Legislator Case Law & Legislation
678/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land expropriation compensation valuation date ruling due to lack of legal basis.

Case Number 678/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Thessaloniki's appeal against the First Instance Court's determination of the final compensation unit price for expropriated land. The City argued the valuation date should be the first hearing in 2007, but the Court found the lower court correctly applied the law by using the 2007 date because over a year had passed since the 2005 temporary valuation hearing. The appeal was rejected because the lower court's reasoning was sufficient and the alleged violation of substantive law was unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 13 para. 1 of Law 2882/2001: The Supreme Court holds that the time of the first hearing before the Court of First Instance is the decisive date for calculating expropriation compensation value when more than one year has elapsed since the temporary valuation hearing, thereby validating the lower court's application of substantive law.

Keywords

AI generated
expropriation compensation valuation date determination Code of Civil Procedure legal basis appeal substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 13 para. 1 of Law 2882/2001
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 para. 1 and 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Full Court Decision 30/1997
Full Court Decision 28/1997
Full Court Decision 7/2006
Full Court Decision 4/2005
Full Court Decision 36/1988
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 678/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος ... Θεσσαλονίκης", που έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Νομικού Συμβούλου του Δήμου ...-..., Αντώνιο Χρίστογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Α. του Γ., 2. Ν. Α. του Γ., 3. Ό. Α. του Γ., όλων κατοίκων ... και 4. Μ. συζ. Χ. Γ., το γένος Γ. Α., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Στέφανο Οικονόμου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 25897/2005 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ. Θεσσαλονίκης που καθόριζε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριωθέντων εκτάσεων. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την 5193/2005 αίτησή τους, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και την ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3053/2007 μη οριστική και 1155/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 4-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 23-2-2011 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπωςν από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: Με την 30/2001 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.

πρωτ. 7142/12-3-2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και νόμιμα δημοσιεύθηκε στο από 30-3-2001 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" και μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνη του Δήμου ...

και ειδικότερα για την προαγωγή των κοινωνικών συμφερόντων των δημοτών ... νομού Θεσσαλονίκης με τη δημιουργία Κέντρου Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων, στη συνοικία της Πλατείας Δημοκρατίας του άνω Δήμου, έκταση συνολικού εμβαδού 1.463,40 τ.μ., μετά των επ' αυτής επικειμένων, όπως αυτή εικονίζεται στο συνοδεύον την παραπάνω πράξη διάγραμμα που συνέταξε η αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Β.

Ο. και θεώρησε ο αντιδήμαρχος ... Δ. Π.. Το απαλλοτριωθέν βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης, στο Ο.Τ. 39 του Δήμου ... και έχει πρόσοψη μήκους 34,54 μ. επί της οδού ... και επί της οδού ... 42,48 μ. Αυτό απέχει 300μ. από σχολικό συγκρότημα, 150 μ. από την κεντρική οδό ... και 500 μ. από το Δημαρχείο ..., εξυπηρετείται δε από όλα τα δίκτυα των οργανισμών κοινής ωφελείας και συγκοινωνιακά από αστική γραμμή του ΟΑΣΘ.

Η περιοχή που κείται το απαλλοτριωθέν προσφέρεται κυρίως για κατοικία και εμπορικά καταστήματα συνοικιακής μορφής, είναι πυκνοκατοικημένη, πλήρως διαμορφωμένη με ασφαλτοστρωμένους δρόμους και πεζοδρόμια πλακοστρωμένα. Ο συντελεστής δόμησης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ανέρχεται σε 2,4, το ποσοστό κάλυψης σε 70%, η αντιπαροχή σε 47-50%, ο συντελεστής εμπορικότητας επί της οδού ...

σε 1,4 και η τιμή ζώνης επί της οδού αυτής σε 1.300 ευρώ/τ.μ. Στην περιοχή κτίζονται οικοδομές μέτριας κατασκευής, απευθυνόμενες σε χαμηλού εισοδήματος αγοραστές. Η αξία του απαλλοτριωθέντος κατά το ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο της 7-5-2007, σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού ανέρχεται σε 993,19 ευρώ, ανά τ. μ.

Τα ολοκαίνουργια καταστήματα και διαμερίσματα πωλούνται προς 3.500 ευρώ και 1.550 ευρώ, ανά τ.μ., αντιστοίχως, ενώ το κόστος κατασκευής ανέρχεται σε 800 ευρώ, ανά τ.μ. Η πραγματογνώμονας που διορίσθηκε με την αριθμ. 3053/2007 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προσδιορίζει την αξία του επιδίκου σε 1800 ευρώ/τ.μ., ενώ η αρχιτέκτονας μηχανικός Γ.

Γ. με την από Μαΐου 2005 έκθεση της που συνέταξε κατ' εντολή των αιτούντων, την προσδιορίζει σε 2.758,20 ευρώ/τ.μ. οι εκτιμητές Κ. και Ζ. του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών των οποίων η εκτίμηση ζητήθηκε από τους αιτούντες, προσδιορίζουν την αξία σε 2.168 ευρώ/τ.μ. και τέλος, ο πολιτικός μηχανικός Γ. Τ. με την από 5-3-2009 τεχνική έκθεση που συνέταξε κατ' εντολή του καθ' ου, εκτιμά την αξία αυτού σε 700 ευρώ ανά τ.μ.

Οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν: 1) το αριθμ. .../2005 συμβόλαιο της συμ/φου Θεσ/νίκης Ευφημίας Δούκα βάσει του οποίου διαμέρισμα εμβαδού 90,50 τ.μ. έκτου ορόφου οικοδομής κειμένης επί της οδού ... στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου, του Δήμου ... πωλήθηκε αντί 120.000 ευρώ, πλην όμως στο τίμημα αυτό περιλαμβάνεται και η πώληση υπόγειας αποθήκης και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης χώρου στάθμευσης. 2) Το αριθμ. .../2005 συμβόλαιο πώλησης της ιδίας συμ/φου, βάσει του οποίου πωλήθηκε διαμέρισμα εμβαδού 66,50 τ.μ.

του α' ορόφου οικοδομής, κειμένης επί της ιδίας οδού, μετά του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης (χώρου στάθμευσης, αντί τιμήματος 82.000 ευρώ. 3) Το αριθμ. .../2005 συμβόλαιο της συμ/φου Θεσ/νίκης Πηνελόπης Μιχαηλίδου βάσει του οποίου πωλήθηκε διαμέρισμα 93 τ.μ. του γ' ορόφου επί των οδών ..., ... και ..., του Δήμου ..., στην ίδια περίπου περιοχή με το επίδικο, αντί 117.000 ευρώ. 4) Το αριθμ. .../2005 συμβόλαιο της συμ/φου Θεσ/νίκης Μελπομένης Γναρδέλη, βάσει του οποίου πωλήθηκε διαμέρισμα εμβαδού 50,79 τ.μ.

β' ορόφου οικοδομής επί της οδού ... του ίδιου Δήμου που βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από το επίδικο, αντί 60.000 ευρώ. 5) Το αριθμ. .../2005 συμβόλαιο της συμ/φου Ελένης Βουτσά-Κορδομενίδη, βάσει του οποίου πωλήθηκε διαμέρισμα 111 τ.μ. γ' ορόφου οικοδομής κειμένης επί της συμβολής των οδών ... και ... του Δήμου ..., αντί τιμήματος 128.000 ευρώ.

Ο καθ' ου Δήμος επικαλείται και προσκομίζει: 1) το αριθμ..../2007 συμβόλαιο του συμ/φου Θεσ/νίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, βάσει του οποίου πωλήθηκε από το Δ. Β. Φ. στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης, ακίνητο, εμβαδού 2.707 καταλαμβάνον ολόκληρο το αριθμ. 14 οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου ..., στο Δήμο ..., στα όρια με το Δήμο ..., και επί των οδών ..., ..., ...

και ... μετά της επ' αυτού καπναποθήκης εμβαδού 4.800,50 τ.μ. αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, σε πολύ καλή κατάσταση, έτους κατασκευής 1969, αντί τιμήματος 3.677.400 ευρώ. 2) την αριθμ. 310/2003 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου με την οποία με κρίσιμο χρόνο την 2-12-2002, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κειμένου στην οδό ...

στα όρια Δήμου ... και ... αντί 440 ευρώ/τ.μ., πλην όμως το τελευταίο αυτό στοιχείο δεν είναι πρόσφορο δεδομένου, ότι αφορά ακίνητο κείμενο σε διαφορετική θέση με διαφορετικό συντελεστή δόμησης και απέχει πέντε περίπου έτη από τον κρίσιμο χρόνο της, ένδικης υπόθεσης. Οι αιτούντες ζητούν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος σε 2.800 ευρώ/τ.μ., ενώ ο καθ' ου υπόχρεος Δήμος σε 500 ευρώ/τ.μ.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω εκτιθέμενα, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την 7-5-2007, χρόνο α' συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αφού από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό παρήλθε έτος, η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ενόψει της θέσης, της έκτασης και το γεγονός ότι πρόκειται για σχετικά μεγάλο γωνιακό οικόπεδο ιδιαίτερα αξιοποιήσιμο, γεγονός που ανεβάζει την αξία του, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητας του, σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, και συνεπώς, η πλήρης αποζημίωση δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο, ανέρχεται σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο.

Περαιτέρω, επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υπήρχαν τα παρακάτω περιγραφόμενα επικείμενα: 1) Το υπ' αριθμ. ια' ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 423,90 τ.μ., ύψους 5,10 μ. και ιβ' κτίσμα πρώτου ορόφου, εμβαδού 46,20 τ.μ., ύψους 3,20 μ., συνολικού όγκου 2.309,73 κ.μ. Η κατασκευή του είναι μικτή, δηλ. με μία σειρά από κολόνες οπλισμένου σκυροδέματος, εσωτερικά και εξωτερικά οι φέροντες τοίχοι είναι από "υπερμπατικά" οπτοπλινθοδομή, πάχους 40 εκ.

καλύπτεται δε με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα. 2) Το υπ' αριθμ. 2 ισόγειο κτίσμα εμβαδού 183,13 τ.μ., μέσου ύψους 3,32 μ. και συνολικού όγκου 608,15 κ.μ. είναι κατασκευασμένο από απλή οπτοπλινθοδομή και καλύπτεται με λαμαρινοσκεπή. 3) Το υπ' αριθμ. 3 ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 135,45 τ.μ., ύψους 4,60 μ. και όγκου 623,07 κ.μ. Είναι κατασκευασμένο με "υπερμπατικά" οπτοπλινθοδομή και καλύπτεται με πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος. 4) Το υπ' αριθμ. 4 ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 6,29 τ.μ., ύψους 1,75 μ.

όγκου 11 κ.μ, είναι κατασκευασμένο από απλή οπτοπλινθοδομή καλυπτόμενο με πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος. 5) Το αριθμ. 5 ισόγειο κτίσμα εμβαδού 35,6 τ.μ., μέσου ύψους 3,04 μ, όγκου 108,35 κ.μ. είναι κατασκευασμένο από οπτοπλινθοδομή με λαμαρινοσκεπή. 6) Το αριθμ. 6 υπόστεγο ανοικτό λαμαρινοσκεπές. 7) περίφραξη από μπατική οπτοπλινθοδομή, μήκους 42 μ.

και 8) δύο δαφνόδενδρα, ηλικίας 15 ετών, μία συκιά ηλικίας 15 ετών, μία καρυδιά ηλικίας 5 ετών, ένα φυστικόδενδρο Αιγίνης ηλικίας 15 ετών και ένα αγριόδενδρο ηλικίας 15 ετών. Τα προαναφερόμενα κτίσματα χρησιμοποιούνταν ως υφαντουργείο, με βοηθητικούς χώρους και αποθήκες. Τα κτίσματα είναι πολύ παλαιάς κατασκευής, δεν διαθέτουν αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία και η κατασκευή τους αποτελείται από ευτελή υλικά.

Αυτά κτίσθηκαν το έτος 1930, περίπου, πριν από το χρόνο κήρυξης της απαλλοτριώσεως, αλλά και κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και τα υπό στοιχεία 2, 4 και 5 κτίσματα δημιουργούσαν κατάσταση επικίνδυνη και πριν από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, κατεδαφίστηκαν από το Δήμο ... . Τα παραπάνω κτίσματα δεν έχουν συντηρηθεί για αρκετά χρόνια παρουσιάζουν εικόνα ερειπωμένων και εγκαταλειμμένων, ιδίως το υπ' αριθμ. 3 κτίσμα και το ισόγειο του υπ' αριθμ. 1 κτίσματος, λείπουν δε κάποια παράθυρα, κουφώματα και πόρτες και τα επιχρίσματα έχουν αποκολληθεί.

Στο αριθμ. .../27-3-1980 συμβόλαιο του συμ/φου Θεσ/νίκης Νικολάου Σταματίου Τσαούδη, βάσει του οποίου ο α' αιτών αγόρασε ποσοστό του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των επ' αυτού κτισμάτων, αυτά περιγράφονται ως εξής: "ενός εργοστασίου υφαντουργίας, κατασκευής 1930 έτους μετά των λαμαρινοκατασκευών παραρτημάτων και αποθηκών ...".

Η ίδια περιγραφή γίνεται και στις αριθμ. .../1987 και .../2005 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς των αιτούντων ενώπιον του συμ/φου Θεσ/νίκης Γεωργίου Δημητρίου Τσώνου. Πρέπει να ειπωθεί, ότι οι αιτούντες προσκομίζουν φύλλα αντικειμενικού προσδιορισμού των κτισμάτων, βάσει των οποίων προσδιορίσθηκε η αντικειμενική αξία αυτών σε τιμές από 200,07 ευρώ/τ.μ.

έως 1.132,18 ευρώ/τ.μ. Πλην όμως οι τιμές αυτές δεν μπορούν να συντελέσουν στη διαμόρφωση της αξίας των κτισμάτων. Τούτο, διότι, τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη βάσει των οποίων διαμορφώθηκαν οι αναφερόμενες σ' αυτά τιμές, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση των κτισμάτων, όπως για παράδειγμα το υπ' αριθμ.

ιβ, και 4 κτίσματα αναφέρονται ως κατοικία-διαμέρισμα, τα αριθμ. 1,3 ως επαγγελματική στέγη και το υπό στοιχ. 2 κα ι 5 ως αποθήκες. Η πραγματική κατάσταση των κτισμάτων δεν μπορεί να προσμετρηθεί με τους αναγραφόμενους στα έντυπα υπολογισμού συντελεστές. Για αυτό προφανώς κατά την κατεδάφιση των προαναφερθέντων κτισμάτων, πριν την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, δεν υπήρξε αντίδραση των αιτούντων.

Η ΔΟΥ ... με το αριθμ. πρωτ. 1288 6/9-6-2005 έγγραφο της προσδιορίζει την αξία των υπό στοιχ. ια, β και 3, κτισμάτων σε 70.111,23 ευρώ, ήτοι 115,78 ευρώ/τ.μ. αξία, η οποία βέβαια δεν υπέστη αύξηση μέχρι 7-5-2007, αλλά απεναντίας λόγω της παλαιότητας μειώθηκε. Το κόστος κατασκευής (νεόδμητης) οικοδομής ανέρχεται σε 800 ευρώ/τ.μ. Οι αιτούντες ζητούν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των κτισμάτων των υπό στοιχ.

ια,3,4 σε 293 ευρώ ανά τ.μ., του ια σε 587 ευρώ ανά τ.μ. και υπό στοιχ. 2, 5, 6 σε 235 ευρώ ανά τ.μ. Ο Δήμος ισχυρίζεται ότι αυτά είναι μηδενικής αξίας και ζητεί να μην καθορισθεί για αυτά αποζημίωση, ενώ ο ίδιος με την αριθμ. έκθεση καταθ. 34819/2001 αίτηση, ζητούσε να καθορισθεί προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως αυτών σε 44,02 ευρώ/τ.μ.

Η πραγματογνώμονας προσδιορίζει την ανά τ.μ. αξία των υπό στοιχ. 1-4 κτισμάτων σε 300 ευρώ/τ.μ. και των υπό στοιχ. 5-6 σε 120 ευρώ/τ.μ. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω καθώς και τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο 7-5-2007, χωρίς να υπολογισθεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, και συνεπώς, η πλήρης αποζημίωση, εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριωθέντα κτίσματα με άλλα ισάξια ανέρχεται:

α) του υπ' αριθμ. ι (α,β) κτίσματος σε εκατόν είκοσι πέντε (125) ευρώ, ανά τ.μ. β) του υπ' αριθμ. 2 κτίσματος σε ογδόντα (80) ευρώ/τ.μ. γ) του υπ' αριθμ. 3 κτίσματος σε εκατόν δέκα (110) ευρώ/τ.μ. δ) του υπ' αριθμ. 4 κτίσματος σε ογδόντα (80) ευρώ/τ.μ., ε) του υπ' αριθμ. 5 κτίσματος σε ογδόντα (80) ευρώ/τ.μ. στ) του υπ' αριθμ. 6 κτίσματος σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ, κατ' αποκοπή ζ) της περίφραξης σε σαράντα πέντε (45) ευρώ ανά μέτρο, και η)των δένδρων:

των δύο δαφνόδενδρων σε 25 ευρώ το καθένα, της συκιάς σε 35 ευρώ, της καρυδιάς σε 59 ευρώ, της φυστικιάς σε 59 ευρώ και του αγριόδενδρου σε 25 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ'ιδίαν αποδεικτικών μέσων, στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της ένδικης υπόθεσης, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και δη:

των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος και 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές στο αιτιολογικό της απόφασής του το Εφετείο με πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία και ύστερα από προσήκουσα αξιολόγησή τους, σε συνδυασμό και με την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων, αλλά και την κατάσταση και το είδος των επικειμένων, προσδιόρισε την κατά την κρίση του πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδόμενες πλημμέλειες από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως οι αντίθετοι, δεύτερος, τρίτος, έβδομος, όγδοος, ένατος, δέκατος, λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από. την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του αριθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε, υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "στη συγκεκριμένη περιοχή όπου κείται το επίδικο οικόπεδο δεν υπάρχει καθόλου εμπορική κίνηση και γι' αυτό το λόγο οι μέτριας κατασκευής οικοδομές δεν περιλαμβάνουν καταστήματα στα ισόγειά τους ..." και η απόφαση δέχθηκε ότι "τα ολοκαίνουργια καταστήματα πωλούνται δήθεν προς 3.500 ευρώ ...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και να δημιουργεί τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο, για το ορισμένο δε και παραδεκτό του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις που κατά τον αναιρεσείοντα εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ αναφέρει "κτίζονται οικοδομές μέτριες κατασκευές απευθυνόμενες σε χαμηλού εισοδήματος αγοραστές", δεν προέβη σε εξειδίκευση της έννοιας και του ορισμού της μέτριας κατασκευής ..." και τελικά καταλήγει στο να θεωρεί ότι η επίδικη περιοχή απευθύνεται σε αγοραστές ιδιαίτερα υψηλών εισοδημάτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει απ' αυτόν οι προβαλλόμενες αντιφάσεις αναφέρονται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το οποίο είναι απολύτως σαφές και ορισμένο και ουδόλως περιλαμβάνει αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις.

4. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11γ'ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 3053/2007 πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων και τα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου της Εφορίας ... στα οποία αποτυπώνεται η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τον προσδιορισμό της αξίας αυτών κατά τον ένδικο κρίσιμο χρόνο. Επομένως ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το αριθμ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.

5. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει:1)η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου, 2)ότι ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εν λόγω αξίας είναι ο χρόνος της ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου συζητήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ενώ, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση αυτή ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως κρίσιμος είναι ο χρόνος της ενώπιον του Εφετείου συζητήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, και 3)ότι, αν μετά τη δημοσίευση της πράξεως περί κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως επέλθει ανατίμηση του απαλλοτριούμενου ακινήτου μη οφειλόμενη στη δημοσίευση της εν λόγω πράξεως ούτε σε ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του ακινήτου, η ανατίμηση αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου.

Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του Εφετείου αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το Εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο της εν λόγω συζητήσεως και όχι εκείνης μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με το να δεχθεί ως κρίσιμο χρόνο καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως την 7-5-2007 και δη το χρόνο της πρώτης συζήτησης της ένδικης αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 Ν. 2882/2001. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (14-6-2005) μέχρι το χρόνο της πρώτης συζήτησης της ένδικης αίτησης ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (7-5-2007) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους και συνεπώς ορθά το Εφετείο εφάρμοσε την ως άνω διάταξη και δέχθηκε ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της οριστικής μονάδος αποζημιώσεως το χρόνο αυτό (7-5-2007). Τέλος με τον ενδέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων η κρίση του Εφετείου είναι λανθασμένη και αναιτιολόγητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προδήλως ως αόριστος.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 281 παρ.1 και 2 του Ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2009 αίτηση του "Δήμου ... Θεσσαλονίκης" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1155/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια πενήντα (1.350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ