Legislator Case Law & Legislation
678/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for public officials' salary claims starting from claim generation.

Case Number 678/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 87 former guards against the Municipality of Patras regarding unpaid Sunday and night shift wages. The court held that the two-year statute of limitations for public officials' salary claims begins from the date the claim arises, not the end of the fiscal year. Consequently, the lower court's application of this limitation period was correct and did not violate constitutional principles.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995; Art. 91 of Law 2362/1995: The two-year statute of limitations for salary claims by public officials commences from the date the claim arises, a rule that does not contravene constitutional principles regarding the public interest.

Keywords

AI generated
statute of limitations public officials salary claims fiscal year statutory limitation public interest appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995
Art. 91 of Law 2362/1995
Art. 56 of Law 496/1974
Art. 3 of Law 31/1968
Art. 304 of the Municipal and Communal Code
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 522 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 678/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Δ. του Β., κατοίκου ..., έως και 87. Φ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 814/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 22-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Για την πιστοποίηση των παραπάνω συντάχθηκε αυτό το πρακτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/ 1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του Ν.Δ. 496/1974, 3 του Ν.Δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, και αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ. α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδάφ.

α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, για τις ανωτέρω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος- η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της εν γένει οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και συνεπώς δεν αντίκειται η εν λόγω διάταξη: 1) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας και με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, 2) στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που παρέχει ανάλογη προστασία, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, 3) στην διάταξη του άρθρου 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την οποία "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", καθόσον η ως άνω διετής παραγραφή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος, που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις, και όχι με βάση τα ανωτέρω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση, 4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της εν λόγω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), αφού οι υπερνομοθετική ς ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε και από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου , προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα , και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 31/2007 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974).

Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία, δηλαδή, της περιουσίας του Δημοσίου με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεων του, η οποία εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 έναρξη της διετούς παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους , ή από άλλο χρονικό σημείο.

Τέλος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αντίθεση των ρυθμίσεων του Ν. 2362/1995 (άρθρο 90 παρ.3 αυτού) στις αρχές των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, εφόσον οι αρχές αυτές δεν αποκλείουν την θέσπιση περιορισμών που επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Μετά από αυτά, επομένως, το Εφετείο Πατρών, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, ήδη αναίρεσε ιόντων, από την εργασία τους ως φυλάκων σε σχολικά κτίρια της πόλης των Πατρών, στα οποία τοποθετήθηκαν από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, εργοδότη τους Δήμο Πατρέων, υπόκεινται στην θεσπιζόμενη από την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τον χρόνο της γενέσεως τους και ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στους προαναφερθέντες ουσιαστικού δικαίου κανόνες, δεν έσφαλε, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εξουσία του εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους προσβαλλόμενων κεφαλαίων της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το εφετείο δεν ερεύνησε αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε -εν όλω ή εν μέρει- πρωτοδίκως, χωρίς να έχει παραπονεθεί ο ενάγων, ως εκκαλών, για την απόρριψη. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 24-3-2008 εφέσεως τους, παραπονέθηκαν με αυτή μόνο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 και 91 το Ν. 2362/1995, όχι δε και για τα αιτήματα της ένδικης αγωγής τους περί επιδικάσεως σ' αυτούς αμοιβής για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και κατά τη νύκτα, τα οποία δέχθηκε εν μέρει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του. Επομένως το Εφετείο, που δεν εξέτασε τα αιτήματα αυτά της αγωγής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ και ο αντίθετος δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2010 αίτηση της Σ. Δ. και των λοιπών ογδόντα έξι (86) αναιρεσειόντων (87 συνολικά) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 225/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ