Supreme Court annuls labor court decision for insufficient reasoning on employer's abuse of power in job transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a unilateral detrimental modification of an employment contract. The employer argued the transfer was necessary for organizational restructuring, while the employee claimed it constituted an abuse of power by assigning inferior duties. The court found the lower court's reasoning insufficient to justify the transfer as non-abusive, particularly regarding the comparison of duties and the existence of equivalent positions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A unilateral detrimental modification of an employment contract is presumed abusive unless the employer provides sufficient and non-contradictory reasoning justifying the change in duties and the necessity of the transfer for organizational needs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Άρθ. 7 ν. 2112/1920, 57, 59, 281, 288, 648, 652, 656, 914, 932 ΑΚ. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Υπάρχει και σε περίπτωση ανάθεσης στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεεστέρων των προηγουμένων, χωρίς τούτο να: Δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες. Ο μισθωτός δικαιούται. διαζευκτικά, ν’ αποδεχθεί την μεταβολή να θεωρήσει την μεταβολή αυτή καταγγελία της σύμβασης και ν’ απαιτήσει την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης ή να εμμείνει στην τήρηση των αρχικών συμβατικών όρων παραμένοντας στην θέση του κ.λπ. Δικαίωμα για καταβολή και χρηματικής ικανοποίησης. Ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ανάθεση υποδεεστέρων καθηκόντων (αναιρεί την 7249/2008 απόφαση Εφετείου Αθηνών).
Αριθμός 678/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Σ. Σ. του Π., κατοίκου .... Η 1η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη. Οι 2ος και 3ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κατσίκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2221/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7249/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του με στοιχ. V λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ειδικότερα δε αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου. (Β) Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδάφ.
α' του ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.
Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας αποτελεί και η εκ μέρους του ανάθεση στον μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης απ' αυτή που ήδη κατείχε, χωρίς να δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες.
Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα (α) ν' αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, (β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και (γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ, 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος ν' αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση, το ύψος (ποσό) της οποίας καθορίζει το δικαστήριο ύστερ' από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, δηλ.
των συνδεομένων με την προσβολή αυτή και τους διαδίκους συνθηκών και ιδιοτήτων, οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με το είδος της προσβολής που αποτελεί την βάση της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, με αντικείμενο αξιώσεις από μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του που προκάλεσε σ' αυτόν και ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, με την προσβαλλομένη 7249/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός του ΤΕΙ Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του Πανεπιστημίου Πειραιώς (στα πλαίσια του Προγράμματος Επιμόρφωσης Στελεχών Πτυχιούχων μηχανικών Τεχνολογικής Εκπαίδευσης Κατηγορίας Τ3 Επιχειρήσεων) στην Διοικητική των Επιχειρήσεων, στην Διοίκηση Έργων, στην Διοίκηση Ολικής Ποιότητας, στην Ηλεκτρική Οικονομία και στην Οικονομική Ανάλυση, προσλήφθηκε από την 1η εναγομένη (ΔΕΗ ΑΕ) την 12-7-1974 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της στην κατηγορία Τ3-Τεχνολόγων, ότι το έτος 1983 ανατέθηκαν σ' αυτόν καθήκοντα Υπευθύνου Δραστηριοτήτων των συνεργείων συντήρησης δικτύων και παροχών του Υποτομέα Εκμετάλλευσης της περιοχής Περιστερίου της 1ης εναγομένης, τα οποία άσκησε μέχρι το έτος 1987, όταν του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Κλιμακίου Ειδικών Δραστηριοτήτων στην ίδια ως άνω περιοχή (Περιστερίου), ενώ παράλληλα ασκούσε και τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του Γραφείου Λειτουργίας Δικτύου και του Σχεδιαστηρίου του Τομέα Μελετών της ίδιας περιοχής, ότι από 1-11-1995 του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου του Τεχνικού Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω, θέση που κατείχε μέχρι την 16-6-2004, όταν του επιδόθηκε το 54947/15-6-2004 έγγραφο της 1ης εναγομένης, υπογραφόμενο από τον 3ο εναγόμενο, με την ιδιότητά του ως Διευθυντή της Περιφέρειας Αττικής, με το οποίο του γνωστοποιείτο η μετάθεσή του από το Πρακτορείο Αιγάλεω στον Τομέα Εκμετάλλευσης της περιοχής Περιστερίου ως Προϊσταμένου τμήματος του ως άνω Τομέα, ότι η μετάθεση αυτή του ενάγοντος έγινε στα πλαίσια αναδιάρθρωσης της 1ης εναγομένης μετά την μετατροπή της από μονοπωλιακή Δημόσια Επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρεία, οπότε καταργήθηκε ο Τεχνικός Τομέας του Πρακτορείου Αιγάλεω, στον οποίο ο ενάγων υπηρετούσε ως Προϊστάμενος, ότι συγκεκριμένα (1) με το ν. 2773/1999, εκδοθέντα σε εφαρμογή της 96/92 Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταργήθηκε το μονοπωλιακό καθεστώς της ΔΕΗ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η επιχείρηση αναγκάσθηκε να λειτουργήσει με νέα κριτήρια στην αγορά του ελεύθερου ανταγωνισμού και ειδικότερα με το ΠΔ 333/2000, εκδοθέν σε εκτέλεση του ως άνω νόμου, η ΔΕΗ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, εγκρίθηκε το καταστατικό της και καθορίσθηκαν τα νέα όργανα αυτής, δηλ.
το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διευθύνων Σύμβουλος και το Συμβούλιο Διεύθυνσης (2) στην συνέχεια η ΔΕΗ με αποφάσεις του ΔΣ αυτής των ετών 2000 - 2001 υιοθέτησε νέα οργανωτική δομή και έτσι διαμορφώθηκαν 6 Γενικές Διευθύνσεις και 53 Βασικά οργανωτικά Κλιμάκια (ΒΟΚ), ενώ με διαδοχικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της επαναπροσδιορίσθηκε πλήρως η δομή της Επιχείρησης και επανακαθορίσθηκαν τα πλαίσια αρμοδιοτήτων και ευθυνών του συνόλου των νέων Υπηρεσιακών Μονάδων που δημιουργήθηκαν, σε αντικατάσταση των προηγουμένων σε όλο το εύρος της Επιχείρησης και σε όλα τα ιεραρχικά επίπεδα, ενώ παράλληλα και διαδοχικά, ανά ιεραρχικό επίπεδο, αξιολογούνταν και επιλέγονταν οι προϊστάμενοι των σχετικών Μονάδων (3) ανατέθηκε στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εταιρείας να εκπονήσει και να εισηγηθεί τον αναθεωρημένο Κανονισμό Αναδιάρθρωσης Υπηρεσιών (ΚΔΥ), που αναφέρεται στο πλαίσιο ευθυνών και αρμοδιοτήτων των Μονάδων στάθμης ΒΟΚ, ενώ συγχρόνως χορηγήθηκε σ' αυτόν η εξουσιοδότηση, κατά την μεταβατική περίοδο υλοποίησης του νέου οργανογράμματος της Επιχείρησης και μέχρι την ολοκλήρωση της περαιτέρω διάρθρωσης αυτής σε Υπηρεσιακές Μονάδες κατωτέρου ιεραρχικού επιπέδου, να εκδίδει όλες τις αναγκαίες αποφάσεις και εγκρίνει την προκήρυξη όλων των θέσεων των επικεφαλής των ΒΟΚ (4) έτσι ο Διευθύνων Σύμβουλος με την 196/2001 απόφασή του καθόρισε την περαιτέρω διάρθρωση των ΒΟΚ (Μονάδες 1ου ιεραρχικού επιπέδου) σε υπηρεσιακές μονάδων τριών κατωτέρων ιεραρχικά επιπέδων και ειδικότερα σε κλάδο ΒΟΚ (2ο ιεραρχικά επίπεδο διοικητικής στάθμης), σε Τομέα ΒΟΚ (3ο επίπεδο) και Υποτομέα ΒΟΚ (4ο επίπεδο ιεραρχικής στάθμης), αποφάσισε περαιτέρω ότι η ίδρυση κλάδων ΒΟΚ ή η σύσταση θέσεων Βοηθών Διευθυντών, που εντάσσονται επίσης στο 2ο ιεραρχικό επίπεδο, όπως και η ίδρυση Τομέων (3ο ιεραρχικό επίπεδο), γίνονται με αποφάσεις του ίδιου, ενώ η ίδρυση Υποτομέων (4ο ιεραρχικό επίπεδο) γίνεται με αποφάσεις των οικείων Γενικών Διευθυντών, και ότι οι Διευθυντές ΒΟΚ (επικεφαλής 1ου ιεραρχικού επιπέδου), πέραν από τα τέσσερα ως άνω επίσημα διαβαθμισμένα ιεραρχικά επίπεδα διοικητικής στάθμης, μπορούν, όπου το κρίνουν απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία των μονάδων τους, να δημιουργήσουν "Οργανωτικές Οντότητες" στάθμης κατώτερης του υποτομέα ΒΟΚ, που ν' αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες αρμοδιότητες των Υποτομέων, αλλά και να καταργούν, πάλι με δική τους απόφαση, τις ως άνω οντότητες και ν' ανακαλούν τους επικεφαλής τους, με βάση δε τα παραπάνω και σκοπό την υλοποίηση της προαναφερθείσης απόφασης (196/2001) του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εταιρείας οι Γενικοί Διευθυντές εξέδωσαν τις αντίστοιχες αποφάσεις τους για την ίδρυση των νέων Υποτομέων των ΒΟΚ, δηλ.
των μονάδων του 4ου και τελευταίου από τα επίσημα διαβαθμισμένα ιεραρχικά επίπεδα, προσδιορίζοντας τις αρμοδιότητές τους και επιλέγοντας τους επικεφαλής τους (5) στα πλαίσια αυτά εκδόθηκε η ΔΟ/142/2-4-2003 απόφαση του δευτέρου των εναγομένων, Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής, με την οποία ιδρύθηκαν 475 νέοι Υποτομείς των ΒΟΚ της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής, ανήκοντες στο 4ο ιεραρχικό επίπεδο, ειδικότερα δε όσον αφορά το ΒΟΚ της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής, στην οποία υπάγεται ο ενάγων, συστήθηκαν με διαδοχικές αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου δύο θέσεις Βοηθών Διευθυντών (2ο επίπεδο), ιδρύθηκαν 4 Τομείς στην έδρα του ΒΟΚ (3ο επίπεδο) και 7 Τομείς (επίσης 3ο επίπεδο), κατανεμημένοι γεωγραφικά στην περιφέρεια της ως άνω Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής, που φέρουν τον τίτλο "Περιοχή" (Αθήνας, Πειραιά, Καλλιθέας, Φιλοθέης - Κηφισιάς, Περιστερίου, Μεσογείων, Ελευσίνας), ενώ με την ΔΟ/141/2-4-2003 απόφαση ιδρύθηκαν οι 75 νέοι Υποτομείς του ΒΟΚ της παραπάνω Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (4ο επίπεδο) και δη 19 Υποτομείς της Έδρας της Περιφέρειας και 56 Υποτομείς στους Τομείς - Περιοχές, από τους οποίους οι 33 στις έδρες των Περιοχών, στεγαζόμενοι και λειτουργούντες στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα με αυτές, φέροντες δε τον τίτλο "Τομείς Περιοχών", ενώ είναι 4ου ιεραρχικού επιπέδου, δηλ.
επιπέδου Υποτομέα ΒΟΚ, σε αντιδιαστολή με τις μονάδες 3ου ιεραρχικού επιπέδου που ονομάζονται "Τομείς ΒΟΚ", οι υπόλοιποι δε 23 Υποτομείς των Περιοχών ιδρύθηκαν σε διαφορετικές θέσεις από τις Έδρες των Περιοχών, ώστε να καλύπτουν πιο άμεσα τον γεωγραφικό χώρο ευθύνης τους και φέρουν τον τίτλο "Πρακτορείο" (6) ακολούθως, ο δεύτερος εναγόμενος στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του εξέδωσε την ΔΟ/142/2-4-2003 απόφαση, με την οποία ο Διευθυντής της Οργάνωσης Περιφέρειας Αττικής εξουσιοδοτήθηκε να επανακαθορίσει τις ειδικότερες αρμοδιότητες των Πρακτορείων για την εξυπηρέτηση των πελατών του χώρου ευθύνης τους, με ενημέρωση του Γενικού Διευθυντή Διανομής, και στην συνέχεια με την 51143/13-2-2004 απόφαση του τρίτου των εναγομένων, Διευθυντή της Περιφέρειας Αττικής, ορίσθηκε ότι οι Περιοχές διοικητικής στάθμης Τομέα ΒΟΚ (3ου ιεραρχικού επιπέδου) διαρθρώνονται περαιτέρω κατά ενιαίο τρόπο (πλην της Περιοχής Ελευσίνας) σε Μονάδες διοικητικής στάθμης Υποτομέα ΒΟΚ με τις ονομασίες (α) Τομέας Μελετών (β) Τομέας κατασκευών (γ) Τομέας Εκμετάλλευσης (δ) Τομέας Εμπορίας (ε) Τομέας Υποστήριξης και τέλος Πρακτορεία, που αποτελούν μονάδες στάθμης Υποτομέα ΒΟΚ, στις οποίες ανήκει και το "Πρακτορείο Αιγάλεω", που είναι υπηρεσιακή μονάδα του τελευταίου (4ου) επίσημα διαβαθμισμένου ιεραρχικά επιπέδου, δηλ.
μονάδα επιπέδου "Υποτομέα ΒΟΚ", και ιδρύθηκε με την με την ως άνω απόφαση του γενικού Διευθυντή Διανομής (ΔΟ/142/2-4-2003) για την κάλυψη των αναγκών των πελατών της εταιρείας (1ης εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ) στον ίδιο ακριβώς γεωγραφικό χώρο που πριν από την αναδιάρθρωση κάλυπτε η προϋπάρχουσα και με την ίδια ονομασία υπηρεσιακή Μονάδα, στην οποία ο ενάγων με βάση το παλαιό Οργανωτικό Σχήμα της Επιχείρησης ήταν Προϊστάμενος του Τεχνικού Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω (7) δεδομένου ότι με τη νέα οργανωτική δομή της ΔΕΗ, που είχε και τον απώτερο στόχο τα Πρακτορεία να έχουν καθαρά εμπορολογιστικό χαρακτήρα (ενώ με την παλαιότερη δομή αυτά είχαν εμπορικές και τεχνικές δραστηριότητες), άρχισαν να συγκεντρώνονται σταδιακά (ανάλογα με τις κτιριακές δυνατότητες) οι τεχνικές δραστηριότητες των Πρακτορείων στους Τεχνικούς Τομείς των Περιοχών, με ταυτόχρονη κατάργηση των αντιστοίχων Τομέων των Πρακτορείων, αποφασίσθηκε η κατάργηση του τεχνικού Τομέα και στο Πρακτορείο Αιγάλεω, με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον αντικείμενο απασχόλησης για τον ενάγοντα, η κατάργηση δε αυτή άρχισε να υλοποιείται με την σταδιακή μετάθεση των υπαλλήλων του σχετικού Τομέα, ώστε, ενώ ο ενάγων πριν από την διαδικασία αναδιάρθρωσης προΐστατο 25 υπαλλήλων του Τεχνικού Τομέα του ως άνω Πρακτορείου, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την μετάθεσή του προΐστατο μόλις 4 υπαλλήλων, ότι, έτσι, με την προαναφερθείσα ΔΠΑ/54947/15-6-2004 απόφαση ο ενάγων μετατέθηκε από τον καταργηθέντα Τεχνικό Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω στον Τομέα Περιοχής Περιστερίου, δηλ.
σε Υποτομέα 4ου ιεραρχικού επιπέδου, και στον Τομέα Εκμετάλλευσης αυτού, που σύμφωνα με την οργανωτική διάρθρωση της 1ης εναγομένης αποτελεί μονάδα στάθμης κατώτερης του υποτομέα, στην οποία το "Τμήμα" του Τομέα Εκμετάλλευσης αποτελεί ακόμη υποδεέστερη ιεραρχικά βαθμίδα ως μερικότερη Οργανωτική Οντότητα και συνεπώς τα ανατεθέντα στον ενάγοντα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος αντιστοιχούν στην πραγματικότητα σε καθήκοντα Υπευθύνου Δραστηριοτήτων, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα (α) η μετάθεση του ενάγοντος από το Πρακτορείο Αιγάλεω στον Τομέα Εκμετάλλευσης της Περιοχής Περιστερίου αποτελεί επιχειρηματική απόφαση των αρμοδίων οργάνων της 1ης των εναγομένων (2ου και 3ου αυτών), η οποία ήταν απόλυτα επιβεβλημένη για την αναδιοργάνωσή της και απέβλεπε αποκλειστικά στην προσφορότερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, επιβαλλομένη από οικονομοτεχνικούς λόγους αναγομένους στην άσκηση του νόμιμου διευθυντικού δικαιώματος αυτής ως εργοδότριας και δεν είναι καταχρηστική, ενόψει των προαναφερομένων ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες ελήφθη και του γεγονότος ότι καταργήθηκε ο Τεχνικός Τομέας του Πρακτορείου Αιγάλεω, Προϊστάμενος του οποίου ήταν ο ενάγων, με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον αντικείμενο απασχόλησης αυτού (β) αντίθετα, είναι καταχρηστική, χωρίς να δικαιολογείται από οποιαδήποτε συμπεριφορά του ενάγοντος, ούτε να προβλέπεται από την ατομική σύμβαση εργασίας του, η ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων Προϊσταμένου Τμήματος του ως άνω Τομέα Εκμετάλλευσης της Περιοχής Περιστερίου, τα οποία, κατά τα προαναφερθέντα, βρίσκονταν από άποψη ιεραρχικής βαθμίδας σε στάθμη κατώτερη του Υποτομεάρχη ΒΟΚ, δηλ.
κατώτερη του 4ου ιεραρχικού επιπέδου και συνεπώς υποδεέστερη εκείνης, στην οποία ανήκε ο ενάγων όταν υπηρετούσε ως Προϊστάμενος Τομέα σε θέση Τομεάρχη, που ανήκε στο 4ο ιεραρχικά επίπεδο, καθόσον η θέση του Τομεάρχη κατά το παλαιό οργανωτικό σχήμα της 1ης εναγομένης, με το νέο οργανωτικό σχήμα ήταν ισότιμη με αυτήν του Υποτομεάρχη ΒΟΚ, με αποτέλεσμα η θέση του Προϊσταμένου Τμήματος, στην οποία τοποθετήθηκε ο ενάγων, να βρίσκεται όχι μία αλλά δύο βαθμίδες κάτω από το 4ο ιεραρχικό επίπεδο, ενώ εξάλλου και από την άποψη του περιεχομένου τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος που ανατέθηκαν στον ενάγοντα και στα οποία περιλαμβάνονταν (1) Προγραμματισμός - Παρακολούθηση -Έλεγχος των ημερησίων προγραμμάτων και απολογισμός των εκτελεσθεισών εργασιών (2) Αποκατάσταση βλαβών και άρση ανωμαλιών στο δίκτυο Μ. & Χ.Τ. (3) Εκτέλεση εντολών χειρισμών σε στοιχεία εγκαταστάσεων Μ. & Χ.Τ. (4) Εκτέλεση αποκοπών - επαναφορών σε πελάτες Μ.Τ. (5) Μέριμνα για την διαχείριση των υλικών του τμήματος (6) Συλλογή - αξιολόγηση πρωτογενών στοιχείων Επιχειρησιακού Προγραμματισμού - Ο.Π.
και τήρηση στατιστικών στοιχείων, ήταν υποδεέστερα των καθηκόντων που ασκούσε ως Προϊστάμενος του Τεχνικού Τομέα, τα οποία ήταν επιτελικής θέσης που απαιτούσε ιδιαίτερες συντονιστικές ικανότητες, καθόσον σ' αυτά περιλαμβάνονταν και τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του κλιμακίου Ειδικών Δραστηριοτήτων της Περιοχής, θέσης υψηλής ευθύνης και ανάγκης άσκησης διοικητικών πράξεων στο σχετικό επίπεδο αρμοδιότητάς του, καθώς και εκείνα του υπευθύνου του γραφείου λειτουργίας δικτύου της περιοχής του και του υπευθύνου του Σχεδιαστηρίου του τομέα Μελετών της ίδιας περιοχής, θέσεων επίσης υψηλής διοικητικής ευθύνης, είχε δε και τον έλεγχο του Τεχνικού τομέα της μονάδας του και τον έλεγχο της τήρησης της υγιεινής και ασφάλειας με εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για κάθε ζήτημα της αρμοδιότητάς του και επιπλέον ασκούσε και καθήκοντα διοίκησης προσωπικού, όντας ως Τομεάρχης αρμόδιος για την υπογραφή των δελτίων απασχόλησης των μισθωτών του τομέα του, ότι κατά συνέπεια η ως άνω μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (με την ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων υποδεεστέρων από άποψη ιεραρχικής βαθμίδας αλλά και περιεχομένου από εκείνα που ασκούσε ως Τομεάρχης Τεχνικού Τομέα) υπήρξε βλαπτική γι' αυτόν, ειδικότερα δε αποτέλεσε υποβάθμιση από την οποία προκλήθηκε προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική υπόληψη και αξία του, ενόψει των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του, των γνώσεων, της εμπειρίας, της εντιμότητας και της εργατικότητάς του και της απόλυτα επιτυχούς άσκησης των καθηκόντων του Προϊσταμένου του Τεχνικού Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω, που έτυχε της έμπρακτης αναγνώρισης από τους συναδέλφους και κυρίως από τους Προϊσταμένους του που τον χαρακτήρισαν "ως μισθωτό με εξαιρετική κρίση και αντίληψη, διαθέτοντα αξιόλογη υπηρεσιακή κατάρτιση, που αποδίδει άριστα αποτελέσματα και στην άσκηση διοίκησης" και του ανέθεταν παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων του Προϊσταμένου και άλλα καθήκοντα, όπως εκείνα του Τεχνικού ασφαλείας στην Περιοχή Περιστερίου, του Προέδρου Επιτροπής Κεντρικών Προμηθειών της ίδιας Περιοχής και του Εισηγητή για την κρίση μισθωτών κατηγορίας Τ3, ότι από την μεταβολή αυτήν προκλήθηκε στον ενάγοντα και υλική ζημία από την μείωση των τακτικών αποδοχών του λόγω απώλειας του ύψους 135€ ειδικού επιδόματος Οργανικού Στελέχους για το τέταρτο επίπεδο ιεραρχικής στάθμης που χορηγείται στους Υποτομεάρχες ΒΟΚ, ότι σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα ο ενάγων δικαιούται (α) να ζητήσει την άρση της ως άνω βλαπτικής μεταβολής και (β) εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της προκληθείσης από την μεταβολή αυτή προσβολής της προσωπικότητάς του, ανερχομένη, μετά την στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων σύμφωνα με τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, στο ποσό των 2.000 €, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων εναγομένων και την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση της δίκης ζήτημα της συνδρομής στη προκειμένη περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος (1) δεχθέν ότι η μετάθεση αυτού από το Πρακτορείο Αιγάλεω μετά την κατάργηση (και λόγω αυτής) του Τεχνικού Τομέα του, του οποίου ο ενάγων ήταν Προϊστάμενος, ήταν επιβεβλημένη για την αναδιοργάνωση της 1ης αναιρεσείουσας εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ, αποβλέπουσα αποκλειστικά στην προσφορότερη προστασία των συμφερόντων της και επομένως δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός της, ενώ, αντίθετα, ήταν καταχρηστική η ανάθεση στον ενάγοντα ως Προϊστάμενο Τμήματος του Τομέα Εκμετάλλευσης της Περιοχής Περιστερίου, όπου μετατέθηκε, καθηκόντων υποδεεστέρων (τόσο από την άποψη της ιεραρχικής βαθμίδας, όσο και από την άποψη του περιεχομένου τους), κατά την σχετική κρίση του Εφετείου, εκείνων που ασκούσε προηγουμένως, ουδόλως διέλαβε, ως προς το σημείο τούτο, αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον οι ως άνω παραδοχές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ούτε αλληλοαποκλείονται λογικά, διότι αναφέρονται σε διαφορετικές, διαδοχικές ενέργειες άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ και επομένως είναι απορριπτέος ο με στοιχ.
Ι λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (2) καθόσον, όμως, μέρος δέχθηκε ότι τα νέα καθήκοντα του ενάγοντος ήσαν υποδεέστερα των προηγουμένως (πριν από την μετάθεσή του) ασκουμένων απ' αυτόν, διέλαβε σχετικά ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν προέβη σε ουσιαστική και πλήρη εξειδίκευση του περιεχομένου όλων αυτών και δη των νέων, πέραν της αναφοράς της ονομασίας τους, ώστε μετά από την μεταξύ τους σύγκριση να δύναται να συναχθεί ασφαλής κρίση για το ζήτημα αυτό (εφόσον μάλιστα δεν δέχθηκε και ότι στον Τομέα Εκμετάλλευσης Περιοχής Περιστερίου υπήρχε οργανική θέση αντίστοιχης με την προηγουμένη βαθμίδας και σημασίας, στην οποία αδικαιολόγητα δεν τοποθετήθηκε ο ενάγων).
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι με στοιχ. ΙΙ και ΙΙΙ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος διάδικος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος των αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα αυτών (άρθ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 ν. 1468/1950 και 36 § 1 του κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθέντος β.δ.
από 28-1-1951 (που δεν καταργήθηκε με το ΠΔ 360/1990 και τους ν. 1914/1990 και 1947/1991), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7249/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ