Legislator Case Law & Legislation
678/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in commercial agency dispute regarding unpaid expenses.

Case Number 678/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in characterizing a commercial order as a gratuitous mandate, while the respondent maintained the contract was indeed gratuitous. The court rejected these claims, finding the lower court correctly applied commercial law principles and the appellant failed to prove the mandate was paid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 216, 335, 337, 338, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must clearly state factual grounds and legal errors, and dismisses appeals based on vague assertions or failure to demonstrate specific violations of substantive law.

Keywords

AI generated
commercial agency dispute gratuitous mandate commercial order appeal admissibility Supreme Court review legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 216, 335, 337, 338, 559 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the Law on Joint Stock Companies and Commercial Acts
Article 90 of the Law of 19.4/1.5.1835
Article 2 of the Law of 2/14.5.1835
Article 1 of the Additional Protocol to the ECHR
Article 722 of the Civil Code
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 678/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο Χ. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ζερβό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Πολιτικού Κόμματος με την επωνυμία "ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ", που εδρεύει στο Μ. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Μοσχανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 820/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5470/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/3/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 3-3-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 5470/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 15-5-2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης και επικυρώθηκε η υπ'αριθ. 820/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 21-6-2010 αγωγή της πρώτης κατά της δεύτερης με την οποία ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 147.656,77 ευρώ ως δαπάνες για την εκ μέρους της εκτέλεση της σ'αυτήν δοθείσης εντολής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 8-3-2022, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23-9-2020, ενώ για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556,558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.106, 216 παρ.1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή και γενικά η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη, δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής κλπ., και από το περιεχόμενο της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους, δεν θεωρείται ότι λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε ότι παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.8 και 9 του άρθ.559 ΚΠολΔ, εφόσον στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη, και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (πρβλ.

ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 33/2014, ΑΠ 45/2006, ΑΠ 1487/2005). Τυχόν εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ζήτημα, όμως, διαφορετικό και ανεξάρτητο από την παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" και την άφεση αίτησης αδίκαστης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ.20 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα καταφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "έγγραφα", η παραμόρφωση των οποίων ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που αναφέρονται στα άρθ.339 και 432 επ.

ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (AΠ 1105/2017, ΑΠ 257/2016, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 1672/2013). Ετσι δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο η παραμόρφωση της αγωγής, ανταγωγής, έφεσης ή των προτάσεων (ΑΠ 637/2001, ΑΠ 189/2019), των πρακτικών της δίκης κλπ. Όμως, η "παραμόρφωση" διαδικαστικού εγγράφου μπορεί να ιδρύει άλλον επώνυμο λόγο αναίρεσης.

Αν το ουσιαστικό δικαστήριο δεχθεί ότι στην αγωγή ιστορούνται γεγονότα, που δεν αναγράφονται σ'αυτήν, ή αντιστρόφως, και βάσει αυτής της "εσφαλμένης ανάγνωσης"(= "παραμόρφωσης" με την έννοια που έχει ο όρος στον αριθ. 20) κρίνει την αγωγή νόμω αβάσιμη ή αόριστη, ενώ είναι βάσιμη ή ορισμένη, ο ΑΠ, εφόσον προβληθεί παραδεκτώς σχετικός λόγος αναίρεσης, θα "εκτιμήσει" (δηλαδή εν προκειμένω θα διαβάσει σωστά) το αγωγικό δικόγραφο (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) και θα αναιρέσει την απόφαση βάσει του αριθ. 1 ή, αντιστοίχως, 8 ή 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αφ'ενός αλλοίωσε το περιεχόμενο της αγωγής της δεχόμενο ότι δεν επικαλείται ρητή συμφωνία περί αμοιβής, ενώ τέτοια συμφωνία περιλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο και ότι συνήγαγε αυθαίρετα ότι από την ως άνω φερόμενη έλλειψη του δικογράφου τεκμαίρεται ότι η κρίσιμη συμφωνία αφορούσε σε άμισθη εντολή και αφετέρου ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο ότι ο εξετασθείς επιμελεία αυτής μάρτυρας κατέθεσε αορίστως περί προμήθειας χωρίς να παράσχει ειδικότερες λεπτομέρειες περί αυτής, ενώ στην πραγματικότητα ουδεμία τέτοια ερώτηση έγινε στο μάρτυρα αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της προμήθειας.

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι η αγωγή και τα πρακτικά του δικαστηρίου είναι διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια του αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 862/2020).

Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1179/1996 ΕλλΔνη 1997.1060).

Οι ίδιοι κανόνες (των άρθ. 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 597/2005, ΑΠ 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1184/2022, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 929/2014).

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).

Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 46/2023, ΑΠ. 252/2016, ΑΠ 44172015).

Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2023).

Επίσης πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς και οι αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασαφή έννοια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ή προσέφυγε, παρότι διαπίστωσε σαφή έννοια ή ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς και ποιο είναι το σφάλμα (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 1285/2011).Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου (ΑΠ 797/2014, ΑΠ 726/2016, ΑΠ 1059/2017), και προς τα οποία εξομοιώνονται και οι κανόνες της τυπικής λογικής (ΑΠ 1142/2006) δεν αποτελούν κανόνες δικαίου και γι'αυτό η παράβασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2017), εκτός αν χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για την υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών γεγονότων και παραβιαστούν, οπότε ιδρύεται ο εκ του αριθ. 1 λόγος αναίρεσης για παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΑΠ 1583/2011, ΑΠ 855/2019).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ.1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον ,ενώ διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στην ένδικη σύμβαση αναφορικά με το αν αυτή ανέλαβε να εκτελέσει τη συμφωνηθείσα προμήθεια του προεκλογικού υλικού αμισθί, χωρίς να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα ότι αυτή ανέλαβε την ως άνω εργασία χωρίς αμοιβή.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες, το περιεχόμενο των δηλώσεων βουλήσεως που ερμηνεύτηκαν εσφαλμένα και το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ'αυτές, με σωστή ερμηνεία η προσβαλλομένη απόφαση.

Περαιτέρω, η περιεχομένη στους ως άνω αναιρετικούς λόγους αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε να εκτελέσει την συμφωνηθείσα εργασία αμισθί, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας βάσει των οποίων ουδεμία εμπορική εταιρία θα ανελάμβανε το ένδικο έργο αμισθί είναι απαράδεκτη, διότι δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας το ως άνω επικαλούμενο ως τέτοιο από την αναιρεσείουσα.

ΙΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και να αποδώσει σ' αυτόν ο,τιδήποτε απέκτησε από την εκτέλεση της. Η σύμβαση της εντολής, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μάλιστα συμβολαιογραφικό, αλλά μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (ΟλΑΠ 104/1975).

Εξ άλλου, όταν, κατά τις ειρημένες διατάξεις, ο εντολέας ζητεί από τον εντολοδόχο να του αποδώσει εκείνο που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 106, 111, 118 παρ.4, 216 παρ.1, 335 ΚΠολΔ , για τη διαδικαστική πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής να προσδιορίζονται σ' αυτή, κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενο της και δη το είδος της υποθέσεως που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, καθώς και ό,τι o τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της.

Άλλα στοιχεία, όπως ο χρόνος και ο τόπος καταρτίσεως της συμβάσεως, οι δαπάνες κτήσεως του αποκτηθέντος, η εκ των προτέρων καταβολή αυτών υπό του εντολέως κ.λ.π., εφ' όσον δεν συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής (ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1122/2010).

Η έλλειψη αμοιβής ως ανταλλάγματος για την εργασία που θα παράσχει ο εντολοδόχος είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης εντολής, το οποίο τη διακρίνει από τις συμβάσεις εργασίας και έργου. Στον άμισθο-και κατ'επέκταση αφιλοκερδή- χαρακτήρα της εντολής είναι προσανατολισμένες και οι λοιπές διατάξεις του ΑΚ περί εντολής.

Κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, η ΑΚ 713, που καθιερώνει τον άμισθο χαρακτήρα της σύμβασης εντολής, είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η συμφωνία περί καταβολής αμοιβής στον εντολοδόχο. Ετσι, η περί αμοιβής συμφωνία πρέπει να είναι ρητή, γι'αυτό ο κανόνας της ΑΚ 713 περί "αμίσθου" της εντολής μπορεί να διασπασθεί μόνο με ρητή συμφωνία των μερών (ΑΠ 82/2023, ΑΠ 679/2018, ΑΠ 1243/2005 ΕλλΔνη 2006/138).

Εμπορικές σχέσεις (έμμισθες) περιέχουσες ευθεία παραπομπή σε διατάξεις της (άμισθης) αστικής εντολής υπό το καθεστώς των ΑΚ 713 επ., ΕισΝΑΚ 1, 3 δεν υπάρχουν. Κατ'ακολουθίαν, οι περιέχουσες παραπομπή στην "έμμισθη εντολή" εμπορικές σχέσεις , πρέπει να χαρακτηρισθούν λόγω του περιεχομένου τους όχι ως σχέσεις εμπορικής εντολής αλλά ως εμπορικές συμβάσεις εργασίας ή- κατά τις περιστάσεις- έργου.

Είναι δε οι σχέσεις αυτές κυρίως η παραγγελία κατά την ΕμπΝ 90, 91 ή εμπορική αντιπροσωπεία ή πρακτορεία ή (εσωτερική) σχέση μεταξύ εμπορικής εταιρίας, προσωπικής ή ανώνυμης και διοικητών κλπ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 282/2012).

Με τον πέμπτο και τον συναφή με αυτόν έβδομο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι απαραδέκτως η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση εντολής ήταν άμισθη χωρίς να έχει προταθεί σχετικός ισχυρισμός.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ'αυτή τα εξής: Ότι στα πλαίσια επιχειρηματικής της δραστηριότητας στον τομέα της διαφήμισης, συμφώνησε με το εναγόμενο πολιτικό κόμμα να προμηθευτεί/αγοράσει κατ' εντολή και για λογαριασμό του εκλογικό υλικό, ενόψει των βουλευτικών εκλογών που θα διενεργούνταν στις 10 Οκτωβρίου του 1993, η αξία του οποίου θα έπρεπε να εξοφληθεί στις 3-10-1993 (επομένη ημέρα των εκλογών).

Ότι σε εκτέλεση της εντολής, προέβη στην αγορά από τρίτες εταιρείες του αναφερόμενου στην αγωγή εκλογικού υλικού, συνολικής αξίας 158.225.451 δρχ., το οποίο και παραδόθηκε στο εναγόμενο, βάσει των επισυναπτομένων και αποτελούντων ενιαίο σώμα της ένδικης αγωγής δελτίων αποστολής των τρίτων πωλητριών εταιριών.

Ότι το τελευταίο, έναντι της οφειλής αυτής, της έχει καταβάλει μόνο το ποσό 108.000.000 δρχ. και αρνείται να της καταβάλει το υπόλοιπο εκ ποσού 50.225.451 δρχ. και ήδη 147.656,77 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις της. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού, κατ' άρθρα 223 εδάφ. β', 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, γενομένου με τις έγγραφες προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, περιορισμού του αγωγικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησε ν' αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει:

α) βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, ποσό των 147.656,77 ευρώ, νομιμοτόκως από 3-10-1993, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, β) το ίδιο ως άνω ποσό, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, γ) το ποσό των 50.000 ευρώ, ως εύλογη ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που ισχυρίστηκε ότι υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου.

Με βάση τα ως άνω επικαλούμενα από την ενάγουσα πραγματικά περιστατικά, πρόκειται για σύναψη μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εντολής για την εκ μέρους της ενάγουσας αγορά, κατ'εντολή και για λογαριασμό του εναγομένου, εκλογικού υλικού από τρίτες εταιρίες και την καταβολή σ'αυτόν των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, χωρίς να γίνεται μνεία στην αγωγή ότι συμφωνήθηκε η καταβολή αμοιβής στην ενάγουσα.

Επομένως, το Εφετείο, αφού προέβη στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, βάσει των επικαλουμένων από την ενάγουσα πραγματικών περιστατικών και υπήγαγε αυτό στις περί άμισθης εντολής διατάξεις, κατά τον κανόνα του άρθ. 713 ΑΚ, δεχόμενο ότι η επίκληση της έμμισθης εντολής αποτελεί δικονομικό βάρος του εντολοδόχου που ζητεί την αμοιβή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Επομένως οι πέμπτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.

Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017).

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινό, ότι οι διάδικοι συμφώνησαν η εντολή να είναι άμισθη, χωρίς απόδειξη.

Περαιτέρω, ενώ με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί αμοιβής της αναιρεσείουσας για την εκτέλεση της εντολής, την οποία άλλωστε ούτε η ίδια επικαλείται ως στοιχείο της αγωγής της.

Αμφότεροι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι , με τους οποίους πλήττεται η δεύτερη -επικουρική-πλεοναστική αιτιολογία της αποφάσεως περί μη αποδείξεως της συμφωνίας για αμοιβή της αναιρεσείουσας, αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον η κύρια αιτιολογία της αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ως στοιχείο της αγωγής της τη συμφωνία περί αμοιβής της, δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβασίμων των συναφών πέμπτου και έβδομου λόγων αναιρέσεως.

Με τους ένατο και ενδέκατο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του εμπορικού δικαίου (άρθ. 1 ν. 2190/1920, περί ανωνύμων εταιριών και εμπορικών πράξεων αυτών), άρθ. 90 του ΒΔ 19.4/1.5 1835 σε συνδ.

με άρθ. 2 ΒΔ 2/14.5.1835 περί αρμοδιότητος των Εμποροδικείων, όπου προβλέπεται ο εμπορικός χαρακτήρας των πράξεων παραγγελίας με το να δεχθεί ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμφωνήθηκε άμισθη εντολή, ενώ στο δικόγραφο αυτής περιγράφεται, ρητά, η εμπορική πράξη της παραγγελίας που είναι έμμισθη. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι αβάσιμοι διότι, όπως προεκτέθηκε, η ένδικη αγωγή, με βάση τα επικαλούμενα σ'αυτή πραγματικά περιστατικά, στηρίζεται στη σύμβαση της άμισθης εντολής και όχι της εμπορικής παραγγελίας.

Με τον δέκατο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθ. 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ με το να δεχθεί ότι δεν δικαιούται η αναιρεσείουσα να διεκδικήσει αμοιβή από τη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω ουσιαστικού νόμου, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι εξόφλησε τις εταιρίες, που παρήγαγαν και πώλησαν το προεκλογικό υλικό και δικαιούται να απαιτήσει αυτά που δαπάνησε για την εκτέλεση της εντολής.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υποβλήθηκε στη δαπάνη αγοράς του εκλογικού υλικού και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να την αναζητήσει από το αναιρεσίβλητο κατ'άρθ. 722 ΑΚ.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2022 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΑΕ" για την αναίρεση της υπ'αριθ. 5470/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ