Legislator Case Law & Legislation
678/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and mischaracterization of evidence evaluation.

Case Number 678/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision. The appellant argued that the lower court ignored specific facts and misinterpreted diplomatic evaluation documents, but the court found the appeal grounds vague and a mischaracterization of evidence evaluation rather than a distortion of document content. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) of the Constitution; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if it merely challenges the court's erroneous evaluation of the document's true substance rather than alleging a diagnostic error in its reading.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility vague grounds of appeal evaluation of evidence distortion of document content diplomatic service evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Transitional Law of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of the Joint Decision of the Ministers of Finance and Justice dated 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 16 and 17/2015
Supreme Court Case 250/2007
Supreme Court Case 828/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 678/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1441/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 7269/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 24-4-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χρήστου Βρυνιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015).

Προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο το να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (Ολ.

Α.Π. 13/2003). Εξ άλλου για τις "αποδοχές" υπαλλήλου που αποσπάται στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Μ.Ε.Α. Ε.Ε.), προβλέπονται τα εξής: Με το άρθρο 5 ν. 1104/1980 για την πολιτική εκπροσώπηση της Ελλάδος στις "Ευρωπαϊκές Κοινότητες", ο οποίος ισχύει από 1 Ιανουαρίου 1981 (άρθρο 13) και ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση, ορίζεται και ότι: "1.

Η Μόνιμος Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες... υπάγεται στο εξής στο Υπουργείο Εξωτερικών... 2. Ως προς το προσωπικό που ανήκει στην οργανική δύναμη του Υπουργείου Εξωτερικών, η σύνθεση της Μονίμου Αντιπροσωπείας... ορίζεται ως εξής:... 3. Για τον συντονισμό του έργου των οικονομικών και τεχνικών Συμβούλων και υπαλλήλων των Οικονομικών Υπουργείων στη ΜΕΑ Βρυξελλών, συνιστάται θέσις Συμβούλου Οικονομολόγου επί συμβάσει ιδιωτικού Δικαίου... 4.

Η ανωτέρω θέσις καθώς και οι οργανικές θέσεις των Οικονομικών και Τεχνικών Συμβούλων ή Γραμματέων της Μονίμου Αντιπροσωπείας... πληρούνται... είτε διά διορισμού υπαλλήλων ειδικώς προσλαμβανομένων για υπηρεσία στο εξωτερικό επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου διαρκείας μέχρι τριών ετών, είτε δι' αποσπάσεως υπαλλήλων άλλων δημοσίων υπηρεσιών κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων του Κώδικος Δημοσίων Υπαλλήλων ή Δημοσίων Οργανισμών και Τραπεζών.

Η τοποθέτηση των εν λόγω υπαλλήλων στη ΜΕΑ Βρυξελλών γίνεται με Κοινή Απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Εξωτερικών. Για τους αποσπωμένους στην Αντιπροσωπεία από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, Δημοσίους Οργανισμούς ή Τράπεζες υπαλλήλους καθορίζεται στην απόφαση με την οποία διενεργείται η απόσπαση, ο βαθμός της διπλωματικής ιεραρχίας που θα φέρουν οι υπάλληλοι αυτοί για τον χρόνο που διατηρείται η απόσπασή τους.

Ο αποσπώμενος λαμβάνει το επίδομα αλλοδαπής το καθοριζόμενο με την απόφαση περί αποσπάσεως βαθμού. 5. Στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες επιτρέπεται, πέραν των θέσεων των αναφερομένων στο εδάφιο 3 του παρόντος άρθρου, η τοποθέτηση κατ' απόσπαση δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Οργανισμών ή Τραπεζών, η οποία ενεργείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού.

Το πάσης φύσεως προσωπικόν της Μονίμου Αντιπροσωπείας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις Βρυξέλλες, ανεξαρτήτως οργανικής ιδιότητος, τελεί υπό τον Μόνιμον Αντιπρόσωπον και ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες του...". Στον προισχύσαντα "Οργανισμό Υπουργείου Εξωτερικών", που κυρώθηκε ως κώδικας με το ν. 2594/1998 (ΦΕΚ Α 62/24-3-1998) και ίσχυσε από 24-3-1998 μέχρι 4-6-2007, καθώς και στο νέο, που κυρώθηκε ως κώδικας με το ν. 3566/2007 (ΦΕΚ Α 117/5-6-2007) και ισχύει από 5-6-2007 (άρθρο τρίτο ν. 2594/1998 και άρθρο δεύτερο ν. 3566/2007), ενδιαφέρουν δε την κρινόμενη υπόθεση ορίζεται με ταυτόσημες διατάξεις ότι:

Οι πρεσβείες, οι μόνιμες αντιπροσωπείες σε διεθνείς οργανισμούς και οι διπλωματικές αντιπροσωπείες χαρακτηρίζονται όλες "διπλωματικές αρχές" (άρθρα 32 ν. 2594/1998, 41 ν. 3566/2007). Κλάδοι στους οποίους κατατάσσονται οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, αρμοδιότητος του Υπουργείου Εξωτερικών είναι μεταξύ άλλων και ο "Διπλωματικός Κλάδος", ο "Κλάδος Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης" ή "Κλάδος Πτυχιούχων Διοικητικών" και ο "Κλάδος Επικοινωνιών και Πληροφορικής" (άρθρα 52 ν. 2594/1998, 65 ν. 3566/2007).

Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός και όλα τα κατά τις κείμενες διατάξεις χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντα τους.

Το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών το οποίο υπηρετεί στην αλλοδαπή λαμβάνει κατ' επιλογή του σε ευρώ ή σε συνάλλαγμα τις εκάστοτε αποδοχές ημεδαπής, οι οποίες αντιστοιχούν στο βαθμό ή στο μισθολογικό κλιμάκιο το οποίο κατέχει. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ ή σε συνάλλαγμα και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή "αναλόγως του κλάδου και του βαθμού".

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται εκάστοτε για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το ανωτέρω επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ήδη Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών), λαμβανομένων υπ' όψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου.

Για τους λοιπούς υπαλλήλους το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής καθορίζεται με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει και αναδρομική ισχύ. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται, σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία (άρθρα 135 ν. 2594/1998, 155 ν. 3566/2007).

Οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών που μετακινούνται λόγω μετάθεσης ή τοποθέτησης σε διπλωματικές και προξενικές αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας ή διεθνείς οργανισμούς και διασκέψεις από το εσωτερικό στο εξωτερικό και αντίστροφα ή από μια πόλη χώρας του εξωτερικού σε άλλη πόλη της ίδιας ή άλλης χώρας δικαιούνται:

αα. τα οδοιπορικά έξοδα των ιδίων και των μελών της οικογενείας τους, ββ. τις δαπάνες μεταφοράς της οικοσκευής τους, γγ. τα έξοδα πρώτης εγκατάστασης. Στους υπαλλήλους που τοποθετούνται ή μετατίθενται στο εξωτερικό και αντίστροφα καθώς και στους απ' ευθείας διοριζόμενους πρέσβεις χορηγείται αποζημίωση για έξοδα πρώτης εγκατάστασης, ανερχόμενη στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών εσωτερικού και του μηνιαίου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, με πλήρεις τις προσαυξήσεις που προβλέπονται από το νόμο (άρθρα 137 ν. 2594/1998, 157 ν. 3566/2007).

Με την 083/ε.υ.α./ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, που ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση, γίνεται ο καθορισμός από 1-1-2001 του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ε.υ.α.) του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετεί στις διπλωματικές και προξενικές αρχές, καθώς και στις μόνιμες ελληνικές αντιπροσωπείες.

Συγκεκριμένα ορίζεται ότι: Το ε.υ.α. του υπαλλήλου του "Διπλωματικού Κλάδου" καθορίζεται σε ποσοστό επί του ε.υ.α. του προϊσταμένου πρέσβη και δη: α. του συμβούλου πρεσβείας Α' και Β' τάξεως σε ποσοστό 75%, β. του γραμματέως πρεσβείας Α' και Β' τάξεως σε ποσοστό 65% και γ. του γραμματέως πρεσβείας Γ τάξεως και του ακόλουθου πρεσβείας σε ποσοστό 60%.

Το ε.υ.α. των υπαλλήλων του "Κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης" (Δ.Λ.Γ.Υ.) ή "Κλάδου Πτυχιούχων Διοικητικών" (Π.Δ.) καθορίζεται σε ποσοστό επί του ε.α.υ. του προϊσταμένου πρέσβη και δη: α. των υπαλλήλων Δ.Λ.Γ.Υ. (ή Π.Δ.) βαθμών Α' και Β1, σε ποσοστό 75%, β. των υπαλλήλων Δ.Λ.Γ.Υ. (ή Π.Δ.) βαθμών Γ' και Δ1, σε ποσοστό 65%, γ.

των υπαλλήλων Δ.Λ.Γ.Υ. (ή Π.Δ.) βαθμών Ε1 και ΣΤ', σε ποσοστό 60%. Στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφ' όσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του ε.υ.α. προσαυξάνεται κατά 20% επί του ε.υ.α. του προϊσταμένου πρέσβη. Στους "μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων" (μεταξύ των "λοιπών κλάδων" είναι, ως άνω και ο "Κλάδος Δ.Λ.Γ.

Υ." ή π "Κλάδος Π.Δ."), εφ' όσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του ε.υ.α. προσαυξάνεται κατά 10% επί του ε.υ.α. του προϊσταμένου πρέσβη. Από τα προηγούμενα προκύπτουν τα εξής: Με την απόσπαση υπαλλήλου στη Μ.Ε.Α. Ε.Ε. παρέχονται ως πρόσθετες αποδοχές, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ε.υ.α.) "αναλόγως του κλάδου και του βαθμού" και προσαύξηση του ε.υ.α.

για τη δαπάνη στέγασης. Οι συγκεκριμένες "παροχές", δηλαδή το ε.υ.α. και η προσαύξηση του ε.υ.α. για τη δαπάνη στέγασης, δεν αποτελούν μέρος των αποδοχών του υπαλλήλου που υπηρετεί στην αλλοδαπή αλλά αποτελούν πρόσθετες αποδοχές και είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την παρουσία του υπαλλήλου στην αλλοδαπή (Σ.τ.Ε. 4028/2012).

Ο εκάστοτε καθορισμός του ε.υ.α. γίνεται: α. για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που έχουν βαθμό πρεσβευτικό με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ήδη Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών) και β. για τους λοιπούς υπαλλήλους με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί του ε.υ.α.

το οποίο έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών με βαθμό πρεσβευτικό. Το ε.υ.α. προσαυξάνεται αναλόγως του ποσοστού που καθορίζεται για τη στέγαση, δηλαδή το ποσοστό για τη δαπάνη στέγασης δεν αποτελεί ξεχωριστό επίδομα αλλά προσαύξηση του ε.υ.α. Με την 083/ε.υ.α./ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινή υπουργική απόφαση καθορίζεται από 1-1-2001 το ε.υ.α.

του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετεί στις διπλωματικές και προξενικές αρχές καθώς και στις μόνιμες ελληνικές αντιπροσωπείες "αναλόγως του κλάδου και του βαθμού". Η ρύθμιση "αναλόγως του κλάδου και του βαθμού" είναι εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 135 ν. 2594/1998 και ταυτόσημο άρθρο 155 ν. 3566/2007).

Ειδικότερα ως προς το ε.υ.α. και την προσαύξησή του με τη δαπάνη στέγασης αναφέρεται: Α. Για τον υπάλληλο του "Κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης" ή του "Κλάδου Πτυχιούχων Διοικητικών" το ε.υ.α. καθορίζεται α. σε ποσοστό 75% αν ο υπάλληλος είναι Α' ή Β' βαθμού και β. σε ποσοστό 65% αν ο υπάλληλος είναι Γ' ή Δ' βαθμού.

Β. Το ε.υ.α. προσαυξάνεται με τη δαπάνη στέγασης και το ποσοστό προσαύξησης: α. για τον υπάλληλο του διπλωματικού κλάδου είναι 20% επί του ε.υ.α. του προϊσταμένου πρέσβη και β. για το "μόνιμο" υπάλληλο του "Κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης" ή του "Κλάδου Πτυχιούχων Διοικητικών" βαθμών Α1, Β', Γ' και Δ', είναι 10% επί του ε.υ.α.

του προϊσταμένου πρέσβη (Α.Π. 162/2013, Α.Π. 1780/2012, Σ.τ.Ε. 3339/2012, Α.Π. 319/2011, ΑΠ 1529/2005). Το αν η περαιτέρω ρύθμιση με την επίμαχη 083/ε.υ.α./ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινή υπουργική απόφαση, που αυξάνει κατά το πιο πάνω ποσοστό 10% το ε.υ.α. για τη δαπάνη στέγασης μόνο στο "μόνιμο" (και όχι στο μη μόνιμο) υπάλληλο του "Κλάδου Διοικητικής Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης" ή του "Κλάδου Πτυχιούχων Διοικητικών" καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 135 ν. 2594/1998 (ταυτόσημο άρθρο 155 ν. 3566/2007) και επομένως είναι ανίσχυρη (άρθρο 43 παρ. 2 Συντάγματος), δεν επηρεάζει την παρούσα υπόθεση.

Τούτο διότι κατά το περιεχόμενο της αγωγής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με αντιστοίχιση υπαλλήλου (μόνιμου ή μη) του Κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης ή του Κλάδου Πτυχιούχων Διοικητικών "ελάμβανε-εισέπραττε" κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2008 την προσαύξηση του ε.υ.α.

για τη δαπάνη στέγασης κατά ποσοστό 10%. Για την εφαρμογή όμως της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε σχέση με τα πιο πάνω ποσοστά 20% και 10% προσαύξησης του ε.υ.α. με τη δαπάνη στέγασης, πρέπει το δικαστήριο να διαπιστώσει ότι υπάλληλος του "Κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης" ή του "Κλάδου Πτυχιούχων Διοικητικών", κατά την άσκηση των καθηκόντων που του ανατέθηκαν, τελεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες με υπάλληλο του διπλωματικού κλάδου (Α.Π. 319/2011, Α.Π. 1529/2005).

Εξ άλλου στο νέο "Οργανισμό Υπουργείου Εξωτερικών" (ν. 3566/2007), που ισχύει από 5-6-2007 και ίσχυε κατά τα έτη 2008 και 2009, ορίζονται τα παρακάτω, όσον αφορά το κεφάλαιο των "Ειδικών Αποστολών" και ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση: "Οι Ειδικές Αποστολές, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών, στο εσωτερικό ή εξωτερικό, για υπηρεσιακούς λόγους, αποφασίζονται από τον Υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος εγκρίνει και τις σχετικές δαπάνες" (άρθρο 77 εδ.

α). "Οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, που μεταβαίνουν με ειδική αποστολή στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό ή μετακινούνται από την έδρα τους για εκτέλεση υπηρεσίας στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, λαμβάνουν, εκτός του συνόλου των αποδοχών της θέσης στην οποία υπηρετούν, και τις εν γένει δαπάνες που προβλέπονται κατά τις κείμενες γενικές διατάξεις" (άρθρο 160 παρ. 1).

Με βάση τα ανωτέρω υπάλληλος που "μεταβαίνει" με ειδική αποστολή στο εξωτερικό δικαιούται "δαπάνες", τις οποίες προβλέπουν "οι κείμενες γενικές διατάξεις" και "εγκρίνει" ο Υπουργός Εξωτερικών. Οι "δαπάνες" αυτές δεν είναι "αποδοχές", όπως ορίζονται οι αποδοχές στον ίδιο "Οργανισμό Υπουργείου Εξωτερικών" και είναι κατά τα προεκτεθέντα "ο βασικός μισθός και όλα τα κατά τις κείμενες διατάξεις χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις" (άρθρο 155 παρ. 1).

Συγκεκριμένα οι προηγούμενες διατάξεις των άρθρων 77 και 160 ν. 3566/2007, σε περίπτωση ειδικής αποστολής υπαλλήλου στο εξωτερικό, αναφέρονται σε "δαπάνες" και δεν αφορούν στο ζήτημα των προϋποθέσεων χορηγήσεως του ε.υ.α. με την προσαύξησή του (ε.υ.α.) λόγω στεγάσεως, που είναι "αποδοχές" (Σ.τ.Ε. 4028/2012). Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο [ενάγων και ήδη αναιρεσείων] Χ.

Γ. είναι διπλωματούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (με μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων). Δυνάμει συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρείχε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος κατά τα κρίσιμα έτη 2005-2009 στην "... Α.Ε." και την 23-3-2005, είχε συμπληρωμένη δεκαετή "προϋπηρεσία"...

Η "... Α.Ε." ιδρύθηκε την 18-7-1991, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας, εφαρμόζονται συμπληρωματικά για τα θέματα, που αφορούν την ίδρυση και λειτουργία της οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920... είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν εφαρμόζονται, σε αυτήν οι διατάξεις για τις εταιρείες που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο [εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο] Ελληνικό Δημόσιο και ισχύουν σε αυτήν οι "κείμενες διατάξεις" για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.

Την εποπτεία της ασκεί ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μέχρι την ολοκλήρωση του "Έργου" (Μετρό Αθήνας) και, στη συνέχεια, την εποπτεία της ασκεί ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών. Ο Χ. Γ., υπηρετών στην "... Α.Ε." ως άνω, είχε αποσπασθεί στην αρχή και στη συνέχεια είχε διαταχθεί η μετάβασή του με ειδική αποστολή στη Μ.Ε.Α.

Ε.Ε., στις Βρυξέλλες Βελγίου, ως υπάλληλος, με αντιστοίχηση για την απόσπαση υπαλλήλου του κλάδου διοικητικής, λογιστικής και γραμματειακής υποστήριξης (Δ.Λ.Γ.Χ.) ή το ίδιο του κλάδου πτυχιούχων διοικητικών (Π.Δ.) βαθμού Γ'. Ο συνολικός χρόνος αποσπάσεως και μεταβάσεώς του με ειδική αποστολή στη ΜΕΑ Ε.Ε. ήταν από 1-4-2005 (ανάληψη "υπηρεσίας") μέχρι 31-8-2009 (παράδοση "υπηρεσίας").

Συγκεκριμένα: Α. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 5 ν. 1104/1980 αποσπάσθηκε στη Μ.Ε.Α. Ε.Ε., στις Βρυξέλλες Βελγίου, με τις ΠΙ 3β - 5267/ΑΣ 2286/23-3-2005, Π Ι 3β 15325/ΑΣ 6469/18-7-2006 και Π Ι 3β 14531/ΑΣ 5940/9-7-2007 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εξωτερικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αντιστοίχως, από 1-4-2005 μέχρι 30-4-2006 (αρχική απόσπαση), από 1-5-2006 μέχρι 30-4-2007 (παράταση) και από 1-5-2007 μέχρι 30-4-2008 (παράταση).

Με τις ίδιες κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εξωτερικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίσθηκε η πιο πάνω αντιστοίχηση (υπαλλήλου του κλάδου Δ.Λ.Γ.Υ., βαθμού Γ) καθώς και το ε.υ.α., σε ποσοστό 65% του ε.υ.α. του Έλληνα Πρέσβη στο Βέλγιο. Β. Κατ' εφαρμογή των άρθρων 77 και 160 ν. 3566/2007 - νέος "Οργανισμός Υπουργείου Εξωτερικών" - αποφασίσθηκε η μετάβασή του με ειδική αποστολή "για λόγους υπηρεσίας" στη Μ.Ε.Α.

Ε.Ε. στις Βρυξέλλες Βελγίου με τις Π1 3β 13038/ΑΣ 5900/30-4-2008, Π1 3β 18013/ΑΣ 8543/30-6-2008, Π1 3β 22145/ΑΣ 10556/1-9-2008, Π1 3β 32808/ΑΣ 15742/30-12-2008, Π1 3β 7420/ΑΣ 3601/30-3-2009 και Π1 3β 9480/ΑΣ 4619/23-4-2009 αποφάσεις του Υπουργού Εξωτερικών (ΣΤ Γενική Διεύθυνση) αντιστοίχως από 1-5-2008 μέχρι 30-6-2008, από 1-7-2008 μέχρι 31-8-2008, από 1-9-2008 μέχρι 31-12-2008, από 1-1-2009 μέχρι 31-3-2009, από 1-4-2009 μέχρι 30-6-2009 και από 1-7-2009 μέχρι 31-8-2009.

Στις ίδιες αποφάσεις του Υπουργού Εξωτερικών (ΣΤ' Γενική Διεύθυνση) προσδιορίζονται οι "δαπάνες" και η υποβολή για αυτές τις δαπάνες δικαιολογητικών. Το αντικείμενο απασχολήσεώς του, ήτοι τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί στη Μ.Ε.Α. Ε.Ε. ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Ε.Ε. κατά τους χρόνους αποσπάσεως του και μεταβάσεώς του με ειδική αποστολή ήταν "τεχνικής φύσεως", "γραμματέας επί θεμάτων εσωτερικής αγοράς" Υπουργείου Ανάπτυξης (θέματα εταιρικού δικαίου, ανταγωνισμού και τιμών φαρμάκων) και από 6-2-2006 μέχρι 31-8-2009, είχε "χαρακτηρισθεί" ως εξουσιοδοτημένος σε βαθμό ΕU Confidential, ήτοι σε διαβαθμισμένο εμπιστευτικό υλικό...

Σε διπλωματικό υπάλληλο ανατίθενται καθήκοντα σχετικά με την εκπροσώπηση της Ελλάδας στην Ε.Ε., με τη διεξαγωγή συνεννοήσεων ή διαπραγματεύσεων στα πλαίσια της Ε.Ε., με τη χάραξη κατά τις διαπραγματεύσεις ή συνεννοήσεις της ακολουθητέας τακτικής, με την παρουσίαση των ελληνικών θέσεων ενώπιον των οργάνων της Ε.Ε., με τους χειρισμούς σε θέματα που αφορούν την τήρηση και τροποποίηση των συνθηκών της Ε.Ε.

και με τον χειρισμό σε θέματα σχέσεων της Ε.Ε. μετά τρίτων χωρών (άρθρο 2 παράγραφοι 2-1 ν. 1104/1980). Τα ως άνω καθήκοντα του Χ. Γ. αφενός και υπαλλήλου του διπλωματικού κλάδου αφετέρου, συγκρινόμενα, δεν είναι ουσιωδώς όμοια. Ειδικότερα τα καθήκοντα του Χ. Γ. είναι υποδεέστερα των καθηκόντων διπλωματικού υπαλλήλου.

Ο Χ. Γ. συνεπώς κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν τελούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες με υπάλληλο του διπλωματικού κλάδου ώστε η μη εξίσωση των αποδοχών υπαλλήλου του διπλωματικού κλάδου και αυτού (υψηλότερες οι αποδοχές υπαλλήλου του διπλωματικού κλάδου ως προς το ποσοστό της προσαυξήσεως, λόγω στέγης, του ε.υ.α.) δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Περαιτέρω νόμιμα καθορίσθηκε με τις πιο πάνω κοινές υπουργικές αποφάσεις το ε.υ.α. του ενάγοντος σε ποσοστό 65% του ε.υ.α. του Έλληνα πρέσβη στο Βέλγιο, με αντιστοίχιση υπαλλήλου του κλάδου Δ.Λ.Γ.Υ. ή του κλάδου Π.Δ. βαθμού Γ. Τούτο διότι ο Χ. Γ. κατά την απόσπασή του την 23-3-2005 στη Μ.Ε.Α. Ε.Ε. είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας ως άνω δέκα (10) ετών.

Κατά τον "Οργανισμό Υπουργείου Εξωτερικών" (προηγούμενο και νέο) ως άνω το βαθμό Γ' της διπλωματικής ιεραρχίας φέρει διπλωματικός υπάλληλος με υπηρεσία 2-5 ετών και το ε.υ.α. του υπαλλήλου αυτού καθορίζεται με την 083/ε.υ.α./ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινή υπουργική απόφαση, σε ποσοστό 60%, ενώ το βαθμό Β' της διπλωματικής ιεραρχίας φέρει διπλωματικός υπάλληλος με υπηρεσία 5-11 ετών και το ε.υ.α.

του υπαλλήλου αυτού καθορίζεται με την αυτή 083/ε.υ.α./ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό 65%. Κατά ταύτα από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν αποδειχθεί... ο Χ. Γ. δεν έχει έναντι του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις βάσεις της αγωγής τις επίδικες απαιτήσεις. Ειδικότερα: -Δεν δικαιούται τη διαφορά (10%) του ε.υ.α.

στο χρονικό διάστημα από 1-4-2005 μέχρι 31-12-2008 (αγωγικό κονδύλιο 31.140 ευρώ) εφ' όσον νόμιμα καθορίσθηκε με τις πιο πάνω κοινές υπουργικές αποφάσεις για την απόσπαση το ε.υ.α. σε ποσοστό 65%. Δεν δικαιούται τη διαφορά (10%) της λόγω στέγης προσαυξήσεως του ε.υ.α. στο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2008 (αγωγικό κονδύλιο 8.880 ευρώ) εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Ακόμη το αν η ρύθμιση η οποία αφορά την αύξηση λόγω στέγης του ε.υ.α. κατά την 083/ε.υ.α./ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινή υπουργική απόφαση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 135 ν. 2594/1998 και 155 ν. 3566/2007 δεν επηρεάζει την ένδικη υπόθεση. Τούτο διότι κατά το περιεχόμενο της αγωγής ο Χ.

Γ. σε κάθε περίπτωση (μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου) "εισέπραττε" στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2008 την προσαύξηση του ε.υ.α. για τη δαπάνη στεγάσεως σε ποσοστό 10%. -Δεν δικαιούται το ε.υ.α. και τη λόγω στέγης προσαύξηση του ε.υ.α. κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι 31-8-2009 (αγωγικό κονδύλιο 56.240 ευρώ) καθώς και τα έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως (αγωγικό κονδύλιο 7.030 ευρώ).

Τούτο διότι τον χρόνο εκείνο ο Χ. Γ. είχε μεταβεί στη Μ.Ε.Α. Ε.Ε. με ειδική αποστολή και δικαιούται (τυχόν) "δαπάνες" κατά τις κείμενες γενικές διατάξεις, τις οποίες (δαπάνες) δεν αιτείται. -Επίσης, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αξίωσή του για ε.υ.α., για προσαύξηση του ε.υ.α. λόγω στέγης και για έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, δεν δικαιολογείται προσβολή της προσωπικότητάς του και προς τούτο επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη (αγωγικό κονδύλιο 20.000 ευρώ). -Τέλος, ύστερα από την κρίση ότι ο Χ.

Γ. δεν δικαιούται τις επίδικες απαιτήσεις, δεν υφίσταται νόμιμη αξίωση αυτού... έναντι του Ελληνικού Δημοσίου από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά την επικουρική βάση της αγωγής". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε τη διαφορά, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 106 παρ. 1 ν. 3566/2007, 1, 17 και 23 παρ. 1 ν. 2685/1999 ούτε εκείνες των άρθρων 904 και 932 Α.Κ., δεν στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς οι λόγοι αναίρεσης με τα στοιχεία Α (κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του), ΒΑ, ΒΒ (κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του), Γ, Δ και Ε, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές προβαλλόμενες με τους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι με αυτές, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα τα οποία, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά, δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 250/2007). Στην προκειμένη περίπτωση ο λόγος αναίρεσης με το στοιχείο Α (κατά το τρίτο σκέλος του), με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά για τη θεμελίωσή του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το λόγο αναίρεσης με τα στοιχεία ΒΒ (κατά το τρίτο σκέλος του) ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του της πραγματικής εκ μέρους του άσκησης διπλωματικών καθηκόντων, επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα εξής έγγραφα:

α) το από 8-3-2006 φύλλο αξιολόγησής του τού αναπληρωτή μονίμου αντιπροσώπου στη ΜΕΑ πρέσβη Κ. Χ. και β) το από 18-6-2009 φύλλο αξιολόγησής του τού αναπληρωτή μονίμου αντιπροσώπου στη ΜΕΑ πρέσβη Λ. Ρ., των οποίων το περιεχομένο παραθέτει και ότι το εφετείο παραμορφώνοντας τα έγγραφα αυτά δέχθηκε ότι τα καθήκοντα αυτού αφενός και υπαλλήλου του διπλωματικού κλάδου αφετέρου, συγκρινόμενα, δεν είναι ουσιωδώς όμοια και ειδικότερα τα καθήκοντα αυτού είναι υποδεέστερα των καθηκόντων διπλωματικού υπαλλήλου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2014 αίτηση για αναίρεση της 7269/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ