Legislator Case Law & Legislation
678/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence admissibility and jurisdictional process errors.

Case Number 678/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court erred by admitting witness affidavits after the initial decision and failed to properly cross-examine witnesses, while also claiming jurisdictional mistakes in handling labor-related procedural issues. The court rejected these claims, ruling that the lower court had the authority to consider new evidence and that witness credibility falls within the exclusive discretion of the trial court, which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 529(1), 559(11), 340, 559(5), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The appellate court may admit new evidence and witness affidavits even after the first-instance judgment, and the credibility of witnesses is a matter of exclusive judicial discretion not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appellate review witness affidavits judicial discretion new evidence admissibility jurisdictional error cross-examination

Cited Legislation

AI generated
Article 648 of the Civil Code
Article 649 of the Civil Code
Article 653 of the Civil Code
Article 529(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559(5) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 678/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) ..... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννούλα.

Του αναιρεσιβλήτου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 823/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 20-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.

Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός. Με τον ίδιο τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Επίσης εφαρμόζονται οι διατάξεις για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και την πληρωμή της νόμιμης αποζημίωσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα έχει στην αποκλειστική της κυριότητα ένα αγρόκτημα που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..... , το οποίο αποτελείται από οικία, αποθήκη, οπωροφόρα δένδρα, ελαιόδενδρα και αμπελώνα.

Το έτος 1995 ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, που ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό της δεύτερης συζύγου του, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο έναντι αμοιβής, προκειμένου να παρέχει σ' αυτούς εργασίες επιβοηθητικής φύσεως, καθώς και υπηρεσίες φυλάξεως των εγκαταστάσεων του αγροκτήματος.

Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση επίβλεψης του αγροκτήματος, προέβαινε στην πρόσληψη των εργατών, που καλλιεργούσαν τα οπωροφόρα δένδρα, τα ελαιόδενδρα και το αμπέλι, απασχολούνταν και ο ίδιος περιστασιακά με επιβοηθητικής φύσεως εργασίες, καθώς και με την εμφιάλωση του παραγόμενου κρασιού.

Επίσης, μετέβαινε καθημερινά στο αγρόκτημα από την 21.00 - 22.00 ώρα, προκειμένου να ελέγχει την ασφαλή κατάσταση του αγροκτήματος και αποχωρούσε. Κατά τη διάρκεια της ετοιμότητάς του ο αναιρεσίβλητος διέμενε στην οικία του στην ..... , όπου και διατηρούσε με τη σύζυγό του καφενείο. Έτσι, η απασχόληση του αναιρεσιβλήτου είχε το χαρακτήρα μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας για εργασία, αφού, βάσει της συμφωνίας του με τους αναιρεσείοντες, δεν είχε υποχρέωση να διατηρεί σε εγρήγορση τις δυνάμεις του κατά την παροχή της εργασίας αυτής, ούτε όφειλε να βρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο.

Για την απασχόλησή του αυτή ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε βάσει της συμφωνίας του με τους αναιρεσείοντες ως μηνιαίο μισθό 410,86 ευρώ από 1.7.1997 μέχρι και το έτος 1999, 469,55 ευρώ τα έτη 2000 και 2001 και 470 ευρώ το έτος 2002. Η σχέση εργασίας των διαδίκων λύθηκε στις 31.12.2002, μετά από καταγγελία της από τον πρώτο αναιρεσείοντα, χωρίς όμως αυτή να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο η νόμιμη αποζημίωση.

Με τις παραδοχές του αυτές επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο για τα έτη 1998-2002 με βάση το συμφωνημένο μισθό, τα επιδόματα των εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, τις αποδοχές της αδείας του και το επίδομα αυτής, ως και τη νόμιμη αποζημίωσή του, συνολικού ποσού 8795,40 ευρώ, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή για το ποσό των 5722,63 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας με τη μορφή της μη γνησίας (απλής) ετοιμότητας για εργασία έναντι συμφωνημένου μισθού, για την οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για καταβολή επιδομάτων εορτών, αποδοχών αδείας, επιδόματος αυτής και καταβολής αποζημιώσεως για καταγγελία της συμβάσεως και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατ' άρθρο 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, η προηγουμένη εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών, ως αποδεικτικών μέσων, την έλλειψη του οποίου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Η με δικαστικό επιμελητή κλήτευση αναπληρώνεται από αντίστοιχη προφορική επ' ακροατηρίου δήλωση, καταχωριζόμενη στα πρακτικά. Στην περίπτωση αυτή, η εντός της προθεσμίας αντικρούσεως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξαρτήτως του αν και υπό ποίες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπώς προσκομίζεται στο Εφετείο και δη κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ), άρα και ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως.

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τις 13002, 13003, 13002/2003 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον της συμβολαιογράφου ..... , οι οποίες προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη των προτάσεων εντός της προθεσμίας αντικρούσεως, ενώ για την 13012/2003 ένορκη βεβαίωση δεν προηγήθηκε νόμιμη κλήτευση των αναιρεσειόντων να παραστούν κατ' αυτή, διότι αυτή έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος στη δευτεροβάθμια δίκη, οι οποίες αποτελούν υποστατό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο και η τρίτη λήφθηκε χωρίς την παρουσία των αναιρεσειόντων, οι οποίοι όμως είχαν κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως ως προς το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η βαρύτητα των καταθέσεών τους, εναπόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.

Συνεπώς, η προβαλλομένη αιτίαση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11, κατά το τρίτο σκέλος του, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση "στηρίζεται αποκλειστικά ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα στις καταθέσεις μόνο των μαρτύρων του ενάγοντος και καθίσταται αμφίβολο ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, από τις οποίες προκύπτει το αβάσιμο της αγωγής", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Η εκδίκαση από το δικαστήριο της ουσίας υποθέσεως υπαγομένης μεν στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του, κατά διαδικασία όμως διαφορετική από την οριζόμενη στο νόμο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, ούτε από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δίκασε υπόθεση μη υπαγομένη στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του, ούτε από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 5 και 14 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δίκασε την αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώ έπρεπε να τη δικάσει με την τακτική διαδικασία, διότι επρόκειτο για σύμβαση έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.11.2005 αίτηση των .... και .... για αναίρεση της 839/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ