Legislator Case Law & Legislation
677/2023 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision on lawyer fees due to missing age and service requirements.

Case Number 677/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' judgment regarding lawyer fees for a public contract. The Court found the lower court erred by failing to verify the lawyer's age and years of service required for the specific fee calculation. Consequently, the appeal was admitted, the lower decision was revoked, and the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63A(5) and 155 of the Code of Lawyers; The court must verify the statutory prerequisites for fee calculation, and failure to do so renders the judgment voidable.

Keywords

AI generated
lawyer fees public contract age requirement service years annulment appeal remittal for retrial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 63A(5) of the Code of Lawyers
Article 155 of Law 3528/2007
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 677 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 677/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-9-2014, 8-7-2016 και 15-12-2017 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3182/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 30-6-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η 30-6-2020 (ΓΑΚ 3914/2020 και ΕΑΚ 466/2020 Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του αναιρεσίβλητου Δ. Χ.. Προσβάλλεται η 3182/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, στις 8.5.2020, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 6.3.2019 (ΓΑΚ 22358/2019 και ΕΑΚ 1648/2019 Εφετείο Αθηνών) έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του εφεσίβλητου - ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δ.

Χ.. Εκκαλούμενη ήταν η 23/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, στις 21.1.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί των συνεκδικασθεισών: 1) από 15.9.2014 (ΓΑΚ104399 και ΕΑΚ 269/2014) ,2) από 8-7-2016 (ΓΑΚ 40700/2016 και ΕΑΚ 120/2016) και 3) από 15-12-2017(ΓΑΚ 612384/2017 και ΕΑΚ 312/2017) αγωγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του ενάγοντος - ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος.

Με την πρωτόδικη 23/2019 απόφαση, οι αγωγές, που αφορούν αξιώσεις για αμοιβή δικηγόρου από σχέση έμμισθης εντολής με το Δημόσιο έγιναν εν μέρει δεκτή κατ` ουσία η από 15-9-2014 αγωγή και στο σύνολό τους δεκτές οι από 8-7-2016 και 15-12-2017 αγωγές. Δια της προσβαλλόμενης 3182/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και εν μέρει κατ` ουσία, εξαφανίσθηκε η 23/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιό της κύριας βάσης των αγωγών, που αφορά την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, στη συνέχεια δε, η υπόθεση κρατήθηκε και οι αγωγές έγινε μερικά δεκτές κατ` ουσία ως προς το αίτημά τους περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, κατά την κύρια βάση τους.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (αρθ. 677-681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως αφού αντίγραφο της αναρεσιβαλλομένης επιδόθηκε στο αναιρεσείον Δημόσιο στις 11 Ιουνίου 2020, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί αυτής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Π.

Ν., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου στις 1 Ιουλίου 2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 566 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς να εξετασθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αναίρεσης (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος:1) με την από 15.9.2014 (ΓΑΚ104399 και ΕΑΚ 269/2014) αγωγή, ισχυρίσθηκε ότι στις 23-12-1977 προσελήφθη, κατόπιν διαγωνισμού, ως δικηγόρος - Νομικός Συνεργάτης στο τότε Υπουργείο Συντονισμού και μετέπειτα Εθνικής Οικονομίας , στη συνέχεια στις 10-12-1979 υπέγραψε νέα σύμβαση ως παράταση- τροποποίηση της προηγούμενης, ενώ δυνάμει της εκδοθείσας με αριθ.

Δικ.12613 ΚΥΑ των Υπουργών Συντονισμού και άνευ χαρτοφυλακίου επί σχέσεων μετά Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εντάχθηκε στον Ν.992/79 "περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών κ.λ.π" σε οργανική θέση, μέχρι 30-6-1982, οπότε δυνάμει αποφάσεως του Υπουργού Συντονισμού, που εκδόθηκε βάσει του νόμου 1232/82, διαπιστώθηκε η απόλυσή του.

Με το νόμο 1868/1989 επανήλθε στην υπηρεσία, αφού ανακλήθηκε η διαπιστωτική πράξη της απόλυσής του και με την έκδοση ΚΥΑ αποσπάσθηκε το 1992 στο Υπουργείο Εμπορίου. Εν συνεχεία καταργήθηκαν οι θέσεις των Δικηγόρων - Νομικών Συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, διατηρήθηκε όμως η θέση του νομικού συνεργάτη που αυτός κατείχε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και κατανεμήθηκε στο Υπουργείο Εμπορίου και με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου προσλήφθηκε στο εν λόγω Υπουργείο, έκτοτε δε προσέφερε τις υπηρεσίες του στο Υπουργείο αυτό και ήδη Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων, έως την έκδοση της υπ' αριθμ.

πρωτ. ΒΙ-6657/24-12-2012 πράξης του Γενικού Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης της Γ.Γ. Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Γ' 77/29-1-2013), με θέμα "Αυτοδίκαιη απόλυση από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως 35ετίας", με την οποία διαπιστώθηκε ότι στις 23-12-2012 λύεται αυτοδίκαια η έμμισθη σχέση του ενάγοντος, επειδή συμπλήρωσε 35ετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία και έχει ήδη συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του.

Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι η ανωτέρω πράξη είναι άκυρη, άλλως ακυρώσιμη, διότι εφαρμοστέες εν προκειμένω τυγχάνουν οι διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικα περί Δικηγόρων", ο οποίες ουδόλως εφαρμόσθηκαν και όχι οι διατάξεις των άρθρων 152 και 155 ν. 3528/2007, στις οποίες στηρίχθηκε η έκδοση της ανωτέρω πράξης, ήτοι ότι η έμμισθη εντολή του δεν δύναται να λυθεί με διαπιστωτική πράξη, η απόλυσή του έγινε χωρίς να κοινοποιηθεί σε αυτόν έγγραφο και χωρίς να καταβληθεί σε αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, καθώς και ότι η ως άνω διαπιστωτική πράξη δεν διαλαμβάνει καμία νόμιμη αιτιολογία και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, όπως απαιτείται για την καταγγελία της σύμβασης κατά το άρθρο 63 παρ. 5 δ' του ν.δ. 3026/1954, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας δεν είχε συμπληρώσει συντάξιμη τριακονταπενταετία, επίσης, διότι η μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης παραβιάζει και την αρχή της ισότητας, διότι σε άλλους δικηγόρους που αποχώρησαν, ακόμα και σε δικηγόρους οι οποίοι παραιτήθηκαν και αποχώρησαν από την θέση τους, οικειοθελώς καταβλήθηκε η εν λόγω αποζημίωση και επιπλέον διότι η ως άνω απόλυση έγινε κατά παράβαση της αρχής της ισότητος, διότι στο Υπουργείο Ανάπτυξης συνεχίζουν να διατηρούνται στην υπηρεσία δικηγόροι οι οποίοι συμπλήρωσαν 35ετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία και το 60ο έτος της ηλικίας τους, χωρίς να εκδοθεί για εκείνους αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος ουδέποτε αποδέχθηκε την απόλυσή του και είχε θέσει στην διάθεση του εναγομένου τις υπηρεσίες του, τις οποίες δήλωσε ότι συνεχίζει να προσφέρει και ότι ο μισθός του κατά τον χρόνο της έκδοσης της ανωτέρω πράξεως ανερχόταν σε 2.592,16 ευρώ, ήτοι 1.906 ευρώ βασικός μισθός + 686,16 ευρώ επίδομα χρόνου υπηρεσίας.

Επομένως από τον χρόνο της ως άνω καταγγελίας έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2014 το εναγόμενο, συνεπεία της ακυρότητας της καταγγελίας, οφείλει σε αυτόν το συνολικό ποσό των 52.937,30 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας καθώς και την αναλογία των 2/3 των ασφαλιστικών του εισφορών το οποίο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέβαλε στα ασφαλιστικά του ταμεία, ήτοι το ποσό των 3.010,56 ευρώ, το οποίο αναγκάσθηκε να καταβάλει o ίδιος.

Επίσης εξέθετε ότι με την προφανώς παράνομη και παράτυπη απόλυσή του και την αιφνίδια στέρηση των αποδοχών του υπέστη βαρύτατη ηθική βλάβη, αφού το εναγόμενο ενεργώντας καθ' υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, κατήγγειλε ακύρως την σύμβασή του, με αποτέλεσμα να στερηθεί την εργασία του και τις αποδοχές του (οι οποίες έχουν διακοπεί τελείως επί μακρό χρονικό διάστημα) τελείως αιφνιδιαστικά, και χωρίς μάλιστα να καταβληθεί σε αυτόν η οφειλόμενη αποζημίωση, γεγονός το οποίο του προξένησε αναστάτωση, θλίψη, στεναχώρια και σύγχυση, ενόψει μάλιστα και του ότι επανειλημμένως επεσήμανε προς όλους τους αρμοδίους τις ως άνω παραβάσεις του νόμου και παρατυπίες, πλην όμως αυτοί εκώφευσαν και δεν αποκατέστησαν τη νομιμότητα ως θα όφειλαν, περαιτέρω, δε, ότι η ως άνω στέρηση της εργασίας του και των αποδοχών του από αυτή, με την παραβίαση των αρχών της ισότητας στη δική του περίπτωση έναντι της απείρως ευνοϊκότερης μεταχείρισης που επέδειξαν σε άλλες όμοιες ή απολύτως συναφείς περιπτώσεις συναδέλφων του, συνιστά βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητάς του, υπό την έννοια της επαγγελματικής, επιστημονικής και κοινωνικής του υπόστασης η οποία διακυβεύει γενικότερα το επαγγελματικό του μέλλον, καθόσον το ζήτημα της αναγκαστικής αποστέρησης της εργασίας του έγινε αμέσως γνωστό τόσο στους κύκλους του Υπουργείου Ανάπτυξης όσο και στους συναδέλφους του Δικηγόρους στους οποίους είναι ιδιαιτέρως γνωστός μετά από σαράντα σχεδόν έτη Δικηγορίας και εκλογής του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.ΣΑ.

επί τριακονταπενταετία με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εύλογες απορίες και ερωτηματικά για το πρόσωπό του. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αυτοδίκαιης λύσης της έμμισθης εντολής και, μετά από παραδεκτά γενομένη με δήλωσή του στο ακροατήριο κατά την δικάσιμο της 2-6-2015, η οποία περιέχεται στα υπ' αριθμ. 234/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με τις έγγραφες προτάσεις του, μετατροπή των αιτημάτων της αγωγής από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά (άρθρα 223, 294 εδ.

α,295 παρ.1 εδ.τελευταίο, 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Δημόσιο οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 52.937,30 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24-12-2012 έως και Σεπτέμβριο 2014, με τόκο από την ημέρα που κάθε μηνιαίος μισθός ήταν καταβλητέος, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 3.010,56 ευρώ για τις ασφαλιστικές του εισφορές, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά του έξοδα, 2)Με την από 8-7-2016 αγωγή (Γ.Α.Κ. 40700 και ΕΑΚ 120/2016), o ενάγων, παραθέτοντας το ίδιο ως άνω ιστορικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αυτοδίκαιης λύσης της έμμισθης εντολής και, μετά από παραδεκτά γενομένη με δήλωσή του στο ακροατήριο κατά την δικάσιμο της 29-5-2018, η οποία περιέχεται στα 23/2019 πρακτικά της δημόσιας αυτής συνεδρίασης και με τις έγγραφες προτάσεις του, μετατροπή των αιτημάτων της αγωγής από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά (άρθρα 223, 294 εδ.α', 295 παρ. 1 εδ.

τελευταίο, 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 57.027,52 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2014 έως και Ιούλιο 2016, άλλως, στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί έγκυρη η ως άνω απόλυσή του, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ανωτέρω ποσό, ως είδος ποινής και μέσο εξαναγκασμού του, ήτοι ως παροχή ex lege, λόγω της μη καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε μηνιαίος μισθός ήταν καταβλητέος, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και το ποσό των 5.457,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αναλογία των 2/3 των ασφαλιστικών του εισφορών, το οποίο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέβαλε στα ασφαλιστικά του ταμεία και αναγκάσθηκε αυτός να καταβάλει για τις ασφαλιστικές του εισφορές για τα έτη 2014 και 2015, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά του έξοδα και 3)Με την από 15-12-2017 αγωγή (ΓΑΚ 612384 και ΕΑΚ 312/2017), ο ενάγων, παραθέτοντας το ίδιο ως άνω ιστορικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αυτοδίκαιης λύσης της έμμισθης εντολής και, μετά από παραδεκτά γενομένη με δήλωσή του στο ακροατήριο κατά την δικάσιμο της 29-5-2018, η οποία περιέχεται στα 23/2019 πρακτικά της δημόσιας αυτής συνεδρίασης και με τις έγγραφες προτάσεις του, μετατροπή των αιτημάτων της αγωγής από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά (άρθρα 223, 294 εδ.α', 295 παρ. 1 εδ.

τελευταίο, 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 44.066,72 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 2016 έως και Δεκέμβριο 2017 καθώς και το ποσό των1.956,78 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αναλογία των 2/3 των ασφαλιστικών του εισφορών, το οποίο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέβαλε στα ασφαλιστικά του ταμεία και αναγκάσθηκε αυτός να καταβάλει για τις ασφαλιστικές του εισφορές για το έτος 2016, άλλως, στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί έγκυρη η ως άνω αυτοδίκαιη απόλυσή του, το ποσό των 62.211,84 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη αποζημίωσή του κατά τον κώδικα περί δικηγόρων και άλλως το ποσό των 155.529,60 ευρώ, ως είδος ποινής και μέσο εξαναγκασμού του εναγομένου, ήτοι ως παροχή ex lege, λόγω της μη καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2013 έως και Δεκέμβριο 2017 (60 μήνες), με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε μηνιαίος μισθός ήταν καταβλητέος, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση καθώς και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά του έξοδα.

Επί της από 15-9-2014 με στοιχείο (1) παραπάνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ` αρ.234/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 28-3-2013 (αρ. έκθεσης κατάθεσης ΑΚ 12/29-3-2013) αίτησης ακύρωσης - προσφυγής του ενάγοντος κατά της υπ'αριθ.

ΒΙ-6657/24.12.2012 διαπιστωτικής πράξης της Διοίκησης, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Επί της εν λόγω αίτησης ακύρωσης εκδόθηκε η υπ` αρ.1150/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο Επικρατείας, ως αρμοδίου Δικαστηρίου προς εκδίκασή της, το δε Συμβούλιο Επικρατείας στη συνέχεια εξέδωσε την υπ` αρ.1023/2018 απόφασή του, με την οποία η εν λόγω αίτηση ακύρωσης - προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, η οποία αφορά τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής του αιτούντος δικηγόρου με το Δημόσιο, δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια.

Στη συνέχεια με την από 10-5-2016 κλήση του ενάγοντος επαναφέρθηκε για συζήτηση η από 15-9-2014 με στοιχείο (1) αγωγή, η οποία κατά τη δικάσιμο της 29-5-2018 συνεκδικάσθηκε με τις προαναφερόμενες από 8-7-2016 και 15-12-2017 με στοιχεία (2) και (3) αγωγές και επ` αυτών εκδόθηκε η υπ` αρ. 23/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την υπ` αρ.23/2019 πρωτοβάθμια απόφαση :1)απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα των αγωγών να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της λύσης της έμμισθης εντολής του ενάγοντος και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτόν τους ανωτέρω μισθούς υπερημερίας και τις ασφαλιστικές εισφορές του, διότι η μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης παραβιάζει και την αρχή της ισότητας, επειδή σε άλλους δικηγόρους που αποχώρησαν, ακόμα και σε δικηγόρους οι οποίοι παραιτήθηκαν και αποχώρησαν από την θέση τους οικειοθελώς καταβλήθηκε η εν λόγω αποζημίωση και διότι στο Υπουργείο Ανάπτυξης συνεχίζουν να διατηρούνται στην υπηρεσία δικηγόροι, οι οποίοι συμπλήρωσαν 35ετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία και το 600 έτος της ηλικίας τους, και παρά ταύτα δεν εκδόθηκε για εκείνους αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Και τούτο διότι στις ως άνω τρεις αγωγές δεν αναφέρονταν τα ονοματεπώνυμα των δικηγόρων, τους οποίους o ενάγων επικαλείτο, ούτε το είδος της εργασίας τους, οι συνθήκες παροχής της και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση και, επομένως, η διαπίστωση, αν παραβιάστηκε ή όχι η αρχή της ίσης μεταχείρισης, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα να είναι ορισμένη σχετική αγωγή, τα δε παραπάνω ισχύουν και για τον δικηγόρο, που παρέχει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με έμμισθη εντολή και πάγια περιοδική αμοιβή, έστω και αν αυτός, ως άμισθος δημόσιος υπάλληλος/λειτουργός (άρθρα 1 εδ.

α', 38 ν.δ. 3026/1954) δεν παρέχει εξηρτημένη εργασία. 2) απορρίφθηκε :α) ως μη νόμιμο το αίτημα των αγωγών να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της λύσης της έμμισθης εντολής του ενάγοντος και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτόν τους ανωτέρω μισθούς υπερημερίας και τις ασφαλιστικές εισφορές του, διότι δεν καταβλήθηκε σε αυτόν η νόμιμη αποζημίωση με τη λύση της έμμισθης εντολής.

Και τούτο διότι από τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ν.δ. 3026/1954, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν.δ. 3790/1957, προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης, β) ως μη νόμιμο το αίτημα της πρώτης από 15-9-2014 αγωγής περί επιδίκασης στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως στηριζόμενο αποκλειστικά στις διατάξεις της σύμβασης, χωρίς να εμπεριέχονται στην αγωγή στοιχεία που να θεμελιώνουν , αυτοτελώς, αδικοπρακτική ευθύνη οργάνων του εναγομένου, ανεξαρτήτως της υποκείμενης έννομης συμβατικής σχέσης, γ)ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων από την επομένη ημέρα που κάθε κονδύλιο έπρεπε να καταβληθεί, δ)ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημα της από 8-7-2016 δεύτερης αγωγής καθώς και το δεύτερο επικουρικό αίτημα της από 15-12-2017 τρίτης αγωγής να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των 57.027,52 και 155.529,60 ευρώ αντίστοιχα, ως είδος ποινής και μέσο εξαναγκασμού του εναγομένου, ήτοι ως παροχή ex lege, λόγω της μη καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 του ν.δ.3026/1954 αποζημίωσης, στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί έγκυρη η ως άνω απόλυσή του, διότι στο άρθρο 63 Α παρ.5 του ν.δ. 3026/1954 ορίζεται ότι στην αναφερόμενη σε αυτό περίπτωση της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης, οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση, ως εκ τούτου στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί ως έγκυρη η ανωτέρω καταγγελία [ενν.

η αυτοδίκαιη λύση] της σύμβασής του ο ενάγων οφείλει να επιλέξει και να ενημερώσει αρμοδίως, εάν επιθυμεί να λάβει την εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό ή την προβλεπόμενη από το άρθρο 94 παρ. 1 του ως άνω κώδικα αποζημίωση. Πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την 23/2019 πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δήλωσε ότι παραιτείται από το επικουρικό αίτημα της από 15-12-2017 τρίτης αγωγής (με αρ.πιν.7) ,ενώ με την προσθήκη - αντίκρουση των από 29-5-2018 προτάσεων του (σελ.133 και 134) διευκρίνισε ότι παραιτείται από το (β) επικουρικό αίτημα καταβολής του ποσού των 155.529,60 ευρώ ως αστικής ποινής.

Ωστόσο με την 23/2019 πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό ότι η παραπάνω δήλωση παραίτησης του ενάγοντος είναι αόριστη, διότι με αυτήν δεν διευκρινίζεται από ποιο από τα δύο ως άνω επικουρικά αιτήματα ο ενάγων επιχείρησε να παραιτηθεί, απορρίπτοντας στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, ως μη νόμιμο το παραπάνω (β) επικουρικό αίτημα της από 15-12-2017 αγωγής περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 155.529,60 ευρώ ως αστική ποινή.

Κατά τα λοιπά με την υπ` αρ. 23/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η από 15-9-2014 αγωγή και εν όλω δεκτές οι από 8-7-2016 και 15-12-2017 αγωγές, αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη η από 24-12-2012 λύση της έμμισθης εντολής του ενάγοντος, με την αιτιολογία ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει συντάξιμη τριακονταπενταετία για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει το εναγόμενο και αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 55.947,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (6% ετησίως) από την επίδοση της από 15-9-2014 αγωγής, το ποσό των 62.484,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (6% ετησίως) από την επίδοση της από 8-7-2016 αγωγής και το ποσό των 46.023,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (6% ετησίως)από την επίδοση της από 15-12-2017 αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Στη συνέχεια ασκήθηκε κατά της 23/2019 πρωτόδικης απόφασης η από 6.3.2019 έφεση του εναγομένου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο της που αφορά στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ` ουσία τις αγωγές ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές ως προς το αίτημά τους περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας επιδικάζοντας για την αιτία αυτή μικρότερα ποσά.

Απέρριψε δε κατ` ουσία τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο αυτό ισχυριζόταν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 63 Απαρ.5 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1956) περί αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος, με την αιτιολογία ότι αυτός(ενάγων- εφεσίβλητος), κατά τον χρόνο έκδοσης της υπ' αριθμ.

πρωτ. ΒΙ-6657/24-12-2012 διαπιστωτικής πράξης του Γενικού Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης της Γ.Γ. Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Γ' 77/29-1-2013), με θέμα "Αυτοδίκαιη απόλυση από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως 35ετίας",δεν είχε συμπληρώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα τριακονταπενταετίας από το εναγόμενο-εκκαλούν Δημόσιο, με το σκεπτικό ότι δεν είχαν καταβληθεί οι προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 9 του ν.3075/2002 ασφαλιστικές εισφορές για το διάστημα από το 1977 έως το 2002, με αποτέλεσμα η παραπάνω διαπιστωτική πράξη να είναι άκυρη, το δε εναγόμενο να έχει καταστεί έκτοτε υπερήμερο μη αποδεχόμενο τις υπηρεσίες του ενάγοντος.

Το ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" (Α' 235), όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της υπό κρίση διαπιστωτικής πράξεως (24-12-2012 ) πριν την αντικατάστασή του με το ν.4194/2013 (Α' 208/27-9-2013), ορίζει πλην άλλων, τα εξής: "Άρθρο 1 Ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος διοριζόμενος δια Β.Δ/τος και υπαγόμενος εις πειθαρχικήν εξουσίαν ασκουμένην κατά τας διατάξεις του παρόντος [.....] Άρθρο 38 Ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός δικαιούμενος σεβασμού και τιμής παρά των Δικαστηρίων και πάσης αρχής.

Άρθρο 63 παρ. 1..., 2...., 3....., 4 Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον Δικηγόρον α) η επί πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως Δικαστικού ή Νομικού Συμβούλου ή ως Δικηγόρου [....] 5 Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν. Τοιαύτη υπό προθεσμίαν σύμβασις και προ του Κώδικος γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου.

Πάσα σύμβασις αορίστου χρόνου λύεται 1) διά του θανάτου ή απαγορεύσεως του εντολοδόχου, 2) διά της διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας ή της πτωχεύσεως αυτής, 3) διά του θανάτου, απαγορεύσεως ή πτωχεύσεως του εντολέως και 4) διά της καταγγελίας παρά του εντολέως ή διά της καταγγελίας παρά του εντολοδόχου. Εις περίπτωσιν καθ' ην διά το προσωπικόν του εντολέως ισχύει Κανονισμός προβλέπων μόνιμον υπηρεσίαν τούτου, η παρά του εντολέως καταγγελία δύναται να γίνη μόνον δια σπουδαίον λόγον.

Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και κοινοποιείται προς τον εντολοδόχο ή τον εντολέα (η περ.4 της παρ.5 του άρθρου 63 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 22 του Ν.723/1977)".

Εξ άλλου ο v. 3528/2007 (Α' 26), ο οποίος κύρωσε τον κώδικα κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ ορίζει, πλην άλλων, στο άρθρο 155 αυτού (όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο) τα εξής: "1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.

Κατ' εξαίρεση ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60 ου έτους της ηλικίας του και τριανταπέντε (35) ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας...[....].4. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία θεωρείται κάθε υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α.

με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή που αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία με βάση ειδικές διατάξεις. Ο χρόνος στράτευσης πριν από την έναρξη της υπαλληλικής σχέσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας". Περαιτέρω με το άρθρο 1 του ν. 1093/1980 (ΦΕΚ Α' 270/1980) προστέθηκε στο ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" άρθρο με αριθμό 63 Α, με την παράγραφο 6 του οποίου ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις Υπηρεσίας ή Νομικά Πρόσωπα της παρ.1 επί παγία περιοδική αμοιβή και δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις πλήρους συντάξεως εκ της υπηρεσίας των ταύτης, αποχωρούν υποχρεωτικώς εκ ταύτης, άμα τη συμπληρώσει 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας ή του 65ου έτους της ηλικίας των, λυομένης αυτοδικαίως της συμβάσεώς των.

Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι ούτως αποχωρούντες λαμβάνουν την κατά την παρ.1 του άρθρου 94 του παρόντος Κώδικος αποζημίωσιν. Μέχρι πλήρους καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην κατά νόμον αμοιβήν του". Στη συνέχεια, με το άρθρο 16 του ν. 1366/1983 (ΦΕΚ Α' 81/1983) αντικαταστάθηκε ολόκληρο το πιο πάνω άρθρο 63 Α και ειδικότερα με την παρ.5 αυτού ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.

Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". Με την διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α' 208/27-9- 2013), αλλά εφαρμοστέου στην προκειμένη περίπτωση, ν.δ. 3026/1954, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, ορίζεται ότι "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ.4, λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β) δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ) δια πτωχεύσεως του εντολέως, δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν μηνιαίαν, περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) [...], ε) δώδεκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει οκταετίαν, στ) δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι' έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεως μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ' ανώτατον όριον.

Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην, λαμβάνεται υπ' όψιν μόνον παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ' υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους εντολείς του δημόσιου τομέα, η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, επέρχεται αφότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό του προσωπικού του εντολέα του.

Ο δικηγόρος που παρέχει με πάγια αντιμισθία τις υπηρεσίες του δικαιούται την προβλεπόμενη από την παρ.1 του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωση, διατηρώντας συγχρόνως και το δικαίωμα για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής της αποζημίωσης, τότε μόνο, όταν η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα του λυθεί με καταγγελία από τον τελευταίο, όπως τούτο συνάγεται από το γράμμα των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, ενώ στην προϊσχύσασα παραπεμπτική διάταξη του άρθρου 63 Α παρ.6 του Κώδικα Δικηγόρων αναφέρεται ρητώς το δικαίωμα τού υποχρεωτικώς αποχωρήσαντος δικηγόρου για απόληψη της κατά νόμο αμοιβής, μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ.1 αυτού αποζημίωσης, στην επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 16 του ν. 1366/1983, που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο 63 Α και δη στην παρ.5 αυτού, δεν προβλέπεται τέτοιο δικαίωμα, στη δε διάταξη στην οποία γίνεται η παραπομπή (άρθρο 94 παρ.1 εδ.

τελευταίο του ν.δ. 3026/ 1954), ορίζεται ρητά ότι μόνο σε περίπτωση λύσης της σύμβασης δια καταγγελίας του εντολέα παρέχεται το εν λόγω δικαίωμα στον δικηγόρο. Η υποχρέωση αυτή είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 570/1986).

Δεν περιλαμβάνεται όμως μεταξύ των περιπτώσεων αυτών, ούτε μπορεί να υπαχθεί με ανάλογη εφαρμογή και η λύση της σύμβασης κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησης του δικηγόρου για οποιοδήποτε λόγο, όπως και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης λόγω υποχρεωτικής αποχώρησης του δικηγόρου, επειδή αυτός θεμελίωσε δικαίωμα πλήρους σύνταξης κατά τη νομοθεσία που διέπει τον εντολέα του Δημόσιο, γιατί λείπει η ταυτότητα του νομικού λόγου, (ΑΠ 686/2022, ΑΠ 628/2021, ΑΠ 569/2020, ΑΠ 23/2018, ΑΠ 734/2018).

Επίσης στην περίπτωση αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής λόγω υποχρεωτικής αποχώρησης του δικηγόρου, επειδή αυτός θεμελίωσε δικαίωμα πλήρους σύνταξης κατά τη νομοθεσία που διέπει τον εντολέα του, εν προκειμένω το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 63§§4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων, όπως η περ. 4 της §5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, που ισχύει εν προκειμένω ως εκ του κρίσιμου χρόνου δημοσίευσης στις 24-12-2012 της διαπιστωτικής πράξης, σύμφωνα με την οποία όταν για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, δηλ.

μονιμότητα στην υπηρεσία (πρβλ. όμοια κατά βάση ρύθμιση με το άρθ.46§2 εδ. β' ν.4194/2013, Κώδικας Δικηγόρων), και ανεξάρτητα από το εάν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται στον κανονισμό αυτόν, η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα καθίσταται αιτιώδης, δεν μπορεί δηλ. να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος. (ΑΠ 908/2017) καθότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν πρόκειται για καταγγελία, αλλά για αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής, λόγω θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους σύνταξης.

Εξάλλου, με τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 9 του Ν. 3075/2002 (ΦΕΚ Α 297/2002) όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε, με τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 2 του Ν. 3234/2004 ορίζεται ότι: Στην παρ. 1 "Δικηγόροι, νομικοί ή δικαστικοί σύμβουλοι που παρέχουν ή παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, σε δημόσιες επιχειρήσεις που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, σε δημόσιες επιχειρήσεις με οποιαδήποτε μορφή που ανήκαν ή ανήκουν στο Δημόσιο Τομέα της παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 1232/1982, όπως ισχύει κάθε φορά, καθώς και σε Νομικά Πρόσωπα που εξομοιούνται κατά Νόμο προς το Δημόσιο με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή και, εφόσον με την ιδιότητα τους αυτή δεν έχουν ασφαλιστεί σε άλλο πλην του Ταμείου Νομικών φορέα κύριας ασφάλισης, δύνανται με υπεύθυνη δήλωση τους που υποβάλλεται στην υπηρεσία τους σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του Νόμου παράλληλα με την ασφάλιση τους στο Ταμείο Νομικών, να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό, διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν", στην παρ. 2 "Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν για τους δικηγόρους, νομικούς ή δικαστικούς συμβούλους που έχουν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.2084/1992" και στην παρ. 3 "Η ασφαλιστική - συνταξιοδοτική τακτοποίηση των προσώπων των προηγουμένων παραγράφων από το διορισμό τους μέχρι την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού γίνεται σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις του φορέα ή ταμείου για το θέμα αυτό, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.

Ειδικά στην περίπτωση αυτή για τα πρόσωπα που θα υπαχθούν στην ασφάλιση του Δημοσίου ή το ειδικό καθεστώς του Ι.Κ.Α., οι ασφαλιστικές εισφορές, όπως το ποσοστό τους ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, υπολογίζονται για όλο το χρόνο υπηρεσίας τους στις θέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος [...] Το ποσό που προκύπτει από τον κατά τα ανωτέρω υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο και τον εργοδότη (...), είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης ή πράξης, οπότε παρέχεται έκπτωση 5%, είτε σε δόσεις ισάριθμες με τους μήνες που αναγνωρίζονται, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των σαράντα οκτώ (48) και εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο ...

Η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται μετά την εξόφληση από τον ασφαλισμένο των οφειλόμενων εισφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής". Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002, όπως αυτές τροποποιήθηκαν από τότε που ίσχυσαν με το άρθρο 2 παρ. 11 του ν. 3234/2004, εισάγεται ειδική ευνοϊκή ρύθμιση για τους ως άνω δικηγόρους, που επιτρέπει κατ' εξαίρεση την παράλληλη ασφάλισή τους σε δύο φορείς κύριας ασφάλισης (Ταμείο Νομικών και Δημόσιο ή άλλος φορέας κοινωνικής ασφάλισης) και την απόληψη και δεύτερης κύριας σύνταξης με βάση την ίδια υπηρεσία και τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας, ενώ η υπαγωγή τους στις ως άνω ρυθμίσεις δεν είναι υποχρεωτική, αλλά εναπόκειται στη διακριτική τους ευχέρεια.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, από την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο της αίτησης για την υπαγωγή στις διατάξεις αυτές (άρθρο 9 του Ν. 3075/2002), καθίσταται - καταρχήν - συνταξιούχος του αντίστοιχου φορέα, δηλαδή ενεργοποιείται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, και, εφόσον ο ενδιαφερόμενος εξοφλήσει τις οφειλόμενες εισφορές που καθορίσθηκαν από τον φορέα συνταξιοδότησης για την εξαγορά της συντάξιμης υπηρεσίας του - είτε εφάπαξ είτε με δόσεις και εφόσον στο πρόσωπό του συντρέχουν λοιπές προϋποθέσεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, όπως συμπλήρωση του 60ου έτους και τριάκονταπενταετής πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία (αρθ. 155 παρ.2 του Ν.3528/2007), από την ίδια ημερομηνία, της υποβολής δηλαδή της αίτησης, αρχίζει να καταβάλλεται σ` αυτόν και η οικεία σύνταξη (ΕΣ 93/2007).

Και τούτο διότι μόνη προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Δημοσίου ή το ειδικό καθεστώς του Ι.Κ.Α.- ΕΦΚΑ, αποτελεί η υποβολή εκ μέρους του ενδιαφερομένου σχετικής υπεύθυνης δηλώσεως εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου. Αντίθετα δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού - ασφαλιστικού δικαιώματος από το Δημόσιο η αναγνώριση χρόνων προϋπηρεσίας στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό, διοικητικό προσωπικό αυτού(Δημοσίου) και η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για την υπαγωγή, των συνδεομένων με το Δημόσιο δικηγόρων με σύμβαση έμμισθης εντολής, στην ασφάλιση του Δημοσίου ή το ειδικό καθεστώς του Ι.Κ.Α.- ΕΦΚΑ.

Και είναι μεν αληθές ότι κατ'αρχήν η υπαγωγή στην ασφάλιση δεν ανάγεται στη σφαίρα της επιλογής του ενδιαφερομένου, υπό την έννοια ότι η υπαγωγή στην ασφάλιση προβλέπεται και επιβάλλεται εκ του νόμου, σε περίπτωση όμως υπαγωγής εργαζομένου στην ασφάλιση κάποιου ασφαλιστικού φορέα, κατ' ενάσκηση του παρασχεθέντος με σχετική διάταξη δικαιώματος, επέρχεται πραγμάτωση της ασφαλιστικής σχέσης, η δε μη καταβολή των εισφορών δεν αναιρεί την ασφαλιστική σχέση, ούτε ματαιώνει τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης (όριο ηλικίας, έτη ασφαλίσεως), αλλά απλώς κωλύει μόνο την καταβολή της σύνταξης (σχετ.

ΑΠ 921/2008, ΕΣ 33/2017, ΕΣ 93/2007). Από δε τη διάταξη του άρθρου 63 Α παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954) προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποχρεωτική αποχώρηση του δικηγόρου, συνδεομένου με το Δημόσιο με σύμβαση έμμισθης εντολής, από την υπηρεσία αυτού, στην οποία προσφέρει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή, και για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασής του με τον εντολέα (Δημόσιο) είναι η θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει το Δημόσιο( πρβλ ΑΠ 453/2009, ΑΠ 1015/2001) και συγκεκριμένα κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1 και 2 του v. 3528/2007 (Α' 26), ο οποίος κύρωσε τον κώδικα κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τις οποίες ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του και κατ' εξαίρεση ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60 ου έτους της ηλικίας του και τριανταπέντε (35) ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας.

Τέλος διαπιστωτικές είναι οι ατομικές διοικητικές πράξεις με τις οποίες απλώς διαπιστώνεται η υπαγωγή ορισμένου προσώπου σε ένα ή περισσότερους κανόνες δικαίου, η οποία (υπαγωγή) είτε αυτοδικαίως έχει συντελεσθεί ή θα συντελεσθεί στο άμεσον μέλλον λόγω της επέλευσης ορισμένου γεγονότος. Η έκδοση της διαπιστωτικής πράξης είναι κατά κανόνα υποχρεωτική για το διοικητικό όργανο και αναγκαία για την εν συνεχεία επέλευση νομικών συνεπειών.

Δεν θεσπίζει αμέσως ατομικό κανόνα δικαίου, αλλά είναι προϋπόθεση εφαρμογής απροσώπων κανόνων δικαίου και σε πολλές περιπτώσεις προϋπόθεση της εκδόσεως συστατικών διοικητικών πράξεων, που αφορούν το αυτό πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα. Τα έννομα αποτελέσματα της διαπιστωτικής πράξης, εφόσον πρόκειται για διοικητική πράξη που χρήζει δημοσίευσης άρχονται από της δημοσίευσής της, που συμπίπτει με την έκδοση αυτής, ενώ η κοινοποίηση της διαπιστωτικής πράξης δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της.

Συνεπώς, η παράλειψη της κοινοποίησης στον ενδιαφερόμενο δεν θίγουν το κύρος και το υποστατό της διαπιστωτικής πράξης, ενώ από το γεγονός της κοινοποίησης ή της γνώσης της πράξης αρχίζουν οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και το Συμβούλιο Επικρατείας (πρβλ ΣΤΕ 13/2022, ΣΤΕ 4745/2014, ΣΤΕ 4602/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ`αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ` υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στην συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2018, ΑΠ 1244/2022, ΑΠ 369/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του προέβη στην προαναφερθείσα απορριπτική των πρώτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος κρίση του, δεχόμενο ως προς τις κρίσιμες παραδοχές, που αφορούν τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, τα εξής : "Ο ενάγων, που τυγχάνει δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου…, προσελήφθη στις…, κατόπιν διαγωνισμού βάσει του ν 455/1976 ως δικηγόρος - Νομικός Συνεργάτης στο τότε Υπουργείο Συντονισμού και μετέπειτα Εθνικής Οικονομίας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (διετής).

Στις …υπέγραψε νέα σύμβαση ως παράταση - τροποποίηση της προηγούμενης και στις…, δυνάμει της αριθμ. πρωτ. ΔΚ 12613 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Συντονισμού και άνευ χαρτοφυλακίου επί σχέσεων μετά Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εντάχθηκε στο ν. 992/1979 και τοποθετήθηκε σε οργανική θέση. Στην συνέχεια, δυνάμει της από 30-6-1982 αποφάσεως του Υπουργού Συντονισμού αρ.

πρωτ. ΔΚ 10298/1324, η οποία εξεδόθη βάσει του v. 1232/1982, διαπιστώθηκε η απόλυσή του και ακολούθως, με το ν. 1868/1989 (άρθρο 24) επανήλθε στην υπηρεσία, από …αφού ανακλήθηκε η διαπιστωτική πράξη της απόλυσής του. Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 4 του Ν. 1868/1989, ο χρόνος εκτός υπηρεσίας θεωρείται πραγματικός χρόνος συντάξιμης υπηρεσίας και υπολογίζεται για κάθε άλλο δικαίωμα και οι συμβάσεις θεωρούνται ότι συνεχίζονται χωρίς διακοπή.

Με το Ν. 2160/1993 καταργήθηκαν οι θέσεις των δικηγόρων-νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, η θέση όμως του ενάγοντος διατηρήθηκε με την υπ' αριθμ. ΒΙ-7287/12-8-1993 ΚΥΑ και τοποθετήθηκε στο Υπουργείο Εμπορίου. Στις 16-5-2003 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση περί υπαγωγής του στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του εναγόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 3075/2002.

Το έτος 2013 πληροφορήθηκε την έκδοση της από 24-12-2012 με αριθμό ΒΙ-6657 διαπιστωτικής πράξης του Γενικού Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης (με εντολή Υφυπουργού) της ΓΓ. Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Γ 77/29-1-2003), με θέμα "Αυτοδίκαιη απόλυση από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως 35ετίας".

Συγκεκριμένα στην εν λόγω πράξη αναφέρεται ότι: "Διαπιστώνουμε ότι την 23-12- 2012 λύεται αυτοδίκαια η έμμισθη σχέση του Νομικού Συνεργάτη με βαθμό B' της ΠΕ κατηγορίας του κλάδου ΠΕ/Νομικός Συνεργάτης, Δημήτρη Χατζημιχάλη του Μιχαήλ, επειδή την 23-12-2012 συμπλήρωσε 35ετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία και έχει ήδη συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του... ".

Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, κατά το χρόνο έκδοσης της παραπάνω διαπιστωτικής πράξης, δε συνέτρεχαν οι προυποθέσεις της διάταξης του άρθρου 63Α παρ. 5 του ν.δ 3026/1-954 (που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέος, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα η έκδοση της) , όπως συνάγεται από την ορθή ερμηνεία αυτής και ο ενάγων δε θεμελίωσε συνταξιοδοτικό δικαίωμα για πλήρη σύνταξη, εφόσον είχε συμπληρώσει κατά την ως άνω ημερομηνία (23-12-2012) -δέκα (10) συντάξιμα έτη, ήτοι από το έτος 2002 έως 2012.

Και τούτο διότι είχε μεν υποβάλει την αίτηση περί υπαγωγής του στο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς που υπαγόταν το τακτικό διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου, οπότε από το χρόνο υποβολής της αίτησης λάμβαναν χώρα οι σχετικές κρατήσεις, πλην όμως ο χρόνος υπηρεσίας του με την ιδιότητα του δικηγόρου με πάγια αντιμισθία είναι αναγνωριστέος ως συντάξιμος μόνο με την καταβολή των εισφορών που ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002, κάτι που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα.

Ειδικότερα από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, πέραν της αρχικής αίτησης υπαγωγής που υπέβαλε κατ' άρθρο 9 του Ν. 3075/2002, δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία, δεν υπέβαλε αίτηση περί αναγνώρισης των υπόλοιπων ετών, δεν έγινε υπολογισμός των εισφορών του, ούτε κατέβαλε αυτές (εισφορές), με αποτέλεσμα η παραπάνω διαπιστωτική πράξη να είναι άκυρη, καθόσον έλαβε χώρα προτού αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ορθώς δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι ο ενάγων κατά το χρόνο έκδοσης της με αριθμ. B 1-6657/24-12-2012 διαπιστωτικής πράξης του Γενικού Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου δεν είχε συμπληρώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα και τα όσα περί του αντιθέτου διαλαμβάνει με τον πρώτο λόγο έφεσης το εναγόμενο τυγχάνουν απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμα.

Ακόμη όμως και στην περίπτωση που η απόλυση του ενάγοντος μετά την έκδοση της ένδικης διαπιστωτικής πράξης θεωρηθεί ως έγγραφη καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του, τυγχάνει άκυρη δεδομένου ότι στην υπηρεσία όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του προβλεπόταν μόνιμη υπηρεσία, οπότε η καταγγελία μπορούσε να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο και να κοινοποιηθεί στον τελευταίο, κάτι που εν προκειμένω δε συνέτρεχε.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 περ. 4 του ν. 3026/1954, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι ο εντολέας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής απροειδοποίητα και αναιτιολόγητα καταβάλλοντας όμως στο δικηγόρο την, από την παρ. 1 του άρθρου 94 του ως άνω Κώδικα, προβλεπόμενη αποζημίωση, περιορίζεται ο εντολέας να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, εν προκειμένω δε, ο ενάγων κατείχε οργανική θέση και ανήκε στο προσωπικό του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, το οποίο απολαύει τη μονιμότητα του άρθρ. 39 παρ. 1 ν. 3528/2007, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω να προβλέπεται αυτή (μονιμότητα) σε ειδικό νομοθέτημα υπό την μορφή κανονισμού.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ορθώς δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σε επάλληλη σκέψη) τα ίδια και τα όσα διαλαμβάνει με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εναγόμενο τυγχάνουν απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το χρόνο που πληροφορήθηκε την έκδοση της ένδικης διαπιστωτικής πράξης (καθόσον ουδέποτε του κοινοποιήθηκε ή γνωστοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο), η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 29-1-2013 (ΦΕΚ Γ' 77/29-1-2013) απέστειλε τα από 5-6-2013 με αριθ.

πρωτ. 24492/5-6-2013 έγγραφά του προς το Υπουργείο Ανάπτυξης (Διεύθυνση Διοικητικού - Τμήμα Διοίκησης) και προς τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου (Δ/νση Διοικητικού) και το από 11-102013 υπ' αριθ. πρωτ. ΒΙ- 5626/11-10-2013 έγγραφό του προς τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου, όπου μεταξύ άλλων αιτείται την ανάκληση της ως άνω διαπιστωτικής πράξης "περί αυτοδίκαιης απόλυσης του" ώστε να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, καθώς και την από 14-6-2013 εξώδικη δήλωσή του προς τον Γενικό Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων περί ανάκλησης της ως άνω πράξης της "αυτοδίκαιης απόλυσής" του, όπου διαλαμβάνει ότι "ουδέποτε αποδέχθηκε την απόλυση του και ότι έχει θέσει στη διάθεση του εναγόμενου τις υπηρεσίες του.

Επίσης ο ενάγων άσκησε κατά της με αριθμ. ΒΙ-6657/24-12-2Ο12 διαπιστωτικής πράξης την από 28-3-2013 και με -αριθμ. καταθ. Α 612/29-32013 αίτηση ακύρωσης-προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζητώντας την ακύρωση της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 1150/22-9-2016 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του ΣΤΕ ως αρμοδίου δικαστηρίου, ακολούθως δε, με την υπ' αριθμ. 1023/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού απορρίφθηκε η αίτηση ως απαράδεκτη, διότι κρίθηκε ότι αφορά διαφορά ιδιωτικού δικαίου για την οποία αρμόδια είναι τα Πολιτικά Δικαστήρια.

Έτσι το εναγόμενο, μη αποδεχόμενο τις νομικές υπηρεσίες του ενάγοντος περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει μισθούς υπερημερίας για τα αιτούμενα με τις αγωγές χρονικά διαστήματα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ορθώς δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και το υποχρέωσε να του καταβάλλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη της απόλυσης του (24-12-2012) μέχρι και το Δεκέμβριο του 2017 καθώς και τις αναλογούσες για τα αιτούμενα χρονικά διαστήματα (2013, 2014, 2015 και 2016) ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 24 του Ν. 1868/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 37 παρ.1 του Ν. 2145/1993, που ορίζει ότι το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων και το ΚΕΑΔ ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολουμένων σε αυτούς δικηγόρων (ΑΠ 1250/2009) και τα όσα διαλαμβάνει με τον τρίτο λόγο έφεσης το εναγόμενο τυγχάνουν απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμα".

Περαιτέρω το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον τέταρτο λόγο της έφεσης του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το ύψος των μηνιαίων μισθών υπερημερίας του ενάγοντος- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης μισθών υπερημερίας και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, επιδίκασε στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας :α) του χρονικού διαστήματος από 24-12-2012 έως και το Σεπτέμβριο του 2014 το ποσό των 37.187,62 ευρώ αντί του επιδικασθέντος με την εκκαλουμένη ποσού από 52.937,30 ευρώ, β) του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο του 2014 έως τον Ιούλιο του 2016 το ποσό των 41.070,25 ευρώ αντί του επιδικασθέντος με την εκκαλουμένη ποσού από 57.027,52 ευρώ και γ) του χρονικού διαστήματος από Αύγουστο του 2016 έως το Δεκέμβριο του2017 το ποσό των 32.606 ευρώ αντί του επιδικασθέντος με την εκκαλουμένη ποσού από 44.066,72 ευρώ.

Σημειώνεται ότι τόσο με την πρωτοβάθμια απόφαση όσο και με την προσβαλλόμενη δεν ερευνήθηκε [λόγω μερικής παραδοχής του κυρίου αιτήματος] το επικουρικό αίτημα της με στοιχείο 3 από 15-12- 2017αγωγής , με το οποίο ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί έγκυρη η ως άνω αυτοδίκαιη απόλυσή του, να του επιδικασθεί το ποσό των 62.211,84 ευρώ, ως νόμιμη αποζημίωσή του κατά τον κώδικα περί δικηγόρων, ασκώντας με την αγωγή αυτή το από το άρθρο 63 Α παρ.5 του ν.δ. 3026/1954 δικαίωμά του να λάβει την αποζημίωση του Κώδικα Δικηγόρων, από τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό παροχές δηλαδή είτε την εφάπαξ παροχή που ορίζεται από τον ασφαλιστικό οργανισμό είτε την αποζημίωση του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία (αξίωση καταβολής αποζημίωσης) καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από το χρόνο άσκησης του δικαιώματος επιλογής, που γίνεται με δήλωση του δικηγόρου προς τον Οργανισμό και δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο, με αποτέλεσμα η δήλωση μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής για την καταβολή της αποζημίωσης, όπως εν προκειμένω, οπότε από την επίδοση της αγωγής αρχίζει η τοκοφορία του οφειλόμενου ποσού (ΑΠ 1523/1997).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 63 Α παρ.5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (24-12-2012) έκδοσης της με αρ.Β1- 6657/24-12-2012 διαπιστωτικής πράξης του Γενικού Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου περί αυτοδίκαιης λύσης από 23-12-2012 της έμμισθης σχέσης του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου δικηγόρου με το εναγόμενο- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω θεμελίωσης πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου από το εναγόμενο -αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 9 του ν.3075/2002,(όπως αυτές τροποποιήθηκαν από τότε που ίσχυσαν με το άρθρο 2 παρ.11 του ν.3234/2004) και του άρθρου 155 ν.3528/2007(πρώτος λόγος), καθώς και των διατάξεων των άρθρων 656, 349 και 350 ΑΚ(δεύτερος λόγος).Ειδικότερα το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι κατά το χρόνο έκδοσης της παραπάνω διαπιστωτικής πράξης αυτοδίκαιης λύσης της έμμισθης εντολής του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος αυτός δεν είχε θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη από το εναγόμενο - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την νομοθεσία που διέπει το προσωπικό του Δημοσίου, επειδή , εκτός από την αρχική αίτηση υπαγωγής του κατ` άρθρο 9 του Ν.3075/2002 στο ασφαλιστικό- συνταξιοδοτικό καθεστώς του εντολέα του Ελληνικού Δημοσίου, δεν υπέβαλε αίτηση περί αναγνώρισης των χρόνων προϋπηρεσίας στο Ελληνικό Δημόσιο ως συνταξίμων και δεν κατέβαλε τις αναλογούσες σε αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη η διαπιστωτική πράξη περί αυτοδίκαιης λύσης της έμμισθης εντολής και να επιδικάσει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη ποσά για μισθούς υπερημερίας και τις αναλογούσες στο εναγόμενο ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλε ο ίδιος στον ασφαλιστικό του φορέα λόγω άρνησης του εναγομένου να καταβάλει αυτές.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεχθέν:1) κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του, ότι ήταν άκυρη η προαναφερόμενη διαπιστωτική πράξη περί αυτοδίκαιης λύσης της έμμισθης σχέσης του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου δικηγόρου με το εναγόμενο- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω μη θεμελίωσης πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου από το εναγόμενο - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 23-12-2012, ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής που τον συνέδεε με το Ελληνικό Δημόσιο με συμπλήρωση 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας, επειδή αυτός, εκτός από την αρχική αίτηση υπαγωγής του κατ` άρθρο 9 του Ν.3075/2002 στο ασφαλιστικό- συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία, δεν υπέβαλε αίτηση περί αναγνώρισης των χρόνων προϋπηρεσίας του στο εναγόμενο (1977 έως 2002), δεν έγινε αρμοδίως υπολογισμός των εισφορών του με σχετική απόφαση ή πράξη, ούτε κατέβαλε αυτές (εισφορές) με συνέπεια να έχει συντάξιμη υπηρεσία μόνο δέκα (10) ετών από 2002 μέχρι 2012, που αυτός έχει καταβάλει τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές και 2) ότι το εναγόμενο μη αποδεχόμενο από 24-12-2012 τις προσηκόντως προσφερόμενες από τον ενάγοντα νομικές του υπηρεσίες να έχει καταστεί υπερήμερο και να επιδικάσει σε αυτόν τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά αφενός ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24-12-2012 μέχρι 31-12-2017, αφετέρου τις αναλογούσες και βαρύνουσες το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ασφαλιστικές του εισφορές για το ίδιο χρονικό διάστημα, που αυτός κατέβαλε στον ασφαλιστικό του φορέα λόγω άρνησης του εναγομένου να τις καταβάλει, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος, που συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση έμμισθης εντολής από…, υπήχθη, παράλληλα με την ασφάλιση του ως δικηγόρου στο Ταμείο Νομικών, και στο ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό καθεστώς του εντολέα του Δημοσίου κατ` ενάσκηση δικαιώματος του από το άρθρο 9 του ν.3075/2002 με μόνη την υποβολή της από 16-5-2003 αίτησής του.

Επίσης δεν απαιτείται περαιτέρω για την πραγμάτωση της ασφαλιστικής σχέσης ,εκτός από την υποβολή της αίτησης την 16-5-2003, αναγνώριση των χρόνων προϋπηρεσίας του στο Δημόσιο (από 23-12-1977 έως 16-5-2003)ως συντάξιμων, προσδιορισμός των αναλογουσών για το διάστημα αυτό ασφαλιστικών εισφορών και καταβολή αυτών.

Οι τελευταίες (αναγνώριση των χρόνων προϋπηρεσίας του στο Δημόσιο, προσδιορισμός και καταβολή των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών) αποτελούν προϋπόθεση για την καταβολή της σύνταξης και όχι για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, εφόσον η μη καταβολή των εισφορών δεν αναιρεί την ασφαλιστική σχέση, ούτε ματαιώνει τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 Α παρ.5 του Κώδικα των Δικηγόρων σε συνδυασμό με τα άρθρα 152 περ.δ και 155 παρ.2 του Ν. 3528/2007 "Κύρωση του κώδικα κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.".Η παραπάνω διαπιστωτική πράξη, στηριζόμενη στο ισχύον στις 23-12-2012 άρθρο 63 Α παρ.5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), που ορίζει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, κατά τη νομοθεσία που διέπει το Δημόσιο, των δικηγόρων που συνδέονται με αυτό με σύμβαση έμμισθης εντολής και στο άρθρο 155 του ν.3528/2007,που ορίζει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης κατά τη νομοθεσία που διέπει το Δημόσιο του τακτικού προσωπικού του , στο οποίο και παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 63 Α παρ. 5 του Κώδικα των Δικηγόρων, εκδόθηκε νόμιμα στις 24-12-2012, εφόσον στο πρόσωπο του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου συνέτρεχαν στις 23-12-2012 οι προϋποθέσεις αυτές δηλαδή συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας του και τριάντα πέντε (35) ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία.

Η μη αναφορά στην διαπιστωτική πράξη της διάταξης του άρθρου 63 Α παρ.5 του Κώδικα των Δικηγόρων δεν καθιστά μη νόμιμη την διαπιστωτική πράξη, νομίμως δημοσιευθείσα στο υπ` αρ .Γ` 77/29-1-2013 ΦΕΚ, εφόσον κατά την έκδοση της συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής του Κώδικα των Δικηγόρων, σε συνδυασμό με το αναφερόμενο σε αυτή άρθρο 155 ν.3528/2007, ενώ η κοινοποίηση αυτής στον ενδιαφερόμενο ενάγοντα δεν αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του κύρους της.

Περαιτέρω μετά την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης του από τον ασφαλιστικό οργανισμό του εντολέα του - Δημόσιο, [και όχι λόγω καταγγελίας, με συνέπεια να μην υφίσταται έδαφος εφαρμογής του άρθρου 63 παρ.5 αριθ. (4) του Ν.Δ. 3026/1954] το εναγόμενο μη αποδεχόμενο έκτοτε(24-12-2012) τις νομικές υπηρεσίες αυτού δεν κατέστη υπερήμερο και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή των αιτουμένων με την αγωγή μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα.

Επίσης το αναιρεσείον - εναγόμενο από την 24-12-2012, δεν είχε υποχρέωση, λόγω αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής την 23-12-2012, καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο στον ασφαλιστικό οργανισμό του, που υπάγεται το τακτικό προσωπικό του, και συνεπώς δεν ευθύνεται έναντι του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος για την εκ μέρους του ενάγοντος καταβολή των ασφαλιστικών αυτών εισφορών στον ασφαλιστικό οργανισμό του Δημοσίου.

Επομένως , οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Σημειώνεται ότι ,όπως προαναφέρθηκε, δεν ερευνήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας το α επικουρικό αίτημα της με στοιχείο 3 από 15-12- 2017 αγωγής, με το οποίο ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί έγκυρη η ως άνω αυτοδίκαιη απόλυσή του, να του επιδικασθεί το ποσό των 62.211,84 ευρώ, ως νόμιμη αποζημίωσή του κατά τον κώδικα περί δικηγόρων, ασκώντας με την αγωγή αυτή, κατ` επιλογή του, το από το άρθρο 63 Α παρ.5 του ν.δ. 3026/1954 σχετικό δικαίωμά του.

Τέλος η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ, ΑΠ 480/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3182/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστή άλλο από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ