον 5° λογαριασμό 539.458 δρχ.

για 824,22 κ.μ. ήτοι 288,48 χιλμ, 5) για τον 6° λογαριασμό (α) 70.000 δρχ. για 286 κ.μ., ήτοι 100 χιλμ., (β) 430.100 δρχ. για 658 κ.μ., ήτοι 230 χιλμ, και (γ).2•.115.650 δρχ. για 1.851,75 κ.μ. ήτοι 655 χιλμ., 6) για τον 7° λογαριασμό 520.087 δρχ. για 336,59 κ.μ. ήτοι 117,80 χιλμ., 7) για τον 8° λογαριασμό 1.163.352 δρχ. για 752,84 κ.μ. ήτοι 263,50 χιλμ., 8) για τον 9° λογαριασμό 1.144.236 δρχ.

για 740,50 κ.μ. ήτοι 259,17 χιλμ., 9) για το 10° λογαριασμό 1,537.612 δρχ. για 995,08 κ.μ. ήτοι 348,27 χιλμ., 10) για το 14° λογαριασμό 231.100 δρχ. για 119,93 κ.μ., ήτοι 41,98 χιλμ., 11) για το 15° λογαριασμό 1.030.811 δρχ. για 504,74 κ.μ. ήτοι 176,66 χιλμ., 12) για το 17° λογαριασμό 461.490 δρχ. για 225,96 κ.μ. ήτοι 79,09 χιλμ. και 13) για το 18° λογαριασμό 50.583 δρχ. για 77,28 κ.μ.

ήτοι 27,05 χιλμ και συνολικά το ποσό 10.054.648 δρχ. Επομένως, η συνολική οφειλή της εναγομένης-εργοδότριας στον ενάγοντα-εργολάβο, μετά την υπ' αυτής καταγγελία της επίδικης σύμβασης, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 223.458.572 δρχ.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και εναγομένης εργοδότριας και ήδη αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτοτόδικη απόφαση η οποία είχε κρίνει κατά ένα μέρος διαφορετικά κράτησε και δίκασε τις αγωγές και υποχρέωσε τον εναγόμενο εργολάβο να καταβάλει στην ενάγουσα εργοδότρια λόγω ελαττωμάτων το ποσό των 40.501,54 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση την δε εναγομένη εργοδότρια να καταβάλει στον ενάγοντα εργοδότη το ποσό των 655.784,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 688-692 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Α.Π. ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφάρμοσε. Ειδικότερα: Α) Η παραδοχή της απόφασης ότι "ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι προέβη στη διακοπή των έργων λόγω ελαττωμάτων και κακοτεχνιών αυτών είναι ουσία αβάσιμος" δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή ότι "κατά το χρόνο της διακοπής των εργασιών (19-3-1993) το έργο ως προς τα εμφανή τμήματα του παρουσίαζε πλημμέλειες", καθόσον με τη δεύτερη παραδοχή γίνεται δεκτό ότι κατά το χρόνο της διακοπής, το έργο ως προς τα εμφανή τμήματα του παρουσίαζε πλημμέλειες, ενώ με τη πρώτη παραδοχή δεν αναιρείται τούτο αλλά γίνεται δεκτό ότι η διακοπή των έργων δεν οφειλόταν στα υπάρχοντα ελαττώματα αλλά όπως επίσης με την ίδια απόφαση γίνεται δεκτό, στην οικονομική αδυναμία της ενάγουσας-εναγομένης εργοδότριας.

Β) Η παραδοχή της απόφασης ότι: "ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα εργοδότρια παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο και το ενέκρινε και συνεπώς δεν έχει δικαίωμα για αποζημίωση από τυχόν κακοτεχνίες είναι αβάσιμος διότι όπως προαναφέρθηκε δεν έγινε πραγματική παράδοση του έργου από τον εργολάβο στην εργοδότρια αφού οι εργασίες τούτου διακόπηκαν με εντολή της τελευταίας .

Εξάλλου, κατά την εργολαβική σύμβαση , η παράδοση θα αφορούσε το σύνολο του έργου, πλήρως αποπερατωμένου, ήτοι περιέλευση τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως της εργοδότριας , κατά τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο16 του εργολαβικού συμφωνητικού και το άρθρο 22 της συγγραφής υποχρεώσεων, με εξαίρεση μόνον την εκ μέρους της εργοδότριας χρησιμοποίηση τμήματος του έργου, οπότε το γεγονός αυτό νοείται ως παραλαβή του συγκεκριμένου τμήματος (άρθρο 16 παρ. 5 του ως άνω συμφωνητικού) .Περαιτέρω η παρουσία τεχνικών της εργοδότριας κατά την εκτέλεση των εργασιών και η εκ μέρους τους επίβλεψη των εργασιών, η παράλειψη της υποδείξεως των συγκεκριμένων κακοτεχνιών ή συντάξεως του σχετικού πρωτοκόλλου ή η κήρυξη του εργολάβου ως εκπτώτου - που άλλωστε αποτελούν, κατά το εργολαβικό, δικαίωμα και όχι υποχρέωση της εργοδότριας - δεν συνιστά, κατά ρητή πρόβλεψη της εργολαβικής συμβάσεως, λόγο απαλλαγής του εργολάβου, ούτε σιωπηρή έγκριση της εργοδότριας" δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή ότι: " ο εναγόμενος ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε τμηματικά στην ενάγουσα-εναγομένη τις ως άνω υπό στοιχ.

α, β, γ, δ, ε, στ και ζ ποσότητες και ότι το είδος των εν λόγω εργασιών και το κόστος τους καθώς και το ότι παρελήφθησαν ανεπιφυλάκτως από την εργοδότρια εταιρεία αποδεικνύονται από τα υπό του εναγομένου-ενάγοντος προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως δεκατέσσερα (14) πρωτόκολλα παραλαβής απολογιστικών εργασιών υπογεγραμμένα από τον εργοταξιάρχη Α και τους μετ' αυτών συννημένους πίνακες εργασιών και δαπανών τούτων.

Επομένως το συνολικό ύψος του καταβλητέου στον εναγόμενο-ενάγοντα εργολαβικού ανταλλάγματος για τις απ' αυτόν εκτελεσθείσες εργασίες, που προαναφέρονται ανέρχεται στο ποσό..." καθόσον η ανεπιφύλακτη παραλαβή που αναφέρεται στην δεύτερη παραδοχή αφορά το είδος και τις ποσότητες που παραδόθηκαν τμηματικά και όχι στην έγκριση του όλου έργου, η παράδοση και παραλαβή του οποίου γινόταν σύμφωνα με τα οριζόμενα στη πρώτη παραδοχή.

Γ) Η παραδοχή της απόφασης ως προς την ύπαρξη των ως άνω υπό στοιχ. 3(

ΙΙΙ) και 4(Ι\/) ελαττωμάτων και τη δαπάνη αποκατάστασης είναι σαφής και επαρκής και δεν απαιτούνταν για την πληρότητα της αιτιολογίας και άλλα στοιχεία, οι δε αποδιδόμενες με τον εξεταζόμενο λόγο ελλείψεις (μη προσδιορισμός του συγκεκριμένου εύρους και των συγκεκριμένων πλακών που εμφανίζουν τα ελαττώματα των ρηγματώσεων, αν οι ρηγματώσεις έχουν κάποια (και ποια) δυσμενή επίδραση στη στατικότητα ή άλλη τυχόν ιδιότητά του, αν η κατασκευή αρμών διαστολής προβλεπόταν από τη σύμβαση ή τους κανόνες της τέχνης, του τρόπου υπολογισμού των 7.511.700 δρχ.-πόση η απαιτούμενη ποσότητα της εποξειδικής ρητίνης και η δαπάνη αγοράς και πόσα τα απαιτούμενα εργατικά και ποιο το κόστος αυτών-του τρόπου υπολογισμού του ποσού των 5.200.000 δρχ.

της δαπάνης του ειδικού μηχανήματος για τη χρήση του ή της αγοράς του, των συγκεκριμένων κατακόρυφων στοιχείων και των οριζόντιων επιφανειών με προσδιορισμό και των κτιρίων και του ορόφου στα οποία εμφανίστηκαν αρμοί διακοπής της σκυροδέτησης, των "σημείων" στα οποία προβλέπονταν από τη μελέτη οι παραπάνω αρμοί ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτοί (αρμοί) εμφανίστηκαν σε μη προβλεπόμενα από τη μελέτη σημεία, του τρόπου προσδιορισμού της απαιτούμενης δαπάνης αποκατάστασης του τελευταίου τούτου ελαττώματος των 1.089.200 δρχ.

δι' ακριβούς προσδιορισμού της απαιτούμενης ποσότητας ρητίνης και του κόστους των εργατικών) δεν ανάγονται σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ούτε καθιστούν ασαφές ή ανεπαρκές το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθ.9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί της οφειλομένης αμοιβής του ύψους (των τόκων) 120.762.330 δρχ.

που γεννήθηκαν κατά το από 14-8-1990 έως 31-12-1993 χρονικό διάστημα που του είχε επιδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση και είχε προσβληθεί με την έφεση της εναγόμενης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο καίτοι κατ' αποδοχή της έφεσης της εναγομένης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα μεταξύ των άλλων και το ανωτέρω ποσό για την προαναφερθείσα αιτία στη συνέχεια άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα.

Περαιτέρω από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει κατά τρόπο σαφή και επαρκή ότι απορρίφθηκε το έτερο αιτούμενο και επίσης επιδικασθέν με την εκκαλουμένη κονδύλιο τόκων υπερημερίας ύψους 228.368.301 δρχ. με την αιτιολογία για την οποία και γίνεται ειδικότερα λόγος πιο κάτω ότι δεν αποδείχθηκε υπερημερία της αναιρεσίβλητης για την εξόφληση ενός εκάστου των λογαριασμών από την παρέλευση της δήλης ημέρας, γεγονός που αποτελεί τον γενεσιουργό λόγο της υπερημερίας και για το εν λόγω κονδύλιο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Όμως από το περιεχόμενο της ίδιας απόφασης πρροκύπτει ότι σχετικά με την απόρριψη του ανωτέρω κονδυλίου τόκων υπερημερίας ύψους 228.368.301 δρχ.

το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ΑΚ 341 εδ.α' (αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής) και 345 (οφειλή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση χρηματικής οφειλής), αφού δεν περιέχει η απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και τούτο ειδικότερα διότι από την υπάρχουσα παραδοχή "ότι δεν παρέδιδε κάθε λογαριασμό με τα συνοδεύοντα αυτόν στοιχεία έξι (6) ημέρες προ της λήξεως του τριακονταημέρου, ώστε να γίνει εντός των ως άνω καθοριζομένων προθεσμιών ο έλεγχος, η έγκριση από την οικονομική υπηρεσία της εταιρίας ο υπολογισμός των παρακρατήσεων και εντεύθεν η εξόφληση, αλλά ότι συνήθως συνέτασσε μεν κάθε λογαριασμό στην καθορισμένη προθεσμία, παρέδιδε όμως συγκεντρωτικά περισσότερους του ενός στους υπεύθυνους της εταιρίας" δεν προκύπτει, ενόψει των χρησιμοποιουμένων λέξεων "κάθε" και "συνήθως", κατά τρόπο σαφή και επαρκή αν όλοι οι λογαριασμοί παραδίδονταν καθυστερημένα, ποιοι λογαριασμοί παραδόθηκαν στο χρόνο που ορίστηκε και ποιοι σε μεταγενέστερους χρόνους και για ποιο λόγο η παράδοση περισσότερων του ενός λογαριασμών

μαζί ή και καθυστερημένα σε σχέση με τα συμφωνηθέντα αναιρούν την ύπαρξη υπερημερίας σε χρόνο προηγούμενο της επίδοσης της αγωγής.

Συνεπώς ο τέταρτος σχετικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π.1/1999).

Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ' αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παραμόρφωση, δια παραλείψεως ανάγνωσης, συγκεκριμένων περικοπών του περιεχομένου του από 8-5-1990 ιδιωτικού συμφωνητικού προέβη στον κατά τα ανωτέρω υπολογισμό της αμοιβής του για το οπλισμένο σκυρόδεμα τύπου St III Β 225, ενώ με την ανάγνωση και των περικοπών αυτών θα υπολόγιζε για το σύνολο της ποσότητας του οπλισμένου σκυροδέματος που υπερβαίνει τα 11.066,88 κ.μ (συμφωνημένη αρχική ποσότητα πλέον 25% αυτής) ήτοι και για τα 10.019,53 κ.μ. (21096,41-11066,88κ.μ.) και όχι μόνο για την πέραν των 16.875 κ.μ, ποσότητα (4.221,41) με την τιμή που προβλεπόταν με βάση το ισχύον Α.Τ.Ο.Ε (Αναλυτικό Τιμολόγιο Οικοδομικών Εργασιών) από δρχ.50.275 το κ.μ.

Ειδικότερα αποδίδεται η παράλειψη ανάγνωσης από το Εφετείο των εξής περικοπών: Από το άρθρο 1.1 (ορθό 4) ανέγνωσε μόνο τη φράση "σε περίπτωση αναθεώρησης της αδείας ο εργολάβος υποχρεούται στην εκτέλεση του έργου με τις ήδη συμφωνημένες τιμές" και παρέλειψε τις φράσεις αα) "σε περίπτωση τροποποιήσεων" ββ) την παραπομπή ότι (υποχρεούται ο εργολάβος να εκτελέσει τις τροποποιήσεις με τις ήδη συμφωνημένες τιμές) "υπό την προϋπόθεση ότι δεν αυξάνεται το εργολαβικό κόστος του έργου λόγω νέων εργασιών" και γγ) τη φράση ότι "εάν η αναθεωρημένη άδεια προβλέπει νέες εργασίες θα εφαρμόζονται τότε τα περί νέων εργασιών συμφωνούμενα".

Από το άρθρο 11 παρέλειψε ν' αναγνώσει: αα) τη φράση περί "αυξομείωσης των ποσοτήτων των προβλεπομένων εργασιών" (εδ.1) και ββ) τη φράση "σε περίπτωση εκτελέσεως εργασιών αυξημένων πέραν του ορίου... ο εργολάβος δικαιούται να ζητήσει για τις επιπλέον ποσότητες αναθεώρηση των τιμών μονάδος βάσει του Α.Τ.Ο.Ε..." (εδ. 3.) Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης η φερόμενη ως παραλειφθείσα ν' αναγνωσθεί τελευταία (αμέσως προεκτιθέμενη) περικοπή από το άρθρο 11 εδ.3 του από 8-5-1990 ιδιωτικού συμφωνητικού, αναγνώσθηκε από το Εφετείο, επομένως ο εξεταζόμενος λόγος κατά τη σχετική αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο: Α) ανέγνωσε από τον όρο 1.4 του ως άνω συμφωνητικού ότι σε περίπτωση αναθεώρησης της άδειας ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με την αναθεωρημένη άδεια και με τις αρχικώς συμφωνημένες τιμές, παρέλειψε όμως ν' αναγνώσει και την συνεχόμενη σε παραπομπή περικοπή "υπό την προϋπόθεση ότι δεν αυξάνεται το εργολαβικό κόστος του έργου, λόγω νέων εργασιών" καθώς και την ακολουθούσα περικοπή "Εάν η αναθεωρημένη άδεια προβλέπει νέες εργασίες, θα εφαρμόζονται τότε τα περί νέων εργασιών συμφωνούμενα" και τέλος τη διαλαμβανόμενη στην αρχή του όρου φράση "σε περίπτωση τροποποιήσεων" και Β) από τον όρο 11.1 παρέλειψε ν' αναγνώσει τη σχετική περικοπή περί "αυξομείωσης των ποσοτήτων των προβλεπομένων εργασιών".

Οι παραλειφθείσες ως άνω περικοπές από τους προαναφερθέντος όρους του συμφωνητικού είναι κρίσιμες. Επομένως το Εφετείο που κατά την ανάγνωση του επικληθέντος και προσκομισθέντος από τον αναιρεσείοντα ως άνω εγγράφου παρέλειψε να αναγνώσει τις περικοπές αυτές που μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς τον τρόπο υπολογισμού για το σύνολο της ποσότητας του οπλισμένου σκυροδέματος που υπερβαίνει τα 11.066,88 κ.μ.

ήτοι και για τα 10.019,33 κ.μ. (21096,41-11066,88κ.μ.) και όχι μόνο για την πέραν των 16.875 κ.μ ποσότητα (των 4.221,41 κ.μ.) με την τιμή του προβλεπόταν με βάση το ισχύον Α.Τ.Ο.Ε (Αναλυτικό Τιμολόγιο Οικοδομικών Εργασιών) από δρχ.59.275 το κ.μ., υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια και συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 681 ΑΚ με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ενώ κατά την ΑΚ 700 ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, και ότι στην περίπτωση αυτή (της καταγγελίας) οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή.

Εν προκειμένω, με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με τον προσδιορισμό της αμοιβής του αναιρεσείοντος για το οπλισμένο σκυρόδεμα τύπου St III Β 225 στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον δεν διευκρινίζεται κατά τρόπο σαφή και επαρκή περί του τι ακριβώς θα αφορούσε η αναθεώρηση της άδειας (τροποποίηση των εργασιών ή εκτέλεση νέων) πράγμα κρίσιμο κατά τα συμφωνηθέντα (όπως αυτά τα εκθέτει το Εφετείο) ούτε αν κατά τα συμφωνηθέντα, σε περίπτωση αναθεώρησης της άδειας ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με την αναθεωρημένη άδεια και με τις αρχικώς συμφωνημένες τιμές ανεξαρτήτως της ποσότητας των γενομένων εργασιών. Ακόμη, το Εφετείο ενώ δέχθηκε ότι η συμβατική αμοιβή για κάθε κ.μ. οπλισμένου σκυροδέματος (29.500 δρχ.) αφορούσε στα πρώτα 8.500 κ.μ. πλέον ποσοστού 25% (2.125 κ.μ. ήτοι συνολικά 10.625 κ.μ.) και ακόμη ότι ο εργολάβος είχε δικαίωμα να ζητήσει για τις επί πλέον ποσότητες αναθεώρηση τιμών βάσει του ΑΤΟΕ, στη συνέχεια αντιφατικά υπολόγισε τις αυξημένες εργασίες πέραν του ορίου, με την αρχική συμφωνημένη τιμή (προσφοράς) αντί της συμφωνημένης τιμής ΑΤΟΕ.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του κατά τη σχετική αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (εκ πλαγίου, εν προκειμένω, παραβίαση των ΑΚ 681 και 700) είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους ως άνω λόγους και να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 630/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, όπως στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ