Legislator Case Law & Legislation
678/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appeal court's excessive mental distress compensation award in tort case.

Case Number 678/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the appeal court's decision in a tort case involving a motorcycle accident. The appeal court had awarded excessive mental distress compensation of 60,000 euros to the deceased's heirs, which the Supreme Court found disproportionate to similar cases. Consequently, the Supreme Court annulled the appeal court's decision regarding the compensation amount and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a) and 287 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a lower court's decision if the awarded compensation for mental distress is disproportionately high compared to judicial practice and common sense.

Keywords

AI generated
mental distress compensation disproportionate award principle of proportionality tort liability remand for retrial heir compensation motorcycle accident

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a) and 287 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 678/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. (S. M.) του Ζ. (Z.), 2) Σ. Μ. συζ. Σ. (S. M. συζ. S.), το γένος Ν. Σ. (N. S.), κατοίκου ... 3) Α. Μ. (A. M.) και 4) Φ. Μ. (F. M.) του Σ. (S.), κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Κρεμαλή και Γεώργιο Αθανασάκη, που δήλωσαν στο ακροατήριο ότι ο Σ. Μ. (S. M.) του Ζ. (Z.) (1ος ως άνω) απεβίωσε την 1-5-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ. συζ. Σ. Μ., Α. Μ. και Φ. Μ. (2η, 3ος και 4ος ως άνω), εκπροσωπούμενοι από τους ίδιους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2008 αγωγή των ήδη 2ης και 4ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Μ. (η 2η και ο Σ. Μ. ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου υιού τους Α. - ήδη ενηλικωθείς), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2708/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1219/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής [διακοπής] προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔικ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Σ.

Μ. αποβίωσε στις 1-5-2019, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε την 19-7-2018. Μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού είναι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, ιδιότητα την οποία δεν αμφισβητεί ειδικώς η αναιρεσείουσα. Επομένως νόμιμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τη, λόγω του θανάτου του πρώτου αναιρεσίβλητου, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της στο όνομα των προαναφερθέντων μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, η οποία, έτσι, συνεχίζεται νόμιμα, χωρίς να απαιτείται άλλη ενέργεια αυτού.

Η κρινόμενη από 16-7-2018 (αρ. κατ.2408/202/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1219/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22-7-2008 και με αρ. κατάθεσης 32326/2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι μεταξύ των οποίων και ο ήδη θανών Σ.

Μ., στρεφόμενοι κατά των Ρ. Ζ., Τ. Ζ. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ήδη αναιρεσείουσας, ισχυρίστηκαν, ότι την 28-7-2004 ο Ν. Ζ. γιός των δύο πρώτων εναγομένων οδηγώντας την με αρ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προξενούμενες από αυτή σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του ίδιου αλλά και του Ν.

Μ. συνεπιβάτη της μοτοσυκλέτας, τέκνου των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφού των λοιπών. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι, και μάλιστα οι δύο πρώτοι, γονείς του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού κατά 50% ο κάθε ένας και η τρίτη ως η ασφαλίζουσα το όχημα εταιρεία αλλά και με βάση τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους.

Επικουρικά, επικαλούμενοι αδράνεια των δύο πρώτων εναγομένων παρά τις οχλήσεις τους και το γεγονός ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, να ασκήσουν υπό την παραπάνω ιδιότητα τους τα εκ της ασφαλιστικής σύμβασης δικαιώματα τους κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, σε περίπτωση απόρριψης της ευθείας αγωγής των κατ' αυτής να αναγνωριστεί ότι η τρίτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ασφαλισμένου της τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά άλλως κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν εκείνοι να καταβάλουν σε αυτούς (ενάγοντες).

Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε η με αρ. 2708/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αυτή κατά της τρίτης εναγομένης λόγω αοριστίας κατά την βάση της που στηρίζεται στην σωρευτική αναδοχή χρέους, κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη κατά τα λοιπά πλην του αιτήματος για αναγνώριση της υποχρέωσης των δύο πρώτων εναγομένων περί καταβολής από αυτούς ως κληρονόμων του υπαίτιου οδηγού εις ολόκληρο των αιτουμένων ποσών, το οποίο κρίθηκε νόμιμο κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας κάθε ενός.

Στην συνέχεια αφού έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η προταθείσα από την τρίτη εναγόμενη ένσταση παραγραφής της ευθείας αξίωσης των εναγόντων από την ασφαλιστική σύμβαση απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτή, ενώ έγινε μερικά δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους. Τέλος κρίθηκε παραδεκτή ορισμένη και νόμιμη η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο επικουρικά ασκουμένη κατ' αρθ.72Κ.Πολ.Δ.

πλαγιαστική αγωγή η οποία έγινε μερικά δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 21-7-2016 με αρ. κατάθεσης 1690/2016 έφεση στρεφόμενη κατά των εναγόντων κατά τα μέρος που έγινε δεκτή η σε βάρος της ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/76 "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997 συνάγεται, ότι μπορεί, στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, η οποία καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, να περιληφθούν όροι περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις, άσχετα αν οι όροι αυτοί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσουν ένσταση κατά του τρίτου που ζημιώθηκε.

Μια τέτοια περίπτωση προβλεπόταν στο άρθρο 25 περ. 6 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (28-7-2004) και ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' 100/14-5-2007), σύμφωνα με την οποία αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες από οδηγό, που δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπομένη άδεια οδήγησης.

Η διάταξη αυτή ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, αφού με αυτή δεν καθορίζεται γενικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή. Όμως η απαλλακτική αυτή ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορούσε να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε με τη συμπερίληψή του σ' αυτή δημιουργείτο δεσμευτικότητα του όρου αυτού.

Η συνομολόγηση του εν λόγω όρου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.

H συνομολόγηση του παραπάνω όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης ασφάλισης στους όρους της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργείου Εμπορίου, η οποία έχει δημοσιευθεί στο υπ' αριθμ. 795/1978 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και ορίζει στο άρθρο 25 αριθμ. 6 ότι "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως".

Η παραπομπή μπορεί επίσης να γίνει απευθείας στο εν λόγω ΦΕΚ, που περιέχει την υπουργική αυτή απόφαση με όλους τους όρους της, αφού μέσω της αναφοράς αυτής είναι δυνατή και η γνώση του περιεχομένου της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 § 3 περ. α' του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας) όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους αυτού του άρθρου, ενώ κατά την § 4 του ιδίου ως άνω άρθρου του ΚΟΚ, δεν υπάγονται στις ως άνω απαγορεύσεις της περ.

α' της § 3, α) οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, ανάλογης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, η οποία έχει εκδοθεί από Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), εφόσον δεν είναι κάτω των 18 ετών, β) οι κάτοχοι ισχύοντος διεθνούς πιστοποιητικού πορείας (διεθνούς άδειας), το οποίο έχει εκδοθεί από άλλα κράτη (εκτός Ελλάδας) και γ) οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από κράτη, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που ισχύουν στην Ελλάδα και έχουν κυρωθεί με νόμο.

Εξάλλου, στη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας για τις διεθνείς οδικές μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2649/1998 (ΦΕΚ 246 τ. Α'/3.11.1998), καθώς και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες ΚΥΑ, δεν προβλέπεται η αμοιβαία αναγνώριση αδειών οδήγησης μεταξύ των δύο χωρών. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2801/2000 (ΦΕΚ 46 τ.

Α'/3.3.2000) ορίζεται ότι "οι διεθνείς άδειες οδήγησης, οι οποίες εκδόθηκαν από τις αλβανικές αρχές, ισχύουν ως έχουν και επί του ελληνικού εδάφους μέχρι την κύρωση από την Αλβανία της Σύμβασης της Βιέννης της 8ης Νοεμβρίου 1968 και πάντως όχι πέραν της 31ης Ιουλίου 2000". Κύρωση δε από την Αλβανία της ως άνω Σύμβασης της Βιέννης δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα.

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 41 του Ν. 1604/1986 (ΦΕΚ 81 τ. Α'/20.6.1986), με τον οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα η Σύμβαση της Βιέννης της 8.11.1968, και υπό τον τίτλο "Ισχύς των αδειών οδήγησης", ορίζεται ότι "Τα συμβαλλόμενα μέρη δέον όπως αναγνωρίζουν : α) πάσαν εσωτερικήν άδειαν συντεταγμένην εις την εθνικήν των γλώσσαν είτε εις μίαν εκ των εθνικών γλωσσών των είτε, εάν δεν είναι συντεταγμένη εις τοιαύτην γλώσσαν, συνοδευομένην υπό κεκυρωμένης μεταφράσεως, β) πάσαν εσωτερικήν άδειαν σύμφωνον προς τας διατάξεις του Παραρτήματος 6 της παρούσης Συμβάσεως και γ) πάσαν διεθνή άδειαν σύμφωνον προς τας διατάξεις του Παραρτήματος 7 της παρούσης Συμβάσεως".

Από τα προαναφερόμενα, σχετικά με τις άδειες οδήγησης, προκύπτει με σαφήνεια ότι α) οι διεθνείς άδειες οδήγησης, οι οποίες εκδόθηκαν από τις αλβανικές αρχές, ίσχυαν στην Ελλάδα μέχρι τις 31.7.2000 και μετά ταύτα θα ίσχυαν υπό τους όρους της Σύμβασης της Βιέννης της 8ης Νοεμβρίου 1968 και υπό την προϋπόθεση ότι η Αλβανία θα προέβαινε σε κύρωση της Σύμβασης αυτής, πράγμα (κύρωση της Σύμβασης) που, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει συμβεί μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, και β) οι εσωτερικές άδειες οδήγησης που έχουν εκδοθεί από τις αλβανικές αρχές δεν ισχύουν στην Ελλάδα, εφόσον μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας δεν έχει συναφθεί ειδική προς τούτο συμφωνία, ούτε δε ισχύουν αυτές υπό τους όρους της ως άνω Σύμβασης, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η Αλβανία δεν έχει προβεί μέχρι το χρόνο του ατυχήματος σε κύρωση της Σύμβασης αυτής.

Κατά λογική ακολουθία αλβανός υπήκοος δεν δύναται να οδηγεί στην Ελλάδα αυτοκίνητο χωρίς να κατέχει ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 94 του ΚΟΚ. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006).-Σύμφωνα με τα παραπάνω αναίρεση συγχωρείται για παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή διάταξης νόμου που περιέχει αφηρημένο κανόνα δικαίου, από το οποίο επέρχονται έννομες συνέπειες, αν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.

Κανόνα με την πιο πάνω έννοια δεν αποτελεί η ιδιωτική σύμβαση του άρθρου 361 ΑΚ, καθότι δεν περιέχει αφηρημένη και ετερόνομη ρύθμιση αλλά διαπλάσσει συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας της περιεχόμενης σε έγγραφο από τους συμβαλλόμενους στο ίδιο έγγραφο, μόνο ως παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών κατ' άρθρο 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ στηρίζει σχετικό αναιρετικό λόγο. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βουλήσεως και αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη.

Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Το δικαστήριο της ουσίας όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης (ΑΠ 226/2014, ΑΠ 819/2012, ΑΠ 1345/2012). Τέλος το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται επίσης, ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 1912/2006, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1677/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμιά από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρθ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ. Δ. ισχυριζόμενη, ότι, ενώ το Εφετείο δέχτηκε, ότι στο ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο συμπεριελήφθη όρος, ο οποίος και έγινε αποδεκτός από τον αντισυμβαλλόμενο, ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τους ενιαίους όρους της ασφάλισης που προβλέπονται από την με αρ.Κ4/585/1978 ΑΥΕ μεταξύ των οποίων και εκείνος του άρθρου 25 αρ.6 σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημιές προξενούμενες από οδηγό που δεν διαθέτει την από τον νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί προβλεπόμενη άδεια οδήγησης, ισχυρισμό που αυτή πρότεινε νόμιμα πρωτοδίκως και επανέφερε με την ασκηθείσα έφεση της, στην συνέχεια δέχτηκε ότι ο όρος αυτός είναι ασαφής και πρέπει να ερμηνευτεί σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.

και ότι ερμηνευομένου αυτού όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, το δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα, ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός της ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας της ίδιας κατηγορίας με την ασφαλισμένη και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνώρισης της διεθνούς αλλοδαπής άδειας από τις ημεδαπές αρχές και της έκδοσης σχετικής ελληνικής άδειας οδήγησης.

Με βάση δε αυτά έκρινε, ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, όντας ικανός προς το οδηγείν το εν λόγω όχημά του κατά τον χρόνο του ατυχήματος ... (28-7-2004) καλυπτόταν ασφαλιστικά από την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη. Με την κρίση του δε αυτή παραβίασε, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ 94 ν.2696/1999, η οποία παραβίαση επιφέρει την ενεργοποίηση του προαναφερομένου όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, η δε παραδοχή αυτή του Εφετείου συνιστά ευθεία παράκαμψη της παραπάνω διάταξης του ν. 2696/1999 και της διάταξης του αρθ. 361.Α.Κ.

Με τον δεύτερο συναφή λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρθ 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ. Δ. ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής σύμβασης προέβη σε κακή εφαρμογή των διατάξεων των αρθ. 173 και 200 Α.Κ. παραλείποντας να αναφέρει στην απόφαση του α) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους και β) να λάβει υπόψη του το συμφέρον της αναιρεσείουσας, στο οποίο αποσκοπεί ο συγκεκριμένος συμβατικός όρος και εν όψει του ότι τα συμβαλλόμενα μέρη και ιδίως η αναιρεσίβητη απέβλεψαν στην κατοχή από τον οδηγό του οχήματος νόμιμης άδειας οδήγησης η οποία τεκμηριώνει με ασφάλεια λόγω του ελέγχου της πολιτείας την ικανότητα του οδηγού, την οποία η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να ελέγξει.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 1219/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη γενόμενη δεκτή εν μέρει σε βάρος της αναιρεσείουσας πλαγιαστική αγωγή τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αναίρεσης " ...

Εξ άλλου η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να αποκρούσει την κατ' αυτής στρεφόμενη ως άνω πλαγιαστική αγωγή, προέβαλε, νομότυπα πρωτοδίκως τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και του υπαιτίου οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας Ν.

Ζ. και το οποίο αφορά την ασφάλιση της εν λόγω μοτοσυκλέτας, είχε περιληφθεί: α) ως γενικός όρος, ο οποίος και έγινε αποδεκτός από τον αντισυμβαλλόμενο της, ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τους ενιαίους όρους της ασφάλισης που προβλέπονται από την ανωτέρω Κ4/585/1978 AYE, μεταξύ των οποίων και εκείνος του άρθρου 25 αριθμ. 6, σύμφωνα με τον οποίο "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος το οποίον οδηγεί προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως" β) ως συμβατικός, ο υπ' αριθ. 8 παρ. 6 όρος σύμφωνα με τον οποίο "Δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί... .

Επικαλούμενη δε περαιτέρω αυτή επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και ενεργοποίηση των όρων αυτών, εφόσον ο κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (28-7-2004) ασφαλισμένος οδηγός του ζημιογόνου οχήματος αλβανός υπήκοος Ν. Ζ., κατείχε διεθνή άδεια οδήγησης που είχε εκδοθεί από τις αλβανικές αρχές, η οποία δεν ίσχυε στην Ελλάδα διότι αυτός κατοικούσε και εργαζόταν στη χώρα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 185 ημερών και είχε αποκτήσει την ιδιότητα του μονίμου κατοίκου σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΠΔ 19/1995 γ' αυτό δεν επιτρεπόταν να οδηγεί "με αλλοδαπό δίπλωμα", ζήτησε την απόρριψη της πλαγιαστικής αγωγής.

Ως προς τον ισχυρισμό αυτόν εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης εκ μέρους της πλαγιαστικώς εναγομένης, με τον οποίο αυτή αμφισβητεί, όπως δικαιούται, την ιδιότητα της ως οφειλέτριας των άνω κληρονόμων του θανόντος ασφαλισμένου της, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο προαναφερόμενος υπαίτιος ασφαλισμένος οδηγός αλβανικής υπηκοότητας, κατοικούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα από το έτος 1997 ενώ ήταν κάτοχος της υπ' αριθ.

…/…-3-2004 διεθνούς άδειας οδήγησης μοτοσυκλέτας Α κατηγορίας που εκδόθηκε στην Αλβανία. Με το προαναφερόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και της πλαγιαστικώς εναγομένης, ότι η άνω " ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του ΝΔ 400/70 όπως ισχύει της ΥΑ Κ4 -585-78/ΦΕΚ 795 όπως ισχύει η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7του αρ. 6 του ν. 489/76 και του Ν 2496/97 όπου δεν τροποποιείται από τους άνω ειδικούς Νόμους και τις Γενικές και Ειδικές Διατάξεις του παρόντος" ενώ στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιελήφθει και ο, υπ' αριθ. 8 παρ. 6 συμβατικός όρος με το προαναφερόμενο περιεχόμενο Οι συμβατικοί αυτοί όροι είναι ασαφείς και πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω σχετική νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.

Ερμηνευομένων δε αυτών όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, προκύπτει, ότι οι άνω συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός της ικανότητας οδηγήσεως μοτοσυκλέτας της ίδιας κατηγορίας με την ασφαλισμένη και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνώρισης της διεθνούς αλλοδαπής αδείας από τις ημεδαπές αρχές και της έκδοσης σχετικής ελληνικής άδειας οδηγήσεως.

Εν προκειμένω ο υπαίτιος ασφαλισμένος οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος, ηλικίας 27 ετών, κατείχε όπως προελέχθη, διεθνή άδεια ικανότητας οδηγού μοτοσυκλέτας για την ίδια κατηγορία με την ζημιογόνο, ιδιοκτησίας του, η οποία εκδόθηκε στην Αλβανία αφού υποβλήθηκε επιτυχώς στη βάσανο των σχετικών θεωρητικών και πρακτικών εξετάσεων περί την οδήγηση της και είχε έτσι την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία για την οδήγηση της, όλως δε τυπικώς δεν προέβη στην αναγνώριση αυτής από τις ημεδαπές αρχές και την έκδοση σχετικής ελληνικής αδείας οδηγήσεως.

Επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι, ικανός ων προς το οδηγείν το εν λόγω όχημα του κατά το χρόνο του ατυχήματος (28-7-2004) καλυπτόταν ασφαλιστικά από την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, όπως βάσιμα ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως οι ήδη εφεσίβλητοι, με την από 12-6-2012 προσθήκη στις από 8-4-2012 προτάσεις των, κατατεθείσα προς απόκρουση της άνω στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προβληθείσας ένστασης της πλαγιαστικώς εναγομένης, τον οποίο ισχυρισμό επαναφέρουν στην προκείμενη δίκη με τις από 7-12-2017 προτάσεις των, κατατεθείσες προς απόκρουση της κατ' αυτών στρεφόμενης έφεσης.

Ενόψει όλων των παραπάνω, η πιο πάνω ένσταση της πλαγιαστικώς εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, η στρεφομένη κατ' αυτής υπό την ως άνω ιδιότητα της ένδικη πλαγιαστική αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως, αν και με ελλιπή αιτιολογία που αναπληρώνεται από την παρούσα και, αφού απέρριψε την άνω ένσταση ως αβάσιμη κατ' ουσία, έκανε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την κρινόμενη πλαγιαστική αγωγή και αναγνώρισε ότι, η πλαγιαστικώς εναγομένη, ως οφειλέτρια των δικαιοπαρόχων του ασφαλισμένου της οδηγού, άνω εναγομένων, (οφειλετών των εναγόντων), υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς (1ο και 2η των εναγομένων) τα προαναφερόμενα ποσά που υποχρεούνται να καταβάλουν αυτοί στους ενάγοντες, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσία.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασής του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι η ένδικη σύμβαση ασφάλισης καταρτίστηκε υπό την ισχύ της ΥΑ Κ4/585/1978, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 Ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (28-7-2004), πριν την κατάργησή της από το Ν. 3557/2007 (που άρχισε να ισχύει από 14-5-2007), το άρθρο 25 παρ. 6 της οποίας όριζε ότι εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη ο οδηγός, που δεν είχε άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, ότι το άρθρο αυτό ενσωματώθηκε ως όρος της ένδικης σύμβασης ασφάλισης περί απαλλαγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, και ότι υφίσταται ασάφεια του ανωτέρω συμβατικού όρου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα, εάν στην εξαίρεση αυτή και άρα στην απαλλαγή του Ασφαλιστή - ήδη αναιρεσείουσας εμπίπτει η τυπική έλλειψη της άδειας οδήγησης και ειδικότερα, η περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος κατέχει αλβανική άδεια οδήγησης.

Ακολούθως, το Εφετείο ερμηνεύοντας την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο θανών οδηγός του ασφαλισμένου ζημιογόνου οχήματος, αν και κατείχε αλβανική και όχι ελληνική άδεια οδήγησης εντούτοις είχε την ουσιαστική οδηγική ικανότητα, στην οποία απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και συνεπώς, ότι η αναιρεσείουσα εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι των κληρονόμων του θανόντος από την ασφαλιστική σύμβαση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 7 και του άρθρου 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4/585/1978 και, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 94 του ν. 2696/1999 με τη μη εφαρμογή της, καθώς και του άρθρου 364 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε ορθά δε, εφόσον διαπίστωσε ασάφεια στον ανωτέρω συμβατικό όρο, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για τη συμπλήρωση του κενού κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών, περιλαμβάνοντας στην απόφαση του όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες .Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Ακόμη πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το δικαστήριο δεν προέβη σε εφαρμογή ή μη του άρθρου 94 ν.2696/1999 αλλά σε ερμηνεία συμβατικού όρου όπως παραπάνω.

Από τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ κατά την οποία "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτου τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του" συνάγεται, ότι, προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ' αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου δια της πλαγιαστικής αγωγής) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (ΑΠ 106/2014, ΑΠ 499/2011).

Στοιχεία, συνεπώς, της πλαγιαστικής αγωγής είναι η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος, ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγόμενου οφειλέτη και των δικαιωμάτων που έχει κατά του τελευταίου ο αδρανών να ασκήσει αυτά δανειστής (ΑΠ 235/2010). Επομένως, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί, αμυνόμενος κατά των αξιώσεων του πλαγιαστικώς ενάγοντος, να αμφισβητήσει τόσο την ιδιότητα του τελευταίου ως πλαγιαστικώς ενάγοντος έναντι του αδρανούντος να ασκήσει τα δικαιώματα του δανειστή του, όσο και την ιδιότητα αυτού, δηλαδή του αδρανούντος δανειστή, ως δανειστή έναντι αυτού, δηλαδή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη.

Έτσι, σε περίπτωση κατά την οποία ο ζημιωθείς τρίτος από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο παθών και κατ' αυτό ζημιωθείς και ότι ο ασφαλισμένος με ασφάλιση αστικής ευθύνης αδρανεί να ασκήσει τα από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση δικαιώματα του έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, οφειλέτριάς του από την ανωτέρω αιτία, μπορεί να στραφεί πλαγιαστικώς κατ' αυτής και να ζητήσει να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ασφαλισμένο της μέρος ή το σύνολο του ασφαλίσματος προκειμένου ο ως άνω πλαγιαστικώς ενάγων να ικανοποιηθεί απ' αυτό.

Στην περίπτωση αυτή η πλαγιαστικώς εναγόμενη από τον παθόντα τρίτο ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού ως δανειστή του ανωτέρω ασφαλισμένου σ' αυτήν, καθώς και την έναντι του τελευταίου αυτού υποχρέωση της προς καταβολή του ασφαλίσματος. Δηλαδή, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί να αμφισβητήσει προς απόκρουση της πλαγιαστικής αγωγής, τόσο την ιδιότητα ως δανειστή του πλαγιαστικώς ενάγοντος έναντι του φερομένου ως αδρανούντος οφειλέτη, όσο και την ιδιότητα του αδρανούντος οφειλέτη ως δανειστή του πλαγιαστικώς εναγόμενου.

Στην περίπτωση αυτή δύναται η πλαγιαστικώς εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να προτείνει παραδεκτώς κατά του πλαγιαστικώς ενάγοντος τόσον την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του στον από το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμό του και των επελθουσών από αυτόν ζημιών του (άρθρο 300 ΑΚ), όσο κάθε άλλο ισχυρισμό βάλλοντας κατά της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των επί μέρους αγωγικών κονδυλίων, με την επισήμανση ότι η τυχόν τελεσίδικη απόφαση μεταξύ του παθόντος τρίτου και του ασφαλισμένου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την πλαγιαστική αγωγή του παθόντος τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων (άρθρο 324 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1880/2011).

Μάλιστα, νομολογιακά γίνεται δεκτή η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο.

Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 323/2016, ΑΠ 1544/2010). Ο ζημιωθείς από ασφαλισμένο όχημα συνεπεία τροχαίου ατυχήματος εκτός από την ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή μπορεί να εγείρει πλαγιαστικά και την αγωγή του οφειλέτη του ( οδηγού ή κυρίου του ζημιογόνου οχήματος ή σε περίπτωση θανάτου των κληρονόμων του ) κατά της ασφαλίζουσας το ζημιογόνο όχημα ασφαλιστικής εταιρείας.

Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται, ως αόριστη (Α.Π. 1807/2017, ΑΠ 433/2008, ΑΠ 398/2007).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο κανόνας αυτός προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΑΠ 34/2015).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν (ΑΠ 1825/2014, ΑΠ 1185/2009), ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 387/2015).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ευθέως και πλαγιαστικώς εναγομένη στην ένδικη αγωγή, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ. Δ. ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη και συγκεκριμένα δεν απέρριψε λόγω αοριστίας την ένδικη πλαγιαστική αγωγή παρά τον προταθέντα νομίμως πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί αοριστίας αυτής.

Στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την διερεύνηση του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα τα ακόλουθα: "Την 28-7-2004 και περί ώρα 12.25' μ.μ. ο Ι. Κ. του Τ., κάτοικος ..., οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας …. Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητο, εκεινείτο στην Εθνική οδό Αθηνών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Αθήνα, καθ' ο χρόνο ο Ν. Ζ. (D. Z.) του Ρ. (R.) Ρ., υιός των δύο πρώτων εκ των εναγομένων, κάτοικος εν ζωή ...), οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτ/τας ιδιοκτησίας του- η οποία ήταν ασφαλισμένη για την από την κυκλοφορία της έναντι των τρίτων αστική ευθύνη προς αποζημίωση στην τρίτη (3η) εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ." -, επί της οποίας συνεπέβαινε και ο στενότατος συγγενής μας Ν Μ.(D. M.) του Σ. (S.), κάτοικος εν ζωή …., εκινείτο στην αυτή οδό και με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη.

Όταν το πρώτο όχημα (… Φ.Ι.Χ.) οδηγούμενο από τον Ι.Κ. έφθασε στην Χ/Θ 405,600 της άνω Εθνικής Οδού, στην οποία αυτή (η Οδός) έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενα τα δύο ρεύματα πορείας με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή και όπου υπήρχαν πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-Ιδ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) στο ρεύμα προς Θεσ/νίκη, Κ-Ια (επικίνδυνη αριστερή στροφή) στο ρεύμα προς Αθήνα, Κ- 25 (προσοχή άλλοι κίνδυνοι) σε αμφότερα τα ρεύματα, το δε όριο ταχύτητας ορίζετο στα 60 χ/ω, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Ν. Ζ. κινούμενος με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη για τις συνθήκες της οδού αυτής ταχύτητα, επεχείρησε υπέρβαση του έμπροσθεν αυτού κινούμενου φορτηγού με συρόμενο, εισήλθε στο αντίθετο - ως προς την πορεία του - ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο ο ανωτέρω Ι. Κ., με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί σφοδρά με το όχημα του τελευταίου (Ι.Κ.) και ειδικότερα στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά αυτού, μέσα στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα και σε απόσταση 1,40 μ. από την διπλή διαχωριστική γραμμή.

Από την σύγκρουση αυτή ο μεν οδηγός της μοτοσικλέτας (Ν. Ζ.), παρότι φορούσε κράνος, υπέστη, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική και θωρακοκοιλιακή κάκωση, ο δε συνεπιβάτης αυτού, στενότατος συγγενής μας, Ν. Μ., παρότι φορούσε κράνος, υπέστη, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, πολλαπλά θλαστικά προσώπου - τριχωτού κεφαλής, άκρων χειρών, ανοικτό κάταγμα μηριαίου (ΑΡ), εξαρθρήματα ώμων (άμφω), Πνευμονοθώρακος (ΔΕ), μικρή ηπατική ρήξη, εγκεφαλικό οίδημα με αρχόμενο εγκολεασμό, από τα οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτών (ο οποίος ήταν ακαριαίος για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας Ν. Ζ., ενώ για τον Ν. Μ. επήλθε, εξαιτίας των άνω κακώσεων, λίγες ημέρες αργότερα, ήτοι την 31/7/2004, στο Γ. Ν. Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", όπου και νοσηλεύτηκε αμέσως μετά το ατύχημα και μέχρι το θάνατο του, σύμφωνα με την με αρ. πρωτ. …/…-8-2004 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΥ" που υπογράφεται από τον ιατρό - αναπληρωτή καθηγητή του Γ.Π.Ν.Θ. "Ιπποκράτειου" Τ. Δ.. - βλ. και την από 31-7- 2004 πιστοποίηση θανάτου του Γ.Ν.Θ. "Ιπποκράτειου" που υπογράφεται από τον Γ. Μ., Παθολόγο Εξειδ/νο ΜΕΘ του ιδίου Νοσοκομείου, σύμφωνα με την οποία ως αιτία θανάτου του Ν. Μ. αναφέρεται: "Πολυτραυματίας - Βαρεία ΚΕΚ (υποδρεπανικός εγκολεασμός) Κεντρική απορρύθμιση - ασυστολία).

II. Για την άνω σύγκρουση αποκλειστικά υπαίτιος - σύμφωνα με την με αριθμό 938/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, η οποία κατέστη ήδη τελεσίδικη και αμετάκλητη - για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (υπέρβαση ορίου ταχύτητας, παραβίαση διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής, είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) ήταν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Ν. Ζ., ενώ, σύμφωνα και πάλι με την ίδια απόφαση, ουδεμία αμέλεια επέδειξε ο Ι. Κ., ο οποίος δυνάμει της ανωτέρω απόφασης κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή.

III. Στο παρόν σημείο πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι άνω πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι ( Ι.Ρ. Ρ. Ζ. και 2Τ. συζ. Ρ. Ρ. Ζ.) υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς του αποβιώσαντος στις 28-7-2004 ανωτέρω αναφερομένου Ν. Ζ., υιού τους, κατοίκου Ελλάδος από το έτος 1997, ως μόνοι πλησιέστεροι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (σύμφωνα με τα άρθρα 360 και 363 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 371 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα) και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, οι οποίοι και δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά αυτού, όπως οι ίδιοι ρητά και ανεπιφύλακτα δήλωσαν στο δικόγραφο της απευθυνομένης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης (Ειδική Διαδικασία Αυτοκινητιστικών Διαφορών) από 12-9-2005 με αριθμό κατάθεσης 3064/316/2005 αγωγή τους κατά των Ι.Κ. και της τότε υφισταμένης ανώνυμης ασφ. εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ" που έδρευε στην Θεσσαλονίκη, νόμιμα εκπροσωπουμένης.

IV. ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ.

Οι εναγόμενοι πρέπει να υποχρεωθούν εις ολόκληρο ο καθένας από αυτούς να μας αποζημιώσουν και ειδικότερα :

α. οι πρώτοι δύο εναγόμενοι (σύμφωνα με τα αναφερόμενα ως άνω υπό στοιχ. III) ως μόνοι πλησιέστεροι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, του αποβιώσαντος την 28-7-2004 Ν. Ζ., οι οποίοι και δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά αυτού, ο οποίος (Ν. Ζ.) και ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος, αλλά και υπαίτιος οδηγός της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και β. η Τρίτη εναγομένη ως εξής: αμέσως μετά το ατύχημα κατατέθηκε στα αρμοδίως επιληφθέντα όργανα του Τμήματος Τροχαίας Κατερίνης που επελήφθησαν αρμοδίως του ατυχήματος, το ΕΙΔΙΚΟ ΣΗΜΑ του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 489/76, που είχε εκδώσει η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, από το οποίο προκύπτει ότι η άνω ζημιογόνα μοτοσικλέτα, την ημέρα του ενδίκου ατυχήματος ήταν ασφαλισμένη στην τρίτη εναγομένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της, για το ποσό των € 100.000, οο για υλικές ζημίες τρίτων και των € 500.000,οο για σωματικές βλάβες τρίτων.

Η κατοχή και επίδειξη του άνω ειδικού σήματος, συνιστά πρόταση κατάρτισης σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους εκ μέρους της τρίτης εναγόμενης που το εξέδωσε μέχρι το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης, την οποία πρόταση δηλώνουμε, εμείς οι ενάγοντες, ρητά ότι την αποδεχόμαστε με την κατάθεση της παρούσας αγωγής μας, και έτσι με την κατάθεση της αγωγής μας ολοκληρώνεται η σύμβαση αναδοχής χρέους.

Συνεπώς η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, υποχρεούται σε ολόκληρο με τους πρώτους δύο εναγόμενους να αποκαταστήσουν την ζημία μας, σύμφωνα με το άνω ασφαλιστήριο που εξέδωσε με το οποίο κάλυπτε ασφαλιστικά την ζημιογόνα μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ν. Ζ., με έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση, δηλ. καλύπτουσα την αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου και οδηγού για απαιτήσεις από σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες τρίτων από την κυκλοφορία της άνω μοτοσικλέτας, και την καταρτισθείσα κατά τον άνω τρόπο σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, με την οποία η τρίτη εναγόμενη αποδέχτηκε σωρευτικά, το προς εμάς χρέος των πρώτων δύο εναγομένων.

Συνεπώς άπαντες οι εναγόμενοι ευθύνονται σε ολόκληρο ο καθένας να μας αποζημιώσουν σύμφωνα με τις άνω ιδιότητές τους.

V. ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ.

Εκ του από αποκλειστική υπαιτιότητα του Ν. Ζ. ως άνω τροχαίου ατυχήματος, συνεπεία του οποίου βρήκε αδόκητο και άδικο θάνατο ο Ν. Μ. (D. M.), υιός των δύο πρώτων εξ ημών των εναγόντων και αδελφός του 3ου και του 4ου εξ ημών των εναγόντων, έχουμε κατά των εναγομένων, τις πιο κάτω αξιώσεις:

ΨΥΧΙΚΗ ΟΔΥΝΗ.

Ο άνω φονευθείς ήταν ηλικίας μόλις 27 ετών (έτος γεννήσεως 1977), αρτιμελής, υγιέστατος, εργαζόμενος ως εργάτης στην Ιχθυόσκαλα του Βόλου, κάτοικος εν ζωή … (οδός ...), εγγύτεροι δε συγγενείς του ήμασταν όλοι εμείς, οι οποίοι έχουμε υποστεί εξαιτίας του αιφνίδιου και αδόκητου θανάτου του, αλλά και εξακολουθούμε να υφιστάμεθα, οξύ ψυχικό πόνο και ψυχική οδύνη εξαιτίας του μετ' αυτού στενότατου συνδέσμου και αγάπης, και του εξαιρετικού και τέλειου χαρακτήρα του.

Για τον λόγο αυτό δικαιούμεθα όλοι εμείς, που αποτελούμε την οικογένεια του αποβιώσαντος ως εγγύτεροι και στενά συνδεδεμένοι με αυτόν συγγενείς, να ζητήσουμε χρηματική ικανοποίηση, η οποία, αφού ληφθούν υπ' όψη οι πιο πάνω συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ανωτέρω αδικοπραξία και ιδίως η βαρύτητα και η αποκλειστικότητα του πταίσματος του Ν. Ζ., η προσωπικότητα του θανατωθέντος και ο μετ' αυτού στενότατος σύνδεσμος και αγάπη ημών, η μεγάλη ψυχική οδύνη που προξενήθηκε και εξακολουθεί να προκαλείται σε μας και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση ημών των διαδίκων, ανέρχεται στα πιο κάτω χρηματικά ποσά για την εξεύρεση μέσων παρηγοριάς και ανακούφισης και την απάλυνση της οξείας και έντονης θλίψης μας :

Α. € 100.000 για τον πρώτο εξ ημών των εναγόντων Σ. Μ.,

Β. € 100.000 για την δεύτερη εξ ημών των εναγόντων Σαλ Μ. συζ. Σ.,

Γ. € 80.000 για τον τρίτο εξ ημών των εναγόντων Α. Μ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και

Δ. € 80.000 για τον τέταρτο εξ ημών των εναγόντων Φ. Μ..

Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της άνω αδικοπραξίας του Ν. Ζ. και της μεγάλης και έντονης ψυχικής μας οδύνης είναι προφανής και αυτονόητη.

Επειδή οι εναγόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον για την πληρωμή των πιο πάνω αξιώσεών μας.

Επειδή σύμφωνα με τα ανωτέρω οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι, και μάλιστα εις ολόκληρον ο καθένας απ' αυτούς, να μας καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά ανερχόμενα σε :

Α. € 100.000 για τον πρώτο εξ ημών των εναγόντων,

Β. € 100.000 για την δεύτερη εξ ημών των εναγόντων,

Γ. € 80.000 για τον τρίτο εξ ημών των εναγόντων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και

Δ. € 80.000 για τον τέταρτο εξ ημών των εναγόντων, και μάλιστα νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας και μέχρις εξοφλήσεως.

Επειδή παρόλο που επανειλημμένως οι αντίδικοι οχλήθηκαν από εμάς για την καταβολή των ανωτέρω ποσών, αυτοί μέχρι σήμερον αδιαφόρησαν και πρέπει να υποχρεωθούν δικαστικώς προς τούτο.? Επειδή για την καταβολή οε μας των ανωτέρω ποσών ενέχονται σε ολόκληρο ο καθένας από τους εναγομένους και δη οι πρώτοι δύο ως έχοντες υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς του αποβιώσαντος στις 28-7-2004 ανωτέρω αναφερομένου Ν. Ζ., υιού τους, ως μόνοι πλησιέστεροι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, οι οποίοι και δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά αυτού, ο οποίος Ν. Ζ. ήταν οδηγός και ιδιοκτήτης της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσικλέτας κατά τον χρόνο (28-7-2004) του τροχαίου ατυχήματος, η δε τρίτη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ." ως έχουσα ασφαλισμένη την εν λόγω δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά το χρόνο του ατυχήματος για την από την κυκλοφορία της έναντι των τρίτων αστική ευθύνη προς αποζημίωση, και πρέπει να υποχρεωθούν σε τούτο δικαστικώς, νόμιμη δε συντρέχει περίπτωση όπως κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί.

VI. ΠΛΑΓΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ (επικουρικά).

Επειδή από το άρθρο 72 Κ.Πολ.Δ. [Πλαγιαστική αγωγή] ορίζεται ότι ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εφόσον εκείνος δεν τα ασκήσει.

Εν προκειμένω, οι πρώτοι δύο εναγόμενοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ν. Ζ., αδρανούν παρά τις οχλήσεις μας, να ασκήσουν τα δικαιώματά τους εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ήδη αποβιώσαντος Ν. Ζ., τρίτης εναγομένης, δεδομένου ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, συνεπώς νομιμοποιούμαστε εμείς, σε κάθε περίπτωση και όλως επικουρικώς, να το πράξουμε με την παρούσα πλαγιαστική αγωγή μας.

Επειδή η αγωγή μας είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της, αρμόδιο δε είναι και το Δικαστήριο τούτο." Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν, καθόσον μεν αφορά στην ευθεία αγωγή τους την επιδίκαση σ' αυτούς σε βάρος των τριών εναγομένων, από τους οποίου οι δύο πρώτοι, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανατωθέντος κατά το ένδικο ατύχημα οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (μοτοσυκλέτας), η δε τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα που ασφάλιζε το ως άνω όχημα τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθόσον δε αφορά στη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο με την ευθεία αγωγή τους πλαγιαστική αγωγή: "Να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη να καταβάλει στους δύο πρώτους εναγόμενους τα αιτούμενα με την ευθεία αγωγή τους ποσά, ή όποια άλλα ποσά θα υποχρεωθούν να καταβάλουν σε αυτούς, σε περίπτωση ήττας τους στην δίκη που έχει ανοίξει με την άνω αγωγή μας, δηλαδή το κεφάλαιο, τους τόκους και τα έξοδα της δίκης και όλα τα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της άνω αγωγής, άλλως και όλως επικουρικώς, από την καταβολή τους, λόγω της άσκησης πλαγιαστικής αγωγής μας".

Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2708/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ευθεία αγωγή των εναγόντων εναντίον της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, δεχόμενη την ένσταση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, ως ευθέως εναγομένης (τρίτης) περί συμπληρώσεως της διετούς, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο παραγραφής της αξίωσης τους κατ' αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976, ενώ την έκανε μερικά δεκτή καθόσον αυτή στρέφονταν κατά του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, αναγνωρίζοντας ότι:

οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων της κύριας αγωγής υποχρεούνται να καταβάλουν κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 50% έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 60.000 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα (ατομικά λόγω της επελθούσης ενηλικιώσεως του) το ποσό των 40.000 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους, ακολούθως δε, έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την πλαγιαστική αγωγή και αναγνώρισε ότι η πλαγιαστικά εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων τα παραπάνω ποσά που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στους πλαγιαστικά ενάγοντες με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεως από την πλαγιαστικώς εναγομένη κατά της ως άνω απόφασης, κατά το μέρος που δέχτηκε την πλαγιαστική αγωγή, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 1219/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη και ορισμένη διότι περιέχει όλα τα αναγκαία σύμφωνα με τα το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ κατά τα προαναφερθέντα για την πληρότητα το δικογράφου της στοιχεία, που απαιτούνται για την θεμελίωση της ασκουμένης με την αγωγή αξίωσης και δικαιολογούν την άσκηση της. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είναι δανειστές των δύο πρώτων ευθέως εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) υπό την ιδιότητα τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος υπαίτιου οδηγού της ασφαλισμένης ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, ότι έχουν κατ' αυτών αξιώσεις από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 Α.Κ.

συνεπεία του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους στο ένδικο ατύχημα, ότι οι δύο πρώτοι ευθέως εναγόμενοι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ασφαλισμένου υπαίτιου οδηγού έχουν υπό την ιδιότητα τους αυτή αντίστοιχη αξίωση κατά της πλαγιαστικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με βάση την αναφερόμενη ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση και ότι αδρανούν να προβούν στην επιδίωξη των δικαιωμάτων τους παρότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ορθά εφάρμοσε τον νόμο και ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ. Δ. ισχυριζόμενη ότι αν και έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ως προς την κληρονομική διαδοχή, όσον αφορά τον θανόντα υπαίτιο οδηγό, είναι εφαρμοστέο το αλβανικό δίκαιο, το δικαστήριο δεν ερεύνησε, αν δημοσιεύτηκε διαθήκη του στην αρμόδια αλβανική αρχή παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 28, 31 Α.Κ.

καθώς και τα άρθρα 333, 334 και 335 αλβανικού αστικού κώδικα αλλά και εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες όσον αφορά την διαπίστωση της ιδιότητας των δύο πρώτων εναγομένων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος ασφαλισμένου οδηγού, (η οποία συνδέεται με την ιδιότητα τους ως δανειστών της αναιρεσείουσας) και κατά συνέπεια αν ασκήθηκε νόμιμα η πλαγιαστική αγωγή με επίδοση σε εκείνους, αφού δεν αποφάνθηκε αν δημοσιεύτηκε διαθήκη του θανόντος στην αρμόδια κατά το αλβανικό δίκαιο αρχή ούτε αν οι φερόμενοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι έχουν αποποιηθεί την κληρονομιά.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 1219/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας Ν.

Ζ. ήταν εν ζωή, κάτοικος … και οι πρώτος και δεύτερη των εναγόμενων αλβανοί υπήκοοι, που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, είναι ο πατέρας και η μητέρα του και οι μόνοι νόμιμοι, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις του Αλβανικού δικαίου (άρθ. 360 και 363 ΑλβΑΚ), καθώς τούτος δεν είχε δημιουργήσει δική του οικογένεια και δεν είχε σύζυγο και τέκνα ούτε υπήρχε πρόσωπο ανίκανο προς εργασία το οποίο να ζούσε μαζί του τουλάχιστον ένα έτος πριν το θάνατο του και να συντηρούνταν από αυτόν δεδομένου ότι ο αδελφός του Φ.

Ζ. που ζούσε μαζί του στον άνω τόπο, εργαζόταν, όπως και ο θανών οδηγός, ως οικοδόμος και συντηρούνταν από τα εισοδήματα που απεκόμιζε από την εν λόγω εργασία του. Εξ άλλου από τα με αριθμ.: 1) 770/7-4-2016 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Βόλου, 2) 521/7-4- 2016 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Βόλου 3) 40206/14-11-2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 4) 36520/15-11-2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση οι εφεσίβλητοι και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά τα προαναφερόμενα, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 529 ΚΠολΔ, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη.

Οι ως άνω κληρονόμοι οι οποίοι κληρονόμησαν αυτόν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, θεωρείται ότι αποδέχθηκαν σιωπηρά την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του γιού τους Ν. Ζ., καθώς αποδείχθηκε ότι με τη με αριθ. κατάθ. 3064/316/7-10-2005 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Κατερίνης κατά του Ι.

Κ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Αργοναυτική", αξίωσαν αποζημίωση για την καταστραφείσα από τη σύγκρουση μοτοσικλέτα του υιού τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ότι οι παραπάνω εναγόμενοι και ήδη μη διάδικοι στην προκείμενη δίκη, είναι οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω υπαιτίου οδηγού της ασφαλισμένης στην εκκαλούσα ζημιογόνου μοτοσυκλέτας δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η τελευταία, με το τελευταίο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα..." Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δικαστήριο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Ειδικότερα αφού έκρινε εφαρμοστέο ως προς την κληρονομική διαδοχή το αλβανικό δίκαιο, το οποίο και εφάρμοσε δέχτηκε ότι ο θανών απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και ότι οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αποδέχτηκαν σιωπηρά την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά. Οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα, αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε στο προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την ιδιότητα των δύο πρώτων εναγομένων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας υπό την κατ' επίφαση δε επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το παραπάνω σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβαλλόμενος. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναίρεσης αφού δεν προκύπτει παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες το δικαστήριο εφάρμοσε.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης στους πλαγιαστικώς ενάγοντες εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το υπέρμετρο ποσό των 60.000 ευρώ σε κάθε έναν από τους γονείς του θανόντος και αυτό των 40.000 ευρώ σε κάθε ένα από τους αδελφούς αυτού.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά δε με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ' αρθ. 932 Α.Κ. δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο θανών, γιος του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και αδελφός των τρίτου και τέταρτου αυτών, που είναι όλοι αλβανοί υπήκοοι (βλ, το από 11-10-2004 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης) κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 27 ετών, υγιής, και οι σχέσεις του με όλους τους ενάγοντες ήταν άριστες και δεν είχαν ποτέ διαταραχτεί για οποιαδήποτε αιτία.

Ειδικότερα αυτός από πολλών ετών διέμενε, μόνιμα και νόμιμα στο Βόλο συντηρούνταν από την άνω εργασία του και διατηρούσε ισχυρές σχέσεις στοργής και αγάπης με όλους τους ενάγοντες και δη τόσο με τους γονείς του όσο και με τα αδέλφια του που διέμεναν στην Αλβανία, αφού ποτέ δεν είχαν διακόψει τις μεταξύ τους επαφές.

Ο αδόκητος δε και αιφνίδιος θάνατος του. που επήλθε, κατά τα προαναφερόμενα, από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια πράξη του δικαιοπαρόχου των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, οδηγού του ασφαλισμένου από την εκκαλούσα ζημιογόνου οχήματος, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά των άνω συγγενών του, οι οποίοι περιλαμβάνονται όλοι στην κατά την προαναφερθείσα έννοια, οικογένειά του.

Ειδικότερα, η θανάτωση του πιο πάνω προσφιλούς προσώπου τους, που επήλθε μάλιστα υπό τις προπεριγραφείσες τραγικές συνθήκες, τους συγκλόνισε και δημιούργησε σ' αυτούς έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψεως και οδύνης, που είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον. Για να επέλθει μιας μορφής εξισορρόπηση από την δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες και να δοθεί σ' αυτούς κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τη λύπη, τον πόνο και την στενοχώρια τους και αποσκοπεί προεχόντως στην παροχή προς αυτούς των απαραιτήτων εκείνων οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό είναι ικανά να συντελέσουν στη άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που υπέστησαν, προκειμένου να καταστεί, στο μέτρο του εφικτού, δυνατή η ηθική τους παρηγορία και η ψυχική τους ικανοποίηση.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, την διάρκεια και την ένταση της θλίψεως και του ψυχικού άλγους που οι προαναφερόμενοι ενάγοντες δοκίμασαν, την απαιτουμένη για την καταπολέμησή του προσπάθεια ενός εκάστου εξ αυτών, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμο και τον βαθμό συγγενείας που τους συνέδεε με τον θανόντα, την ηλικία του τελευταίου, τις συνθήκες υπό τις οποίες επισυνέβη ο θάνατος του, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του προαναφερθέντος υπαιτίου προσώπου, καθώς και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πλην αυτής της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία δεν συνεκτιμάται για τον ως άνω προσδιορισμό, αφού η ευθύνη της είναι εγγυητική, κρίνει ότι το ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης που δικαιούνται οι ενάγοντες συγγενείς του θανόντος, ανέρχεται για τον πρώτο από αυτούς, πατέρα του θανόντος, στο ποσό των 60.000 ευρώ, για την δεύτερη, μητέρα του θανόντος, στο ποσό των 60.000 ευρώ και για καθένα των λοιπών εναγόντων, αδελφών του θανόντος, στο ποσό των 40.000 ευρώ, που κρίνονται εύλογα σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη της παρούσας.

Τα ποσά δε αυτά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, αναγνώρισε ότι υποχρεούνται να καταβάλουν οι παραπάνω εναγόμενοι και μη διάδικοι στη δίκη αυτή, υπό την προαναφερομένη ιδιότητα τους, κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 50% έκαστος σε καθένα των εναγόντων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες πρέπει να οριστεί στα προαναφερθέντα ποσά για κάθε έναν των άνω εναγόντων, ορθά εκτίμησε τα υποβληθέντα υπό την κρίση του ως άνω περιστατικά (συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, βαθμό πταίσματος του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων κλπ...) και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την επιδικασθείσα στους αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατ' αρθ.932 Α.Κ. στο πιο πάνω ποσό, ήτοι σε αυτό των 60.000 ευρώ για κάθε έναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες και 40.000 ευρώ για κάθε έναν από τους λοιπούς παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, είναι βάσιμος ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν τούτου πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1219/2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Και

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ