Supreme Court dismisses appeal against inheritance law statute barring public charity bequests after five years.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the lower court's decision upholding a statute that extinguishes the right to challenge bequests to public charities after five years. The appellant argued this provision violated constitutional principles of property protection and equality, while the state contended it serves the public interest. The court ruled that the right to challenge such bequests is not a protected property interest and that the statute does not violate constitutional guarantees.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of Law 430/1970; Art. 1 of Law 2039/1939; The right to challenge a will or codicil bequeathing property to the state or public charity extinguishes after five years from publication and does not violate constitutional property rights or equality principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 679/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βανικιώτη ο οποίος ανακάλεσε την από 11-2-2008 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσίβλητου: Φιλανθρωπικού Ιδρύματος με την επωνυμία "ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΙΟΙ", που εδρεύει στην Σπάρτη Λακωνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αθανάσιος Σαφαρής ο οποίος ανακάλεσε την από 14-2-2008 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ Προς κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων, γενικά καταλειπομένων περιουσιών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 19-12-2002 προτάσεις-αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3512/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4481/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970 "περί αποσβέσεως του δικαιώματος προβολής ακυρότητας διατάξεως τελευταίας βουλήσεως", "το δικαίωμα προβολής ακυρότητος διατάξεως διαθήκης ή κωδικέλλου δι' οποιονδήποτε λόγον, δι' ης καταλείπεται περιουσιακόν στοιχείον υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού αποσβέννυται άμα τη παρόδω πενταετίας από της δημοσιεύσεως της διαθήκης ή του κωδικέλλου".
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (άρθρο 101 Εισ.Ν.ΑΚ), κοινωφελής σκοπός, κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι κατ' αντίθεση προς τον ιδιωτικό, κάθε κρατικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός και γενικά επωφελής στο κοινό μερικά ή ολικά σκοπός, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 95 § 1 του ίδιου α.ν. "περιουσία διατιθεμένη δια πράξεως εν ζωή ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς εκπλήρωση στο διηνεκές ή για ορισμένη διάρκεια χρόνου κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεση του οποίου ανατίθεται με τη συστατική πράξη σε φυσικά πρόσωπα (κληρονόμους, κληροδόχους ή εκτελεστές) ή νομικά πρόσωπα που συνιστώνται για πρώτη φορά ή σε τέτοια υφιστάμενα, οριζομένου όμως κατά την τελευταία περίπτωση ίδιου τρόπου διοικήσεως, συνιστά ίδρυμα διοικούμενο κατά τα οριζόμενα στη συστατική πράξη".
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 96 του εν λόγω α.ν. "περιουσία διατιθεμένη κατά τα εν τω ανωτέρω άρθρο προς εκπλήρωση ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεση του οποίου ανατίθεται με τη συστατική πράξη σε υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, πάσης φύσεως οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικά πρόσωπα κλπ, άνευ ειδικώτερου καθορισμού τρόπου διοικήσεως, αποτελεί κεφάλαιον αυτοτελούς διαχειρίσεως, διακεκριμένο της λοιπής περιουσίας αυτών (§1).
Κληρονομίαι, κληροδοσίαι και δωρεαί προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα ιδρύματα κλπ, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικώτερα ή να συνάγεται επαρκώς εκ της συστατικής πράξεως ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρούνται ως καταλειφθείσες προς εξυπηρέτηση του σκοπού τον οποίο επιδιώκει κατά τον προσδιορισμό του το ίδρυμα κλπ. (§2)".
Οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις (των άρθρων 95 § 1 και 96 § § 2 του α.ν. 2039/1939) αναφέρονται ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο ο διαθέτης ή δωρητής περιουσίας που καταλείφθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού θέλει να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, δηλαδή, είτε με τον καθορισμό ίδιου τρόπου διοίκησης της περιουσίας που καταλείφθηκε, οπότε αυτή συνιστά αυτοτελές (αυθύπαρκτο) ίδρυμα, είτε με το μη καθορισμό ίδιου τρόπου διοίκησης, οπότε η περιουσία που καταλείφθηκε αποτελεί υποτελές (μη αυθύπαρκτο) ίδρυμα ή "κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης", κατά τον όρο του νόμου (άρθρο 96 §1), ίδια - χωριστή -, δηλαδή, ομάδα περιουσίας, την οποία διαχειρίζεται χωριστά το βεβαρυμένο νομικό πρόσωπο, ως τέτοια δε υπόκειται μόνο στις νομικές διατάξεις περί εκκαθάρισης και εποπτείας του Υπουργού των Οικονομικών, σύμφωνα με τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 97 του ίδιου α.ν.
και όχι και στις περί ιδρύματος του ΑΚ διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Στις 9-2-1991 απεβίωσε ο Γ, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην αποκλειστική του κυριότητα το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο επιφανείας 1050 τμ, μετά της επ' αυτού οικίας, κείμενο στη ......
Αττικής επί της οδού .... αριθ. ... Στο διάστημα 1986 - 1991 ο αποβιώσας είχε συντάξει τρεις διαθήκες, που ισχύουν εκ παραλλήλου. Ειδικότερα, με την πρώτη από ...... δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσα ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Αμαλίας Μελά και δημοσιευθείσα με το 866/1-3-1991 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους του α) τη σύζυγο του Γ1, β) τον αδελφό του Γ2, γ) τον αδελφό του Γ3, δ) τον ανιψιό του Γ4 και ε) το φιλανθρωπικό ίδρυμα με την επωνυμία "Γηροκομείο Σπάρτης ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ" (ενάγον - πρώτο εφεσίβλητο).
Στο τελευταίο άφησε την ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με την αυτολεξεί διατύπωση "Εις το Γηροκομείο Σπάρτης "Άγιοι Ανάργυροι" αφήνω την ψιλή κυριότητα της εις .... Αττικής και επί της οδού ..... αριθμό .... οικίας μου μετά του οικοπέδου του. Το ακίνητο τούτο ορίζω να μένει αναπαλλοτρίωτο, το δε Γηροκομείο Σπάρτης "Άγιοι Ανάργυροι" μετά την περιέλευση εις αυτό, μετά το θάνατο της συζύγου μου και της επικαρπίας του θα έχει το δικαίωμα της αξιοποιήσεως μόνο δι' ανοικοδομήσεως δι' ιδίων χρημάτων ή και κατά σύστημα της αντιπαροχής".
Το τετιμημένο με τη διαθήκη αυτή ενάγον είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα με την πιο πάνω επωνυμία, εδρεύει στη Σπάρτη, και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του οργανισμού - καταστατικού του (βλ. ΦΕΚ 4/15-1-1973 σελ. 3) έχει ως σκοπό την περίθαλψη ανικάνων προς εργασία απόρων γερόντων αμφοτέρων των φύλων, τη στέγαση, τη διατροφή καθώς και την ιατροφαρμακευτική και κάθε άλλη συναφή περίθαλψη αυτών (παράγραφος 1).
Για την πραγματοποίηση του σκοπού του λειτουργεί Γηροκομείο στην Σπάρτη, όπου περιθάλπονται άποροι γέροντες. Η προβλεπομένη στην παράγραφο 2 του άνω άρθρου δυνατότητα περιθάλψεως στο ενάγον ίδρυμα και ευπόρων γερόντων επί καταβολή ορισμένου ποσού, καθοριζομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ιδρύματος, εγκρινομένης υπό του οικείου Νομάρχη, δεν αναιρεί τον κοινωφελή σκοπό του, αλλά αντίθετα κατατείνει στην προαγωγή του σκοπού αυτού, αφού με την περίθαλψη και εύπορων γερόντων, πέραν του ότι καλύπτει τις ανάγκες και αυτών, μη δυναμένων να αυτοεξυπηρετηθούν, εξασφαλίζει χρήματα απαραίτητα για τη λειτουργία του.
Έτσι, με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, εφόσον με την πρώτη των πιο πάνω διαθηκών του κληρονομουμένου καταλείφθηκε το επίδικο ακίνητο στο εν λόγω υφιστάμενο φιλανθρωπικό ίδρυμα (ενάγον), η διάθεση της περιουσίας αυτής έγινε προς εξυπηρέτηση του ως άνω επιδιωκομένου ειδικού κοινωφελούς σκοπού του.
Συνεπώς, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής το άνω άρθρο 1 του Ν.Δ. 430/1970, και εφόσον από την ....., που δημοσιεύτηκε η επίμαχη διαθήκη παρήλθαν πέντε έτη χωρίς η νόμιμη μεριδούχος του διαθέτη, σύζυγός του Γ1, που απεβίωσε στις 29-12-1997, να ασκήσει το δικαίωμα προβολής της ακυρότητας της προσβάλλουσας τη νόμιμη μοίρα της άνω διατάξεως, αποσβέστηκε το δικαίωμά της αυτό.
Η διαθήκη αυτή έμεινε έγκυρη ως προς όλες τις διατάξεις της και η Γ1, που δεν απέκτησε το περιουσιακό αυτό στοιχείο της κληρονομίας του διαθέτη ως νόμιμη μεριδούχος, δεν είχε εξουσία διαθέσεως ποσοστού επί του επιδίκου προς τρίτους με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου. Επομένως, η 1η, ο 8ος και η 10η των εναγομένων (εκκαλούντες), από τους οποίους η πρώτη ήδη αναρεσείουσα, ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, αφού τα ποσοστά συγκυριότητας, που ισχυρίζονται ότι απέκτησαν επ' αυτού, προσδιοριζόμενα στα 5/40 εξ αδιαιρέτου για την 1η, και σε 1/40 εξ αδιαιρέτου για καθένα από τους λοιπούς (8° και 10η), δεν περιήλθαν ποτέ στην κυριότητα της φερομένης ως δικαιοπαρόχου τους Γ1 στους επικαλούμενους απ' αυτούς κτητικούς τίτλους, ήτοι στο υπ' αριθ........
νόμιμα μεταγεγραμμένο δωρητήριο συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Αγνής - Αλίκης Κολιούση για την 1η εναγομένη, και στην υπ' αριθμό ...... πράξη αποδοχής της Συμ/φου Αθηνών Αθανασίας Στακάκη-Καπέλλου της καταλειφθείσας κληρονομίας με την από ...... ιδιόγραφη διαθήκη της Γ1 για τον 8° και την 10η των εναγομένων". Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή στην ουσία της τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970 αντένσταση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ιδρύματος, απέρριψε την ένσταση ίδιας κυριότητας των πρώτης, όγδοου και δεκάτης από τους εναγομένους - εκκαλούντες, στηριζόμενη στους επικαλούμενους τίτλους τους και στη δήθεν ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, ως προς τη διάταξή της, με την οποία καταλείφθηκε το επίδικο ακίνητο, κατά μεν τη ψιλή κυριότητα στο ενάγον - αναιρεσίβλητο ίδρυμα, κατά δε την επικαρπία στη σύζυγο του διαθέτη Γ1, νόμιμο μεριδούχο του, που αποτελεί περιορισμό της νόμιμης μοίρας της και, έτσι, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί, μετά δε και την απόρριψη όλων των λόγων έφεσης της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι με την από ..... δημόσια διαθήκη του διαθέτη Γ καταλείφθηκε στο αναιρεσίβλητο ίδρυμα το επίδικο ακίνητο προς εξυπηρέτηση του απ' αυτό επιδιωκόμενου ειδικού κοινωφελούς σκοπού του και, συνακόλουθα, εφαρμόζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970, δεν παραβίασε ευθέως την τελευταία αυτή διάταξη, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά μεν το μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του περιεχομένου της αμέσως πιο πάνω διαθήκης, χωρίς να παραβιάζεται κανόνας δικαίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 280 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος και η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970, που προπαρατέθηκε, ορίζεται ρητά πενταετής αποσβεστική προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα ακυρότητας διαθήκης (ή κωδικέλλου), με την οποία καταλείπεται περιουσιακό στοιχείο υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 95 και 96 του α.ν. 2039/1939, για οποιονδήποτε λόγο, όπως και για παράβαση των διατάξεων που αφορούν το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας (άρθρα 1825 επ.
ΑΚ). Η με την αμέσως πιο πάνω διάταξη θεσπιζόμενη βραχυπρόθεσμη πενταετής αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση της διαθήκης (ή του κωδικέλλου, π.ρ.β.λ. Ολ. ΑΠ 108/1978). Σκοπός της νομοθετικής αυτής ρύθμισης είναι η ταχεία άρση της αβεβαιότητας, που δημιουργεί ως προς τις καταλείψεις περιουσιακών στοιχείων υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού, η δυνατότητα για προσβολή της διαθήκης (ή του κωδικέλλου), η οποία εκπληρώνεται με την άσκηση ή μη του δικαιώματος προβολής της ακυρότητας μέσα στην πιο πάνω βραχυπρόθεσμη αποσβεστική προθεσμία.
Εφόσον, επομένως, θεσπίστηκε νομοθετικά ως χρόνος έναρξης της πιο πάνω βραχυπρόθεσμης αποσβεστικής προθεσμίας ο χρόνος δημοσίευσης της διαθήκης (ή του κωδικέλλου) δεν ασκεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμιά έννομη επιρροή ή από μέρους του δικαιούχου γνώση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων θεμελιώνεται το δικαίωμα προβολής από μέρους του της ακυρότητας της διαθήκης (ή του κωδικέλλου), καθώς και το δικαστικώς επιδιώξιμο του δικαιώματος αυτού, άποψη που συμπορεύεται και με την κατά τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ έναρξη της παραγραφής, για την οποία δεν ενδιαφέρει η άγνοια της αξίωσης από το δικαιούχο, ενώ το δικαστικώς επιδιώξιμο της ενλόγω αξίωσης εμποδίζεται μόνο από λόγους νομικούς και όχι πραγματικούς.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι η παρέλευση του χρόνου της πιο πάνω αποσβεστικής προθεσμίας επάγεται αυτοδικαίως την απόσβεση του δικαιώματος του δικαιούχου, δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε εξετάζεται η αδράνεια του δικαιούχου ή η προς άσκηση του δικαιώματος ενέργεια αυτού. Με τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι ο χρόνος έναρξης της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970 είναι η ημερομηνία δημοσίευσης της διαθήκης, αφού η εν λόγω έναρξη δεν συναρτάται με τη γνώση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων θεμελιώνεται το δικαίωμα προβολής της ακυρότητας της διαθήκης και με το δικαστικώς επιδιώξιμο του δικαιώματος αυτού, παραβίασε ευθέως την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, η αληθινή έννοια της οποίας είναι ότι η έναρξη της με αυτή προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι έχει γεννηθεί και είναι αγωγικό το δικαίωμα προβολής της ακυρότητας της διαθήκης από το βλαπτόμενο απ' αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (Ολ. ΑΠ 108/1978 ό.π.), εφόσον με τη θέσπισή της απέβλεψε ο νομοθέτης στην ταχεία εκκαθάριση κάθε αμφισβήτησης περί του κύρους της διαθήκης, (ή του κωδικέλλου) και άρση της αβεβαιότητας ως προς τις καταλήψεις περιουσιακών στοιχείων υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελών σκοπών, οι οποίες αποβλέπουν στην προαγωγή του γενικότερου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη (π.ρ.β.λ.
Ολ ΑΠ 618/1975). Ειδικότερα, η αμέσως πιο πάνω διάταξη δεν προσκρούει στο καθιερούμενο από το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος θεμελιώδες δικαίωμα της δικαστικής προστασίας, όπως αυτό ερμηνεύεται και εφαρμόζεται υπό το πρίσμα τόσο της διάταξης της § 1 του άρθρου 6 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ) της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το υπερνομοθετικής ισχύος (28 § 1 του Συντάγματος) ν.δ. 53/1974, όσο και εκείνης του άρθρου 14 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) τις από τις διατάξεις αυτές απορρέουσες εγγυήσεις ακώλυτης και ισότιμης πρόσβασης στη δικαιοσύνη με σκοπό τη δίκαιη, μετά από ακρόαση των διαδίκων, επίλυση της διαφοράς και την έκδοση σε εύλογο χρόνο αιτιολογημένης απόφασης, με το συνακόλουθα δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, αφού η διασφαλιζόμενη από τις ίδιες διατάξεις δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την πενταετή αποσβεστική προθεσμία που ειδικά θεσπίστηκε, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια (άρθρο 280 ΑΚ), ενόψει του ότι η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια των δικαστηρίων δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου στο οποίο καταλείφθηκε περιουσία για κοινωφελή σκοπό από τη δυνατότητα να ενεργήσουν έγκαιρα, προβάλλοντες ακυρότητα διατάξεων της διαθήκης (ή του κωδικέλλου), ενώ, εξάλλου, η ίδια δεν μπορεί να νοηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας των δικαστηρίων και, συνακόλουθα, παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης.
Η αυτεπάγγελτη, εξάλλου, έρευνα της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970 βραχυπρόθεσμης αποσβεστικής προθεσμίας, που ισχύει μόνο, όταν καταλείπεται περιουσιακό στοιχείο υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού, θεσπίστηκε για λόγους γενικότερου και μόνο συμφέροντος και, ειδικότερα, για την προστασία της περιουσίας που καταλείπεται, για την υλοποίηση της βούλησης του διαθέτη ή του δωρητή και για την αποφυγή μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων ως προς τη διαχείριση, την εκμετάλλευση και τη διοίκηση της τελευταίας.
Ευλόγως, επομένως, θεσπίστηκε η επίμαχη διάταξη, η οποία δεν αντίκειται στην κατοχυρούμενη από το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας του νόμου έναντι των ελλήνων πολιτών, αφού ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Τέλος, η προμνημονευόμενη διάταξη δεν αντίκειται στην κατοχυρούμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος αρχή της προστασίας της ιδιοκτησίας, ούτε, όμως και στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η οποία επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνονται σ'αυτή όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσης" καθώς και τα "κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα".
Και αυτό γιατί "περιουσία", κατά την έννοια της διάταξης αυτής αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτίμησης έννομων σχέσεων του προσώπου. Τέτοια όμως δεκτική αποτίμησης έννομη σχέση δεν αποτελεί λογικά το δικαίωμα ακυρότητας διαθήκης (ή κωδικέλλου) με την οποία καταλείπεται περιουσιακό στοιχείο υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού.
Άλλωστε, από τη διάταξη της § 2 του πιο πάνω πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι: "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και αυτό, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας , που καταλείπεται υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού. (π.ρ.β.λ.
Ολ ΑΠ 22/2005 και Ολ. ΑΠ 11/2003). Το Εφετείο, επομένως, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι η διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 430/1970 δεν προσκρούει στις συνταγματικές αρχές των άρθρων 4 § 1, 17 § 1 και 20 § 1, τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αντίστοιχα, δεν παραβίασε ευθέως την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Οι περιλαμβανόμενες, τέλος, στους προμνημονευόμενους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως αόριστες, εφόσον δεν εκτίθεται, ειδικότερα, στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται οι εν λόγω αιτιάσεις.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2007 αίτηση για αναίρεση της 4481/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20-02-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 02-04-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ