Legislator Case Law & Legislation
678/2020 AI generated

Supreme Court dismisses union appeal against bank employees' dismissal while allowing individual members' appeals for retrial.

Case Number 678/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the union's appeal regarding the dismissal of bank employees, ruling that the union's legal standing was insufficient to challenge the specific termination of individual members. Conversely, the court accepted the appeals filed by the individual employees, ordering a retrial of their cases before a different judge. The decision hinged on the distinction between the collective interest of the union and the individual rights of the members, allowing the latter to proceed while rejecting the former's procedural basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 6 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal by a trade union if it lacks standing to challenge individual dismissals, while simultaneously allowing appeals by the directly affected employees to proceed for retrial.

Keywords

AI generated
trade union standing individual dismissal appeal retrial procedure code of civil procedure labor dispute jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) and 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 678/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α) Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικολάου Δήμα και Νικολάου Βερβεσού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 3) Δ. Α. του Κ., κατοίκου ... και 4) Δ. Ο. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ανναμπέλας Θεοχαροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Χ., 2) Σ. Α. του Ν., 3) Σ. Γ. του Κ., 4) Π. Λ. του Δ., 5)Δ. Τ.-Γ. του Γ., 6) Ε. Γ. του Γ., όλων κατοίκων ..., 7) Ι. Ο.-Π. του Γ., κατοίκου ..., 8) Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., 9) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 10) Μ. Μ.-Κ. του Κ., κατοίκου ..., 11) Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 12) Δ. Φ.-Λ. του Α., κατοίκου ..., 13) Ν. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 14)Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 15) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 16) Σ. Ρ. του Β., κατοίκου ..., 17) Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 18) Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 19) Ά. Γ.-Μ. του Α., κατοίκου ..., 20) Ά. Β. του Χ., κατοίκου ... 21) Δ. Κ.-Θ. του Δ., κατοίκου ..., 22) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 23) Γ. Ζ.-Μ. του Δ., κατοίκου ..., 24) Γ. Ρ. του Λ., κατοίκου ..., 25) Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... Ηλείας, 26) Ε. Τ.-Κ. του Δ., κατοίκου ..., 27) Δ. Δ. του Π., 28) Α. Γ. του Β., κατοίκου ..., 29) Γ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 30)Μ. Ζ. του Ε., 31) Ζ. Π. του Κ., 32) Σ. Σ. του Θ., 33) Φ. Π. του Α., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ... 34) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ...,35) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 36) Ι. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 37) Α. Π.-Ν. του Φ., κατοίκου ..., 38) Η. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 39) Α. Σ.-Κ. του Α., κατοίκου ..., 40)Ζ. Π. του Η., κατοίκου ..., 41) Ν. Τ. -Ψ. του Χ., κατοίκου ..., 42) Ε. Π. του Σ., κατοίκου ... 43)Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 44) ..., κατοίκου ..., 45) Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ...,46) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 47) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ανναμπέλας Θεοχαροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής-Πειραιώς" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικόλαου Δήμα και Νικόλαου Βερβεσού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. 2) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Παπαχρονόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2014 αγωγή των ήδη υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητων και στοιχείο Α αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 11...2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5443/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 12-1-2016 αίτησή του και τους από 1-10-2018 πρόσθετους λόγους αυτής και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 2-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά η οποία ανέγνωσε την από 29-10-2018 έκθεσή της, που εισηγήθηκε ως προς την υπό στοιχείο Β αναίρεση: α) την απόρριψη ως απαράδεκτης της από 2-12-2015 αίτησης, ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο σωματείο και την απόρριψη των λόγων της από 2-12-2015 αίτησης αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναίρεσης και η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Β αναίρεσης ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν (Ολ. ΑΠ 11/92). Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Επί της από 4-2-2014 αγωγής των εναγόντων( συνολικά 51) κατά των εναγομένων, σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής -Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ)" εφεξής ΣΕΤΑΠ και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" περί καταβολής στον κάθε ενάγοντα των σ' αυτή (αγωγή) αναφερομένων χρηματικών ποσών ως εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης, εκδόθηκε η 11...2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία α) ως προς το πρώτο εναγόμενο σωματείο έγινε εν μέρει δεκτή αυτή για τους 40η,46ο.48ο και 51ο ενάγοντες και υποχρεώθηκε αυτό να καταβάλει στους ανωτέρω ενάγοντες τα σ'αυτή ποσά;

ενώ απορρίφθηκε για τους λοιπούς ενάγοντες (συν.47) και β) ως προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία απορρίφθηκε αυτή ως προς τους 40η,46ο,48ο και 51ο ενάγοντες και έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως προς τους λοιπούς 47 ενάγοντες και υποχρεώθηκε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σ' αυτούς (συν47) τα σ' αυτή ποσά .Κατά της απόφασης αυτής, οι εναγόμενοι άσκησαν εφέσεις .Ειδικότερα, ο Σύλλογος ΣΕΤΑΠ, άσκησε την από 10-9-2014 έφεση απευθυνόμενη κατά όλων των εναγόντων, νικησάντων και μη διαδίκων ως προς αυτόν και η ασφαλιστική εταιρεία την από 19-09-2014 απευθυνόμενη μόνο κατά των νικησάντων αντιδίκων της(συν.47) επί των οποίων εκδόθηκε η 5443/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1) απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του συλλόγου ΣΕΤΑΠ κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά των ανωτέρω 40ης,46ου,48ουκαι 51ου εφεσιβλήτων- εναγόντων και επικύρωσε κατά το μέρος αυτό την εκεί εκκαλουμένη, ενώ κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά των λοιπών 47 εφεσιβλήτων-εναγόντων εδώ αναιρεσειόντων απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος ΣΕΤΑΠ ως νικήσαντος διαδίκου έναντι αυτών στην πρωτόδικη δίκη (φύλλο 6ο της προσβαλλομένης απόφασης) και 2)έκανε δεκτή την έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας κατά των εφεσιβλήτων ( συν.47) ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου την αγωγή μεταξύ των 47 εναγόντων εδώ 47 αντιστοίχως αναιρεσειόντων και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ως προς τους οποίους είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση με την έφεση της τελευταίας και απέρριψε αυτή στο σύνολο της ως προς τους ενάγοντες αυτούς.

Υπό τα διαλαμβανόμενα ,η υποκείμενη προς κρίση από 2-12-2015 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων-εφεσιβλήτων, εδώ αναιρεσειόντων, (47 συνολικά) ως προς τους οποίους με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή τους κατά της εναγομένης -εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τελευταίας;

είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ68) και πρέπει αυτή να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της. Κατόπιν όμως απόρριψης, κατά τα προαναφερόμενα, με την προσβαλλόμενη απόφαση της έφεσης του συλλόγου ΣΕΤΑΠ, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες -εφεσίβλητους, ήδη αναιρεσείοντες της από 2-12-2015 αιτήσεως, οι τελευταίοι ως νικήσαντες ως προς το αντίδικο αυτό ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο αντίδικο τους στερούνται εννόμου συμφέροντος για άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως.

Συνεπώς, η από 2-12-2015 αίτηση αναιρέσεως ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες ως νικήσαντες διάδικοι έναντι του ανωτέρω αντιδίκου τους - πρώτου αναιρεσίβλητου σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής - Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ) δεν επικαλούνται συνδρομή ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την άσκησή της, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, παρίσταται απαράδεκτη ως προς το αναιρεσίβλητο αυτό. Περαιτέρω, η υποκείμενη προς κρίση από 12-1-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου σωματείου ΣΕΤΑΠ κατά τεσσάρων των αρχικών εναγόντων, ήτοι Α. Μ., 40ης, Ε. Π., 46ου, Δ. Α., 48ου και Δ. Ο., 51ου, ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ίδιας απόφασης 5443/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και οι από 1-10-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής που ασκήθηκαν παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικασθούν με την ανωτέρω από 1-12-2015 αίτηση, (ΚΠολΔ 246) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.

Επί των επί μέρους λόγων της από 2-12-2015 αίτησης των Ι.Κ. και λοιπών (συν.47) ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.. 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του ν. 2496/1997, που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33§4 και 34 του ίδιου νόμου και επί ασφαλιστικών συμβάσεων, που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.

Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).

Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (άρθρ. 201 επ ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο- δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης.

Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, η οποία λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρ. 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 11/2006, ΑΠ 1895/2008).

Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης) με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2 α ΝΔ 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως επαγγελματικού σωματείου) η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή το σωματείο (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του αντισυμβαλλόμενου δέκτη της ασφάλισης, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.

Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται μεταξύ του ασφαλιστή ως υποσχεθέντος και του αντισυμβαλλόμενου (επιχείρησης ή σωματείου) ως δέκτη της υπόθεσης γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), ως τρίτου καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης (δέκτη της υπόσχεσης), και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 162/2017). 3.

Κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ.

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.).

Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200 (ΑΠ253/2010).

3. Στην προκειμένη περίπτωση το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες και εδώ αναιρεσείοντες είναι συνταξιούχοι, πρώην υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας και λόγω της ιδιότητά τους αυτής κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου ήταν μέλη του επιχειρησιακού σωματείου εργαζομένων της εργοδότριας Τράπεζας με την επωνυμία " Σύλλογος Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας ΣΕΑΤΕ" , ήδη με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής - Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ)".

Ότι σκοπός του σωματείου, σύμφωνα με το καταστατικό του, είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών - εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών του και, ειδικότερα, και η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του καθώς και για την αλληλοβοήθεια τους (όρος 3 παρ. 1 και στοιχ.

ι). Ότι οι πόροι του σωματείου προέρχονταν, εκτός από λοιπά έσοδα από την αξιοποίηση της περιουσίας του, δωρεές, διοργάνωση εκδηλώσεων, έκδοση περιοδικών κλπ., και από την τακτική μηνιαία συνδρομή των μελών του (όρος 5 οτοιχ. α), η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 1% επί των μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών τους, με δυνατότητα αυξομείωσης κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, ενώ παράλληλα προβλέφθηκε και η καταβολή έκτακτων εισφορών για την κάλυψη έκτακτων αναγκών στο πλαίσιο του σκοπού του σωματείου, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και ανώτατο επιτρεπτό ετήσιο όριο, οι οποίες (συνδρομές και εισφορές) εισπράττονταν μέσω παρακράτησης από το σωματείο από τη μισθοδοσία των μελών του (ευχέρεια που δεν απονέμεται στα κοινά σωματεία), διαμέσου της αρμόδιας υπηρεσίας της εργοδότριας Αγροτικής Τράπεζας και αποδίδονταν από αυτή στο σωματείο, με τη μεταφορά των αντίστοιχων ποσών μηνιαίως σε πίστωση λογαριασμού καταθέσεων που τηρεί το σωματείο στην Τράπεζα (όρος 13).

Ότι στο άρθρο 16 του καταστατικού του, με τίτλο "οικονομική ενίσχυση εξερχόμενων μελών", προβλέφθηκαν τα εξής: "Α) Στα μέλη του Σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την Αγροτική Τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης ή θανάτου, παρέχεται οικονομική ενίσχυση με βάση τις πλήρεις αποδοχές, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1) 2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, 2) 1,5 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια ως μέλη, 3) 1 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 15 χρόνια ως μέλη και 4) Πα όσους έχουν συμπληρώσει από 5 μέχρι-15 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, το 1/15 των πλήρων αποδοχών τους για κάθε χρόνο ταμειακής ενημερότητας.

Β) Σε περίπτωση θανάτου κάποιου μέλους του Σωματείου η παραπάνω οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται κατ' ισομοιρία μόνο στη σύζυγο και στα τέκνα του μέλους αυτού...Δ) Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε Ειδικό Λογαριασμό. Ε) Σε περίπτωση αθρόας εξόδου μελών από την υπηρεσία ή πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης, μέσα στα παραπάνω όρια, των οικονομικών αυτών ενισχύσεων στο μέλλον, είναι δυνατή η μείωση τους, ύστερα από απόφαση του Δ.Σ..

ΣΤ) Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει με μία οικονομικοί εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β).

Ζ) Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος Ομαδικής Ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επί μέρους Συλλόγων τους". Ότι οι ανωτέρω όροι με ταυτόσημο περιεχόμενο περιλήφθηκαν σε όλα τα κωδικοποιημένα καταστατικά της ιστορικής διαδρομής του εναγομένου σωματείου, από την αρχική επωνυμία του ως "Σύλλογος Υπαλλήλων ΑΤΕ" και μέχρι σήμερα .Ότι στα πλαίσια της υλοποίησης του άρθρου 16 περ.

ΣΤ' του καταστατικού του, το σωματείο των εναγόντων με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.) (εφεξής: "συμβαλλόμενος"), ενόσω λειτουργούσε ως αυθύπαρκτος και ανεξάρτητος των λοιπών δύο ενώσεων ("ΣΕΠΑΤΕ" και "ΣΓΕΑΤΕ"), συνήψε με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (εφεξής: "η Εταιρία") την υπ' αριθμ. .../14.5.1985 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου (εφεξής:

συμβόλαιο υπ' αριθμ. ...1985), με τις μεταγενέστερες Πρόσθετες Πράξεις της και ημερομηνία έναρξης ισχύος την 14.5.1985.Ότι αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί ο Γενικός Κανονισμός του Προγράμματος Πρόνοιας, όπως εκάστοτε ισχύει (άρθρο 1 παρ. 1).Ότι με το συμβόλαιο αυτό και σύμφωνα με το πρόγραμμα εφάπαξ παροχών ο κάθε ασφαλισμένος κατά την αποχώρηση του από την εργασία του στην Αγροτική Τράπεζα λόγω συνταξιοδότησης, θα ελάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και ειδικότερα εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, για την καταβολή της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία κάθε φορά που αποχωρούσε κάποιος ασφαλισμένος, απέσυρε από τον τηρούμενο λογαριασμό ασφαλίστρων (Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου) το απαιτούμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στον δικαιούχο, αφού προηγουμένως το Σωματείο είχε ειδοποιήσει την ασφαλιστική εταιρεία για την αποχώρηση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, παρέχοντας συγχρόνως και όλα τα απαραίτητα στοιχεία (χρόνος υπηρεσίας, ηλικία, μισθός) για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού.Ότι στο Γενικό Κανονισμό Πρόνοιας που συνοδεύει την ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία οι ενάγοντες είναι ασφαλισμένοι ως μέλη του πρώην Σ.Υ.Α.Τ.Ε.

και ήδη Σ.Ε.Τ.Α.Π., κατά τα προεκτεθέντα, ορίζονται ειδικότερα τα εξής: ΠΑΡΟΧΕΣ: "Κάθε ασφαλισμένος δικαιούται εφάπαξ παροχής την ημερομηνία, κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει με σύνταξη γήρατος. Το ποσό της παροχής αυτής είναι ίσο με 7% επί του μηνιαίου συντάξιμου μισθού (= ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου 12μήνου πριν από τη συνταξιοδότηση ,που δηλώνει το συμβαλλόμενο σωματείο στην εταιρεία) επί τη συντάξιμη υπηρεσία (= το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πρόσληψης στο Σ.Υ.Α.Τ.Ε.

μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, όχι μεγαλύτερο των 35 ετών). Το ποσό αυτό καταβάλλεται εφάπαξ στον ασφαλισμένο κατά την ημερομηνία της συνταξιοδότησης του". Στο άρθρο 1 με τον τίτλο "Γενικές διατάξεις": "Ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλομένου", δηλαδή χρηματοδοτείτο από τα συσσωρευμένα αποθεματικά εκ του παρακρατηθέντος ποσοστού (ήμισυ του 1%) των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια της ενεργούς υπηρεσίας τους. "...

ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου έχει σκοπό τη δημιουργία ενιαίων αξιών (κεφαλαίων) που είναι απαραίτητες για την καταβολή των παροχών που καθορίζονται στο Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Πρόνοιας... Ο Συμβαλλόμενος δίνει το δικαίωμα στην Εταιρία να αποσύρει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου τα ποσά που απαιτούνται για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών.

Οι υποχρεώσεις της Εταιρίας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν από την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής". Ότι ο ανωτέρω όρος καταδεικνύει την υπέρ τρίτου - του ασφαλισμένου -δικαιούχου ενέργεια της σύμβασης και θεμελιώνει την ευθεία αξίωση του εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας για τη διεκδίκηση της δικαιούμενης εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης.

Ότι το δικαίωμα προσδοκίας κάθε ασφαλισμένου μετατρέπεται σε αξίωση καταβολής του συμφωνημένου κεφαλαίου, ως ασφαλιστικής αποζημίωσης, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, που είναι, εν προκειμένω, ο χρόνος συνταξιοδότησης του. Ότι η ασφαλιστική σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε υπέρ των εργαζομένων - μελών του Συλλόγου, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, γεννά υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρίας εκπληρωτέες ευθέως προς τους ασφαλισμένους (411, 412 ΑΚ).

Ότι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή την παροχή, στρεφόμενος κατ' αυτού απευθείας κατ' άρθρο 411 ΑΚ. Ότι τα δικαιώματα των ασφαλισμένων αντλούνται από το ασφαλιστήριο και συνεπώς, όποιες ενστάσεις έχει η ασφαλιστική εταιρεία κατά του συμβαλλομένου της σωματείου, έχει και κατά των ασφαλισμένων του.

Ότι από την 1.8.2012 ο Σύλλογος έπαυσε να καταβάλει τις εισφορές των μελών του στην Ασφαλιστική Εταιρία, όπως είχε υποχρέωση από την ασφαλιστική σύμβαση, ενώ επιπλέον το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου του επίδικου Ομαδικού Ασφαλιστηρίου ανερχόταν την 24.1.2013 στο ποσό των 6.787,35 ευρώ. Ότι, ως εκ τούτου, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την από 22.1.2013 μονομερή δήλωση της, ως είχε δικαίωμα (άρθρο 7.2 σύμβασης), κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση υπ' αριθμ. ...1985 (βλ.

υπ' αριθμ. .../24.1.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ε. Τ.), που ανέπτυξε την ισχύ της και σήμανε τη λήξη της σύμβασης τρεις (3) μήνες αργότερα, ήτοι την 25.4.2013. Ότι περαιτέρω πράγματι αποδείχθηκε το επικαλούμενο από την ασφαλιστική εταιρεία, πρόβλημα της ανεπάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου για την ολοσχερή κάλυψη των απαιτήσεων των ασφαλισμένων που θεμελίωναν, τις προϋποθέσεις απόληψης του επιδόματος σύμφωνα με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ότι το απόθεμα έβαινε κλιμακούμενο αυξητικά τουλάχιστον από το έτος 2009, οπότε διαπιστώθηκε επίσημα στο πλαίσιο της αναλογιστικής αποτίμησης του ομαδικού συμβολαίου με τη διενέργεια της σχετικής από 31.12.2009 αναλογιστικής μελέτης που διενεργήθηκε από την Υποδιεύθυνση Αναλογιστικής και Υποστήριξης Έργων Φερεγγυότητας και τον Αναλογιστή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, Γ.

Δ. Κ., τα πορίσματα της οποίας περιήλθαν εις γνώση του Συλλόγου δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. .../2011 επιστολής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ομαδικών Ασφαλίσεων, Χ. Κ.. Ότι σ' αυτήν σε ό,τι αφορά την επίδικη ...1985 σύμβαση, από τη συνεκτίμηση των κρίσιμων κριτηρίων της ετήσιας απόδοσης του λογαριασμού, της μέσης αύξησης μισθοδοσίας, της θνησιμότητας, της αναμενόμενης ηλικίας αποχώρησης και της μέγιστης συνολικής υπηρεσίας κατά την αποχώρηση των ασφαλισμένων, εκτιμήθηκε συνολικό ποσό συσσωρευμένων υποχρεώσεων τη 31.12.2009 ύψους 4.431.000,00 ευρώ, ενώ το πιστωτικό υπόλοιπο στο λογαριασμό διαχείρισης ήταν μηδενικό και απευθύνθηκε εισήγηση προς το Σωματείο για την καταβολή ισόποσης έκτακτης εισφοράς (4.431.000,00 ευρώ) για την πίστωση του λογαριασμού αυτού.

Ότι το Σωματείο δεν αποκρίθηκε στην πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας, και κατόπιν αυτού, η εναγομένη επανήλθε με τη νέα ταυτόσημη από 24.10.2012 συστημένη επιστολή της με σαφή προειδοποίηση, σε αντίθετη περίπτωση, της πρόθεσης της να προβεί σε μονομερή καταγγελία του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου, όπως και έπραξε μετά από 3 περίπου μήνες, κατά τα προηγηθέντα.

Ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης (24.1.2013) το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης ανερχόταν στο ποσό των 6.787,35 ευρώ. .Ότι το υπόλοιπο αυτό παρέμεινε στο παραπάνω ύψος, μετά την τελευταία απόσυρση μέρους του αποθέματος του Λογαριασμού από την ασφαλιστική εταιρεία, ύψους 8.974,18 ευρώ, και την απόδοση του στο μη διάδικο ασφαλισμένο του προγράμματος, Α.

Δ. (AM ...), που είχε θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης την 2.11.2010, χωρίς να προλάβει να ικανοποιηθεί, λόγω της ανεπάρκειας του αποθέματος, η αντίστοιχη απαίτηση του επόμενου κατά τη χρονική σειρά συμπλήρωσης στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων που απαιτούσε το ασφαλιστήριο για την απόληψη του ασφαλίσματος, επίσης μη διαδίκου, Π.

Σ. (AM ...), ύψους 6.824,49 ευρώ, σύμφωνα με τα γνωστοποιηθέντα στην εταιρεία από το σωματείο στοιχεία για τον υπολογισμό και την καταβολή του δικαιούμενου ποσού .Ότι οι απαιτήσεις όλων των εναγόντων - ήδη εφεσίβλητων της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας για τη λήψη του ασφαλίσματος έπονται χρονικά των οικείων των ως άνω (μη διαδίκων) δικαιούχων, αφού κατά τα οριζόμενα στην αγωγή τους θεμελίωσαν συνταξιοδοτικό δικαίωμα σε μεταγενέστερους χρόνους από την 2.11.2010, οπότε σε κάθε περίπτωση, ο λογαριασμός διαχείρισης αναφορικά με αυτούς πρέπει να λογιστεί ως μηδενικός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Ότι περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 της ασφαλιστικής σύμβασης υπό τον τίτλο "Λειτουργία του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου": "Ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου ανοίγεται κατά την ημερομηνία που θα πραγματοποιηθεί η πρώτη καταβολή του Συμβαλλομένου προς την Εταιρία. Κάθε εισφορά που καταβάλλεται από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρία πιστώνεται στο Λογαριασμό την ίδια ακριβώς ημέρα της καταβολής.

Οι τόκοι πιστώνονται στο Λογαριασμό στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους. Στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους η Εταιρία συντάσσει έκθεση για την κατάσταση του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου που περιλαμβάνει σε πίστωση: α) το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, β) τις εισφορές που καταβλήθηκαν από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 κατά τη διάρκεια του έτους, γ) τους τόκους του κεφαλαίου που υπολογίστηκαν από την Εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3.

Σε χρέωση α) τα ποσά που αναλήφθηκαν από το Κεφάλαιο για την καταβολή των προβλεπομένων παροχών των ασφαλισμένων που συνταξιοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, β) τα έξοδα διαχείρισης, όπως καθορίζονται στο άρθρο 4, γ) οποιοδήποτε ποσό που καταλογίζεται σε βάρος του Κεφαλαίου για φορολογικούς ή άλλους λόγους, δ) τις προμήθειες που καταβλήθηκαν και ε) τους τόκους για τα ποσά που αναλήφθηκαν από το λογαριασμό.

Το υπόλοιπο κάθε στιγμή μεταξύ πίστωσης και χρέωσης καθορίζει το ύψος του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κατά τη στιγμή αυτή. Στο άρθρο 3 υπό τον τίτλο "Εισφορές - Τόκοι που υπολογίζονται στο Κεφάλαιο -Εγγυήσεις": "Με βάση τις πληροφορίες (που ο Συμβαλλόμενος διαβιβάζει στην Εταιρία στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους), η Εταιρία καθορίζει το ποσό της εισφοράς την οποία οφείλει να καταβάλει ο Συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, για την καλυπτόμενη ομάδα.

Κάθε έτος θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του Κεφαλαίου. Οι διαφορές που δυνατόν να διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρείας. 3.3. Η εταιρεία εγγυάται το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κάθε στιγμή.

Η Εταιρία εγγυάται την καταβολή της σύνταξης, εφόσον προβλέπεται από τον Κανονισμό Πρόνοιας ..." του προγράμματος, αναλαμβάνοντας από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το μικτό ενιαίο ασφάλιστρο που απαιτείται σύμφωνα με τις τεχνικές βάσεις τις εγκεκριμένες από το Υπουργείο Εμπορίου κατά την ημερομηνία της αποχώρησης.

Αν η εταιρεία διαπιστώσει ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει γΓ αυτό το Συμβαλλόμενο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες αναπροσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού. Δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία καταβολή δεν γίνεται από την Εταιρία εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής".

Σύμφωνα με το άρθρο 6 που τιτλοφορείται "Καταβολή Παροχής" συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα: "6.1. Με τη λήψη μιας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η Εταιρία αναλαμβάνει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση" και με το άρθρο 7 υπό τον τίτλο: "Καταγγελία του Συμβολαίου": "7.2.

Η Εταιρία έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το παρόν Συμβόλαιο οποιαδήποτε στιγμή με προειδοποίηση τριών μηνών τουλάχιστον απευθυνόμενη με συστημένη επιστολή στο Συμβαλλόμενο, εφόσον συμβεί μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Αν ο Συμβαλλόμενος δεν πραγματοποιεί υπέρ του Κεφαλαίου σύμφωνα με τις παροχές που προβλέπονται στο συνημμένο πρόγραμμα Πρόνοιας, την καταβολή των εισφορών όπως καθορίζονται και απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και β) Αν ο Συμβαλλόμενος αρνηθεί να αποδεχτεί τις τροποποιήσεις τις οποίες κρίνει η Εταιρία ότι πρέπει να επιφέρει στο παρόν Συμβόλαιο σε περίπτωση τροποποίησης του Προγράμματος Πρόνοιας και εισηγείται σε αυτόν".

Τέλος, στο άρθρο 8 υπό τον τίτλο: "Συνέπειες της καταγγελίας", προβλέφθηκαν τα εξής: "8.1. Σε περίπτωση καταγγελίας του Συμβολαίου, από την ημερομηνία της γνωστοποίησης της δε θα γίνονται παροχές από την Εταιρία μέχρι να εκκαθαριστεί ο Λογαριασμός. 8.2. Μετά την καταγγελία του Συμβολαίου, ο Συμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει με έγγραφο του από την Εταιρία να μεταφέρει το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου σε άλλη εταιρεία της επιλογής του με την οποία το Πρόγραμμα θα συνεχιστεί σύμφωνα με τη βεβαίωση του Συμβαλλομένου".

Ότι το επίδικο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο εντάσσεται εξ απόψεως νομικού χαρακτηρισμού στην έννοια του λογαριασμού διαχειριστικής ασφάλισης, όπως ρητά τιτλοφορείται το επακολουθούν το προοίμιο τμήμα του ως "Γενικοί Όροι Συμβολαίου Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου (Deposit Administration Fund)", αλλά και συνάγεται από τις με σαφήνεια συμβατικά καθοριζόμενες ρυθμίσεις του περιεχομένου του και αποτελεί την τυπική μορφή της ομαδικής ασφάλισης, της ασφάλισης για λογαριασμό, όπου αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή είναι το εναγόμενο Σωματείο, ως κορυφή της ομάδας των ασφαλισμένων μελών του.

Ότι πρόκειται για μια μικτή σύμβαση, που ναι μεν παρέχεται από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, πλην όμως επειδή υπάγεται στον κλάδο ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας του άρθρου 13 παρ. 2 εδ. 2 περ. VIII του ν.δ. 400/1970, που δημιουργεί την ονομαζόμενη παροχή κεφαλαίου πρόνοιας, δεν αποτελεί ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά ανάληψη χρηματοοικονομικής δραστηριότητας με συλλογή ασφαλίστρων προς σύσταση κεφαλαίων.

Ότι όπως προεκτέθηκε, κατά τα διεθνώς ισχύοντα πρότυπα της σύμβασης αυτής, ο ασφαλιστής καταβάλλει στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης, εντούτοις όμως η ελευθερία των συμβάσεων επιτρέπει τη διαφορετική διαμόρφωση της σύμβασης, έτσι ώστε ο ασφαλιστής να εγγυάται και ορισμένες παροχές.

Ότι εν προκειμένω το ενδιαφέρον την παρούσα διαδικασία περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αφορά στο επίμαχο ζήτημα της λήξης της ευθύνης του ασφαλιστή με την εξάντληση του λογαριασμού, όπως διατείνεται η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, ή της απεριόριστης ευθύνης της και πέραν του ποσοτικού ορίου του ύψους των διαθεσίμων του λογαριασμού, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και έγινε δεκτό από την εκκαλουμένη απόφαση, ερειδόμενες οι επιμέρους τοποθετήσεις επί των οικείων διατάξεων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προαναφέρθηκαν (άρθρο 3.3.

περί εγγυήσεως του υπολοίπου κάθε στιγμή και περί εγγυήσεως της καταβολής της σύνταξης και άρθρα 3.3. και 6.1. περί καταβολής μόνον επί επάρκειας του λογαριασμού) ανάγεται σε ζήτημα ερμηνείας των σχετικών όρων με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες πρέπει να προσφύγει το Δικαστήριο για να αναζητήσει την χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών και ακολούθως να ερμηνεύσει τη σύμβαση ως προς τα σημεία αυτά, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.

Ότι πρέπει, όμως, να ληφθεί υπόψη και η διεθνής συναλλακτική πρακτική κατά την ερμηνεία της σύμβασης, εφόσον με αυτήν δεν προκύπτει με σαφήνεια η βούληση των συμβαλλομένων, όπως εν προκειμένω, που οι συναλλακτικές συνήθειες είναι σταθερά διαμορφωμένες και το γράμμα της σύμβασης, κατά τον όρο περί της "εγγύησης της καταβολής της σύνταξης" διαφέρει πλήρως από αυτές, τούτο δε αποτελεί έναν πρόσθετο λόγο για την προσφυγή στη βοήθεια των αρχών του άρθρου 200 ΑΚ (καλή πίστη, συναλλακτικά ήθη).

Ότι ενόψει του ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου δεν αποτελεί κάλυψη κινδύνου, στην οποία ο νόμος απαιτεί "εγγυημένη ασφαλιστική κάλυψη", του ότι η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3-9124/5-12-2001 (ΦΕΚ Β' 1616), σχετικά με τη ρύθμιση ασφαλίσεων ζωής, επιβάλλει το λεγόμενο εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο στο καθοριζόμενο από αυτήν ανώτατο ύψος, όπως ορίστηκε και με την από 12.9.2005 πρόσθετη πράξη του επίδικου ασφαλιστηρίου, που το καθόρισε σε ύψος 3%, και, τέλος, του ότι το ασφαλιστήριο δεν κάνει λόγο για "εγγυημένες" παροχές, κατά το ύψος που προβλέπονται στο συνημμένο Κανονισμό Πρόνοιας του Προγράμματος, θα πρέπει με τη βοήθεια των αρχών της καλής πίστης, συνεκτιμώντας και τα συναλλακτικό ήθη να οριοθετηθεί το νόημα που θέλησαν να προσδώσουν οι συμβαλλόμενοι στη σύμβαση τους ως εξής:

Η ασφαλιστική εταιρεία που παρέχει την εφάπαξ παροχή δεν ανέλαβε τον ασφαλιστικό κίνδυνο της καταβολής χρηματικού ποσού αν συμβεί ένα μέλλον και αβέβαιο γεγονός, όπως γίνεται στις κυριολεκτικές ασφαλιστικές συμβάσεις και λείπει έτσι αυτό το κεντρικό χαρακτηριστικό της ασφάλισης. Στο συγκεκριμένο ασφαλιστήριο, η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να κάνει χρηστή διοίκηση των συλλεγέντων χρημάτων, όχι να κατακερματίσει τον ασφαλιστικό κίνδυνο, αφού τέτοιος δεν υπάρχει.

Το αν, μετά από ένα διάστημα λειτουργίας το απομένον απόθεμα αρκεί για την καταβολή της παροχής λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία ίσου ποσού στους μελλοντικούς δικαιούχους προς αυτό που εισέπραξαν αυτοί που μέχρι τη στιγμή εκείνη είχαν αποχωρήσει είναι ζήτημα που εξαρτάται από τον ρυθμό των αποχωρήσεων, των αυξήσεων των μισθών κλπ., συνεπώς από συνειδητές πράξεις των ασφαλισμένων - ληπτών της ασφάλισης και για το λόγο αυτό δεν παρέχεται "η ασφαλιστική εγγύηση" γι' αυτές τις οικονομικές παροχές ενίσχυσης.

Θα ήταν επιτρεπτή, ασφαλώς, η συμφωνία της συμβατικής εγγύησης των παροχών σε ορισμένο αμετάβλητο ύψος, κάτι τέτοιο όμως θα συνέβαινε μόνον εφόσον η ασφαλιστική εταιρεία επιτρεπόταν να αναπροσαρμόζει ελεύθερα τα ασφάλιστρα, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον η αύξηση των ασφαλίστρων - εισφορών των συμβαλλομένων ήταν στην κυριαρχική εξουσία του συμβαλλομένου Συλλόγου, με την ασφαλιστική εταιρεία να εξουσιοδοτείται μόνον στη διαπίστωση της ελλειμματικής τάσης του Λογαριασμού και στη σχετική ενημέρωση και εισήγηση των προτεινόμενων λύσεων προς τον αντισυμβαλλόμενο της.

Ενόψει δε του ότι το επίδικο ασφαλιστήριο το έχει συνάψει το Σωματείο των εργαζομένων, οι ασφαλισμένοι είναι εύλογα αναμενόμενο ότι θα δέχονταν ιδιαίτερα δύσκολα τη στέρηση της παροχής προκειμένου να μη συνδράμουν στην αύξηση του ασφαλίστρου, αν τους ήταν σαφές και τους είχε επισημανθεί δεόντως η δυσμενής συνέπεια της μη αύξησης του ασφαλίστρου.

Απόρροια της έλλειψης ανάληψης του κινδύνου στο επίδικο ασφαλιστήριο από την ασφαλιστική εταιρεία, είναι και η έλλειψη ειδικών ρυθμίσεων στο νόμο που να θεμελιώνουν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να εφαρμόζει με ένα συγκεκριμένο τρόπο αποθεματικό. Εδώ, ενόψει του ότι διαχειρίζεται απλώς τα ασφάλιστρα, υποχρεούται το πιστωτικό υπόλοιπο από το λογαριασμό να μην το τοποθετεί προς κάλυψη άλλων κινδύνων ή υποχρεώσεων, ούτε γενικά να το διαχειρίζεται ως ελεύθερη περιουσία της ιδίας, αλλά να το διαχειρίζεται ως ξεχωριστή περιουσία.

Εν προκειμένω, άλλωστε, είναι βέβαιο ότι η πρόβλεψη σταθερών ασφαλίστρων και σταθερών εισφορών (υπό την έννοια της μη δυνατότητας αναπροσαρμογής τους από την ασφαλιστική εταιρεία), που ανάγονται στο ήμισυ περίπου του 1% του μηνιαίου ακαθάριστου μισθού των εργαζομένων -ασφαλισμένων, θα δημιουργούσε αναλογιστικό έλλειμμα στο απόθεμα, που σημαίνει πραγματικό έλλειμμα στο προσεχές μέλλον. Δεν θα δημιουργούσε έλλειμμα μόνον εάν οι αυξήσεις των μισθών και η κινητικότητα των εργαζομένων παρέμεναν σταθερά ή σχεδόν σταθερά στα ίδια επίπεδα με αυτά του χρόνου σύναψης της σύμβασης, οπότε προβλέφθηκε το σταθερό ποσοστό της εισφοράς - ασφαλίστρου επί του μηνιαίου μισθού. Όμως τόσο ο ρυθμός αύξησης του μισθού των εργαζομένων - ασφαλισμένων, όσο και η πρόωρη αποχώρηση τους για οποιαδήποτε αιτία αποτελούν μη ασφαλίσιμους παράγοντες.

Συνεπώς, η κατά νόμο ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο επίμαχο τμήμα της σύμβασης και με δεδομένο ότι κατά την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η παροχή του οφειλέτη πρέπει να εκπληρώνεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν υποχρεούται να καταβάλει στο ακέραιο τις επίδικες παροχές των ασφαλισμένων μελών, αν δεν προηγηθεί τροφοδότηση του λογαριασμού με εφάπαξ καταβολές εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης ή και με αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων, ενώ ο επίμαχος όρος του ομαδικού ασφαλιστηρίου προγράμματος ότι η ασφαλιστική εταιρεία "εγγυάται το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κάθε στιγμή και την καταβολή της σύνταξης εφόσον προβλέπεται από τον κανονισμό πρόνοιας του προγράμματος..." (άρθρο 3.3.) σημαίνει ότι εγγυάται τη δημιουργία αποθέματος συνολικά, δεν μπορεί όμως να εγγυηθεί για κάθε ένα μέλος της ομάδας την ισότιμη απόδοση κεφαλαίου.

Στο ίδιο συμπέρασμα, ακόμη εντεινόμενο, καταλήγει το Δικαστήριο ακόμη και στο μέτρο που το έλλειμμα δημιουργήθηκε ή διογκώθηκε με ηθελημένες πράξεις του Συλλόγου (μη αναπροσαρμογή του ύψους του ασφαλίστρου - μη επαύξηση εισφορών), όχι υπό την έννοια της πρόθεσης ζημίας της ασφαλιστικής εταιρείας, αποτελούν όμως ηθελημένη πρόκληση της ανεπάρκειας, έστω και σε πρότερο χρόνο από εκείνον που θα επερχόταν κατά την πορεία των εξελίξεων, του λογαριασμού διαχείρισης.

Άλλωστε, αβιάστως προκύπτει ότι το εναγόμενο σωματείο τελούσε εις γνώση του παρουσιαζόμενου ελλείμματος, πέραν της ως άνω επίσημης ενημέρωσης του από την εταιρεία στις 10.2.2011, και λόγω του στενού οικονομικού και διοικητικού δεσμού με την ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και την εν γένει συνεργασία τους στα θέματα ασφάλισης, η διοίκηση του οποίου εξάλλου επαγγέλλεται την προάσπιση των συμφερόντων των μελών του.

Ότι με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, συμβατική ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για την απόδοση των αξιούμενων παροχών των εναγόντων -εφεσίβλητων δεν μπορεί να θεμελιωθεί, εφόσον διαπιστώθηκε η ανεπάρκεια του λογαριασμού διαχείρισης για την ικανοποίηση τους, κατά το χρόνο που θεμελίωσαν τις προϋποθέσεις λήψης της παροχής επιδόματος, δηλαδή κατά τις επιμέρους ημεροχρονολογίες κατά τις οποίες συνταξιοδοτήθηκαν από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα που τους καλύπτει με σύνταξη γήρατος.

4.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν θεμελιώνεται ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας για την καταβολή εφ' άπαξ παροχής στους εφεσίβλητους, λόγω της ανεπάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης για ικανοποίησή τους κατά το χρόνο της συνταξιοδότησής τους, έκανε δεκτούς τους λόγους έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας κατά των νικησάντων αντιδίκων της και αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε αυτή κατ' ουσία ως προς αυτούς ήτοι:. 1η( Ι. Κ.)2η(Σ. Α.)3η ( Σ. Γ.) 4η (Π. Λ.) 5η (Δ. Τ.-Γ.) 6η( Ε. Γ.) 7η( Ι. Ο.-Π.), την 8η (Α. Χ.), τον 9° (Κ. Κ.), την 10η (Μ. Μ. - Κ.), την 11η (Γ. Π.), τη 12η (Δ. Φ. - Λ.) τον 13° (Ν. Ν.), τον 14° (Α. Κ.), την 15η (Α. Κ.), την 16η (Σ. Ρ.), τον 17° (Σ. Κ.), τον 18° (1Γ. Κ.), τη 19η (Α. Γ. - Μ.), την 20η (Α. Β.), την 21η (Δ. Κ.- Θ.), τον 22° (Α. Σ.), την 23η (Γ. Ζ. - Μ.), τον 24° (Γ. Ρ.), τον 25° (Ν. Π.), την 26η (Ε. Τ. - Κ.), την 27η (Δ. Δ.), την 28η (Α. Γ.), τον 29ο (Γ. Ν.), την 30η (Μ. Ζ.), τον 31ο (Ζ. Π.), τον 32ο (Σ. Σ.), τον 33ο (Φ. Π.), την 34η (Σ. Μ.), την 35η (Β. Κ.), τον 36ο (Ι. Λ.), την 37η (Α. Π. - Ν.), τον 38ο (Η. Λ.), την 39η (Α. Σ. - Κ.), την 41η (Ζ. Π.), την 42η (Ν. Τ. - Ψ.), την 43η (Ε. Π.), την 44η (Ν. Ζ.), τον 45ο (Γ. Κ.), τον 47ο (Ν. Σ.), την 49η (Μ. Κ.) και τον 50ο (Κ. Μ.), ήδη αναιρεσείοντες.

5. Με την ανωτέρω κρίση του το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ορθά ερμήνευσε τις ανωτέρω προεκτιθέμενες υπό στοιχείο 2 διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εφάρμοσε αυτές προσηκόντως ήτοι το άρθρο 13 κεφ. vil παρ. 2α του ν.δ/τος 400/1970, όπως ίσχυε κατά τη σύναψή της (το έτος 1985) και αυτές των άρθρων 361, 410, 411 ΑΚ καθόσον, υπό τις αναφερόμενες παραδοχές, η ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας αναιρεσίβλητης και του Συλλόγου εργαζομένων ΣΕΤΑΠ υπέρ των εργαζομένων - μελών του, για την καταβολή της προβλεπόμενης στο καταστατικό του τελευταίου εφάπαξ παροχής από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου κατά τη συνταξιοδότησή τους είχε το χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, με αποτέλεσμα αφ' ενός μεν ο εκάστοτε εργαζόμενος - μέλος του Συλλόγου, να αποκτά άμεσο δικαίωμα κατά του υποσχεθέντος ασφαλιστή από τη στιγμή επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ως δικαιούχος της άνω εφάπαξ παροχής από τη σύμβαση αυτή αφ' ετέρου να γεννάται υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας, εδώ αναιρεσίβλητης να καταβάλλει στους δικαιούχους ενάγοντες εδώ αναιρεσείοντες την παροχή αφαιρώντας αυτή από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του λήπτη της ασφάλισης υπό την προϋπόθεση της επάρκειας του λογαριασμού ήτοι καταρτίστηκε σύμβαση διαχείρισης κεφαλαίου που συνιστά γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.

Επομένως, ο μόνος λόγος της αιτήσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τα υπό στ. 1α και 1β μέρη του, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η στο δεύτερο μέρος (1β) του λόγου αυτού αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 3 του π.δ./τος 252/1986 ελέγχεται αβάσιμη και απορριπτέα ως στηριζόμενη σε αναληθή προϋπόθεση, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή.

Ακόμη, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το ερμηνευτικό πόρισμα που διατύπωσε αναφορικά με την αληθή έννοια των δηλώσεων στο άρθρο 3.3. της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης δεχόμενο ότι η αληθής έννοια των εν λόγω δηλώσεων που έχουν ως περιεχόμενο, η μεν περιεχόμενη στο άρθρο 3.3.

ότι "εγγυάται η ασφαλιστική εταιρεία, το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου...." και η περιεχόμενη στο άρθρο 6.1. "και με την προϋπόθεση ότι ο Λογαριασμός είναι επαρκής...αναλαμβάνει το ποσό για την καταβολή της παροχής" κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, εναρμονιζόμενη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι ότι εγγυάται τη δημιουργία αποθέματος συνολικά και δεν έχει την έννοια ότι η ασφαλιστική εταιρεία εγγυάται την απόδοση στο ακέραιο των επίδικων παροχών, και η υποχρέωσή της για καταβολή της παροχής περιορίζεται στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού καθόσον η ερμηνεία που δόθηκε από το ως άνω Δικαστήριο είναι σύμφωνη με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Συνεπώς, ο λόγος της αιτήσεως κατά τα υπό στ. 1γ και 1στ μέρη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με το υπό στ. 1 μέρος του ως άνω λόγου της αιτήσεως αυτής πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης που κατά τις παραδοχές ήταν μηδενικός για τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες.

Ακόμη, η γενική αναφορά κατά τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας χωρίς επίκληση ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση δεν στηρίζει παραδεκτό λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 225/2009), όπως επίσης και η επίκληση παράβασης από το άρθρο 904 ΑΚ χωρίς αντίστοιχο πραγματικό.

Περαιτέρω, η αποδιδόμενη πλημμέλεια με το υπό αρίθμηση 1ε μέρος του λόγου της αίτησης αναιρέσεως, υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την ασφαλιστική εταιρεία, παρέλειψε να υποχρεώσει το σωματείο ΣΕΤΑΠ να αποκαταστήσει τη ζημία τους, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη μεταξύ των εδώ αναιρεσειόντων και της εδώ αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά παραδοχή έφεσης της τελευταίας, και όχι ως προς το σωματείο ΣΕΤΑΠ για το οποίο δεν εξαφανίστηκε η εκεί εκκαλουμένη ώστε να υφίσταται στάδιο έρευνας της αγωγής κατά του Σωματείου ΣΕΤΑΠ.

Επομένως, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης κατά το τελευταίο μέρος του υπό στ. 1θ, με τον οποίο αποδίδεται εσφαλμένη ερμηνεία της ...1985 σύμβασης, αφού δεν εξειδικεύεται ποια συγκεκριμένη δήλωση της σύμβασης αυτής ερμηνεύθηκε εσφαλμένα.

Πέραν τούτου, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι το δικαστήριο δέχθηκε, ότι σε σχέση με τον νομικό χαρακτηρισμό του εν λόγω συμβολαίου δεν υφίστατο ασάφεια ώστε να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στις ανωτέρω διατάξεις, ούτε και εμμέσως από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι προέβη σε ερμηνεία αυτού, αλλά αντιθέτως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι, είναι απολύτως σαφές, τόσο από τον τίτλο του ως "Γενικοί Όροι Συμβολαίου Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου", όσο και από τις "με σαφήνεια συμβατικά καθοριζόμενες ρυθμίσεις του περιεχομένου του", ότι πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, δηλαδή για επενδυτικής φύσης εργασία, που δεν έχει σχέση με την ομαδική ασφάλιση υπό την έννοια ανάληψης αφαλιστικού κινδύνου.

Παρατηρείται σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση με το τελευταίο λόγο της αιτήσεως ότι η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή (παραδεκτώς επισκοπούμενη) αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχε νομικό έρεισμα: α) την κακή διαχείριση του Λογαριασμού Ασφαλίστρων (γι' αυτό και πλεοναστικά η προσβαλλόμενη διέλαβε σκέψη περί υποχρέωσης καλής τοποθέτησης αυτών, με την παραδοχή όμως που δεν στηρίζει το διατακτικό της, εφόσον με την ένδικη αγωγή ζητείται η συμφωνηθείσα παροχή και όχι αποζημίωση λόγω κακής διαχείρισης του λογαριασμού ότι δεν αποδείχθηκε κακή διαχείριση και με την επισήμανση ότι δεν έγινε και σχετική επίκληση αυτής) και β) την προβλεπόμενη, από το άρθρο 8 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αποζημίωση.

Επομένως, οι σχετικές με τα ανωτέρω περιλαμβανόμενες, κατά τρόπο γενικό άλλωστε και αόριστο, αιτιάσεις, είναι προεχόντως απορριπτέες ως απαράδεκτες (αρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επί των λόγων της από 12-1-2016 αίτησης αναίρεσης του Σωματείου ΣΕΤΑΠ και των από 1-10-2018 πρόσθετων λόγων.

6. Το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του και έχει συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βουλήσεως απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Η συνδέουσα τα μέλη και το σωματείο σχέση περιλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις.Τα δικαιώματα που συνεπάγεται η ιδιότητα μέλους σωματείου αναγνωρίζονται από το νόμο ή το καταστατικό. Κατά το άρθρο 80ΑΚ μεταξύ άλλων, στο καταστατικό επί ποινή ακυρότητας πρέπει να καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών του.

Κάθε προσθήκη, αφαίρεση ή μεταβολή διατάξεων του καταστατικού που αφορούν τα ανωτέρω αναγκαία κατά νόμο στοιχεία του συνιστούν τροποποίηση του, η οποία, κατά το άρθρο 84ΑΚ, ισχύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 79,81 και 82ΑΚ".Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν κατά το Σύνταγμα και κατά το νόμο σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, ασφαλιστικών και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών .κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων χωρίς όμως να συνδυάζεται η εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών με κερδοσκοπική δραστηριότητα (άρθρο 12 Συντάγματος αρ.1 και 4ν. 1264/1982).

Για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ, όπως αυτές συμπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του ν. 1264/1982.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του ανωτέρω νόμου, μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων έκτακτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους . Τα κεφάλαια αυτά στερούνται νομικής προσωπικότητας .αποτελούν συγκέντρωση περιουσίας ,η οποία περιορίζεται να αναλωθεί για ορισμένους σκοπούς (ΑΠ1243/2019).

Σε περίπτωση σύστασης ειδικών κεφαλαίων από συνδικαλιστική οργάνωση για την εξυπηρέτηση απολαύσεως υλικών πλεονεκτημάτων των μελών η υποχρέωση της περιορίζεται στα όρια των ανωτέρω ειδικών κεφαλαίων, για την εξυπηρέτηση των οποίων κατ' εξαίρεση αναγνωρίζεται η σύστασή τους από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και δεν γεννάται περιουσιακή απαίτηση πέραν των ορίων της οικονομικής επάρκειας του Ειδικού Λογαριασμού ούτε αντιστοίχως ευθύνη του Σωματείου-συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη σύμβαση για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης, ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, ή του επαγγελματικού σωματείου χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.

Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 162/2017).

Σε περίπτωση ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της συνδέουσας αυτόν με τον δέκτη της υπόσχεσης έννομης σχέσης , να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης , όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, από αυτόν που υποσχέθηκε και να αξιώσει αποζημίωση. (πρβλΑΠ 1301/2013). .Περαιτέρω, κατά το άρθρο 415 Α.Κ., αυτός που υποσχέθηκε σε άλλον ότι τρίτος θα καταβάλει κάποια παροχή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση, οφείλει αποζημίωση αν ο τρίτος αρνηθεί την καταβολή.

Η σύμβαση περί παροχής τρίτου, η οποία ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη, προστίθεται κατά κανόνα σε μια άλλη σύμβαση, που είναι η κύρια, συνάπτεται δε ατύπως, ακόμη και αν η υπόσχεση συνδέεται με κύρια σύμβαση που υποβάλλεται σε τύπο και παράγει αποτελέσματα μόνο μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του υποσχεθέντος, ο οποίος υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο δέκτης, αν ο τρίτος αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή.

Πρόκειται για μορφή εγγυήσεως ή εγγυοδοτικής συμβάσεως, ευρυτέρας της απλής συμβάσεως εγγυήσεως Ως ζημία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται το διαφέρον εκπληρώσεως δηλαδή ό,τι θα είχε ο δέκτης του υποσχέσεως, αν ο τρίτος προέβαινε στην καταβολή (ΑΠ194/20020). Η παραβίαση των διατάξεων του σωματείου εφόσον δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.

ΓΓ αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Υπό την προϋπόθεση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα Οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται απ' αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των άρθρων 173και 200ΑΚ.(ΑΠ22/2015).

7. Στην προκειμένη περίπτωση ,το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα .Ότι δυνάμει του προεκτεθέντος άρθρου 16 του καταστατικού του, το εναγόμενο σωματείο, ως συνδικαλιστική οργάνωση, σε εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1264/1982 και προς εκπλήρωση του σκοπού του, που συνίσταται, πλην άλλων, στη δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του καθώς και την αλληλοβοήθεια τους, ανέλαβε έναντι των τελευταίων την υποχρέωση παροχής εφάπαξ βοηθήματος στα συνταξιοδοτούμενα μέλη του, που υπολογίζεται με βάση το μηνιαίο μισθό που λαμβάνουν κατά την αποχώρηση τους επί ενός συντελεστή που συμφωνήθηκε κλιμακούμενος με βάση το χρόνο που κέκτηνται την ιδιότητα του μέλους του σωματείου (άρθρο 16 οτοιχ.

Α'). Ότι προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού συνεστήθη "Ειδικός Λογαριασμός", με την πρόβλεψη ότι σε αυτόν θα συγκεντρώνονταν από το σωματείο τα κεφάλαια που θα απαρτίζονταν από ποσοστό έως 50% των μηνιαίων τακτικών εισφορών των μελών, παρακρατούμενων τούτων απευθείας από τη μισθοδοσία τους διαμέσου της εργοδότριας Τράπεζας (άρθρο 13στοιχ.

Γ καταστατικού και άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1264/1982). Ότι παράλληλα συμφωνήθηκε η δυνατότητα απεριόριστης μείωσης της εφάπαξ ενίσχυσης με απόφαση του Δ.Σ. του Συλλόγου, σε περίπτωση πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης των οικονομικών ενισχύσεων στο μέλλον (άρθρο 16 οτοιχ. Ε'), ενώ με την περίπτωση ΣΤ του ίδιου άρθρου "προβλέφθηκε η δυνατότητα του σωματείου να συνάψει με μία οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου, ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις".

Ότι η κατάρτιση του επίδικου ομαδικού ασφαλιστηρίου υπ' αριθμ. ...1985 που προεκτέθηκε, έγινε σε εκτέλεση του όρου αυτού. Ότι εν προκειμένω χρήζει ερμηνείας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο άνω όρος του άρθρου 16 οτοιχ. ΣΤ' του καταστατικού, ως παρουσιάζων κενά και αμφίβολα σημεία, δεδομένου ότι δεν μνημονεύεται ρητά σε αυτόν το είδος και η έκταση της ευθύνης του Σωματείου έναντι των μελών του ως προς την προβλεπόμενη στο στοιχ.

Α' του ίδιου όρου εφάπαξ παροχή, στην περίπτωση κατάρτισης της αναφερόμενης σε αυτόν συμφωνίας για "ομαδική ασφάλιση" των μελών του. Ότι από τις ρητές ανωτέρω αναφορές του καταστατικού, ερμηνευόμενες με βάση την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173, 200 ΑΚ), προκύπτει ότι η αληθινή έννοια αυτού του όρου του καταστατικού είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του σωματείου και της εταιρείας δεν θα επέρχεται απαλλαγή του σωματείου από το χρέος του έναντι των μελών του όπως επικαλείται το σωματείο (εκκαλούν) με την υπεισέλευση της αναδοχέως ασφαλιστικής εταιρείας στη θέση του, ούτε καθ'οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της σχέσης του σωματείου με τα μέλη του στην παθητική της μορφή προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Ότι τούτο προκύπτει από τα εξής: Α) Το στοιχ. Α' του άρθρου 16 του καταστατικού θεμελιώνει την αναμφίβολη συμβατική υποχρέωση του σωματείου να καταβάλει εφάπαξ βοήθημα σε καθέναν δικαιούχο - μέλος του, κατά την αποχώρηση του από την ενεργό υπηρεσία, η δε παροχή του σωματείου συνίστατο στο δικαίωμα προσδοκίας που απέκτησε το κάθε μέλος του εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις του καταστατικού για την είσπραξη του εφάπαξ ποσού, για το οποίο το σωματείο δεν είχε διατηρήσει έναντι των μελών του καμία επιφύλαξη, παρά μόνον με την ειδική πρόβλεψη της έκδοσης σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του, που ουδέποτε έλαβε χώρα, αλλά και πάλι μόνον επί σκοπώ μείωσης του ποσού της ενίσχυσης και όχι ολοσχερούς αποκλεισμού της (άρθρο 16 στοιχ.

Ε).Β.Η υποχρέωση αυτή αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση και συγκεκριμενοποίηση του ευρύτερου καταστατικού σκοπού του σωματείου όπως οριοθετήθηκε και στο άρθρο 1του καταστατικού (βλ. ακριβή διατύπωση παραπάνω) Γ) Από το γράμμα του στοιχείου ΣΤ' του άρθρου 16 προκύπτει ότι δεν αποτυπώνεται, ούτε γίνεται έστω υπαινιγμός της μεταβίβασης της σχετικής υποχρέωσης του σωματείου προς τρίτο πρόσωπο, δηλαδή την ασφαλιστική εταιρεία και δη την οποιαδήποτε - της απόλυτης επιλογής του, παρά διακηρύσσεται η διατήρηση της καταστατικής δέσμευσης του ιδίου έναντι των μελών του, ακόμη και σε περίπτωση σύναψης της επικαλούμενης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης.

Η επιλογή των συγκεκριμένων λέξεων που διατυπώνονται ουδόλως κατατείνει σε απαλλαγή του σωματείου από την οικεία υποχρέωση του, αλλά, αντιθέτως, σε ενίσχυση της υποχρέωσης αυτής, ήτοι επί λέξει: "να εξασφαλίσει καλύτερους ή ίσους όρους" (εννοείται το σωματείο), δηλαδή να κατοχυρώσει την ασφάλεια, άλλως να "σιγουρέψει" την καταβολή της παροχής τουλάχιστον στα προβλεπόμενα στο στοιχείο Α' ποσοτικά επίπεδα και "αξιοποιώντας" τις εισφορές, δηλαδή "χρησιμοποιώντας αυτές, ώστε να αποδίδουν όφελος", με στόχο προδήλως την προσέλκυση νέων μελών (πρβλ.

και το χαρακτηρισμό της επιλεγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ως "οικονομικά εύρωστης"), ο οποίος ασφαλώς θα ματαιωνόταν ή πάντως θα αποτύγχανε αισθητά εάν είχε αποσαφηνιστεί στα μέλη ότι θα αναλάμβαναν τα ίδια τον κίνδυνο της απώλειας του δικαιώματος τους έναντι του σωματείου στην περίπτωση εκμετάλλευσης των εισφορών τους σε αμφίβολες επενδυτικής φύσεως εργασίες.

Δ) Στη σύμβαση περί αναδοχής χρέους (άρθρα 471 επ. ΑΚ), για την απαλλαγή του οφειλέτη από το χρέος του με την υπεισέλευση του αναδοχέα στη θέση του, είτε η σχετική συμφωνία γίνεται μεταξύ του τελευταίου και του δανειστή, είτε γίνει μεταξύ οφειλέτη και αναδοχέα (με τη συναίνεση του δανειστή), πάντως απαιτείται η σαφής και απερίφραστη σχετική δήλωση βούλησης του αναδοχέα), ήτοι της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ουδόλως ανέλαβε στο υπ' αριθμ. ...85 ασφαλιστήριο συμβόλαιο προσωπική υποχρέωση καταβολής της παροχής προς τα μέλη του σωματείου, πέραν των τιθέμενων ποσοτικών ορίων επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω] Ε) Άλλως, ακόμη και αν ήθελε προς στιγμήν υποτεθεί ότι με τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης σκοπείτο η απαλλαγή του σωματείου από την υποχρέωση του, προκύπτει αβιάστως ότι τέτοια σύμβαση δε συνιστά το υπ' αριθμ. ...85 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, λόγω της αλλοίωσης του περιεχομένου του αρχικού χρέους του σωματείου, το οποίο φέρεται να αναδέχτηκε η ασφαλιστική εταιρεία, όχι πάγιου ποσού πλέον

αλλά μεταβλητού αναλόγως των διαθεσίμων του λογαριασμού διαχείρισης και συνεπώς θα αναιρείτο ούτως ο βασικός όρος της σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, με την οποία συντελείται ειδική διαδοχή στην ενοχή, υπό τη μορφή της ανάληψης της παθητικής πλευράς αυτής από το νέο οφειλέτη, δηλαδή αλλαγή στο πρόσωπο του οφειλέτη, χωρίς οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο υφιστάμενο χρέος (άρθρο 472 ΑΚ,).

Επί υποτιθέμενης δε αντίθετης συμφωνίας, περί περιορισμού των συνεπειών της αναδοχής χρέους κατά το ποσό της οφειλής, η ευθύνη του σωματείου παραμένει έναντι των μελών του αμετάβλητη στο επίπεδο του στοιχ. Α' του άρθρου 16. ΣΤ) Η παραπάνω ερμηνευτική εκδοχή επιρρωνϋεται και από το σαφές και χωρίς κενό διατυπωμένο περιεχόμενο του όρου του στοιχείου Ζ' του ίδιου καταστατικού άρθρου, σύμφωνα με το οποίο "Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση νέου καθεστώτος ομαδικής ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επιμέρους Συλλόγων τους", όπου αποτυπώνεται πανηγυρικά η διατήρηση της δέσμευσης του ...ωματείου έναντι των μελών του για την απόδοση της προβλεπόμενης οικονομικής ενίσχυσης, στην περίπτωση κατάρτισης της ομαδικής ασφάλισης ανεξαρτήτως των ειδικότερων όρων που θα την διέπουν.

Ο ειδικός αυτός όρος δεν θα είχε κανένα νόημα επί της επικαλούμενης από το σωματείο απαλλαγής του από το επίδικο χρέος λόγω της υπεισέλευσης της ασφαλιστικής εταιρείας στη θέση του, αφού πρόκειται για αντιφατικές μεταξύ τους και αλληλοαναιρούυενες εκδοχές. Ούτε θα μπορούσε να υποτεθεί ότι συνάγεται εξ αυτού του όρου αποκλειστική δέσμευση της τρίτης αμέτοχης στη σχέση του σωματείου προς τα μέλη του ασφαλιστικής εταρείας προς καταβολή της εφάπαξ παροχής, αφού μια τέτοια σύμβαση σε βάρος της θα ήταν άκυρη ως αντίθετη στην αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και δεν θα επέφερε καμία νομική δέσμευση αυτής έναντι των εναγόντων.

Ζ) Η διάθεση του Ειδικού Λογαριασμού που τηρούσε το Σωματείο στην απόλυτη και ελεύθερη διαχειριστική εξουσία της επιλεγείσας από το ίδιο ασφαλιστικής εταιρείας δεν προβλέπεται στο καταστατικό, παρά μόνον η ευρεία έννοια της "αξιοποίησης" του αποθεματικού του ή τμήματος αυτού καθώς και τμήματος των παρακρατηθησομένων μελλοντικά εισφορών των μελών του.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, ο Ειδικός Λογαριασμός ουδέποτε απέκτησε νομική προσωπικότητα, ούτε είναι ένωση προσώπων για επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού, οπότε δεν μπορεί να καταστεί αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ώστε να συγκαθορίζει η τοιαύτη ανάθεση του και το παθητικό υποκείμενο των μέσω αυτού εξυπηρετούμενων αξιώσεων των μελών του σωματείου.

Ότι, αντίθετα, αποτελεί συγκέντρωση περιουσίας που έχει ταχθεί για ορισμένο σκοπό και για το λόγο αυτό τηρείται λογιστικώς χωριστά από την υπόλοιπη περιουσία του σωματείου, ζήτημα που ανάγεται "στην εσωτερική λογιστική οργάνωση και λειτουργία του και δεν αφορά στις σχέσεις μεταξύ του Σωματείου και των μελών του".

Η περιουσία αυτή δηλαδή δεν είναι αποκλειστικά υπέγγυα για τις υποχρεώσεις του σωματείου έναντι των μελών του. Ότι ενόψει πάντων των προεκτεθέντων, η αληθής έννοια του κατά τα άνω όρου του άρθρου 16 στοιχ. ΣΤ του καταστατικού του εναγομένου σωματείου, είναι ότι, παραλλήλως της συμβατικής υποχρέωσης του για την καταβολή της εφάπαξ παροχής στα μέλη του (άρθρο 16 στοιχ.

Α'), καταρτίστηκε πρόσθετη συμφωνία με τη μορφή της σύμβασης του άρθρου 415 ΑΚ (σε συνδυασμό και προς το όρθρο 421 ΑΚ αναλογικώς εφαρμοζόμενο), δηλαδή της υπόσχεσης περί εκπληρώσεως της παροχής από τρίτον, υποσχεθέν δε υπήρξε το σωματείο, δέκτες της υπόσχεσης οι ενάγοντες - μέλη του, ενώ η ασφαλιστική εταιρεία υπήρξε ο τρίτος, για την οποία το εναγόμενο σωματείο υποσχέθηκε ότι θα αποπλήρωνε την υποχρέωση καταβολής της ίδιας παροχής, υπό τουλάχιστον ίσους, αν όχι ευνοϊκότερους για τους ενάγοντες όρους, ανεξάρτητα εάν το ίδιο αποδέχτηκε ατομική και αυτοτελή ευθύνη για την ίδια παροχή.

Δηλαδή, το νόημα του επίμαχου όρου εξαντλείται στην ανάληψη τρόπον τινά εγγυητικής ευθύνης από το εκκαλούν σωματείο απέναντι στους ενάγοντες ότι σε περίπτωση που η τρίτη ασφαλιστική εταιρεία αρνηθεί να τους καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό της ενίσχυσης, όπως τους υποσχέθηκε το σωματείο, τότε το ίδιο θα υποχρεωθεί να αποκαταστήσει τη ζημία τους.

Ότι αποτέλεσμα του όρου αυτού και της σε εκτέλεση του σύναψης της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, ήταν η παράλληλη ύπαρξη δύο απαιτήσεων των δανειστών - μελών έναντι του σωματείου - οφειλέτη τους και συνεπώς η μεγαλύτερη εξασφάλιση των πρώτων. Ότι, εφόσον η ασφαλιστική εταιρεία εξέφρασε τη σαφή πρόθεση όπως μη προέλθει σε εκπλήρωση της παροχής, την οποία υποσχέθηκε στους ενάγοντες είναι υποχρεωμένο το σωματείο να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν από την τοιαύτη άρνηση της ασφαλιστικής εταιρείας, βάσει της μεταξύ αυτών καταρτισθείσας εκ του άρθρου 415 ΑΚ συμφωνίας και η οποία αντιστοιχεί στο ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης, που θα ελάμβαναν (διαφέρον εκπλήρωσης), περιοριζόμενο όμως κατ' ανώτατο όριο στο προβλεπόμενο στο καταστατικό ποσό της οφειλόμενης (από το σωματείο) εφάπαξ ενίσχυσης αυτών, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 16 στοιχ.

Ζ' του καταστατικού. Την κρίση αυτή περί τικ προκριθείσας ερμηνείας επιβεβαιώνουν, άλλωστε, όχι μόνο οι ειδικότεροι όροι του καταστατικού που προαναφέρθηκαν και το περιεχόμενο τους, αλλά και το ευρύτερο πνεύμα του καταστατικού του σωματείου, ενώ συμβαδίζει και με τα διδάγματα της κοινής λογικής, καθόσον η συμφωνία αυτή απέβλεπε στην προστασία των συμφερόντων των μελών , μεταξύ άλλων, και στην επίδικη παροχή, οι οποίοι καθ' όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου τους κατέβαλαν την εισφορά τους στο σωματείο προσδοκώντας στην οικονομική ενίσχυση τους υπό τους όρους του άρθρου 16 του καταστατικού. .Ότι ο ισχυρισμός του σωματείου ότι η ευθύνη του έναντι των εναγόντων -εφεσίβλητων περιορίζεται κατ' ανώτατο όριο στο ύψος του εναπομείναντος υπολοίπου του Λογαριασμού Διαχείρισης, το οποίο ανερχόταν κατά την ημεροχρονολογία της καταγγελίας του επίδικου ασφαλιστηρίου στο ποσό των 6.787,35 ευρώ, αντλώντας την σχετική επιχειρηματολογία από την επικαλούμενη υπεισέλευση στη θέση του τηρηθέντος από το ίδιο Ειδικού Λογαριασμού του υπ' αριθμ. ...85 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στο πλαίσιο λειτουργίας του οποίου η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας περιοριζόταν στο βαθμό της επάρκειας του Λογαριασμού Διαχείρισης είναι αβάσιμος καθόσον αναφέρεται σε αντιρρήσεις προερχόμενες από την έννομη σχέση μεταξύ του σωματείου και της αντισυμβαλλομένης του ασφαλιστικής εταιρείας (σχέση κάλυψης), όπως ρυθμίστηκε με βάση τους όρους του μεταξύ τους καταρτισθέντος ασφαλιστηρίου, τις απορρέουσες από την οποία ενστάσεις μπορεί μόνον η υποσχεθείσα ασφαλιστική εταιρεία να αντιτάξει κατά των τρίτων υπέρ ων συνήφθη η ασφαλιστήρια σύμβαση .Ότι αντιθέτως, η συνδέουσα το σωματείο (δέκτη της υπόσχεσης) με τους αντιδίκους του έννομη σχέση (σχέση αξίας), που αποτελεί και την αιτία της περιουσιακής επίδοσης της ασφαλιστικής εταιρείας προς τους τελευταίους, καθορίζεται από τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού του σωματείου και δεν περιλαμβάνει οιονδήποτε ρητό ή έμμεσο περιορισμό της ευθύνης του σωματείου έναντι των εξερχόμενων μελών του παρεμφερή της ανεπάρκειας των διαθεσίμων του λογαριασμού διαχείρισης, επί της ασφαλιστικής εταιρείας.

Ότι η μοναδική συμβατική δέσμευση των μελών του σωματείου να αποδεχτούν τον περιορισμό της οικονομικής ενίσχυσης που δικαιούνται προβλέφθηκε μετά την έκδοση σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του σωματείου, επί εκτάκτων περιστάσεων (άρθρο 16 στοιχ. Ε'), περίπτωση που επ' ουδενί αποδείχτηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω.

Ότι οι παροχές του συλλόγου προς τα μέλη του υπό τη μορφή της εφάπαξ αποζημίωσης δεν αποτελούν διανομή κερδών, πράγμα το οποίο εάν συνέβαινε θα ήταν απαγορευμένο, αλλά νόμιμες παροχές, ανάλογες του σκοπού για τον οποίο ιδρύθηκε, δηλαδή της αλληλοβοήθειας των μελών, επί του σωματείου αυτού δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 106 ΑΚ, η οποία απαγορεύει τη διανομή της περιουσίας του σωματείου στα μέλη του, δεδομένου ότι η φύση και ο σκοπός του εν λόγω σωματείου συνίσταται ακριβώς και σε αυτό, ήτοι την καταβολή παροχών στα μέλη του, όπως αυτές καθορίζονται στο καταστατικό του, οπότε η εφαρμογή επ' αυτού της ανωτέρω διάταξης θα εξουδετέρωνε την αποστολή του.

Με βάση τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους λόγους έφεσης του εναγόμενου Σωματείου ΣΕΤΑΠ κατά των νικησάντων αντιδίκων του, 40η (Α. Μ.), 46° (Ε. Π.), 48° (Δ. Α.) και 51° (Δ. Ο.) ήδη αναιρεσιβλήτων της από 12-1-2016 αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το μέρος αυτό επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε δεχθεί την αγωγή των ανωτέρω εναγόντων κατά του σωματείου, ως προς τους οποίους πληρώθηκαν οι όροι απόληψης της προβλεπόμενης στο άρθρο 16 του καταστατικού οικονομικής ενίσχυσης σε χρόνο μεταγενέστερο της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης και υποχρέωσε αυτό στην καταβολή της εφάπαξ παροχής, εξαγόμενης με βάση το άρθρο 16 του καταστατικού αυτού.

8. Με τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Ειδικότερα, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές, κατέληξε ότι σε εκτέλεση του άρθρου 16 του καταστατικού του αναιρεσείοντος - σωματείου, (υπό τον παράτιτλο "οικονομική ενίσχυση εξερχομένων μελών", το εναγόμενο σωματείο ως συνδικαλιστική οργάνωση σε εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1264/1982, και προς εκπλήρωση καταστατικού του σκοπού δημιουργίας ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του και την αλληλοβοήθειά τους ανέλαβε την υποχρέωση παροχής εφάπαξ βοηθήματος στα συνταξιοδοτούμενα μέλη του, ότι προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού συνεστήθη "Ειδικός Λογαριασμός"....., ότι με τον όρο του άρθρου 16 του καταστατικού του ως άνω επαγγελματικού σωματείου προβλέφθηκε η δυνατότητα αυτού να συνάψει με ασφαλιστική εταιρεία ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του την οποία και κατήρτισε και ότι η κατάρτιση του ομαδικού ασφαλιστηρίου ...1985 με την ασφαλιστική εταιρεία "...

A.A.E." με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο συνιστά γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (κατά τα ανωτέρω στο υπό στοιχ. Α3, κεφάλαιο της παρούσας αναφερόμενα). Περαιτέρω αφού διέγνωσε στον ίδιο όρο ΣΤ του άρθρου 16 του καταστατικού κενά και αμφίβολα σημεία που χρήζουν ερμηνείας, δέχεται, με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ότι "η αληθής έννοια του κατά τα άνω όρου του άρθρου 16 στοιχ.

ΣΤ του καταστατικού του εναγομένου σωματείου, είναι ότι, παραλλήλως της συμβατικής υποχρέωσής του για την καταβολή της εφάπαξ παροχής στα μέλη του (άρθρο 16 στοιχ. Α'), καταρτίστηκε πρόσθετη συμφωνία με τη μορφή της σύμβασης του άρθρου 415 ΑΚ, (σύμβασης σε βάρος τρίτου) σε συνδ. με το άρθρο 421 ΑΚ αναλογικώς εφαρμοζόμενο δηλαδή υπόσχεση περί εκπληρώσεως της παροχής από τρίτο με υποσχεθέν το σωματείο, δέκτη της υπόσχεσής τους ενάγοντες μέλη του και τρίτο την ασφαλιστική εταιρεία για την οποία το σωματείο υποσχέθηκε ότι θα εκπλήρωνε την υποχρέωση καταβολής της παροχής.

Ότι, με βάση αυτά, και δεχόμενο ότι η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε την καταβολή της εφάπαξ παροχής, κατέληξε ότι το εναγόμενο σωματείο υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εκ του άρθρου 415ΑΚ χωρίς περιορισμό της ευθύνης αυτού έναντι των μελών του στο μέτρο επάρκειας του συσταθέντος από αυτό ειδικού λογαριασμού.

Υπό τις διαλαμβανόμενες παραδοχές ότι σε εκτέλεση του όρου ΣΤ καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο, (κατά τα διαλαμβανόμενα στο κεφάλαιο υπό στ. Α3 της παρούσας) το ερμηνευτικό του πόρισμα ότι με τον ίδιο ΣΤ όρο καταρτίσθηκε σύμβαση σε βάρος τρίτου (ΑΚ 415) κατά τα παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενα παραβίασε με κακή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ, αφού πέραν της αντιφατικότητας των ως άνω παραδοχών του με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση αναφορικά με το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε σχετικά με το νόμιμο λόγω ένωσης του σωματείου έναντι των μελών του για την καταβολή της ως άνω παροχής (είτε αυτουσίας, είτε υπό τη μορφή αποζημίωσης και το είδος και την έκταση αυτής που αποτελούσαν το αντικείμενο της ως άνω ερμηνείας και ειδικότερα του όρου ΣΤ του άρθρου 16 του καταστατικού, δεν στάθμισε προκειμένου να καταλήξει και στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι με βάση τη συνδέουσα το σωματείο και τους ως άνω ενάγοντες μέλη την έννομη σχέση (σχέση αξίας) δεν προβλέπεται συμβατική δέσμευση των εξερχομένων μελών να δεχτούν περιορισμό της οικονομικής ενίσχυσης, με εξαίρεση τις έκτακτες περιστάσεις που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω, τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο σε σχέση με τους όρους του καταστατικού ότι η τακτική μηνιαία συνδρομή αποτελεί πόρο του σωματείου (όρο 5 στοιχ.

α), ότι η ένδικη οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται από ειδικό λογαριασμό, ο οποίος τροφοδοτείται από το σωματείο και ειδικότερα από ποσοστό των μηνιαίων συνδρομών των μελών του οι οποίες, οφείλονται και καταβάλλονται σ' αυτό και όχι στον ειδικό λογαριασμό και συνεπώς αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του σωματείου ότι σε περίπτωση πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης από τον εν λόγω λογαριασμό που είναι ειδικού σκοπού της ως άνω οικονομικής ενισχύσεως είναι δυνατή η μείωση αυτής με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου, η μη λήψη της οποίας δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός της αδυναμίας κάλυψης, στοιχεία τα οποία όφειλε να σταθμίσει κατά της ερμηνευτικής κάλυψης των διαπιστευθέντων απ' αυτό κενών σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επομένως, ο συναφής κατά το μέρος αυτό τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος όπως επίσης βάσιμοι είναι ο πρώτος λόγος της αιτήσεως και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται παράβαση των άρθρων 415ΑΚ. Ακόμη, δεχόμενο το δικαστήριο κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι το αναιρεσείον σωματείο δυνάμει του προεκτεθέντος άρθρου 16 του καταστατικού του, ως συνδικαλιστική οργάνωση, σε εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1264/1982, ανέλαβε έναντι των αναιρεσιβλήτων την υποχρέωση παροχής εφάπαξ βοηθήματος, και στη συνέχεια επιδίκασε τα αξιούμενα ποσά, χωρίς να διαλαμβάνεται παραδοχή περί επάρκειας του ειδικού λογαριασμού, παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη ευθέως και εκ πλαγίου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος που αποδίδεται παράβαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1264/1982, καθώς και ο πρώτος, πρόσθετος λόγος, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται, από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος που προσάπτεται παράβαση των διατάξεων του άρθρου 106ΑΚ είναι αβάσιμος τούτο δε διότι αυτό ρυθμίζει την περιουσία σωματείου που διαλύθηκε, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται.

Κατόπιν παραδοχής των ανωτέρω λόγων η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται για τους στην αναιρετική δίκη διαδίκους (αναιρεσείον και αναιρεσίβλητους της δεύτερης αιτήσεως) στο σύνολο της αναιρούμενης απόφασης παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων των λόγων της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει: 1) να απορριφθεί η από 2-12-2015 αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191) και 2) να γίνει δεκτή η από 12-1-2016 αίτηση αναιρέσεως και οι από 1-10-2018 πρόσθετοι λόγοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση 5443/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ των διαδίκων της αναιρετικής δίκης της δεύτερης αιτήσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 2-12-2015 αίτηση αναίρεσης, με την από 12-1-2016 αίτηση αναίρεσης τους από 1-10-2018 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 5443/2015 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 2-12-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 5443/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της από 2-12-2015 αίτησης, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δέχεται την από 12-1-2016 αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Αναιρεί την 5443/2015 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μεταξύ των διαδίκων της από 12-1-2016 αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής (αναιρεσείοντος σωματείου ΣΕΤΑΠ και αναιρεσιβλήτων - μελών του).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτό για την άσκηση της αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει του αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ