Legislator Case Law & Legislation
677/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence considered without proper notice.

Case Number 677/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a hotel company against a lower court judgment. The appellant argued that the court improperly considered specific documents without proper notice, but the court rejected this claim as the grounds were too vague to identify the specific legal error. The court ruled that the appeal failed to specify which claim was being proven or disproven by the evidence, rendering the complaint inadmissible under procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 330, Art. 700, Art. 700 para. 2, Art. 559 no. 11 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact claim and the evidence considered without notice, and the grounds must be precise enough to determine if the evidence was critical to the outcome.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Evidence admissibility Procedural notice Vague appeal Critical evidence Judicial error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 330 of the Code of Obligations
Art. 700 para. 2 of the Code of Obligations
Art. 559 no. 11 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Court of Appeal 7/2006
General Court of Appeal 4/2005
General Court of Appeal 23/2008
General Court of Appeal 9/2000
General Court of Appeal 42/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 677 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 677/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Aνώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΣΤΡΟΥ ΗΛΕΙΑΣ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΚΤΗ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αντωνίου.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 17 Μαΐου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) από 2 Οκτωβρίου 1995 ομοία του ήδη αναιρεσειβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, οι οποίες και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/1996 προδικαστική, 993/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 630/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσι-βλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006 και Ολ.

ΑΠ 4/2005). Εξετέρου με τη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. που ορίζει ο οφειλέτης ενέχεται αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του προσδιορίζονται οι δύο βαθμοί του πταίσματος (ή υπαιτιότητας) που είναι ο δόλος και η αμέλεια και καθιερώνεται η ευθύνη του οφειλέτη για την αθέτηση της υποχρεώσεώς του κατ' αρχήν (αν δεν ορίστηκε άλλως) για κάθε πταίσμα.

Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 700 εδάφ. β' Α.Κ. ορίζεται ότι αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ' αυτή η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως έργου μπορεί κατ' ένσταση επί αγωγής του εργολάβου για τη καταβολή της αμοιβής του να ζητήσει να αφαιρεθεί από την αμοιβή αυτή και ό,τι παρέλειψε ο εργολάβος να ωφεληθεί από δόλο. Η συγκεκριμένη αυτή μορφή υπαιτιότητας (δόλος) αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για τη νομική θεμελίωση της από τη διάταξη αυτή (ΑΚ 700 εδάφ.

β') ένστασης γι' αυτό και ο ενιστάμενος εργοδότης πρέπει το στοιχείο τούτο να επικαλείται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύει και δεν αρκεί η επίκληση γενικά πταίσματος στην έννοια του οποίου όπως προεκτέθηκε περιλαμβάνεται και η αμέλεια, η οποία δεν προβλέπεται στην ανωτέρω διάταξη ως γενεσιουργός λόγος του σχετικού δικαιώματος.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση της εναγομένης από τη διάταξη του άρθρου 700 εδ. β' Α.Κ. κατά την επικουρική της βάση σύμφωνα με την οποία η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να αφαιρεθεί από την αιτηθείσα αμοιβή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου το ποσό των 300.000.000 δρχ.

το οποίο αυτός μετά την εκ μέρους αυτής καταγγελία παρέλειψε να ωφεληθεί από άλλη εργασία του από δικό του πταίσμα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 330 και 700 εδ. β' Α.Κ. καθόσον δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα εργοδότρια τον δόλο του αναιρεσιβλήτου η συνδρομή του οποίου και μόνο (κατ' αποκλεισμό της αμέλειας) γεννά το σχετικό δικαίωμα στην αναιρεσείουσα να ζητήσει την αφαίρεση της ωφέλειας που παρέλειψε να ωφεληθεί ο αναιρεσίβλητος.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 691 ΑΚ ο εργοδότης δεν έχει κανένα δικαίωμα για ελλείψεις του έργου, αν είναι υπαίτιος γι' αυτές, είτε εξ αιτίας των οδηγιών που έδωσε παρά τις ρητές αντιρρήσεις του εργολάβου, είτε κατ' άλλο τρόπο.

Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για τα ελαττώματα που συνίστανται στην ύπαρξη "φωλεών" (κενών χωρίς σκυρόδεμα) στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης και ανεπαρκούς αιτιολογίας διότι καίτοι δέχεται η απόφαση ότι οι αντιρρήσεις του εργοδότη περιορίστηκαν σε "ορισμένα" δοκάρια και όχι σε όλα χωρίς να προσδιορίζονται πόσα και ποια ήταν τα κακότεχνα απορρίφθηκε η αγωγή με την οποία αυτή ζητούσε αποζημίωση για όλα ανεξαιρέτως τα δοκάρια χωρίς να προσδιορίζεται πόσα και ποια ήταν τα κακότεχνα δοκάρια στα οποία ήταν αναπόφευκτη η δημιουργία φωλεών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η απόφαση διαλαμβάνει επαρκή αιτιολογία ως προς την απορριπτική της αυτή διάταξη καθόσον κατά τη σχετική παραδοχή η εκ μέρους του εναγομένου σχετική επισήμανση (αντίρρηση του εργολάβου) είχε γίνει για το σύνολο των σημείων όπου αποδείχθηκε ότι υπήρχαν τα ελαττώματα των κενών χωρίς σκυρόδεμα "φωλεών".

Με την ανωτέρω αιτιολογία η οποία θεμέλιο έχει την διάταξη του άρθρου 691 Α.Κ. και η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς στηρίζεται αυτοτελώς το απορριπτικό πόρισμα της απόφασης. Επομένως ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις αφορούν την επάλληλη εκ περισσού αιτιολογία της απόφασης που θεμελιώνεται στη συμβατική ρύθμιση του άρθρου 17 παρ. 2 της συγγραφής υποχρεώσεων.

Οι ίδιες αιτιάσεις κατά το μέρος τους που, με την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 της ΚΠολΔ 559, πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1. Ο αυτός δεύτερος λόγος από τον αριθμό 20 της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 της από 8.5.1990 συγγραφής υποχρεώσεων μεταξύ των διαδίκων είναι απαράδεκτος γιατί στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα παραπονείται για εκτιμητικό και όχι για διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού.

Όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οπότε πρόκειται ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός απαιτείται το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου να στηρίζεται στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώνεται ή κυρίως σ' αυτό (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4,566 παρ. 1 και 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό, από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 8-5-1990 ιδιωτικού εργολαβικού συμφωνητικού ως προς τους όρους 6 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 16 παρ. 1, 4 αυτού. Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο την κρίση του περί παραλαβής και εγκρίσεως των αναφερόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη εργασιών συνήγαγε από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και δεν στήριξε αυτή ούτε αποκλειστικά ούτε κατά κύριο λόγο στους ως άνω όρους των οποίων το περιεχόμενο φέρεται να παραμορφώθηκε.

Συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο από τον ίδιο αριθ. 20 της ΚΠολΔ 559 προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί παραλαβής και εγκρίσεως των αυτών εργασιών παραμόρφωσε το περιεχόμενο των όρων 18, 19, 21 και 22 της συγγραφής υποχρεώσεων, ενώ με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, επίσης από τον ίδιο αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του από 8-5-1990 ιδιωτικού εργολαβικού συμφωνητικού κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης αμοιβής καθόσον ο προσδιορισμός ως προς το οπλισμένο σκυρόδεμα έγινε με βάση τον προβλεπόμενο στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 11 τρόπο και όχι με βάση την παρ. 7 που ρύθμιζε ειδικά την τιμή του σιδηρού οπλισμού και του τσιμέντου (οπλισμένου σκυροδέματος) και η οποία απέκλειε την εφαρμογή των παρ. 1 και 3 του άρθρου 11.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον δια των προβαλλομένων αιτιάσεων δεν αποδίδεται συγκεκριμένο σφάλμα του Εφετείου περί την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων αλλά σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, και όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένταση.

Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν προτάθηκαν παραδεκτώς. Εξάλλου κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν.

Η διάταξη αυτή δεν αποκλείει την υποβολή ισχυρισμού, που υποβλήθηκε σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, με τις προτάσεις της συζητήσεως κατά την οποία προβάλλεται. Εάν δεν περιέχεται πλήρης ο ισχυρισμός στις προτάσεις της επόμενης συζητήσεως μπορεί να γίνει επαναφορά του με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στην προηγούμενη συζήτηση με σύντομη περίληψη του ισχυρισμού και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων αυτών, που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Στη προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των προτάσεων, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος αμύνθηκε κατά της εφέσεως της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι περιέχεται σ' αυτές με πληρότητα ο γενόμενος δεκτός με την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμός περί εγκρίσεως του έργου (άρθρου 692 Α.Κ.).

Κατ' ακολουθίαν, ο έκτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό κατ' εκτίμηση, μόνο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τον προαναφερθέντα ισχυρισμό (ένσταση) τον οποίο είχε μεν προβάλλει ο αναιρεσίβλητος πρωτόδικα πλην όμως δεν επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο ενόψει του ότι δεν αναφέρθηκε ειδικά στον ισχυρισμό αυτόν ούτε και στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τον περιέχουν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς προταθέντος και νομίμου, ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Κατά την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με σαφή αναφορά στις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (κατάθεσης μάρτυρος, εγγράφου), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται αναλόγως και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 23/2008 και 9/2000).

Όπως σαφώς συνάγεται από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, οι αποδείξεις που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη παρά το νόμο το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού και οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου.

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς ειδικότερα να γίνει σχετική επίκλησή τους από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος και τα προσκόμισε, τα εξής έγγραφα, από την αποδεικτική αξιολόγηση των οποίων συνήχθησαν επιβλαβείς διατάξεις για την αναιρεσείουσα: 1) τα 17 πρωτόκολλα αφανών εργασιών με τις αντίστοιχες συνοπτικές επιμετρήσεις, 2) τα 14 πρωτόκολλα παραλαβής απολογιστικών εργασιών και 3) την από 26-4-1991 επιστολή και τα από 29-4-1991 και 26-4-1991 έγγραφα του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα προαναφερθέντα έγγραφα καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτά είναι κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του σχετικού ισχυρισμού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις Κάστρου Ηλείας Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 630/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ