Supreme Court dismisses appeal on labor contract invalidity, upholding lower court's finding of good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding a labor contract. The appellant argued that the employer failed to consider specific documents proving the contract's invalidity, while the employer contended that the contract remained valid due to the employee's knowledge of legal requirements. The court ruled that the lower court correctly found the employer acted in good faith and did not abuse its right to challenge the contract's validity after a long period of operation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 579(1) C.P.D.; Art. 581(2) C.P.D.; Art. 281 A.C.; Art. 559(11)(c) C.P.D.; Art. 559(8) C.P.D.: An appeal may be partial or total depending on the scope of the challenged grounds, and a lower court's refusal to invalidate a contract based on the employer's good faith and long-term operation does not constitute an error of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 678/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΧΑΪΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 872/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 30/6/2008 αίτησή της και τους από 28/9/2010 πρόσθετους λόγους και ο ως άνω αναιρεσείων με την από 30/6/2010 αίτησή του, επί των οποίων εκδόθηκε η 939/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 429/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 234/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 29/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/1/2013 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν η απόφαση αναιρεθεί οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από αυτήν. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή προς μερικούς από τους διαδίκους.
Περίπτωση εν όλω αναιρέσεως συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει το κύρος της όλης αποφάσεως, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή κ.λ.π.). 'Ετσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση που θα κριθεί από το εφετείο.
Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3 και 679 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. Δ' του π.δ. 133 /1991 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κ.Τ.Ε.Λ. " ορίσθηκε, σχετικά με τα προσόντα του προσωπικού κατά την πρόσληψή του, αλλά και μεταγενέστερα, ότι : " Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και για όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν.
Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς, που έχουν συμβληθεί με τις υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του Ι.Κ.Α. σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση. Τα πιστοποιητικά ισχύουν για έξι (6 ) μήνες από της εκδόσεώς τους".
Επίσης με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. Δ' του π.δ. 229 /1994, που άρχισε να ισχύει από 30/8/1994 και κατήργησε το ως άνω π.δ. 133 /1991 (το π.δ. 229 /1994 καταργήθηκε από 1/1/2007, με την έναρξη ισχύος του π.δ. 246 / 2006, το οποίο στο άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. Β' περ. αα' περιέχει την αυτή κατά βάση ρύθμιση) ορίζεται σχεδόν ταυτόσημα ότι : "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω γενικά και ειδικά κατά περίπτωση προσόντα ... 1.
ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ α)...δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση.
Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς τους". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι τόσον υπό το καθεστώς του π.δ. 133/1991,όσο και υπό το καθεστώς του π.δ. 229 /1994 [οι διατάξεις του οποίου έχουν εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρείες που υποκατέστησαν τα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους με οιονεί καθολική διαδοχή, άρθρα 1,2,3 παράγραφοι 1,6 και 10 ν. 2963 / 2001 ], για την πρόσληψη οδηγού λεωφορείων των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζεται.
Η καταλληλότητά του πιστοποιείται αρμοδίως και το πιστοποιητικό υγείας ισχύει για ορισμένο χρόνο, εάν δε δεν εκδοθεί και προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας ως αντικείμενη στις πιο πάνω διατάξεις δημόσιας τάξης είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), ενώ καθίσταται άκυρη, αν δεν ανανεωθεί το πιστοποιητικό υγείας, αφού αυτό έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, η καταλληλότητα όμως του οδηγού πρέπει να υφίσταται καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας.
Η ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας κατά την αρχική πρόσληψη δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, την έλλειψή του και την εντεύθεν ακυρότητα της συμβάσεως. Πρέπει να σημειωθεί, ότι με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ.
α' και β' του ν. 2963/2001 (με αυτόν προβλέφθηκε η μετατροπή των ήδη λειτουργούντων ΚΤΕΛ σε Α.Ε.) ορίσθηκε ότι " Με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, εκδίδεται ο κανονισμός προσωπικού των ΚΤΕΛ και καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης του προσωπικού, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και υποχρεώσεις αυτού, ο χρόνος εργασίας και ανάπαυσης, οι πειθαρχικές ευθύνες, οι πειθαρχικές ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών.
Μέχρι την έκδοση του ως άνω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, δηλαδή τα π.δ. 229 / 1994 και 54/1998".Με την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου 14 του ν. 2963/2001 ορίσθηκε περαιτέρω ότι οι ιδιοκτήτες - οδηγοί, καθώς και οι οδηγοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, πρέπει να πληρούν τις εξής, κατ' ελάχιστον, προϋποθέσεις, α ) να έχουν άδεια οδήγησης, β) να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης κ.λ.π.
Με την τελευταία αυτή διάταξη δεν επήλθε τροποποίηση του νόμου, ως προς την ανάγκη ύπαρξης και προσκομιδής πιστοποιητικού υγείας κατά την κατάρτιση της αρχικής συμβάσεως εργασίας (αρχικής πρόσληψης) για την εγκυρότητα αυτής, αφού κατά την ως άνω ρητή διάταξη της παρ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου 14 του ν. 2963/2001 διατηρήθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του π.δ.229/1994 ( Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ) που αφορούν, μεταξύ άλλων, την πρόσληψη του προσωπικού των ΚΤΕΛ, άρα και του άρθρου 3 αυτού, που ρυθμίζει ειδικά τις προϋποθέσεις και τα προσόντα πρόσληψης και απαιτεί, κατά τα προαναφερθέντα, την ύπαρξη και προσκομιδή κατ' αυτήν πιστοποιητικού υγείας για την εγκυρότητά της, ενώ η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν.2963 / 2001 αναφέρεται στις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι οδηγοί λεωφορείων γενικά και όχι ειδικά κατά την πρόσληψή τους.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1,8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι επί άκυρης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται την παρά του μισθωτού παρεχόμενη εργασία, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, με συνέπεια να μην οφείλει μισθούς υπερημερίας, υποχρεούται, όμως, να καταβάλει την αποζημίωση που προβλέπει για την καταγγελία ο ν. 2112/1920 ή το β.δ.
της 16/18/7/1920, ανάλογα με τη διάρκεια της σχέσης εργασίας Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 20 /5/ 2006 αγωγή του που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ,ζήτησε, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 5/5/2006 καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία, να υποχρεωθεί να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 872/2006 οριστική του απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την κύρια βάση της αγωγής, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 5/5/2006 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 16.580 ευρώ για μισθούς υπερημερίας. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 429/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Κατά της εφετειακής αποφάσεως η εναγομένη άσκησε την από 30/6/2008 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 939/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Μ'αυτή έγινε δεκτό ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός λεωφορείου ιδιοκτησίας της εναγομένης, ήταν άκυρη, γιατί δεν συνέτρεχε κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του ΚΤΕΛ λόγους, ότι ο ενάγων είχε εφοδιασθεί από 3/2/2006 με πιστοποιητικό υγείας και ότι το γεγονός ότι τέτοιο πιστοποιητικό δεν προσκομίστηκε κατά την κατάρτιση της εργασιακής του συμβάσεως ή στην έναρξη κάθε δωδεκαμήνου διαστήματος ή ότι αυτό δεν βρισκόταν αρχειοθετημένο στον τηρούμενο από την εναγομένη φάκελο του ενάγοντος, δεν επιδρά στο κύρος της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, με βάση δε τις παραδοχές αυτές και κατ' επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την σχετική ένσταση της εναγομένης, περί ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας και δέχθηκε συνακόλουθα, ότι η εναγομένη μη αποδεχόμενη τις προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες, περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Μάϊο έως το Δεκέμβριο του 2006, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του π.δ.229 /1994 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής. Στη συνέχεια, αναίρεσε εν όλω την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών, προκειμένου με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει περαιτέρω. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείο Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση, εξαφάνισε αυτή και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε κατά την κύρια βάση (δεχόμενο ότι είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας) και στη συνέχεια, αφού ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία δεν είχε ερευνηθεί, την έκανε δεκτή και επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συνδέουσας αυτόν με την εναγομένη απλής σχέσης εργασίας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, επανεξετάζοντας την έφεση της εναγομένης, η οποία είχε προτείνει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας, γιατί ο ενάγων δεν ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, ζήτημα για το οποίο αναιρέθηκε η ως άνω 429/2008 εφετειακή απόφαση και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., αλλ' ούτε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., αφού το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε με την 429/2008 ως άνω εφετειακή απόφαση, ως προς τη μορφή της σχέσεως εργασίας του ενάγοντος, αν δηλαδή είναι έγκυρη ή άκυρη η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, απέβαλε την ισχύ του, με την ολική αναίρεση της αποφάσεως αυτής, οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έκδοση αυτής της αποφάσεως (429/2008), αναβίωσε η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση της εναγομένης και το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής επανεκδίκασε την έφεση αυτή.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 ΑΚ η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει ως νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής κατάρτισής της. Τέτοια επικύρωση της άκυρης, λόγω έλλειψης αρχικά του ως άνω πιστοποιητικού υγείας, συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, εμφαίνει η προσκομιδή από τον μισθωτό του σχετικού πιστοποιητικού υγείας και η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών αυτών από τον εργοδότη, ο οποίος τελεί εν γνώσει της απόκτησης μεταγενεστέρως του πιστοποιητικού και συνεπώς δεν νοείται επικύρωση της άκυρης ως άνω συμβάσεως εργασίας, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η ως άνω έλλειψη.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ αποδίδει στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων ( καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, έγγραφες εξώδικες δηλώσεις του ΚΤΕΛ, πρακτικά του πειθαρχικού κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει ο ουσιώδης ισχυρισμός του, ότι επήλθε επικύρωση της άκυρης συμβάσεως εργασίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη ρητή βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχεται εκτενής αιτιολογία για το ζήτημα της μη επικύρωσης της άκυρης συμβάσεως εργασίας, λόγω μη προσκομιδής, μέχρι την καταγγελία αυτής, πιστοποιητικού υγείας από τον ενάγοντα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο" ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης.
Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό. Καταχρηστική όμως επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας οδηγού των ΚΤΕΛ, εξαιτίας ανυπαρξίας πιστοποιητικού υγείας, κατά την πρόσληψή του και σε όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, δεν είναι αυτή που γίνεται από τον εργοδότη μετά πάροδο μακρού χρόνου λειτουργίας της συμβάσεως, έστω και χωρίς εναντίωσή του, διότι μόνο τα γεγονότα αυτά δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στο μέσης ηθικής συναλλασσόμενο, ο οποίος παρά τη νομοθετική επιταγή, παρέλειψε να προσκομίσει τέτοιο πιστοποιητικό, την πεποίθηση ότι δεν ήταν αναγκαίο για το κύρος της συμβάσεως εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγομένης να επικαλεσθεί την ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας εξαιτίας της έλλειψης πιστοποιητικού υγείας του, ότι μόνον η πάροδος αρκετού χρόνου λειτουργίας της συμβάσεως, χωρίς την ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας και η μη εναντίωσή του εργοδότη, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσουν στον ενάγοντα, που γνώριζε τη σχετική νομοθετική επιταγή, την πεποίθηση ότι δεν ήταν αναγκαίο για το κύρος της συμβάσεως και τον απέρριψε ως αβάσιμο..
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, αφού ορθά δεν εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/1/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της 234/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ