Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, upholding lower court's finding of good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding the termination of an employment contract. The appellant argued that the Second Instance Court failed to properly evaluate specific evidence and witness testimonies to determine the validity of the termination. The court ruled that the lower court correctly considered all relevant documents and witness statements in accordance with procedural law, finding no grounds to overturn the decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 174, 180 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The termination of an employment contract is a unilateral act subject to the principle of good faith, and a second-instance court's evaluation of evidence is binding unless clearly erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 678/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καλαβρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αίγινα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Πριόνα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν η 334/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 60/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-8-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την από 19.8.2020 και αριθ. εκθ. κατάθ. 318/14/1.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 6/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, 1683/2012).
Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού ως εκ του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, ο ισχυρισμός του από το άρθρο 281 ΑΚ απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας (ΑΠ 247/2012, 497/2011, 355/2009).
Επομένως, και σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, ο ενάγων μισθωτός που στηρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (της οποίας, ακυρότητας, η αναγνώριση διώκεται με αυτοτελές αίτημα) στην καταχρηστική άσκηση του αντιστοίχου δικαιώματος του εργοδότη καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, με ιστορική βάση πραγματικά περιστατικά ότι η καταγγελία έγινε από λόγους έχθρας, εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο που συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, δεν επιτρέπεται να μεταβάλει στην συνέχεια την ιστορική βάση επικαλούμενος άλλα περιστατικά της ακυρότητας της καταγγελίας, και ειδικότερα ότι ο εργοδότης κατά την στάθμιση των αντιθέτων συμφερόντων παρέλειψε να λάβει άλλα μέτρα ήσσονος βαρύτητας, με τα οποία θα απεφεύγετο το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απόλυσης και δη ότι θα μπορούσε να τον τοποθετήσει σε άλλη θέση, όπως έπραξε με άλλους εργαζομένους, ή ότι η επιλογή των απολυθέντων δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν αυτοτελείς λόγους ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, βάσεις επομένως της αγωγής, και πρέπει για το παραδεκτό τους να προβάλλονται με την αγωγή, ν' αποτελούν δηλ.
περιεχόμενό της, η δε μεταγενέστερη, με τις προτάσεις κλπ., προσθήκη και προβολή τους αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 430/2013, 309/2011, 1323/2010, 548/2010, 804/2005, 894/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον αναιρετικό έλεγχο : "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας τροφίμων και ειδών οικιακής χρήσεως, διαθέτοντας προς τούτο δίκτυο με καταστήματα λιανικής πώλησης (σούπερ μάρκετ).
Στην επιχείρησή της προσλήφθηκε η ενάγουσα Ε. Κ., την 27η Δεκεμβρίου του έτους 2010 από το νόμιμο εκπρόσωπό της Ά. Κ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί σε κατάστημα της τελευταίας στην περιοχή του …, ως πωλήτρια- ταμίας σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση επί έξι (6) ώρες σε ημερήσια βάση και για πέντε (5) ημέρες αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών ποσού 1.043,15 €, που αντιστοιχούσε σε μισθό πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) Εμπορικών Επιχειρήσεων, όπως αυτή ίσχυε το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010, δεδομένου ότι διέθετε σημαντική προϋπηρεσία, καθώς είχε ήδη εργαστεί στο παρελθόν με την ίδια ειδικότητα σε ομοειδή επιχείρηση και δη στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...." από την 20η Ιουλίου του έτους 1993, ενώ στη συνέχεια από την 1.1.2002 παρείχε την εργασία της στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...", στην έννομη θέση της οποίας υπεισήλθε η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, κατόπιν συγχώνευσης.
Λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα, που επηρέασε τα εισοδήματα των ελλήνων πολιτών αλλά και του έντονου ανταγωνισμού, η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία προέβη σε μείωση των λειτουργικών της δαπανών, μεταξύ των οποίων και η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων (720 ατόμων), που απασχολούνταν στα τριάντα (30) υποκαταστήματα, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων του Ν. 4093/2012, κάτι, που θα γινόταν με την υπογραφή ατομικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες προέβλεπαν μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους σε μεσοσταθμικό ποσοστό 10%, όπως προκύπτει από την ονομαστική κατάσταση των εργαζομένων στο super market του ....
Από τους επτακόσιους είκοσι (720) εργαζόμενους στην επιχείρηση της εναγόμενης εταιρείας οι επτακόσιοι δεκαοκτώ (718) εργαζόμενοι δέχθηκαν τη μείωση των αποδοχών τους, υπογράφοντας ατομική σύμβαση εργασίας με την εναγόμενη εταιρεία, ενώ η ενάγουσα αρνήθηκε την προτεινόμενη μείωση. Παρά ταύτα, η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία εξακολούθησε να απασχολεί αυτή με τους ίδιους εργασιακούς όρους, όπως και πριν το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 χωρίς να προβεί σε μείωση των αποδοχών της.
Ωστόσο, παρά τη μείωση του λειτουργικού της κόστους, επήλθε σταδιακά μείωση του κύκλου των εργασιών της εναγόμενης επιχείρησης λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας και της εξ αυτού του λόγου μείωσης της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτικού κοινού. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί η πτωτική τάση και πορεία των πωλήσεων του καταστήματος της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας στο ...
της .... Κατά το έτος 2013, οι πωλήσεις αποτιμήθηκαν στο χρηματικό ποσό των 3.685.146 ευρώ, κατά το έτος 2014 στο χρηματικό ποσό των 3.411.698 ευρώ, κατά το έτος 2015 στο χρηματικό ποσό των 3.408.573 ευρώ και κατά το έτος 2016 στο χρηματικό ποσό των 2.702.574 ευρώ, λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτικού κοινού από την παρατεταμένη ανεργία και οικονομική δυσπραγία.
Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το μήνα Ιούλιο του έτους 2015, η εναγόμενη εταιρεία κάλεσε και πάλι τους εργαζόμενους να υπογράψουν νέες ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες προέβλεπαν περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους. Η ίδια πρόσκληση έγινε και προς την ενάγουσα, η οποία ζήτησε να λάβει αντίγραφο της προτεινόμενης σύμβασης εργασίας με τους νέους όρους, προκειμένου να μελετήσει αυτήν με άνεση χρόνου και την επόμενη ημέρα να απαντήσει.
Ωστόσο, δεν της χορηγήθηκε από την εναγόμενη εταιρεία και αρνήθηκε να θέσει την υπογραφή της σε σχετικό έγγραφο. Στη συνέχεια την 15η Ιουλίου του έτους 2015, η εναγόμενη εταιρεία μετέθεσε την ενάγουσα στο κατάστημά της, το οποίο διατηρεί στην περιοχή της ... της .... Στη συνέχεια, η τελευταία προσέφυγε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ευβοίας, ενώπιον της οποίας κατήγγειλε βλαπτική μεταβολή- αλλαγή του τόπου εργασίας, λόγω μη υπογραφής νέας ατομικής σύμβασης εργασίας, επιληφθείσας προς επίλυση της ανακύψασας διαφοράς.
Ακολούθως, και μετά από διαβουλεύσεις, η εναγόμενη εταιρεία επανέφερε την ενάγουσα στο κατάστημα της ...ς. Τελικά, η εναγόμενη εταιρεία προέβη σε δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, την 13η Νοεμβρίου του έτους 2015, συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο της καταγγελίας με τη θέση της υπογραφής από την πλευρά της τελευταίας σε αυτό, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός της.
H ενάγουσα επικαλείται ότι η κατά τα παραπάνω δήλωση καταγγελίας έλαβε χώρα για λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας της εναγόμενης εταιρείας εξαιτίας προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής σε αυτήν συμπεριφοράς της, καθώς ζήτησε να λάβει αντίγραφο της ατομικής σύμβασης εργασίας............ Από το συνδυασμό των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, ιδιαίτερα δε από την κατάθεση της Μ.
Σ., έστω και αν η τελευταία δεν έχει ίδια άποψη με τα τεκταινόμενα στην επιχείρηση της εναγόμενης Εταιρείας αλλά έλκει τις γνώσεις της από τις διηγήσεις της ενάγουσας, προκύπτει η μέριμνα της εναγόμενης για αποφυγή δημιουργίας κλίματος αρνητικού στην επιχείρησή της, δεδομένου ότι ουσιαστικά είχαν δημιουργηθεί δύο κατηγορίες εργαζομένων, και ειδικότερα :
α) η πολυπληθής κατηγορία, που περιελάμβανε τους 718 εργαζόμενους, οι οποίοι είχαν συναινέσει σε τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας με την εναγόμενη Εταιρεία και συνακόλουθα σε μείωση των αποδοχών τους, κάτι, το οποίο προκύπτει αβίαστα από το δελτίο εργατικής διαφοράς, δεδομένου ότι οποιοσδήποτε από αυτούς δεν προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας της ..., καταγγέλλοντας οποιαδήποτε πίεση για την θέση υπογραφής τους στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, και β) η κατηγορία με τις δύο (2) εργαζόμενες, την ενάγουσα και την Ε.
Τ., οι οποίες δεν συναινούσαν σε μείωση των αποδοχών τους στα πλαίσια της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής για την επιβίωση της επιχείρησης ως οικονομικής οντότητας και μονάδας. Έτσι, η ένδικη διαφορά ουσιαστικά δημιουργήθηκε από τη βούληση της εναγόμενης Εταιρείας δια των καταστατικών οργάνων της να μη δημιουργηθεί κλίμα αρνητικό στην επιχείρησή της, αφού σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι παρείχαν την εργασία τους στην επιχείρηση της εναγόμενης Εταιρείας με όρους ανάλογους ή και ίδιους με την ενάγουσα, αμειβόμενοι ωστόσο με μειωμένες αποδοχές, ενώ για την ενάγουσα, ίσχυε εξαίρεση, καθώς πέραν τούτων αντιμετωπιζόταν ως Ταμίας, εισπράττοντας αποδοχές μεγαλύτερες των λοιπών εργαζομένων.
Η διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων, που παρείχαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και κάτω από τις ίδιες συνθήκες δημιουργούσε προβλήματα στην εναγόμενη Εταιρεία, η οποία γινόταν αποδέκτης παραπόνων και αιτιάσεων από τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Επιπλέον, πρέπει να συνεκτιμηθεί η προσπάθεια της εναγόμενης Εταιρείας να αμβλύνει την ανισότητα στις αποδοχές των εργαζομένων και στην εξ αυτού του λόγου πρόκληση προστριβών στο κατάστημά της στην ...
με την μετάθεση της ενάγουσας στο κατάστημά της στην ..., για την οποίαν αντιτάχθηκε η τελευταία, προσφεύγουσα στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτής, αλλά και το πνεύμα καταλλαγής, το οποίο επέδειξε η εναγόμενη Εταιρεία με την επαναφορά της στο κατάστημα στην ..., μη εμμένουσα στην αρχική απόφασή της.
Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι η τελευταία δεν προέβη σε δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από το έτος 2012, αλλά αντίθετα για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών εξακολούθησε να διατηρεί την ενάγουσα στη θέση της, γεγονός, που καταδεικνύει ότι δεν κινήθηκε από εμπάθεια και εχθρότητα προς αυτήν, καθώς, αν ήθελε όντως να την απολύσει, κινούμενη από ταπεινά κίνητρα εναντίον της, θα είχε πράξει τούτο ήδη σε προγενέστερο χρόνο και όχι μετά την πάροδο τριών (3) περίπου ετών.
Εξάλλου, από το μήνα Ιούλιο του έτους 2015, οπότε ζητήθηκε από την ενάγουσα να συνάψει ατομική σύμβασης εργασίας, το έντυπο της οποίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσχέρεια, καθώς εκτείνεται και καταλαμβάνει μόλις μία σελίδα και το σημείο, ως προς το οποίο επέρχεται η τροποποίηση, ήταν οι αποδοχές, κάτι, το οποίο ευχερώς θα μπορούσε να αποτιμήσει η ενάγουσα και να προβεί σε απλούς μαθηματικούς - υπολογισμούς, μέχρι το μήνα άσκησης του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας, το μήνα Νοέμβριο του ίδιου έτους, μεσολάβησε χρονικό διάστημα επαρκές για την ενημέρωση της ενάγουσας σχετικά με τη μείωση των αποδοχών της.
Άλλωστε, δεν προέκυψε ότι άλλοι εργαζόμενοι με εξαίρεση την ενάγουσα και την Ε. Τ. προσέφυγαν κατά διαφόρους ή και στον ίδιο χρόνο ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ... για το ζήτημα της υπογραφής ατομικών συμβάσεων ή και για άλλο ζήτημα, γεγονός, που δεν καταδεικνύει τάση ή ροπή της εναγόμενης σε λύση συμβάσεων εργασίας και απόλυσής τους.
Αντίθετα, προέκυψε ότι η λήψη μέτρων δυσμενών (μείωση των αποδοχών των εργαζομένων) από την πλευρά της εναγόμενης Εταιρείας κινείτο προς την κατεύθυνση της διατήρησης της επιχείρησής της βιώσιμης, ως οικονομικής μονάδας σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού, και συνακόλουθα διατήρησης των θέσεων εργασίας των εργαζομένων.
Μάλιστα, οι εξετασθέντες μάρτυρες επιβεβαιώνουν ότι δεν δημιουργούσε προβλήματα ως προς την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.
Συνεπώς, η δήλωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν οφείλεται σε εχθρότητα των διοικούντων αυτήν ή των διευθυντικών της στελεχών προς την ενάγουσα αλλά αποδίδεται στην βούληση της εναγόμενης Εταιρείας, ως ασκούσας το διευθυντικό δικαίωμά της για επίτευξη και εξασφάλιση της αναγκαίας εργασιακής ειρήνης στην επιχείρηση και αποτροπή προβλημάτων στις σχέσεις τόσο της ιδίας με το εργατικό προσωπικό όσο και μεταξύ των εργαζομένων, κάτι, που αποβαίνει προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης.
Οι ιδιαίτερες αυτές συνθήκες αποκλείουν καταχρηστικό χαρακτήρα στην ενάσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος.........". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της εναγόμενης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης αναγόμενου σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εξαφάνισε την προσβληθείσα με αριθ. 334/2015 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αντιθέτως κρίνει ότι, ως προς την ως άνω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, η εναγόμενη παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ με συνέπεια την ακυρότητα αυτής και τη γέννηση αξιώσεων καταβολής αποδοχών υπερημερίας, και στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και απέρριψε ως αβάσιμη κατ` ουσία την ένδικη αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την εγκυρότητα της από 13.11.2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη.
Ειδικότερα με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν έγινε από την κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς εμπάθεια και εχθρότητα της εναγόμενης προς την ενάγουσα, λόγω μη αποδοχής της τελευταίας τροποποίησης το έτος 2015 της σύμβασης εργασίας της, που προέβλεπε την μείωση των αποδοχών της, όπως είχαν πράξει όλοι οι άλλοι συνάδελφοί της στα πλαίσια της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής για την επιβίωση της επιχείρησης ως οικονομικής οντότητας και μονάδας σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού και της διατήρησης των θέσεων εργασίας των εργαζομένων, καθώς, αν ήθελε όντως η εναγόμενη να την απολύσει, κινούμενη από ταπεινά και εκδικητικά κίνητρα εναντίον της, θα είχε πράξει τούτο ήδη από το έτος 2012, όπου και πάλι αρνήθηκε να μειωθούν οι αποδοχές της, όπως έπραξαν όλοι οι συνάδελφοί της στα τριάντα (30) υποκαταστήματα της επιχείρησης για τους ίδιους ως άνω λόγους, ενώ προς αποφυγή πρόκλησης προστριβών στο κατάστημα της ...ς μεταξύ των εργαζομένων της επιχείρησης, λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης των εργαζομένων, που παρείχαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και κάτω από τις ίδιες συνθήκες ως προς το ύψος των αποδοχών τους, η εναγόμενη αρχικά μετέθεσε την ενάγουσα στο κατάστημά της στην ..., για την οποίαν αυτή αντιτάχθηκε, προσφεύγουσα στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, οπότε η εναγόμενη στο πνεύμα της καλής συνεργασίας τους, μη εμμένουσα στην αρχική της απόφαση, την επανέφερε στο κατάστημά της στην ....
Αντίθετα, συνέτρεχαν άλλοι λόγοι, καλυπτόμενοι από το διευθυντικό δικαίωμα της εναγόμενης εργοδότριας (άρθρο 652 ΑΚ), που δικαιολογούσαν την απόλυσή της και δη η διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης και η αποτροπή προβλημάτων στις σχέσεις τόσο μεταξύ των εργαζομένων όσο και αυτών με την αναιρεσίβλητη, η οποία δεχόταν πλήθος παραπόνων και αιτιάσεων από τους εργαζομένους της και συγκεκριμένα την πολυπληθή κατηγορία των επτακοσίων δέκα οκτώ (718) εργαζόμενων που, κατά τα προεκτεθέντα, αποδέχτηκαν την τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας τους και συνακόλουθα την μείωση των αποδοχών τους, προς επίτευξη των προαναφερόμενων σκοπών, οι οποίοι (λόγοι απόλυσης) δημιουργήθηκαν εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία δεν αποδέχτηκε τη μείωση των αποδοχών της και εξαιρέθηκε, όπως και η συνάδελφός της Ε.
Τ. και μη διάδικος στην παρούσα δίκη, εξακολουθούσα να λαμβάνει υπέρτερες των λοιπών συναδέλφων της αποδοχές, απασχολούμενη κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας με αυτούς. Ως συνέπεια των προαναφερόμενων το Εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι η για τους λόγους αυτούς η από 13.11.2015 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αβάσιμες και απορριπτέες κρίνονται και οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο επικαλούμενες πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει:
α) αντιφατικές αιτιολογίες, καθότι, ενώ γίνεται δεκτό ότι τον Ιούλιο του έτους 2015 δεν παραδόθηκε στην αναιρεσείουσα το έντυπο της προτεινόμενης τροποποιητικής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σύμβασης εργασίας, στη συνέχεια και προκειμένου να στηριχθεί το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται η παραδοχή ότι αυτό (έντυπο) δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσχέρεια, καθώς εκτείνεται και καταλαμβάνει μόλις μία σελίδα και η αναιρεσείουσα θα μπορούσε ευχερώς να αποτιμήσει την μείωση των αποδοχών της με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, πράγμα που σημαίνει ότι το εν λόγω έντυπο της παραδόθηκε και β) ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθότι δεν καθορίζεται ποιοι εργαζόμενοι έκαναν παράπονα για τις αυξημένες αποδοχές της αναιρεσείουσας και ποιες οι αποδοχές αυτών.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται αφενός μεν για αντιφατικές αιτιολογίες στην υπό στοιχείο α) περίπτωση, αλλά για επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας ότι η απόλυση της αναιρεσείουσας δεν έγινε για εκδικητική συμπεριφορά στο πρόσωπό της εξ αιτίας απαίτησής της για παράδοση του προαναφερθέντος εντύπου, καθότι δεν απαιτείτο τέτοια παράδοση για μελέτη "....με άνεση χρόνου .......", δεδομένου ότι τροποποίηση αφορούσε μόνο τις αποδοχές της και το έντυπο της τροποποίησης "....δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσχέρεια, καθώς εκτείνεται και καταλαμβάνει μόνο μία σελίδα......", την τροποποίηση δε αυτή μπορούσε να αποτιμήσει η αναιρεσείουσα με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, αφετέρου δε για ελλιπείς αιτιολογίες στην υπό στοιχείο β) περίπτωση, καθότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο η μνεία περισσοτέρων στοιχείων ως προς τους συναδέλφους της αναιρεσείουσας, που αποδέχτηκαν την τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας ως προς το ύψος των αποδοχών, αφού εκτίθεται ότι όλοι οι εργαζόμενοι αποδέχτηκαν την μείωση των αποδοχών τους, πλην της ίδιας και της Ε.
Τ., και περαιτέρω με σαφήνεια και πληρότητα το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι για την ένδικη απόλυση δεν συνέτρεξαν οι επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι, που στοιχειοθετούν το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε σοβαρή οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων αλλά και των εργαζομένων, παραδοχή, η οποία κατά πάσα περίπτωση έχει διαληφθεί ως εκ περισσού, αφού μόνο το αποδεικτικό πόρισμα ότι η απόλυση της ενάγουσας δεν προήλθε εκ λόγων εκδικήσεως στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της αγωγής, χωρίς να προσαπαιτείτο να περιλάβει το Δικαστήριο και κρίση εκ ποίων άλλων λόγων προήλθε η απόλυση, δοθέντος ότι, ως προανεφέρθη, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι δικαιοπραξία αναιτιώδης.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 76/2016, 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο αγνόησε ολοσχερώς προταθέντα πραγματικό ισχυρισμό της (επικουρική βάση της αγωγής της), ήτοι ότι η εναγόμενη παρέλειψε να λάβει πειθαρχικά μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης, έτσι ώστε να αποφευχθεί το επαχθέστερο και έσχατο μέτρο της απόλυσής της με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει αυτοτελή λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αλλά επικαλείται ακυρότητα αυτής, εκ λόγων εκδικήσεως και αντιπάθειας προς αυτήν των νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας και αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης του αντίστοιχου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 281 ΑΚ.
Συνεπώς, στο Εφετείο δεν μεταβιβάστηκε σχετικός αγωγικός ισχυρισμός, ώστε να εξεταστεί, το δε δικαστήριο αποφαίνεται μόνο κατόπιν σχετικού αιτήματος για την αρχή της αναλογικότητας και όχι αυτεπαγγέλτως, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος και περαιτέρω απορριπτέος ως αντιφατικώς προβαλλόμενος ο δεύτερος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 599 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ήτοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε υποβληθεί από την αναιρεσίβλητη, και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι η απόλυσή της οφείλεται στο αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε εξ αιτίας των υπέρτερων έναντι των λοιπών συναδέλφων της αποδοχών που ελάμβανε κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας με αυτούς.
Και τούτο διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια, που προεκτέθηκε, αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, 371/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τον αρ. 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα περί εγκυρότητας της από 13.11.2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής από την αναιρεσίβλητη και μη συνδρομής περίπτωσης από το άρθρο 281 του ΑΚ, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα σχετικά με αριθμούς ΕΦ 1, ΕΦ2, ΕΦ3 ήτοι :
α) Στοιχεία και πληροφορίες χρήσεως από 1η Ιανουαρίου 2015 έως 31η Δεκεμβρίου 2015, β) στοιχεία και πληροφορίες χρήσεως από 1η Ιανουαρίου 2016 έως 31η Δεκεμβρίου 2016, γ) δημοσίευμα από το διαδίκτυο της 1.12.2019, ενώ εν μέρει έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Κ.- Θ. Ξ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 6ο- 8ο ) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων) η κατάθεση ".....των μαρτύρων.... Κ..- Θ.. Ξ.. του Ι., που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με επιμέλεια των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 ΚΠολΔ και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης εκτιμώμενες αμφότερες οι καταθέσεις αυτές ανάλογα με τις γνώσεις και το βαθμό της αξιοπιστίας τους......καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν τα διάδικα μέρη, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους ανεξαιρέτως για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επιτρεπόμενων τούτων λόγω του επιτρεπτού της εμμάρτυρης απόδειξης στην προκείμενη δίκη, χωρίς ωστόσο, η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία πλην όμως είναι ισοδύναμα......", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω έγγραφα, καθώς και την κατάθεση του ως άνω εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα ανταπόδειξης, για την οποίαν γίνεται ρητή μνεία, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αρ. 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.8.2020 και αριθ. κατάθ. 318/14/1.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 60/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ