Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of suit due to procedural defects in evidence and jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of the suit. The appellant argued that the lower court improperly rejected evidence and failed to address specific procedural defects regarding the recall of a prior judgment. The court found these arguments valid, ruling that the lower court's dismissal was legally flawed and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 309 of the Code of Civil Procedure: The court must examine evidence presented by parties; a dismissal based on procedural defects without entering the evidentiary process is invalid, and the recall of non-final judgments by the issuing court is permitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 678/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ χήρας Χ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρύδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χλούπη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 16-1-2001 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και β)από 30-8-2002 ομοία που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών του ήδη αναιρεσίβλητου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4472/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, 4122/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5080/2005 του Εφετείου Αθηνών, 442/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 339/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Ιουλίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει, όμως, διεπόμενη από το άρθ. 361 του ίδιου κώδικα, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων, δεσμευτικά για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 του ΑΚ αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη, κατ' αρχή άτυπα, και ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θελήσουν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία.
Εάν δε σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνου που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 291, 292 Α.Κ.
και 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας με την αγωγή την αξίωση του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε δραχμές (ήδη ευρώ) του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα, κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή, όχι δε και κατά τον χρόνο της λήξεως ή κάποιον άλλον χρόνο.
Μετά την αντικατάσταση της δραχμής, ως εθνικού νομίσματος, με το ευρώ, η οποία έλαβε χώρα την 1η Ιανουαρίου 2002, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2842/2000, οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με την συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξοφλήσεως. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που διέπονται από το Ελληνικό δίκαιο.
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και ότι: "Ο Ζ του οποίου κληρονόμος εκ διαθήκης είναι η αναιρεσείουσα, συνέταξε και υπέγραψε την από 18-1-1996 "δήλωση αναγνώρισης χρέους, επί εντύπου της εταιρείας "GENERAL MARINE CO SA", την οποία απέστειλε, σε τηλεομοιοτυπία, στον εφεσίβλητο.
Με αυτή αναγνωρίζει ο Ζ ότι ο ίδιος ατομικώς οφείλει στον εφεσίβλητο τα προαναφερόμενα ποσά των 84.180 και 252.390 δολ. ΗΠΑ από μερίσματα του πλοίου "...για τα έτη 1991-1992, τα οποία έχει εισπράξει ο ίδιος Ζ από την ανωτέρω εταιρεία για λογαριασμό του εφεσίβλητου - αναιρεσιβλήτου και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του τα καταβάλει το αργότερο μέχρι 31-12-2000, με τους νόμιμους τόκους, διότι αδυνατεί να του τα καταβάλει νωρίτερα.
Η μεταξύ του εφεσίβλητου και του Ζ συμφωνία αυτή ήταν αιτιώδης αναγνώριση χρέους, μη εμπίπτουσα στη ρύθμιση του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά εντασσόμενη στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας του άρθρου 361 ΑΚ. Με αυτή επιβεβαιώθηκε η παλαιά οφειλή του Ζ προς τον εφεσίβλητο να του καταβάλει τα ανωτέρω ποσά των μερισμάτων που αυτός υπεξαίρεσε και συμφωνήθηκε ότι ο Ζ θα καταβάλει τα ποσά αυτά έως 31-12-2000.
Επί πλέον, με την άνευ ημερομηνίας υπ' αριθμ. ... έγγραφη εντολή του επί σχετικού εντύπου της τράπεζας "THE BANK OF NOVA SCOTIA", ο Ζ έδωσε εντολή προς την ανωτέρω Τράπεζα να καταβάλει μέχρι την 31-12-2000 στον εφεσίβλητο, ως δικαιούχο, ποσό 352.770 δολ. ΗΠΑ, με αναγραφομένη αιτία την προαναφερομένη οφειλή (συνολικού) ποσού 336.570 δολ.
ΗΠΑ "από μερίσματα 1991-1992 του Μ/Υ ..." καθώς και οφειλή ποσού 16.200 δολ. ΗΠΑ "από δάνειο". Το έγγραφο αυτό δόθηκε προς περαιτέρω εξασφάλιση του εφεσίβλητου, προκειμένου να μπορεί αυτός να απευθυνθεί στην ανωτέρω Τράπεζα, στην οποία διατηρούσε λογαριασμό ο Ζ και να λάβει τα αναφερόμενα ποσά, χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις και χωρίς να απαιτείται και άλλη ενέργεια εκ μέρους του Ζ προς εξόφληση της απαιτήσεως του εφεσίβλητου.....
Λόγω του θανάτου του Ζ, στις 30-6-2000, ο εφεσίβλητος δεν μπόρεσε να εισπράξει από την Τράπεζα "THE BANK OF NOVA SCOTIA", βάσει της υπ' αριθμ. ... εντολής του Ζ, τα εις αυτή ποσά, ήτοι και τα ποσά των μερισμάτων, συνολικού ύψους 336.570 δολ. ΗΠΑ, και απώλεσε τότε το ποσό αυτό αλλοδαπών νομισμάτων. Επομένως, για τον καθορισμό της οφειλομένης στον εφεσίβλητο αποζημιώσεως θα ληφθεί υπόψη η αξία σε δραχμές του δολαρίου ΗΠΑ κατά τον χρόνο του θανάτου του Ζ, ήτοι κατά την 30-6-2000.
Κατά τον άνω χρόνο η τιμή του δολαρίου ΗΠΑ ανερχόταν σε δραχμές 400, ως και δεν αμφισβητείται.
Συνεπώς, ο εφεσίβλητος υπέστη ζημία 134.628.000 δρχ. ή 395.093,18 ευρώ". Με την κρίση του όμως αυτή με βάση την οποία διαμορφώθηκε και το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 291, 292 Α.Κ. και 6 παρ.1 του Ν. 5422/1932, δοθέντος ότι προσδιόρισε τον χρόνο μετατροπής του αλλοδαπού νομίσματος στον χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας (30.6.2000) και όχι στον χρόνο της πληρωμής, έτσι δε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Κατά συνέπεια οι δεύτερος ( με στοιχ. 2. 1. 3) και τέταρτος (με στοιχ. 2β) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Αντιθέτως οι πρώτος, δεύτερος (με στοιχ. 1.1 και 1.2), τρίτος, τέταρτος (με στοιχ. 1α και 1γ) και πέμπτος, λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, για τον λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, άλλως παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 714, 719, 411, 780 και 914, του Α.Κ. και 275 του Π.Κ., επί των οποίων εύρισκε έρεισμα η αγωγή, είναι απορριπτέοι, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εφήρμοσε τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361 και 292 του Α.Κ.
και αρθρ. 6 § 1 εδ. α' και 8 §1 ν.5422/1932. Απορριπτέος, περαιτέρω, ως αβάσιμος είναι και ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομ&η απόφαση οι από τους αριθ. 1 και 8 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί του ότι δεν είναι δυνατή η αυτοτελής άσκηση των δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου, εκτός του σταδίου της εκκαθαρίσεως της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας, διότι ο ισχυρισμός αυτός, ως αλυσιτελής, δεν είναι ουσιώδης, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως βάση της υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας για την καταβολή του ενδίκου χρέους είναι η πιο πάνω σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, η οποία είναι ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία και όχι τα άρθρα 780 επ.
Α.Κ.
II). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. (Ολ ΑΠ 11/1996, 12/1991). Κατά συνέπεια ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης υπό στοιχ. (Ζ') λόγου της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, με την οποία η τελευταία παρεπονείτο για εσφαλμένη (μη νόμιμη) μετατροπή των εκπεφρασμένων σε ξένο νόμισμα (δολ. Η.Π.Α.) αγωγικών κονδυλίων συλλήβδην, αλλά και ειδικά για το κονδύλιο των τόκων, όσο αφορά τον χρόνο μετατροπής σε ευρώ κατά τον ως, άνω χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Ζ, όπως είχε δεχθεί εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και όχι κατά τον κατά τον χρόνο της πληρωμής, ενόψει του ότι πράγματι ο λόγος αυτός έφεσης δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
III). Με τον έβδομο λόγο από τους αριθ. 1, 8 και 14 της Κ.Πολ.Δ. παραπονείται η αναιρεσείουσα για την απόρριψη των κονδυλίων της αγωγής: α) 16.200 δολ. Η.Π.Α, ως μη νόμιμο και β) 175.000 δολ. Η.Π.Α. και 72.000 δολ. Η.Π.Α ως νομικά αορίστων, ενώ κατά την αναιρεσείουσα έπρεπε να απορριφθούν τα κονδύλια (αιτήματα) ως ενεργητικά ανομιμοποίητα (κατ' ουσίαν), δηλαδή η αναιρεσείουσα παραπονείται για, αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης που είναι δυσμενείς γι' αυτήν, μη λήψη υπόψη λόγου έφεσή της και μη κήρυξη απαραδέκτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο ορθά έκρινε, έλαβε υπόψη τους σχετικούς λόγους της έφεσης και δεν υπήρχε απαράδεκτο για να το κηρύξει σχετικώς.
IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο, με αριθ. 1, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.
γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αντιδίκου του, ως προς το κονδύλιο των μερισμάτων, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι από τα έγγραφα αυτά, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αποδεικνύεται η πλαστότητα των από 31.12.1991 και 31.12.1992 αποδείξεων μερισμάτων, της από 18.1.1996 δηλώσεως αναγνωρίσεως χρέους του αδελφού της αναιρεσείουσας Ζ, καθώς και της με αριθμό 1052684 φόρμας της ΒΑΝΚ ΟF NOVA SCOΤΙΑ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
V). Ο από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη λήψεως από το δικαστήριο νομίμως προσκομισθέντων μετ' επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη, όπως στην προκείμενη περίπτωση έπραξε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, ως προς τα κονδύλια του ασφαλίσματος και του τιμήματος της πωλήσεως του πλοίου.
Γι' αυτό ο ένατος, με αριθ. 2 και 3, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιον του και επικληθέντα απ' αυτήν έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
VI). Ο δέκατος λόγος από τον αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ 559 είναι αβάσιμος κατά την εν λόγω αιτίαση (α' σκέλος) διότι η ανάκληση από το πρωτοδικείο με την 442/2006 απόφαση της προηγουμένης 4472/2003 μη οριστικής απόφασης του ιδίου, αυτεπαγγέλτως, κατά την Κ.Πολ.Δ. 309, είναι σύμφωνη με την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία επιτρέπει την ανάκληση των μη οριστικών αποφάσεων από το δικαστήριο που της εξέδωσε και αυτεπαγγέλτως, και εντεύθεν, μετά την ανάκληση αυτή, δεν ήταν απαράδεκτη η συζήτηση της από 16.1.2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου από το Πρωτοδικείο, ανεξάρτητα αν με τη σχετική κλήση εζητείτο η εν λόγω ανάκληση.
Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 της Κ.Πολ.Δ. 559 εκ του ότι απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 16.1.2001 αγωγής, λόγω μη αιτήματος στην κλήση προς συζήτηση της για ανάκληση της 4472/2003 απόφασης. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται γιατί η αναιρεσιβαλλομένη δεν απέρριψε την 446/2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο σύνολο της και απέρριψε εσφαλμένα τον έκτο λόγο της έφεσής της, που αφορούσε την κρίση της εκκαλουμένης 442/2006 πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος της που δέχθηκε την από 30.8.2002 (7539/2002) συνεκδικασθείσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι αόριστος γιατί δεν περιέχει συγκεκριμένη αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης από την Κ.Πολ.Δ.559. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, κατ' αποδοχή των δευτέρου (με στοιχ. 2. 1. 3), τετάρτου (με στοιχ. 2β) και έκτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 339/2008 απόφαση μόνον ως προς τα κεφάλαια αυτά και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.), κατά το αναιρούμενο μέρος της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ως άνω 339/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως στο σκεπτικό, και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ