Legislator Case Law & Legislation
677/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to statute of limitations error regarding set-off claim.

Case Number 677/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court eviction order, finding the lower court erred in applying the statute of limitations. The appellant argued that the defendant's counterclaim for rent arrears had expired, preventing a set-off defense, but the First Instance Court incorrectly applied the five-year limitation period instead of the twenty-year period applicable to the defendant's public enterprise status. The Court ruled that the lower court violated the Civil Code by misapplying the limitation rule, necessitating a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249 and 90 of the Civil Code; The statute of limitations for claims against a public enterprise operating as a private limited liability company is twenty years, not five, and the lower court erred in applying the shorter period to invalidate a set-off defense.

Keywords

AI generated
statute of limitations set-off defense public enterprise eviction order civil code provisions remand for retrial tenancy dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 90 of Law 2362/1995
Article 249 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 section e' of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 677 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 677/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Π., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία «Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού – Αθλητισμού και Περιβάλλοντος Δήμου Πυλαίας – Χορτιάτη» και δ.τ. «ΚΕΠΑΠ Δήμου Πυλαίας – Χορτιάτη», που εδρεύει στο Πανόραμα Πυλαίας – Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Πανοράματος» (ΔΕΠΑΠ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο – Κωνσταντίνο Αβδελλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.09.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4015/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1438/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11.07.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου – Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 11.07.2019 (αρ. κατ. 2297/261/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 1438/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 29.09.2014 και με αρ. κατάθεσης 20531/1-10-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει καθολικός διάδοχος της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Ανάπτυξης Πανοράματος, η οποία εκμίσθωσε στον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα το αναφερόμενο στην αγωγή μίσθιο ακίνητο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως αναψυκτήριο. Ότι ο εναγόμενος παρότι χρησιμοποιεί ανενόχλητα το μίσθιο καθυστερεί τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου 2011 μέχρι και Σεπτεμβρίου 2014 συνολικού ύψους 183.324,77 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου των ετών 2006 μέχρι 2010 ύψους 8.578,72 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, αφού κατήγγειλε την μίσθωση με την ένδικη αγωγή, ζήτησε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει την χρήση του μισθίου και να του καταβάλει το οφειλόμενα μισθώματα, ως και όσα μισθώματα καταστούν απαιτητά μέχρι την συζήτηση της αγωγής λόγω καταγγελίας της μίσθωσης κατ’ αρθ. 597 ΑΚ και επικουρικά λόγω δυστροπίας κατ’ αρθ. 66 ΚΠολΔ (άλλως, και αν κριθεί ότι λύθηκε η μίσθωση, να υποχρεωθεί να του καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά ως αποζημίωση χρήσης).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε μερικά την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στο ενάγον το ακίνητο ως και να του καταβάλει για την προναφερθείσα αιτία το συνολικό ποσό των 289.098,18 ευρώ με τον νόμιμο τόκο όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση, αφού απέρριψε την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησης του που διατηρεί κατά τους ισχυρισμούς του σε βάρος του ενάγοντος ύψους 99.199,14 ευρώ λόγω παραγραφής της αξίωσης του αυτής.

Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 27.03.2017 με αρ.κατάθεσης 1314/2017 έφεση του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση.

[III] Σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, που ίσχυε κατά τον φερόμενο χρόνο γέννησης της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα αξίωσης του κατά του αναιρεσίβλητου, «oποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής», ενώ κατά την παρ.2 «η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά τον νόμο καταβληθέντος σ’ αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη, από της καταβολής». Ακόμη κατά το άρθρο 91 ίδιου νόμου «επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής».

Εξάλλου κατά την παρ.1 της διάταξης του άρθρου 140 του ν. 4270/2014, ο οποίος αντικατέστησε τον παραπάνω νόμο και ισχύει από 01.01.2015, «οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής», ενώ κατά την παρ. 2. «η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ’ αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία (3) έτη, από την καταβολή».

Ακολούθως κατά το άρθρο 3 ν.δ.31/1968 «αι υπό των Αστικών εν γένει Νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμεναι εις το δημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικαί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκώτεραι των επί του Δημοσίου ισχυουσών».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου κάθε ενοχικό χρέος του τελευταίου μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον έχοντα γενική εφαρμογή κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ και ότι οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφόσον βεβαίως δεν υφίσταται ευνοικότερη ρύθμιση.

Περαιτέρω ο προισχύσας Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (π.δ. 410/1995, ΦΕΚ Α' 231), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου σύναψης της επίδικης μίσθωσης, ορίζει στο άρθρο 277 ότι «1. Οι δήμοι [...] μπορούν να συνιστούν δικές τους επιχειρήσεις ή να μετέχουν σε επιχειρήσεις που συνιστούν μαζί με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που ήδη υπάρχουν: α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, καθώς και για την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, β) για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, γ) την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων.

[...].

5. Οι παραπάνω δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτόν το νόμο.

[...].

7. Η ευθύνη δήμου ή κοινότητας, που συνιστά ή συμμετέχει σε επιχείρηση του άρθρου 285, περιορίζεται στη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της επιχείρησης»•

Στο άρθρο 280 παρ. 1 ότι «1. Η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση»•

Στο άρθρο 281 παρ. 1 ότι «Η ταμειακή υπηρεσία των επιχειρήσεων είναι ανεξάρτητη από τη δημοτική ή την κοινοτική»• και

Στο άρθρο 287 ότι «1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 277 έως 285 [...].

2. Κατά τα λοιπά στις επιχειρήσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 277-285 εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας».

Περαιτέρω, στον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) ορίζονται τα εξής:

Με το άρθρο 252 παρ. 1 και 3 ότι: «Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις. Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής: α) δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, β) Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ» (παρ. 1). «Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συνιστώνται είτε μόνο από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε [...]. Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1920» (παρ. 3).

Στο άρθρο 260 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση» (παρ. 1). «Ο Δήμος και η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων» (παρ. 5), ενώ στο άρθρο 265 ορίζεται ότι «Δήμοι ή Κοινότητες [...] δύνανται να συνιστούν Ανώνυμες Εταιρείες οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας» (παρ. 1). «Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συγχωνεύονται, διασπώνται ή λύονται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 2190/1920, όπως ισχύει».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 266 του ως άνω Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, «Για την αξιοποίηση της δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας ή για την εκμετάλλευση κοινόχρηστων χώρων είναι δυνατή η σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας μόνο από ένα Δήμο ή μία Κοινότητα, οι οποίοι και εισφέρουν το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου» • «Οι εταιρείες του άρθρου αυτού διέπονται από τις ρυθμίσεις των ΑΕ ΟΤΑ και του ν. 2190/1920» (παρ. 5).

Τέλος, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα «Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο […]» (παρ. 1). « Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής κατά των ΟΤΑ καταργείται» (παρ. 2).

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι προαναφερόμενες δημοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν ν.π.δ.δ. ούτε ειδικότερα, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας (ΑΠ 1009/2001), για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις ανωτέρω διατάξεις, σκοπών, η διαχείριση των επιχειρήσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, η δε ευθύνη του Δήμου, που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης. Για όσα δε ζητήματα δεν ρυθμίζονται ειδικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις της εμπορικής και αστικής νομοθεσίας.

Συνεπώς εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που γεννώνται σε βάρος των δημοτικών επιχειρήσεων για την πληρωμή αξιώσεων κατ’ αυτών είναι οι διατάξεις του άρθρου 249 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή. Η επέκταση της πενταετούς ή τριετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 και 2 αντίστοιχα του ν. 2362/1995 και στις ενοχικές αξιώσεις των δανειστών του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου κατ’ αυτού, αν ήθελε κριθεί το αναιρεσίβλητο ως αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα δημοτική επιχείρηση, κατ’ άρθρο 276 παρ. 1 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον το αναιρεσίβλητο, ως πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για πενταετή ή τριετή παραγραφή των κατ’ αυτού αξιώσεων των δανειστών του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του αναιρεσίβλητου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο συμφέρον το γεγονός ότι ο Δήμος είναι ο μόνος μέτοχος αυτού και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των δανειστών του στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους με βάση το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 249 ΑΚ (βλ.

και ΟλΑΠ 7/2014, ΟλΑΠ 11/2008, ΑΠ 628/2015). Άλλωστε και σύμφωνα με το άρθρο 276 ν.3463/2006 αλλά και το άρθρο 3 ν.δ. 31/1968 οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου εφαρμόζονται για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ (και όχι και κατά των προαναφερθεισών δημοτικών επιχειρήσεων).

[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτό το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 την οποία εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα και τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέα, με αποτέλεσμα να απορρίψει την προταθείσα νομίμως πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης ένσταση περί συμψηφισμού αξίωσής του κατά του αναιρεσίβλητου ύψους 99.199,14 ευρώ ως και ομοίως νομίμως προταθείσα ένσταση επίσχεσης δεχόμενο, ότι η πηγάζουσα από σύμβαση εντολής μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου άλλως στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού παραπάνω αξίωση του κατά του τελευταίου έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή.

[V] Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 1438/2018 απόφασή του δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα τα ακόλουθα:

Από τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του Ν. 2362/1995 προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου κάθε ενοχικό χρέος τούτου μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ο οποίος έχει γενική εφαρμογή, ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο, αν πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία, αυτός που ζημιώθηκε έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Ειδικά δε η απαίτηση κατά του Δημοσίου για επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ’ αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται τρία έτη μετά την καταβολή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ. 31/1968 “Αι υπό των Αστικών εν γένει Νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμεναι εις το δημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικαί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκώτεραι των επί του Δημοσίου ισχυουσών».

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 276 παρ. 1 Ν. 3463/2006 οι Δήμοι (και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις) έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμοια που παρέχονται στο Δημόσιο.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται κατ’ αρχάς η πενταετής παραγραφή τόσον για τις αξιώσεις του Δημοσίου και των ΟΤΑ όσο και για τις κατ’ αυτών απαιτήσεις, στην οποία υπόκειται και εκείνη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 περιπτώσεις τις κατ’ εξαίρεση οριζόμενης δι’ αυτές εικοσαετούς παραγραφής.

Η όμοια ρύθμιση του χρόνου παραγραφής δεν καταλείπει περιθώρια παραβιάσεως της αρχής της ισότητας (ΑΠ 1310/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 440, 441 και 443 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων μεταξύ δύο προσώπων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Ακόμη, σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά τον χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της. Ως συνύπαρξη των απαιτήσεων πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νοείται η παράλληλη ύπαρξη των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό αμφοτέρων. Μάλιστα, η παραγραφείσα αξίωση μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό και αν ακόμη αυτή έχει απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση λόγω της παραγραφής (ΑΠ 1626/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της έφεσής του επαναφέρει προς κρίση την ένστασή του περί συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης με ανταπαίτησή του ύψους 99.199,14 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι το ενάγον ανέλαβε εξ ολοκλήρου το κόστος ανακατασκευής του καταστραφέντος από πυρκαγιά μισθίου και ανέθεσε στον εναγόμενο με σχέση εντολής, να προβεί σε μέρος της απαιτούμενης αποκατάστασης του μισθίου για λογαριασμό του ενάγοντος και συμφωνήθηκε προφορικά ο συμψηφισμός των μισθωμάτων με τις δαπάνες αποκατάστασης του μισθίου ύψους 99.199,14 ευρώ, που πραγματοποιήθηκαν το 2003 και ως προς τις οποίες, επικουρικά, το ενάγον κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του εναγομένου.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον η ως άνω ανταπαίτηση του εναγομένου υπέπεσε σε παραγραφή την 31.12.2008, δηλαδή μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά και προτείνεται από το ενάγον.

Συνεπώς, όταν κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση του ενάγοντος, που αφορούσε τα μισθώματα από την 01.01.2011 έως την 30.09.2014, η ανταπαίτηση του εναγομένου είχε ήδη παραγραφεί, με αποτέλεσμα ο χρόνος της παραγραφής να έχει συμπληρωθεί προτού οι δύο απαιτήσεις συνυπάρξουν. Επομένως, τα ίδια αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 325 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 327 ΑΚ, δικαίωμα επίσχεσης δεν υπάρχει κατά αξιώσεων, κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός.

Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου της έφεσής του επαναφέρει προς κρίση την ένσταση επίσχεσης, με την οποία ισχυρίζεται ότι έχει κατά του εναγομένου την ανταπαίτηση ύψους 99.199,14 ευρώ που προαναφέρθηκε και ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης της απόδοσης του μισθίου μέχρι τη δικαστική εκκαθάριση των λογαριασμών μεταξύ των διαδίκων και την ικανοποίηση της ως άνω ανταπαίτησής του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος, καθόσον το δικαίωμα επίσχεσης δεν μπορεί να ασκηθεί κατά αξιώσεων κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη και στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση του εναγομένου για την ικανοποίηση της οποίας ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης δεν μπορεί να προταθεί προς συμψηφισμό με την ένδικη απαίτηση του ενάγοντος, καθόσον έχει παραγραφεί, όπως προαναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας.

[VI] Έτσι που έκρινε και ειδικότερα ότι η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ανταπαίτηση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ύψους 99.199,14 ευρώ, υπέπεσε σε παραγραφή την 31.12.2008, δηλαδή μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε, με συνέπεια όταν κατέστη ληξιπρόθεσμη η αγωγική απαίτηση του ενάγοντος, που αφορούσε τα μισθώματα από την 01.01.2011 έως την 30.09.2014, η ανταπαίτηση του εναγομένου να έχει παραγραφεί, προτού οι δύο απαιτήσεις συνυπάρξουν, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιταχθεί σε συμψηφισμό και συνακόλουθα ότι είναι απορριπτέες ως νομικά αβάσιμες τόσο η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, όσο και η προβληθείσα, επίσης απ’ αυτόν, ένσταση επίσχεσης της απόδοσης του μισθίου μέχρι την ικανοποίηση της ως άνω ανταπαίτησής του κατά του ενάγοντος, καθόσον το δικαίωμα επίσχεσης δεν μπορεί να ασκηθεί κατά αξιώσεων κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 90 ν.2362/1995 ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα σύμφωνα με τα παραπάνω και μη εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η αναιρεσίβλητη σε βάρος της οποίας προβλήθηκε σε συμψηφισμό η ως άνω απαίτηση του αναιρεσείοντος δεν αποτελούσε Ν.Π.Δ.Δ.

και ειδικότερα Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) αλλά αυτοτελή έναντι αυτού δημοτική επιχείρηση που λειτουργούσε υπό τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ. επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της εμπορικής και αστικής νομοθεσίας και συνεπώς ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που γεννώνται σε βάρος της για την πληρωμή των αξιώσεων αυτών εφαρμοστέα είναι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 249 περί 20ετούς παραγραφής η οποία δεν είχε συμπληρωθεί ακόμη.

[VII] Επομένως, κατόπιν τούτου πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1438/2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ