Legislator Case Law & Legislation
677/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to raise bankruptcy liquidation arguments at lower courts.

Case Number 677/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a final judgment regarding a cooperative society's bankruptcy liquidation. The appellants argued that the liquidation process was invalid due to procedural delays and the loss of the society's legal personality, but these claims were not raised during the original trial or appeal. The court ruled that such arguments must be presented at the first instance or second instance levels, making the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2), 65 of Law 602/1915, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on arguments not raised before the courts of first and second instance, particularly regarding the validity of bankruptcy liquidation proceedings and the legal personality of the debtor entity.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal bankruptcy liquidation legal personality loss procedural delay Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 65 of Law 602/1915
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 677 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 677/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Μ. Π. του Ι. και 2) Χ. Π. του Ι., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων γονέων τους Ι. Μ. Π. και Ι. χήρας Ι. Π., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου- καλούντος: ... "...", ο οποίος τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνεκκαθαριστές του: 1) Ι. Α. του Δ., 2) Μ. σύζυγο Ε. Ρ. και 3) Δ. Ζ. του Κ., ο οποίος αντικατέστησε την Μ. Α., όπως προκύπτει από την από 24-7-2014 κλήση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατοίκων .... Οι 1ος και 2η εκ των εκκαθαριστών παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ι. - Μ. Τ., ενώ ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1971 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με λοιπές προσεπικλήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9950/1972 και 10985/1974 μη οριστικές και 1415/1981 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 9949/1987 και 4830/2002 μη οριστικές και 10049/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2007 αίτησή τους. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος, με την από 24-7-2014 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεση της ήδη αποχωρησάσης από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-7-2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου, νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής, κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο της 26- 11-2012, λόγω της επελθούσης βιαίας διακοπής της δίκης, οφειλομένης στο πρόσωπο των συνεκκαθαριστών του ως άνω αναιρεσιβλήτου.

Από τις προσκομιζόμενες από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. 4020Β' και 4024Β/727-7-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Σταυρούλας Τζεφεράκου, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της προαναφερομένης κλήσεως προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλειά του νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 568 παρ. 2,3 και 4 Κ.Πολ.Δ.) στους αναιρεσείοντες για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28- 9-2015, κατά την οποία και ανεβλήθη, για τη δικάσιμο της 22-2-2016. Κατά την δικάσιμο δε αυτή ανεβλήθη και πάλι η συζήτηση της αιτήσεως, λόγω αποχής των δικηγόρων, για τη δικάσιμο της 30-1-2017 και κατ' αυτήν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη νόμιμο εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, και ενόψει του ότι η μετ' αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης αναιρετικής δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος υπό εκκαθάριση τελών οικοδομικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "..." , με την από 10 Ιουνίου 1971 (ένδικη) αγωγή του, επικαλούμενος, ακυρότητα , για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, των υπ' αριθμ. 79/28-4-1963, 80/16-6-1963 και 81/26-6-1963 αποφάσεων του διοικητικού του συμβουλίου, με τις οποίες αποφασίστηκε η με εκούσιο πλειστηριασμό πώληση και η μετ' αυτόν κατακύρωση υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων ... (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) του περιγραφομένου στην αγωγή αγροτεμαχίου και ήδη οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, εκτάσεως 112.500 τ.μ., κειμένου στο Δήμο ..., καθώς και της μεταβιβαστικής του ακινήτου συμβάσεως πωλήσεως που επακολούθησε, περί της οποίας συνετάχθη το υπ' αριθμ.

…/8-2-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Π. Μ., επί πλέον δε κατάληψη και κατοχή του εν λόγω ακινήτου από τους εναγομένους, αρχικούς και εν συνεχεία αγοραστές τμημάτων αυτού (μεταξύ των οποίων και οι γονείς και δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων Ι. Π. και η Ι. συζ. Ι. Π.) ζήτησε αφ' ενός μεν να αναγνωρισθούν ως άκυρες οι ανωτέρω αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου και η επακολουθήσασα σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου, αφ' ετέρου δε να αναγνωρισθεί αυτός (ενάγων) κύριος του ιδίου ακινήτου, περιελθόντος σ' αυτόν κατά τον εκτιθέμενο στην αγωγή νόμιμο τρόπο.

Επί της αγωγής αυτής και των συνεκδικασθεισών παρεμπιπτουσών αγωγών που ασκήθηκαν κατά των δύο πρώτων εναγομένων από τους συνεναγομένους αγοραστές τμημάτων του επιδίκου ακινήτου (μεταξύ των οποίων και ο προειρημένος πατέρας και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων), με αντικείμενο την αποζημίωσή των σε περίπτωση ήττας των στην επί της κυρίας αγωγής δίκη, εδόθησαν αρχικώς οι υπ' αριθμ. 9950/1972 και 10985/1974 μη οριστικές αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί εμμαρτύρων αποδείξεων και χορηγήσεως νέας προθεσμίας για τη διεξαγωγή αυτών, αντιστοίχως και εν συνεχεία, η υπ' αριθμ. 1415/1981 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες αγωγές, και δη εξ ολοκλήρου η κυρία και εν μέρει οι παρεμπίπτουσες.

Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησαν έφεση^,μεταξύ άλλων, οι ήδη αναιρεσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος εναγομένου πατρός των και η μητέρα τους Ι. Π., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της Ι. Π.. Η έφεση δε αυτή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθησαν επίσης, για τον ίδιο λόγο, και οι συνεκδικασθείσες εφέσεις των λοιπών εναγομένων.

Η τελευταία αυτή απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την κυρία αγωγή, πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση των Μ. Π. του Ι. και Χ. Π. του Ι., υπό την ρηθείσα ιδιότητά των, αλλά και ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μεταποβιωσάσης μητρός των Ι. χήρας Ι. Π., για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 653/2011), 625/2008, 38/2008).

Εξάλλου, στους περιοριστικώς καθοριζομένους, στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ.2 ιδίου Κώδικος δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559.

Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αν και δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς αν και περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 (και όχι 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που ο κανόνας απαιτεί για την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του (Α.Π.675/2011, 231/2004,1734/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών, που εκτίθενται στην αγωγή για τη νομική θεμελίωσή της, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή αυτών, έστω και αν είναι διαφορετική εκείνης στην οποία προβαίνει ο ενάγων, η ενέργεια δε αυτή του δικαστηρίου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, καθόσον αυτή συγκροτείται από τα θεμελιωτικά του αιτήματος της πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται ο ενάγων και όχι από το νομικό χαρακτηρισμό αυτών από τον τελευταίο.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Η διάταξη αυτή, έχουσα έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, ως αποσκοπούσα στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και κατά την ενάσκηση παντός εν γένει δικαιώματος, καταλαμβάνει και το δικαίωμα των μελών του διοικητικού συμβουλίου νομικού προσώπου, που εκπροσωπούν αυτό, να λαμβάνει αποφάσεις, που αφορούν τηί διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του.

Συνεπώς, αν τα εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενεργούν μεν στα πλαίσια των παρεχομένων σ' αυτά, από το νόμο ή το καταστατικό, εξουσιών και αρμοδιοτήτων, πλην όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, οι σχετικές αποφάσεις των είναι άκυρες, λόγω αντιθέσεώς των στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (σχετ. Α.Π. 1294/2004, 187/2005, 1294/2004, 1126/06, 1969/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10 Ιουνίου 1971 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, υπό εκκαθάριση τελούντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού, προκύπτει, ότι ο ενάγων εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των τα εξής: Με τις υπ' αριθμ. ...4.1963, ...6.1963 και ..-6-1963 αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου, απεφασίσθη η διά εκουσίου πλειστηριασμού πώληση και η μετά τούτον (πλειστηριασμό) κατακύρωση υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων, ..., του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, ιδιοκτησίας του, εκτάσεως 112.500 τετραγωνικών μέτρων, κειμένου στην ....

Οι ανωτέρω αποφάσεις ήταν άκυρες για τους αναφερομένους στην αγωγή τυπικούς λόγους (μη νόμιμη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, μη υπογραφή τους από όλα τα συμμετασχόντα μέλη, μη νόμιμη συμμετοχή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου), οι οποίοι και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Ο αποφασισθείς, κατά τα ανωτέρω εκούσιος πλειστηριασμός διενεργήθηκε την 23 Ιουνίου 1963, "εν κρυπτώ", διότι οι σχετικές ανακοινώσεις για τη διενέργεια αυτού δημοσιεύθηκαν σε ένα και μόνο "λαθρόβιον έντυπον" υπό τον τίτλο "Δημοπρασιακά Νέα" και κατ' αυτόν εμφανίστηκαν και πλειοδότησαν, από κοινού, οι προαναφερθέντες δύο πρώτοι εναγόμενοι Π.

Κ. και Γ. Κ., επί θυγατρί γαμβρός του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω συνεταιρισμού, Γ. Κ., στους οποίους κατεκυρώθη το ακίνητο αντί του εξευτελιστικού τιμήματος των 163.350 δραχμών, ενώ η πραγματική του αξία ανερχόταν, τουλάχιστον σε 1.000.000 δραχμές. Μετά την κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού, ο προαναφερόμενος πρόεδρος του διοικητικού του συμβουλίου και ο γραμματέας αυτού Β.

Β., ενεργούντες ως νόμιμοι εκπρόσωποι του συνεταιρισμού, προέβησαν στην προς τους ανωτέρω πλειοδότες μεταβίβαση από κοινού του περί ου ο λόγος ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κηφισίας Π. Μ., νομίμως μεταγραφέντος. Ακολούθως δε οι ως άνω αγοραστές, προέβησαν στην κατάτμηση μέρους του κτηθέντος ακινήτου με την πώληση και μεταβίβαση τμημάτων αυτού στους λοιπούς εναγομένους, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ι.

Π. (κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα), ενώ το εναπομείναν ακίνητο διένειμαν μεταξύ τους με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. …0/1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κηφισίας Ν. Α. και έλαβαν έκταση 22 στρεμμάτων ο καθένας. Η προεκτεθείσα δια πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου του, με τον τρόπο που έγινε (εν κρυπτώ με μόνη τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως σε ένα "λαθρόβιο έντυπο", ώστε να μη υπάρξει προσέλευση πλειοδοτών) συνιστά, ενόψει και του προειρημένου εξευτελιστικού τιμήματος κατακυρώσεως, καθαρώς χαριστική πράξη προς τους πλειοδοτήσαντες αγοραστές, ο ένας εκ των οποίων ήταν και επί θυγατρί γαμβρός του προέδρου του διοικητικού του συμβουλίου, κειμένη εκτός του σκοπού του συνεταιρισμού και μη επιτρεπομένη ούτε από το καταστατικό ούτε από το άρθρο 32 του ν. 602/1915 και ως τοιαύτη ήταν άκυρη.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αποφάσεων του διοικητικού του συμβουλίου και της γενομένης δυνάμει αυτών μεταβιβάσεως του ακινήτου και η κυριότητά του επί του ιδίου ακινήτου. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας, μεταξύ των άλλων, και επί της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων και της μητέρας των Ι.

Π., κατά της πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή, ως προς την προεκτεθείσα βάση της, έκρινε, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμω και ουσία βάσιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 281, 174, 1094 του Α.Κ. και 70 του Κ.Πολ.Δ. και απέρριψε ακολούθως την έφεση του ως άνω εναγομένου.

Ειδικότερα το Εφετείο, συντασσόμενο με την αντίστοιχη σχετική κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι στην ένδικη αγωγή κατά τη διατύπωση, αλλά και την εκτίμηση του νοηματικού της περιεχομένου, περιέχεται με σαφήνεια ιστορική βάση, υπαγομένη στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη ως άκυρη πώληση έγινε με εκούσιο πλειστηριασμό εξαιρετικά περιορισμένης δημοσιότητος στον επί θυγατρί γαμβρό του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ενάγοντος και με εξευτελιστικό τίμημα, ενώ από την όλη διατύπωση και το πνεύμα του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, και η προβολή του ισχυρισμού της γνώσεως των εναγομένων αγοραστών (μάλιστα συμπαιγνίας), καθόσον εκτίθεται ότι σκοπός της πωλήσεως ήταν ακριβώς η παροχή σ' αυτούς δυσαναλόγως μεγάλου, σε σχέση με την αντιπαροχή περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, συνιστώσα παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., ο ισχυρισμός δε αυτός, με τον ίδιο τρόπο και έννοια, περιελήφθη και στο θέμα αποδείξεως που έταξε το Πρωτοβάθμιο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή, υπό το προεκτεθέν ιστορικό της περιεχόμενο, θεμελιούται στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, το πραγματικό της οποίας συγκροτείται υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή γεγονότα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 9 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πράγματι όμως από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διότι με την αγωγή δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί καταχρηστικότητος και δεν ζητείται αναγνώριση εκ του λόγου τούτου ακυρότητος των προσβαλλομένων αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού και του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, τυγχάνει αβάσιμος.

Οι δια του ιδίου ως άνω λόγου αναιρέσεως αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 9 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. : α) έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής β) επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και γ) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση του περί της νομικής βασιμότητος της αγωγής, είναι απαράδεκτες, αφού ως προς την ρηθείσα κρίση του Εφετείου περί του νόμω βασίμου της αγωγής, δεν στοιχειοθετούνται οι αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Εξάλλου, η έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Οι ισχυρισμοί δε που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως είναι και οι αναγόμενοι στην ικανότητα διαδίκου, στην εκπροσώπηση και νομιμοποίηση αυτού, δεν είναι αναγκαίως και δημοσίας τάξεως. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π.818/2017 168/2015, 529/2009, 1725/2008, 1401 /2008 ).

Εξάλλου, με τα άρθρα 59, 60 παρ.1 , 64, 65 του ν. 602/1915, που ίσχυε κατά τον χρόνο λύσεως και θέσεως υπό εκκαθάριση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ορίζονται τα εξής: "Η εκκαθάρισις ενεργείται υπό της διοικήσεως, εάν δεν έχει ανατεθεί υπό του καταστατικού ή δι' αποφάσεως της συνελεύσεως εις άλλα πρόσωπα. Εκκαθαρισταί διορίζονται εις ή τρεις.

Τη αιτήσει του εποπτικού συμβουλίου ή του κατά το άρθρον 41 εδ. 2 αριθμού συνεταίρων, δύνανται να διορισθώσιν εκκαθαρισταί υπό του ειρηνοδικείου" (άρθρο 59). "Οι υπό του ειρηνοδικείου διορισθέντες εκκαθαρισταί δύνανται να ανακληθώσι καθ' όν τρόπον διωρίσθησαν", (άρθρο 60 παρ. 1). "Οι εκκαθαρισταί αποπερατώνουν τας εκκρεμείς υποθέσεις, εκπληρούσι τας υποχρεώσεις του διαλυθέντος συνεταιρισμού, εισπράττουν τας απαιτήσεις και μετατρέπουν εις μετρητά την περιουσίαν του συνεταιρισμού.

Εκπροσωπούσι δικαστικώς και εξωδίκως τον συνεταιρισμόν. Προς περάτωσιν εκκρεμών υποθέσεων δύνανται να συνάπτωσι νέας δικαιοπραξίας"(άρθρο 64). "Οι εκκαθαρισταί έχουν πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα των μελών της Διοικήσεως και υπόκεινται εις την εποπτείαν του εποπτικού συμβουλίου. ..." (άρθρο 65). Επίσης κατά το άρθρο 9 του επακολουθήσαντος και ν.δ. 886/1971 που αφορά τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς "1.

Οι οριζόμενοι κατά τας διατάξεις του άρθρου 59 του Ν. 602/1915 εκκαθαρισταί Οικοδομικών Συνεταιρισμών δύναται, τη αιτήσει του έχοντος έννομον συμφέρον, να αντικαθίστανται δι' αποφάσεως του οικείου Ειρηνοδικείου ένεκα σπουδαίων λόγων... 2. Εν περιπτώσει αδυναμίας διορισμού εκκαθαριστών εκ των μελών του Συνεταιρισμού, ως εκκαθαρισταί διορίζονται έτερα πρόσωπα επιλεγόμενα υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου. 3.

Η αποπεράτωσις της εκκαθαρίσεως των διαλυομένων Οικοδομικών Συνεταιρισμών ενεργείται, εντός τακτής προθεσμίας, οριζομένης διά πράξεως του αρμοδίου Δικαστηρίου, εφ' όσον οι εκκαθαρισταί διωρίσθησαν ή αντικατεστάθησαν υπ' αυτού....Η προθεσμία αύτη δεν δύναται να ορισθή μείζων των 2 ετών, επιτρεπομένης όμως της παρατάσεώς της υπό του αρμοδίου δικαστηρίου επί τη αιτήσει των εκκαθαριστών και εφ' όσον συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος. 4.

Διά τον καθορισμόν ή την παράτασιν της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως λαμβάνονται υπ' όψιν τα περιουσιακά στοιχεία του διαλυθέντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού, αι εκκρεμείς υποθέσεις, αι υποχρεώσεις και αι απαιτήσεις αυτού ως και οι υπό του άρθρου 66 του Ν. 602/1915 ή άλλων νόμων τιθέμενοι όροι ή περιορισμοί".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεως προς εκείνες των άρθρων 72, 74 Α.Κ., 62, 64 παρ.2, 68 και 790 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση λύσεως του νομικού προσώπου (επομένως και του συνεταιρισμού) ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως το στάδιο της εκκαθαρίσεως, μέχρι δε να περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες αυτής ο συνεταιρισμός θεωρείται υφιστάμενος και συνακολούθως διατηρεί τη νομική του προσωπικότητα και την ικανότητα να είναι διάδικος, νομιμοποιούμενος ενεργητικώς και παθητικώς για τη διεξαγωγή των σχετικών δικών, στις οποίες εκπροσωπείται νομίμως δια του εκκαθαριστού ή των εκκαθαριστών αυτού, που διορίζονται με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του.

Οι εκκαθαριστές εκπροσωπούν δικαστικώς και εξωδίκως το συνεταιρισμό και έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτού. Εξ ουδεμιάς των ανωτέρω ή άλλων διατάξεων συνάγεται ότι ο υπό εκκαθάριση τελών συνεταιρισμός δεν δικαιούται, διαρκούσης της εκκαθαρίσεως, να προβεί στην άσκηση αγωγής ή ότι η κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως έλλειψη εκπροσωπήσεως του συνεταιρισμού, λόγω μη εγκαίρου παρατάσεως της θητείας ή αντικαταστάσεως των διορισθέντων εκκαθαριστών, συνεπάγεται την περάτωση της εκκαθαρίσεως και την απώλεια της νομικής του προσωπικότητος, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της ικανότητος του να είναι διάδικος.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος του συνεταιρισμού, επαναλαμβάνονται οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση του συνεταιρισμού από τους εκκαθαριστές. (Α.Π. 216/2012, 693/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την μη κήρυξη απαραδέκτου της ενδίκου αγωγής, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά την άσκηση και την συζήτηση αυτής και προσάπτουν συναφώς επάλληλες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..

Για τη θεμελίωση δε των αιτιάσεών τους αυτών επικαλούνται: α) ότι η άσκηση της ενδίκου αγωγής, δεν συνιστά πράξη αποπερατώσεως εκκρεμούς υποθέσεως, ώστε να υπάγεται στην αρμοδιότητα των εκκαθαριστών, αλλά έναρξη νέας δικαστικής διαμάχης, που υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας αυτών όπως διαγράφονται στο άρθρο 64 του ν. 602/1915, και συνεπώς το Εφετείο κρίνοντας ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικώς και εκπροσωπείται νομίμως από τους εκκαθαριστές στην άσκηση της αγωγής και μη κηρύσσοντας αυτεπαγγέλτως απαράδεκτη την αγωγή υπέπεσε στις ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ..

και β) ότι ο ενάγων, κατά τη συζήτηση της αγωγής, είχε παύσει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, λόγω μη εγκαίρου παρατάσεως (προ της λήξεως αυτής) της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως και της θητείας των εκκαθαριστών, με αποτέλεσμα, λόγω των κενών που μεσολάβησαν στην προθεσμία εκκαθαρίσεως και στην εκπροσώπηση του ενάγοντος, να επέλθει περάτωση της εκκαθαρίσεως και απώλεια της νομικής του προσωπικότητος και της ικανότητος του να είναι διάδικος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι στηρίζεται σε ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προταθεί νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Οι ισχυρισμοί δε αυτοί δεν αφορούν τη δημοσία τάξη, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ούτε υπάγονται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς θα έπρεπε να είχαν υποβληθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Εφετείου με λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που δέχθηκε την αγωγή και με επίκληση των γεγονότων που ήδη επικαλούνται, για τη θεμελίωσή των. Τούτο όμως δεν συνέβη, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων προτάσεών τους.

Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων και αν ακόμη ήθελαν κριθεί παραδεκτοί, τυγχάνουν μη νόμιμοι διότι: α) Η άσκηση της ενδίκου αγωγής για απαιτήσεις του υπό εκκαθάριση τελούντος ενάγοντος, συνεταιρισμού, σαφώς και εντάσσεται στις εργασίες της εκκαθαρίσεως και ως τοιαύτη εμπίπτει στα όρια της εξουσίας των εκκαθαριστών οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 602/1915 έχουν πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα των μελών της Διοικήσεως, στα οποία περιλαμβάνεται βεβαίως και η άσκηση αγωγών για διεκδίκηση και διασφάλιση απαιτήσεων και δικαιωμάτων του συνεταιρισμού και β) η παρεμβολή κενών διαστημάτων κατά τις αλλεπάλληλες παρατάσεις της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως και της θητείας των εκκαθαριστών δεν συνεπάγεται την περάτωση της εκκαθαρίσεως και την παύση της νομικής προσωπικότητος του ενάγοντος συνεταιρισμού, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της ικανότητος του να είναι διάδικος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη. Πολύ δε περισσότερο, αφού ως προελέχθη, ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, εάν διαπιστωθεί η ύπαρξη εκκρεμότητος, εγκύρως επαναλαμβάνονται οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση του συνεταιρισμού από τους εκκαθαριστές.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες , ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Ιουλίου 2007 αίτηση των Μ. Π. του Ι. και Χ. Π. του Ι., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων, των αποβιωσάντων γονέων τους Ι. και Ι. Π., για αναίρεση της αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ