Legislator Case Law & Legislation
676/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding inheritance dispute and costs.

Case Number 676/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her adult daughter against the second-instance court's ruling on an inheritance dispute. The lower court had properly considered all documentary evidence presented by both parties and exercised its free evaluation of proof to reach its conclusion. Consequently, the appellate court found the appeal arguments inadmissible and unfounded, ordering the rejection of the request and the payment of legal costs by the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if it challenges a final judgment, and if the appeal is rejected, any request for restitution of things executed is inadmissible as lacking subject matter.

Keywords

AI generated
appeal admissibility free evaluation of proof inheritance dispute restitution of things legal costs final judgment documentary evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 676 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 676/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Α., χήρας Δ. Τ., κατοίκου Αθηνών, ενεργούσας αφενός για τον εαυτό της ατομικά και αφετέρου υπό την ιδιότητά της ως νόμιμου εκπροσώπου και ως αποκλειστικώς ασκούσας την γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της Χ. Τ. του Δ. και της Κ., κατοίκου ομοίως ως άνω, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του Δ. Τ.. Εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ξανθίππη Μικρού και Ηλία Μικρουλέα, οι οποίοι δήλωσαν ότι η Χ. Τ. ενηλικιώθηκε και εκπροσωπείται από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ν., χήρας Α. Τ., κάτοικου Αθηνών και 2) Α. Τ. του Α., κατοίκου ομοίως ως άνω, ως κληρονόμων του αρχικά ενάγοντος Α. Τ.. Η πρώτη παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργίου και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-07-2011 αγωγή και ανακοίνωση δίκης του ήδη αποβιώσαντος Α. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2041/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 534/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 09-03-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9.3.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 534/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα με τη κατάθεση του δικογράφου της στις 5.6.2020 και εμπρόθεσμα, συνυπολογιζομένης της νόμιμης αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της επιδημίας του κορωνοϊού, ενόψει της επίδοσης της προσβαλλομένης στις 19.2.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014, 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 465/1988).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) την συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 261/2016, 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017), β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 328/2008), γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 261/2016, 200/2013).

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/90, ΑΠ 582/2023, ΑΠ 621/2020).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν (ΑΠ 618/2022).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1987/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 εδ. α` του ΑΚ "Αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική της κυριότητας αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα , η διατάραξη δε αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνον εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΑΠ 482/2024, ΑΠ 618/2022, ΑΠ 884/2021).

Επιπροσθέτως, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 914, 932, 1000 και 1108 εδ. β` ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση διατάραξης της κυριότητας δεν αποκλείεται παράλληλη αξίωση του κυρίου για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας κατά τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 1646/2010). Στη περίπτωση αυτή ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης κρίνεται με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει όταν αυτές συντελούνται (ΟλΣτΕ 1820/1989, ΑΠ 1516/2013) ειδικώς δε, ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και του επιζημίου αποτελέσματος, η υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη διάγνωση ότι το ιδρυτικό της ευθύνης γεγονός υπήρξε αναγκαίος όρος της ζημίας, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το εάν όμως το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορος αιτία της ζημίας είναι νομικό ζήτημα, υποκείμενο στον ακυρωτικό έλεγχο (ΑΠ 1684/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 1516/2013).

Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ν. 3028/2002 (Α' 153), ο οποίος οργανώνει και εξειδικεύει την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, που αποτελεί συνταγματική επιταγή (άρθρο 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος), ορίζονται τα εξής: "3. Η εγκατάσταση ή η λειτουργία ... εμπορικής επιχείρησης, ... καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.

Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας. 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτά, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου ... 6.

Στις περιπτώσεις που απαιτείται έγκριση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αυτή προηγείται από τις άδειες άλλων αρχών που αφορούν την επιχείρηση ή την εκτέλεση του έργου ή της εργασίας και τα στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας στις άδειες αυτές ..." Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι είναι δυνατόν να τίθενται από τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού κατάλληλοι όροι και περιορισμοί στη δόμηση χωρίς δέσμευση από τους ισχύοντες όρους δόμησης ( ΣτΕ 1131/2024) , ενώ κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου "1.

Οι αρχαιολογικοί χώροι κηρύσσονται και οριοθετούνται ή αναοριοθετούνται με βάση τα δεδομένα αρχαιολογικής έρευνας πεδίου και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως... 4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους. ..." (ΣτΕ 192/2024, ΣτΕ 1131/2024, ΣτΕ 1321/2023). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι οποίες ερμηνεύονται ενόψει της αυξημένης προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος που εισάγεται με το άρθρο 24 του Συντάγματος, οι επεμβάσεις εντός αρχαιολογικού χώρου, οι οποίες αποτελούν ειδικότερη περίπτωση επέμβασης πλησίον αρχαίου μνημείου, επιτρέπονται κατόπιν αδείας του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, η οποία χορηγείται εφόσον δεν επέρχεται κίνδυνος άμεσης ή έμμεσης βλάβης όχι μόνον ενός ή περισσότερων από τα σωζόμενα μνημεία, εμφανή ή μη, αλλά και του ελεύθερου χώρου που τα περιβάλλει ( ΣτΕ 1124/2022, ΣτΕ 2725/2019, ΣτΕ 415/2017, ΣτΕ 569/2012).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο Υπουργός Πολιτισμού οφείλει να αξιολογεί τα χαρακτηριστικά του έργου ή της δραστηριότητας και να εκτιμά τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις που θα επέλθουν στα ακίνητα μνημεία και στον αναγκαίο για την ανάδειξή τους χώρο. Όπως δε, συνάγεται από τις ίδιες διατάξεις αλλά και, εμμέσως, από το όλο σύστημα προληπτικής προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς που καθιερώνει ο ν. 3028/2002, αφού, με εξαίρεση τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 (στην οποία προβλέπεται, μετά από πλήρη ενημέρωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, η εκτέλεση εργασιών, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, για την αποκατάσταση βλάβης σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης προς αποτροπή άμεσου κινδύνου), στον ν. 3028/2002 δεν ορίζονται άλλοι τρόποι χορήγησης άδειας επέμβασης σε ακίνητο εντός του προστατευόμενου τόπου, πολύ δε περισσότερο, δεν προβλέπεται διοικητική διαδικασία για την έγκριση εκ των υστέρων των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν σε τέτοιο ακίνητο χωρίς την άδεια του Υπουργού Πολιτισμού ή καθ' υπέρβαση των όρων της άδειας που είχε τυχόν χορηγηθεί.

Επομένως, δεν επιτρέπεται η έγκριση μελέτης στην οποία περιλαμβάνονται εργασίες που πραγματοποιήθηκαν σε ακίνητο εντός του προστατευόμενου τόπου, χωρίς την άδεια ή καθ' υπέρβαση της άδειας του Υπουργού Πολιτισμού, καθώς, όπως ήδη εκτέθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν προβλέπεται στον νόμο και, επιπροσθέτως, διότι η έκδοση εγκριτικής πράξης στην ως άνω περίπτωση θα είχε ως αποτέλεσμα να φαλκιδεύεται και εν τέλει να αναιρείται η προληπτική προστασία των πολιτιστικών αγαθών την οποία επιτάσσει το εφαρμοστέο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο ( ΣτΕ 1124/2022, ΣτΕ 1553/2021, ΣτΕ 2214/2015, ΣτΕ 4555/2009).Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 εδ.

α`, β` και 2 εδ. α` του Συντάγματος "η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για την διαφύλαξή του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας..... Η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στην ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης".

Στο πλαίσιο αυτό επιβάλλεται να οργανώνεται η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας και η ανάπτυξη και πολεοδόμηση των οικιστικών εν γένει περιοχών, με κριτήρια την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της ανάπτυξης των οικισμών προς τον σκοπό της αναβάθμισης του οικιστικού περιβάλλοντος. Σε εκτέλεση των Συνταγματικών αυτών επιταγών εκδόθηκε ο ν. 1577/1985 Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (ΓΟΚ) (ήδη αντικατασταθείς από τον Ν. 4067/2012), ο οποίος κατά ρητή διάταξη του στο άρθρο 1, έχει ως σκοπό τον καθορισμό όρων, περιορισμών και προϋποθέσεων για την εκτέλεση οποιασδήποτε κατασκευής εντός ή εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών, ώστε να προστατεύεται το φυσικό, οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον, καθώς και να εξυπηρετείται το κοινωνικό συμφέρον.

Με το άρθρο 9 του νόμου αυτού έχουν θεσπισθεί νόμιμοι περιορισμοί του δικαιώματος κυριότητας του κυρίου του ακινήτου ως προς την τοποθέτηση του υπό ανέγερση κτιρίου στο ακίνητο, την απόσταση του από το όριο του ακινήτου και το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος του, το οποίο ορίζεται σε συνάρτηση με τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης της περιοχής.

Ειδικότερα στη παράγραφο 9 του παραπάνω άρθρου (9) του ΓΟΚ (όπ.αντ. με άρθρο 7 παρ.7 του ν. 2831/2000) ορίζεται ότι " Ειδικές διατάξεις σχετικά με τα επιτρεπόμενα ύψη κτιρίων για τη προστασία αρχαιολογικών χώρων παραδοσιακών οικισμών, ιστορικών τόπων, έργων τέχνης, μνημείων, διατηρητέων κτιρίων, αεροδρομίων ή παρομοίων χρήσεων ή που καθορίζουν ύψος κτιρίων με απόλυτο υψόμετρο ή αριθμητικά ή με ειδικά προσδιοριζόμενα επίπεδα ή ύψος κτιρίων που η σεισμική επικινδυνότητα της περιοχής το επιβάλλει, κατισχύουν των διατάξεων της παραγράφου 7.

Στις περιπτώσεις αυτές η αφετηρία μέτρησης του ύψους του κτιρίου καθορίζεται σύμφωνα με τη παράγραφο 7.." ενώ στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 28 του ιδίου νόμου προβλέπεται ότι " Δεν θίγονται ειδικές διατάξεις για τη προστασία των αρχαιολογικών χώρων, οικισμών ή τμημάτων οικισμών, μεμονωμένων κτιρίων ή περιοχών, για τη διατήρηση της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς ή την προστασία περιοχών χαρακτηρισμένων ως ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους".

Επίσης στο άρθρο 22 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας (παρ. 1 εδ. α`), ότι κάθε κατασκευή, που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ` υπέρβαση της άδειας, ή με βάση άδεια που ανακλήθηκε, ή κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του Ν. 1337/1983, όπως ισχύουν (παρ. 3 εδ.

α`) και ότι αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά τον χρόνο κατασκευής της, είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας (παρ. 3 εδ, β`), ενώ στο άρθρο 23 παρ. 1 α` ορίζεται (μεταξύ άλλων) ότι κτίριο ή τμήμα αυτού θεωρείται νομίμως υφιστάμενο και εάν έχει χορηγηθεί γι` αυτό νόμιμη άδεια ή νόμιμη αναθεώρηση άδειας κατά την ανωτέρω παρ. 3 του άρθρου 22.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι παραβιάσεις του ΓΟΚ σε σχέση με την τοποθέτηση του κτιρίου στο ακίνητο ή το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος αυτού δεν έχουν θεσπισθεί μόνο για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, αλλά και για την προστασία του ατομικού συμφέροντος των ιδιοκτητών των παρακείμενων ακινήτων, αφού με τους περιορισμούς, που τίθενται με τις διατάξεις αυτές, προστατεύεται εκτός από το γενικό συμφέρον και το ατομικό συμφέρον των ιδιοκτητών αυτών, με την έννοια ότι το γειτονικό κτίριο επιβάλλεται να κατασκευασθεί με τους προβλεπόμενους νόμιμους κανόνες και περιορισμούς, ώστε να εξασφαλισθεί επαρκής αερισμός, φωτισμός και έκθεση στον ήλιο καθώς και θέα του ακινήτου τους και να μην επιδεινωθούν έτσι οι συνθήκες διαβίωσής τους, ώστε ο ιδιοκτήτης του πληττόμενου γειτονικού ακινήτου, με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 914 ΑΚ (υπαιτιότητα, πρόκληση ζημίας και πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης και της ζημίας) έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την μείωση της αξίας του ακινήτου του (ΑΠ 1185/2022, ΑΠ 698/2017, ΑΠ 900/2003).

Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 5.7.2011 αγωγή του ο ήδη αποβιώσας αρχικώς ενάγων Α. Τ., σύζυγος και πατέρας της πρώτης και δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων και μοναδικών κληρονόμων του, ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την επίκληση παράνομης και υπαίτιας, εκ μέρους των εναγομένων παραβίασης διατάξεων του ΓΟΚ και διατάξεων για τη προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, εξ αιτίας της οποίας προσεβλήθη το δικαίωμα κυριότητός του, και επήλθε απομείωση της αξίας της οικοδομής ιδιοκτησίας του, ευρισκόμενης εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του Αρδηττού Αττικής.

Η αγωγή αρχικώς, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, δυνάμει της με αριθμό 2041/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου. Μετά την άσκηση της από 31.7.2017 έφεσης των καθολικών διαδόχων του αρχικώς ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτων), εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλομένη, με αριθμό 534/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο μετά την διαπίστωση της καταβολής ενώπιόν του, του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, διακράτησε την αγωγή προς εκδίκαση και δέχθηκε, αυτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Ειδικότερα, και μετ'εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της προσβαλλομένης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο αρχικώς ενάγων Α. Τ. του Λ., Ιατρός, κάτοικος εν ζωή Αθηνών, επί της οδού ... στη συνοικία "..." (στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει μετά το θάνατό του οι εκκαλούσες ) ήταν αποκλειστικός κύριος (α) της υπό στοιχεία Δ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας του τετάρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου οικοδομής επί της οδού ...

στη περιοχή "Μετς" της πόλεως των Αθηνών και Β) τριώροφης οικοδομής κείμενης στη συμβολή των οδών ... και ..., στην αυτή περιοχή, αποτελούμενης από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο... Ο αρχικώς πρώτος εναγόμενος Δ. Τ. του Β. και η σύζυγός του δεύτερη εναγομένη, πολιτικός μηχανικός ο πρώτος και αρχιτέκτων μηχανικός η δεύτερη (η οποία έχει πλέον υπεισέλθει στη δικονομική θέση του πρώτου εναγομένου μετά τον θάνατό του και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Χ.

Τ.) διά του με αριθμό ...2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Μ., απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος κατόπιν αγοράς από την ΑΕ με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, εμβαδού 176 τ.μ. κείμενο επί της οδού ... αρ. 54, στη αυτή περιοχή "Μετς" της πόλεως των Αθηνών.

Προ της εν λόγω μεταβιβάσεως ... είχε εκδοθεί η με αριθμό ...2002 οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, με την οποία επετράπη η ανέγερση οικοδομής με υπόγειο... ισόγειο στεγασμένο χώρο στάθμευσης... και τρείς ορόφους κατοικίας... το δε τελικό ύψος της εν λόγω οικοδομής κατά την εν λόγω άδεια ανερχόταν σε 12 μέτρα, ήτοι σε 11 μέτρα μέγιστο ύψος, προσαυξανόμενο κατά 1 μέτρο εφόσον προεβλέπετο κατασκευή πυλωτής...

Το εν λόγω οικόπεδο κείται εντός των ορίων του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του Αρδηττού... Η δικαιοπάροχος των αρχικώς εναγομένων ως άνω ανώνυμη εταιρεία, είχε ζητήσει με αίτησή της προς την καθύλην και κατά τόπο αρμόδια Γ'Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών... τη προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3 και 6 ν. 3028/2002 "Για τη προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς" και 9 παρ. 9 του ν. 1577/1985 "ΓΕΝΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ" (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 2831/2000 ) έγκριση της ανέγερσης της οικοδομής, πράγματι δε, η ανωτέρω υπηρεσία με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...2002 έγγραφό της, απευθυνόμενο προς το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου Αθηναίων ενέκρινε την κατασκευή οικοδομής επί του οικοπέδου "..

τριώροφης επί PILOTIS με υπόγειο και επίπεδο χωρίς επίκτισμα δώμα..". Ακολούθως η ως άνω ανώνυμος εταιρεία (δικαιοπάροχος των αρχικώς εναγομένων) ...ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό ...2002 αναθεώρησης της ως άνω (αρχικής) οικοδομικής άδειας, "για μετατροπή τμήματος ισογείου χώρου στάθμευσης σε κατοικία"..

Γιά την εν λόγω αναθεώρηση δεν ζητήθηκε η προηγούμενη έγκριση της ως άνω αρμοδίας Γ'Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, καίτοι είχε ζητηθεί έγκριση για την έκδοση της αρχικής υπ' αριθμ. ...2002 οικοδομικής άδειας. Ειδικώς ως προς το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος της εν λόγω οικοδομής επισημαίνεται ότι η ρητή αναφορά στους αναγραφομένους στο συνοδεύον τοπογραφικό διάγραμμα όρους δομήσεως της εν λόγω αναθεώρησης " 'Υψος 11.00 μέτρα, ΦΕΚ 53Δ/75 χωρίς απόληξη + 1.00 μέτρο για Pilotis" έχει την έννοια ότι κατά την ως άνω αναθεώρηση (όπως και κατά την αρχική οικοδομική άδεια) το εν λόγω ακίνητο εμπίπτει στον Τομέα 3, ο οποίος προβλέπεται από τη διάταξή του άρθρου 2 παρ. 1 του π.δ.

της 19.2/5.3.1975 (ΦΕΚ Δ' 53) " Περί τροποποιήσεως του από 30.8.1955 Β.Δ/τος 'περί όρων δομήσεως εν Αθήναις' και καταργήσεως του από 10.11.1971 Β.Δ/τος" (κατά την οποία: " Επί των διά του άρθρου 1 του παρόντος καθοριζομένων νέων τομέων καθορίζονται ο μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός ορόφων και τα μέγιστα επιτρεπόμενα ύψη οικοδομών και ορίζονται κατά τομείς ως εις τον ακόλουθο πίνακα: 1.

ΠΙΝΑΞ 1. Τομεύς 4 Μέγιστος αριθμός ορόφων τέσσαρες (4). Μέγιστον ύψος οικοδομών μέτρα δέκα τέσσερα και ήμισυ (14.50). Τομεύς 3 Μέγιστος αριθμός ορόφων τρείς (3) Μέγιστον ύψος οικοδομών μέτρα ένδεκα (11)..."), ήτοι το μέγιστον ύψος της εν λόγω οικοδομής ανέρχεται κατ' αρχήν σε ένδεκα μέτρα (11μ.) επιτρεπομένης ωστόσο, της υπερβάσεως του αμέσως προαναφερομένου μεγίστου ύψους κατά ένα μέτρο (1 μ.) υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των προϋποθέσεων της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ.

της 3/10.8.1987 (ΦΕΚ Δ' "Καθορισμός ειδικών όρων ως προς τη δόμηση και τη διαμόρφωση των χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων και κατάργηση των υπ' αριθ. 697/1979 και 1339/1981 π.δ/των") κατά την οποία "Όταν εφαρμόζεται η παρ. 9 του άρθ.9 του ν. 1577/1985 επιτρέπεται υπέρβαση του ύψους που καθορίζεται από ειδικές διατάξεις, μέχρι 1.00 μέτρο, εφόσον το ισόγειο του κτιρίου χρησιμοποιείται κατά ποσοστό 50% τουλάχιστον για στάθμευση αυτοκινήτων.

Το ίδιο ισχύει όταν στη πιο πάνω περίπτωση το κτίριο κατασκευάζεται με υποστυλώματα (PILOTIS) με εφαρμογή της παρ. 1Β του άρθρου 7 του ν. 1577/1985 και ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος της διατίθεται αποκλειστικά για στάθμευση αυτοκινήτων".

Εν προκειμένω, συμφώνως προς το συνοδεύον τη με αριθμό ...2002 αναθεώρηση, Διάγραμμα Καλύψεως, η πραγματοποιούμενη κάλυψη είναι 118,70 τ.μ. και η πραγματοποιούμενη δόμηση στο ισόγειο έχει ως εξής: Είσοδος 19,94 τ.μ. ημιυπαίθριοι χώροι 24,42 τ.μ. (προσμετρώμενο στο Σ.Δ. τμήμα ημιυπαίθριου 1,60 τ.μ.) χώρος σταθμεύσεως 24,91 τ.μ.

και studio 39,60 τ.μ. Δεδομένου όμως ότι-κατά τα γενόμενα δεκτά από την αρμοδία υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων- ο διατιθέμενος για στάθμευση αυτοκινήτων χώρος του ισογείου είναι 24,91 τ.μ. και η πραγματοποιούμενη κάλυψη ανέρχεται σε 118,70 τ.μ. (δόμηση ισογείου 108,87 τ.μ.) η απομένουσα προβλεπόμενη ως χώρος σταθμεύσεως επιφάνεια του ισογείου υπολείπεται μαθηματικώς του απαιτουμένου ποσοστού 50% της προβλεπόμενης κάλυψης του ισογείου κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, γεγονός, το οποίο αναμφιβόλως επηρεάζει και το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος της εν λόγω οικοδομής, διότι το επιτρεπτό της προσθήκης ενός επί πλέον μέτρου ύψους εξαρτάται ευθέως από το ποσοστό κάλυψης του ισογείου, στη δε ως άνω με αριθμό ...2002 αναθεώρηση δεν αιτιολογείται επαρκώς από την αρμόδια υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων (με αναφορά σε συγκεκριμένες διατάξεις νόμου και σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και μαθηματικά δεδομένα) η χορήγηση της σχετικής άδειας, παρά το γεγονός ότι η ελάττωση του προβλεπομένου ελεύθερου χώρου στάθμευσης του ισογείου της οικοδομής, διαφοροποιεί το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος αυτής.

Αμέσως μετά την έκδοση των ως άνω οικοδομικών αδειών (αρχικής και αναθεώρησης) άρχισε η κατασκευή οικοδομής επί του οικοπέδου της οδού ... αρ. 54, η οποία ολοκληρώθηκε σε μη προκύπτοντα από τα στοιχεία της δικογραφίας ακριβή χρόνο, πάντως οπωσδήποτε μέχρι τα τέλη του έτους 2005. Την 2.8.2005 κατατέθηκε στην Γ'Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών η με αριθμό ...

καταγγελία του πολιτικού μηχανικού Π. Κ. στην οποία αναφερόταν τα εξής... Αμέσως μετά τη λήψη της άνω καταγγελίας η Γ' Εφορεία με το από 5.8.2005 έγγραφό της, φέρον αριθμό πρωτοκόλλου ..., προς το Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου Αθηναίων ανέφερε τα εξής: " Έπειτα από έγγραφη επώνυμη καταγγελία ιδιώτη, την οποία σας επισυνάπτουμε, και αφού με την αφορμή αυτή, η υπηρεσία μας διενήργησε αυτοψία στο χώρο, διαπιστώθηκε ότι στο οικόπεδο ιδ. ...

Ελλάς ΑΕ επί της οδού ... 54 στο Μετς, η ανεγειρόμενη οικοδομή έχει υπερβεί το επιτρεπόμενο για την περιοχή ύψος (τομέας Γ- 3 όροφοι, 11 μέτρα και λόγω pilotis 12 μέτρα, σύμφωνα με ΦΕΚ 53/0/75 και κατά συνέπεια οι εργασίες εκεί εκτελούνται κατά παράβαση της αρ. ...02 άδειάς μας. Η υπηρεσία μας έχει ήδη αποστείλει τηλεφωνικό σήμα (αρ. 4130/5.8.05) για την διακοπή των οικοδομικών εργασιών.

Παρακαλούμε να προβείτε στις αναγκαίες ενέργειες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων σας και επίσης να διερευνήσετε πως υπήρξε εγκεκριμένη κάτοψη δώματος με κλειστή πέργκολα, εφόσον η κατασκευή αυτή δεν επιτρέπεται στον Τομέα Γ και η Εφορεία μας δεν έχει εγκρίνει κάτι σχετικό στα θεωρημένα σχέδια που σας έστειλε".

Κατόπιν του εν λόγω εγγράφου , κλιμάκιο υπαλλήλων του Τμήματος Αυθαιρέτων-Επικινδύνων της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων διενήργησε την 12.10.2005 αυτοψία στην κείμενη επί της οδού ... αρ. 54 οικοδομή των αρχικώς εναγομένων και την 7.11.2005 εκδόθηκε και τοιχοκολλήθηκε η με αριθμό ...2005 έκθεση αυτοψίας, με την οποία διαπιστώθηκε υπέρβαση δομήσεως στους άνωθεν του ισογείου ορόφους (στους ημιυπαίθριους χώρους και στο φωταγωγό) συνολικής επιφανείας 28,92 τ.μ., επιβλήθηκε δε πρόστιμο ανεγέρσεως 754,81 ευρώ και πρόστιμο διατηρήσεως των αυθαιρέτων κατασκευών 167,74 ευρώ ,ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται στην ως άνω έκθεση αυτοψίας σχετικώς με τους λόγους υπερβάσεως του ανωτάτου επιτρεπομένου ύψους.

Την 14.10.2005 οι αρχικώς εναγόμενοι κατέθεσαν στην Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων τις υπ' αριθ. πρωτ. 27800 και 27809 αιτήσεις, με τις οποίες ζητούσαν αντιστοίχως: α) τη (νέα) αναθεώρηση της αρχικής με αριθμό ...2002 οικοδομικής άδειας (για αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη, αλλαγή αρχιτεκτονικής μελέτης και χώρων σταθμεύσεως ισογείου) και β) την εξαίρεση από την κατεδάφιση τμήματος αυθαιρέτου (κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 9 του ν. 1512/1985) και μετατροπής του προστίμου διατηρήσεως σε πρόστιμο καταβαλλόμενο εφ' άπαξ (κατά τις διατάξεις του ν. 2300/1995), ενώ την 20.10.1995 υπέβαλαν στη Δ/νση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, στις οποίες ανέφεραν ότι " ...όσον αφορά το ακίνητο που βρίσκεται στην οδό ... 54 με αριθμό οικοδομικής άδειας ...

έχει ολοκληρωθεί ο οικοδομικός σκελετός του, οι τοιχοποιίες και οι σοβάδες μέσα στο έτος 2003...". Εν συνεχεία με το με αριθμό πρωτοκόλλου 30130/2.11.2005 έγγραφο της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Δήμου Αθηναίων (Τμήμα Αυθαιρέτων-Επικινδύνων) διαβιβάστηκαν προς το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Κεντρικού Τομέως Νομαρχίας Αθηνών, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση Νομάρχη "για την εξαίρεση ή μη από την κατεδάφιση" :

α) η με αριθμό ...2005 αίτηση των αρχικώς εναγομένων (περί εξαιρέσεως από την κατεδάφιση) και β) η με αριθμό πρωτοκόλλου ...2005 Εισήγηση του Τμήματος Αυθαιρέτων Επικινδύνων της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων προς το Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΧΟΠ) Νομαρχίας Αθηνών. Κατά την εν λόγω εισήγηση: " Η αυθαίρετη κατασκευή είναι ...επειδή ως κατασκευή είναι μικροπαράβαση με την έννοια του άρθρου 9 παρ.8 του ν. 1512/85 και της ΚΥΑ 7587/2004 ΦΕΚ 372Β/04, η δ/νσή μας εισηγείται την αποδοχή της αίτησης και την εξαίρεση από την κατεδάφιση της παραπάνω κατασκευής δεδομένου ότι η διατήρησή της δεν αποβαίνει υπέρμετρα σε βάρος της πόλεως ούτε παραβλάπτει τις γύρω οικοδομές.." Επί της εισηγήσεως εκδόθηκε η με αριθμό 1 Πράξη της 2.12.2005 του Συμβουλίου ΧΟΠ του Κεντρικού Τομέως της Νομαρχίας Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή ομοφώνως δεκτή, με παραπομπή στο αιτιολογικό της Εισηγήσεως, και ακολούθησε η έκδοση της από 16.12.2005 με αριθμό πρωτοκόλλου ...

αποφάσεως του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Δ/νσεως Πολεοδομίας του Τομέως Κεντρικής Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών, με την οποία εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση αυθαίρετη κατασκευή επί της κειμένης στην οδό ... αρ. 54 οικοδομής και δη τμήμα αυτής, κατασκευασθέν καθ' υπέρβαση του μεγίστου επιτρεπομένου ύψους αυτής κατά 0,96 μ.

με το σκεπτικό ότι πρόκειται περί μικρής υπερβάσεως, τη δε απόφαση αυτή ο αρχικώς ενάγων προσέβαλε με τη ...προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέως της Περιφέρειας Αττικής, πλην όμως αυτή απορρίφθηκε...Ακολούθησε η έκδοση της με αριθμό ... δεύτερης αναθεώρησης της με αριθμό ...2002 οικοδομικής άδειας...χωρίς να ζητηθεί και στη περίπτωση αυτή η προηγούμενη έγκριση της Γ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, καίτοι η έγκριση αυτή είχε ζητηθεί κατά τη διαδικασία έκδοσης της αρχικής οικοδομικής άδειας.

Την 22.2.2006 οι αρχικώς εναγόμενοι με έγγραφό τους προς την Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Αθηνών... ζήτησαν να εγκριθεί επιτρεπόμενο ύψος της οικοδομής 14,50 μ. λόγω θέσεως του επιδίκου ακινήτου εντός του Τομέως 4...Η ως άνω υπηρεσία απέρριψε το αίτημα τους με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφό της, κοινοποιηθέν στην Υπηρεσία Πολεοδομίας ..της Νομαρχίας Αθηνών, στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: " ...Τέλος τονίζουμε ότι το συγκεκριμένο οικόπεδο βρίσκεται εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του Αρδηττού και άρα κάθε ενέργεια που τυχόν παραβιάζει η βλάπτει αυτόν αντιβαίνει στις διατάξεις του ν. 3028/2002 και ενέχει ποινικές κυρώσεις" αυθημερόν δε, η ως άνω υπηρεσία με το ...

έγγραφό της προς το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων αναφέρει τα εξής "...Σημειώνεται ότι το προς συζήτηση οικόπεδο βρίσκεται στις υπώρειες του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του Αρδηττού οπότε σύμφωνα με τον αρχαιολογικό νόμο "Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς" (ν. 3028/2002, άρθρο 10 παρ. 3 και 6 ) κάθε οικοδομική δραστηριότητα απαιτεί άδεια και έγκριση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που προηγείται από τις άδειες άλλων αρχών, με ποινή ακυρότητας στις άδειες αυτές.

Η Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι άλλωστε αρμόδια να γνωμοδοτήσει για την εκτίμηση της βλάβης (άμεσης και έμμεσης ή οπτικής) που ενδέχεται να προκληθεί στον αρχαιολογικό χώρο και να λάβει μέτρα και περιορισμούς απαραίτητα για την προστασία του...Μετά τα ανωτέρω τονίζουμε ότι : 1) το αίτημα του ιδιοκτήτη για την υπερύψωση της οικοδομής, από 11 ή 12 μέτρα (11 + 1) σε 14,50 μέτρα λόγω αλλαγής τομέα από 3 σε 4, είναι απορριπτέο με βάση τα προαναφερθέντα ως προς τη θέση του οικοπέδου και τα ισχύοντα στο π.δ.

του 1975. 2) η υπέρβαση ύψους κατά 0,96 μέτρα όπως έχει διαπιστωθεί από την αυτοψία που διενήργησε η υπηρεσία μας, δεν αποτελεί μικροπαράβαση, αλλά κατάργηση ή καταστρατήγηση του π.δ. του 1975, για την κλιμάκωση των υψών ανά τομείς και την επιδιωκόμενη προστασία του περιβάλλοντος σε σχέση με τους κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους.

Επιπλέον σημειώνουμε, ότι στα σχέδια τα οποία προσφάτως έχει καταθέσει ο ιδιοκτήτης, η pilotis δεν είναι ελεύθερη (οπότε να προσμετράται το 1 μέτρο, δηλαδή 11 + 1 μ.) αλλά περιλαμβάνει ισόγειο διαμέρισμα-studio με αποτέλεσμα η υπέρβαση ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους να είναι μεγαλύτερη, δηλαδή 1,96 μ. Είναι γνωστό, όπως έχει συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις ότι η τυχόν ανατροπή των θεσμοθετημένων μέτρων θα οδηγούσε σε μια σωρεία παρατυπιών και μη εφαρμογής των προστατευτικών για το πολιτιστικό περιβάλλον διατάξεων, καθώς και σε αδυναμία της Πολιτείας να διοικεί με ισονομία έναντι των πολιτών.

Παρακαλούμε επομένως, για τις δέουσες ενέργειες, στο πλαίσιο των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σας...". Σημειωτέον ότι οι αρχικώς εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την από 13.6.2006 αίτηση με την οποία ζητούσαν την ακύρωση των προαναφερόμενων διοικητικών πράξεων της Γ'Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, ήτοι:

α) της με αριθμό ...2006 πράξεως και β) της με αριθμό ...2006 όμοιας επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 850/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την απόφαση προς εκδίκαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αρχικώς εναγόμενοι με νέα από 30.5.2007 αίτησή τους ενώπιόν του, ζήτησαν εκ νέου την ακύρωση των προαναφερομένων διοικητικών πράξεων, πλην όμως το Ε' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την με αριθμό 1871/2016 απόφασή του απέρριψε την ως άνω αίτηση ακυρώσεως, με συνέπεια οι εν λόγω ατομικές διοικητικές πράξεις να έχουν καταστεί πλέον απρόσβλητες...Μετά ταύτα μετά την έκδοση της με αριθμό ... (δεύτερης) αναθεώρησης της αρχικής με αριθμό ...2002 οικοδομικής άδειας ο αρχικώς ενάγων υπέβαλε προς το Τμήμα Αυθαιρέτων της Δ/νσεως Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων τη με αριθμό πρωτοκόλλου 255/7.1.2009 καταγγελία και β) προς το Τμήμα Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών της αυτής υπηρεσίας τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...

καταγγελία κατόπιν των οποίων διενεργήθηκαν από υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας δύο αυτοψίες και διαπιστώθηκαν οι εξής αυθαίρετες κατασκευές... υπολογίσθηκε δε, πρόστιμο ανεγέρσεως 42.007,92 ευρώ και πρόστιμο διατηρήσεως 21.003,96 ευρώ. ...Μετά τη διαπίστωση των ... πολεοδομικών παραβάσεων οι αρχικώς εναγόμενοι υπέβαλαν προς τη Δ/νση Πολεοδομίας την 25216/2.9.2009 αίτηση τακτοποίησης ισογείου στεγασμένου χώρου στάθμευσης και την 29046/1.10.2009 αίτηση τακτοποίησης-αλλαγής χρήσεως υπογείου χώρου σε χώρο αποθήκης, οι δε αιτήσεις αυτές έγιναν δεκτές και ολοκληρώθηκε, μετά την καταβολή των προβλεπομένων εισφορών, η διαδικασία τακτοποιήσεως του ισογείου χώρου 55,77 τ.μ. ...και της αλλαγής χρήσεως υπογείου χώρου σε χώρο αποθήκης...

Κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, οι αρχικώς εναγόμενοι (όπως και ο δικαιοπάροχός τους) ήτοι η ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είχαν την υποχρέωση να ζητήσουν και να λάβουν κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 και 6 του ν. 3028/2002 "Για τη προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς" ( σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 9 του ΓΟΚ όπως αντ.με το άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 2831/2000) την έγκριση της αρμόδιας Γ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, πριν από την υποβολή οποιασδήποτε αιτήσεως περί αναθεωρήσεως της αρχικής οικοδομικής άδειας και προ της εκτελέσεως οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας, υποχρέωση την οποία αναμφιβόλως γνώριζαν, καθόσον είχε ζητηθεί η σχετική έγκριση της ως άνω Εφορείας προ της εκδόσεως της αρχικής με αριθμό ...2002 οικοδομικής άδειας, η οποία (έγκριση) είχε πράγματι χορηγηθεί με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...2002 έγγραφο...

Επομένως, η εκ μέρους των εναγομένων παράλειψη της υποβολής αιτήσεως περί χορηγήσεως προηγουμένης εγκρίσεως της αρμοδίας Γ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, προ της υποβολής των ως άνω αιτήσεων αναθεωρήσεως της αρχικής με αριθμό ...2002 οικοδομικής αδείας και οπωσδήποτε προ της διεξαγωγής των σχετικών οικοδομικών εργασιών συνιστά αναμφιβόλως ευθεία παράβαση των αμέσως προαναφερομένων διατάξεων (άρθρων 10 παρ. 3 και 6 ν. 3028.2002 "Για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς", και 9 παρ. 9 του ν. 1577/1985 "ΓΕΝΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ" όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 2831/2000), η οποία πληροί την προϋπόθεση του "παρανόμου" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν τεθεί αποκλειστικώς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά αποβλέπουν και στη προστασία του συνόλου των εκδηλώσεων της κυριότητος αυτών και δη στη διασφάλιση για όλους της απρόσκοπτης και ακώλυτης απολαύσεως της θέας των ακινήτων αυτών προς αρχαιολογικούς χώρους και αρχαιολογικά μνημεία..., η δε πράξη αυτή είναι ταυτοχρόνως και υπαίτια, καθόσον οι αρχικώς εναγόμενοι αναμφιβόλως γνώριζαν την υποχρέωσή τους να λάβουν την ως άνω έγκριση της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, προτού προβούν σε υποβολή οποιασδήποτε αιτήσεως προς την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ή στη διεξαγωγή οιασδήποτε οικοδομικής εργασίας, Μετά ταύτα, η παράνομη και υπαίτια ύψωση της οικοδομής των αρχικώς εναγομένων άνω του ανωτάτου επιτρεπομένου ύψους των 12 μέτρων, ήτοι των 11 μέτρων πλέον 1 μέτρου, εφόσον στο υπό ανέγερση ακίνητο προεβλέπετο πυλωτή, ανεξαρτήτως του εάν η υπέρβαση υπολογίζεται σε 1,96 μέτρα (όπως εκτιμά η Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων) ή περιορίζεται σε 0,96 μ. (όπως αρχικώς δέχθηκε η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων μετά τις διενεργηθείσες από κλιμάκια υπαλλήλων της αυτοψίες) ως και η για τους άνω λόγους παράνομη και υπαίτια κατασκευή κτιστής πέργκολας ύψους 2,20 μέτρων (στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στο...από 5.8.2005 με αριθμό πρωτοκόλλου ...

έγγραφο της Γ Εφορείας προς το Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου Αθηναίων ως μη καλυπτόμενη από την αρχική χορηγηθείσα με αριθμό πρωτοκόλλου 76φ5/11.2.2002 έγγραφη άδεια αυτής) απέκοψαν τη θέα της αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου της κείμενης επί της οδού ... (σε συμβολή με την οδό ...) οικοδομής του αρχικώς ενάγοντος προς τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως, τον Λόφο του Φιλοπάππου και την πέριξ αυτών ευρύτερη αρχαιολογική περιοχή, με συνέπεια την ευθεία προσβολή της κυριότητος αυτού επί του ως άνω ακινήτου (διά της καταργήσεως και εν πάση περιπτώσει του δραστικού περιορισμού της θέας αυτού προς τους ως άνω αρχαιολογικούς χώρους) και εντεύθεν τη μείωση της πραγματικής (εμπορικής-αγοραίας) αξίας του, κατά το ποσό /της οποίας (μειώσεως) ζημιώθηκε ο αρχικώς ενάγων και ήδη οι καλούσες-εκκαλούσες ως καθολικές διάδοχοι αυτού....".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διαλαμβάνοντας στις ουσιαστικές του παραδοχές, ότι: (α) η εν επιγνώσει των αρχικώς εναγομένων (πολιτικού μηχανικού του πρώτου και αρχιτέκτονος μηχανικού της δεύτερης) εκτέλεση περαιτέρω οικοδομικών εργασιών στην ανεγερθείσα οικοδομή στο οικόπεδο της κυριότητός τους, κείμενο στον κηρυγμένο ως αρχαιολογικό χώρο του Αρδηττού της πόλεως των Αθηνών, κατά τροποποίηση της αρχικής οικοδομικής αδείας, η οποία είχε εκδοθεί νομότυπα από την δικαιοπάροχο αυτών εταιρεία και μετά από ληφθείσα έγκριση της Γ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, χωρίς υποβολή στην τελευταία, αίτησης για χορήγηση έγκρισης των εργασιών, η οποία να προηγείται της έκδοσης αναθεωρητικής της αρχικής οικοδομικής άδειας, υποχρέωση που ρητώς προβλεπόταν στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3 και 6 του ν. 3028/2002 σε συνδ.με αυτή του άρθρου 9 παρ. 9 του ΓΟΚ οπ.αντ.

με το άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 2831/2000 υπήρξε για το λόγο αυτό, παράνομη και υπαίτια, διαταρακτική του δικαιώματος κυριότητος των ήδη αναιρεσιβλήτων (ως καθολικών διαδόχων του ήδη αποβιώσαντος, πρώτου των εναγομένων Α. Τ., κατά το μέρος που αυτός υπήρξε συγκύριος αυτού) και (β) ότι εξ αιτίας της άνευ αδείας, της Γ Εφορείας Αρχαιοτήτων, υπέρβασης του επιτρεπομένου ύψους της οικοδομής των εναγομένων κατά 2,50 μέτρα σε σχέση με το επιτρεπόμενο όριο των 12 μέτρων (11 + 1) για τα ακίνητα της συγκεκριμένης, κηρυγμένης ως αρχαιολογικής, περιοχής, καθώς και της αυθαίρετης κατασκευής μιάς κτιστής πέργκολας ύψους 2,20 μέτρων, που απέκλεισαν τη θέα του διαμερίσματος του αρχικώς ενάγοντος προς τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, τον Λόφο του Φιλοπάππου και την πέριξ ευρύτερη περιοχή, επήλθε απομείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του τελευταίου, δηλαδή περιουσιακή του ζημία καθώς και ηθική του βλάβη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες στη μείζονα σκέψη της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Εξ άλλου, με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, το Εφετείο δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 εδ.α' και 16,17 παρ. 14 του ΓΟΚ (με τις οποίες ορίζεται ότι κτίριο ή τμήμα αυτού θεωρείται νομίμως υφιστάμενο αν έχει εκδοθεί γι' αυτό νόμιμη αναθεώρηση άδειας ή έχει εξαιρεθεί από την κατεδάφιση) δεδομένου ότι, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε στις παραδοχές της προσβαλλομένης, κάθε ενέργεια που τυχόν παραβιάζει ή βλάπτει τον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο του Αρδηττού, αντιβαίνει στις διατάξεις του ν. 3029/2002, οι διατάξεις του οποίου, ως ειδικές, κατισχύουν πάσης άλλης διάταξης, με συνέπεια η προπεριγραφείσα παρανομία να μην θεραπεύεται από αναθεώρηση πολεοδομικής άδειας ούτε εξ άλλου από έκδοση πράξης τακτοποίησης αυθαιρέτου και καταβολή προστίμων ανέγερσης και διατήρησης της αυθαίρετης κατασκευής.

Συνεπώς, η εν επιγνώσει των αρχικώς εναγομένων παράλειψη της υποβολής αίτησης, για έγκριση των οικοδομικών εργασιών στις οποίες αυτοί προέβησαν, από την Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, σε χρόνο προ της αναθεώρησης της αρχικής οικοδομικής άδειας από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο Αθηνών, ως αφορώσα κτίσμα εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, ορθώς κρίθηκε ότι υπήρξε παράνομη και υπαίτια, ανεξαρτήτως του ότι για τις υπόψη πολεοδομικές αυθαιρεσίες εκδόθηκε Πράξη Τακτοποίησης του αρμοδίου Νομάρχη, λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν θίγεται από πολεοδομικές ρυθμίσεις η "προτεραιότητα" των αρχαιολογικών μνημείων έναντι των ισχυόντων όρων δόμησης.

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης , όπως προσηκόντως εκτιμάται, κατά το σκέλος με το οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυριζόμενες τα αντίθετα, αποδίδουν στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, ότι κατά το μέρος που με τον αυτό λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αιτιώνται εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων, ο λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της παντελούς αοριστίας του, διότι ουδόλως διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο δικόγραφο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο διέλαβε τις παραπάνω πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες , που κατέστησαν δυνατό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων που φέρονται ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες και τη σύνδεση αυτών με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη "αντιφατική, πεπλανημένη, άλλως πλημμελής αιτιολογία" στην απόρριψη του ισχυρισμού των εναγομένων περί άρσεως του παρανόμου των ενεργειών τους λόγω συγγνωστής πλάνης αυτών, ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ουδεμία αναφορά γίνεται στις ουσιαστικές διατάξεις οι οποίες φέρονται να παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, και μάλιστα ενάριθμα, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος καθόσον, το Εφετείο, το οποίο με τη προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι "...

ο ισχυρισμός αυτός παρίσταται αβάσιμος και απορριπτέος, αφενός μεν διότι οι αρχικώς εναγόμενοι ως Πολιτικός και Αρχιτέκτων Μηχανικοί ήσαν εκ του επαγγέλματός τους εξοικειωμένοι με την εφαρμογή της ειδικής πολεοδομικής νομοθεσίας, αφετέρου δε, και κυρίως, εξ αρχής γνώριζαν την υποχρέωσή τους να λάβουν την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού για κάθε οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή, παρά ταύτα δε, επέλεξαν να παρακάμψουν την Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών κατά τη διαδικασία εκδόσεως των αναθεωρήσεων της με αριθμό ...2002 οικοδομικής άδειας, για την οποία πράγματι είχε ζητηθεί και χορηγηθεί - και μάλιστα με δική τους ενεργό επαγγελματική συμμετοχή η εν λόγω έγκριση..." διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στην απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, για το λόγο ότι ανεπαρκώς αιτιολογείται ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, αφού " ..η ζημία (έλλειψη θέας προς την Ακρόπολη) ήταν δεδομένη και υπάρχουσα ήδη προ πολλού, προ της ανεγέρσεως της οικοδομής μας χρόνου, έχουσα προκληθεί από τις προρρηθείσες 4όροφες και 5όροφες πολυκατοικίες..".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, πλήττων την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη του αρχικώς ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία "... ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι πράγματι προσβάλλεται το δικαίωμα των καλουσών -εκκαλουσών σε απρόσκοπτη θέα προς τον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο της Ακροπόλεως και από άλλες οικοδομές, στις οποίες έχουν εντοπισθεί πολεοδομικές παραβάσεις (αυθαίρετες κατασκευές στο δώμα κλπ) δεν αναιρείται η προσβολή του εν λόγω δικαιώματος των καλουσών - εκκαλουσών από την παράνομη υπερύψωση της επί της οδού ...

αρ. 54 οικοδομής...". Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη (άρθρ. 249 ΑΚ). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία.

Εφόσον δε, η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για την έγερση της σχετικής αγωγής, αρχίζει αμέσως η διαδρομή του χρόνου και της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε (5) έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.

Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως ( ΑΠ 41/2023, ΑΠ 866/2017).

Στην πενταετή παραγραφή ισχύουν γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.). Ειδικώς δε, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής κατ' άρθρο 261 του ΑΚ (ΑΠ 1322/2019). Επί της υποβληθείσας ενστάσεως παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε τα εξής: "...Η καθής η κλήση -εφεσίβλητος-δεύτερη εναγομένη προέβαλε με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις της, ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των καλουσών-εκκαλουσών, επί τω λόγω ότι οι αρχικώς ενάγων- δικαιοπάροχός τους αλλά και οι ίδιες, ως έχουσες την κατοικία τους έναντι της επίδικης οικοδομής (επί της οδού ...) γνώριζαν τουλάχιστον από την 12η .10.2005 (ότε και διενεργήθηκε αυτοψία από κλιμάκιο υπαλλήλων της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων στην επί της οδού ...

αρ. 54 οικοδομή) ότι η εν λόγω οικοδομή είχε μέχρι τότε ανεγερθεί καθ' όλο το ύψος της και ότι περιοριζόταν πλέον, η ακώλυτη θέα προς την Ακρόπολη, πλην όμως, η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόλις την 6.7.2011 ... και επιδόθηκε στους αρχικώς εναγομένους την 7.7.2011... ήτοι μετά πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ πενταετίας, και ως εκ τούτου, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Από πλευράς τους οι καλούσες-εκκαλούσες τόσο με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους (καθ' υποφοράν) όσο και με την προσθήκη αυτών προβάλλουν παραδεκτώς αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών τους, με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (κατ' άρθρο 261 παρ. 1 εδ.

α' του ΑΚ), δεδομένου ότι η τελευταία ασκήθηκε προ της συμπληρώσεως πενταετίας από το χρόνο καθ' ον ο ασκήσας την αγωγή αρχικώς ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας του και των υποχρέων προς αποζημίωση, διότι δεν προκύπτει εκ μέρους του γνώση των ως άνω στοιχείων προ της 7ης .7.2006. Επί της εν λόγω παραδεκτώς προτεινομένης νόμιμης ένστασης παραγραφής (αρθ. 247,251,937 παρ. 1 ΑΚ, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και της συναφούς αντενστάσεως διακοπής αυτής λεκτέα τα ακόλουθα: ...Στη προκειμένη περίπτωση, στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τις καλούσες-εκκαλούσες από 28.7.2006 με αριθμό πρωτοκόλλου ...2006 έγγραφο της Γ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών προς τον αρχικώς ενάγοντα με θέμα "Καταγγελία για παράνομη κατασκευή σε κτίριο επί της οδού ...

αρ. 54 στο Μετς" αναφέρεται ότι "Σε απάντηση της από 12.7.2006 καταγγελίας σας για παράνομη κατασκευή σε κτίριο επί της οδού ... αρ. 54 στο ..., σας πληροφορούμε τα εξής: ...", ενώ στο ομοίως προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τις καλούσες-εκκαλούσες απευθυνόμενο προς τον αρχικώς ενάγοντα από 9.8.2006 με αριθμό πρωτοκόλλου ...

έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη με θέμα "Έγγραφη αναφορά προς τον Συνήγορο του Πολίτη (αρ.πρωτ.υπόθεσης: ...) αναφέρεται ότι "Σε συνέχεια της με αρ.πρωτ. ... αναφοράς -αίτησης που έχετε υποβάλει στον Συνήγορο του Πολίτη σχετικά με αυθαίρετες κατασκευές κατά την ανέγερση οικοδομής επί της οδού ... αρ. 54 στο Μετς, επιβεβαιώνουμε τις πληροφορίες που σας δόθηκαν από την Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, ότι δηλαδή, έχει κατατεθεί και διερευνάται η με αρ.πρωτ. ...

σχετική έγγραφη αναφορά..."., στο δε έγγραφο αυτό επισυνάπτονται άλλα έγγραφα από τη σχετική υπηρεσιακή αλληλογραφία προς πληρέστερη ενημέρωση του αρχικώς ενάγοντος. Από τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο αρχικώς ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και των υποχρέων προς αποζημίωση τουλάχιστον κατά την ημέρα της υποβολής της αρχικής του καταγγελίας προς την Γ'Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών την 12.7.2006 μη αρκούσης προς θεμελίωση της σχετικής γνώσεώς του σε προηγούμενο χρόνο μόνου του γεγονότος της ολοκληρώσεως της κατασκευής της κειμένης επί της οδού ...

αρ. 54 οικοδομής, ή ακόμη, και των τυχόν υποψιών ή υπονοιών του περί συντελέσεως πολεοδομικών παραβάσεων, χωρίς άλλα συγκεκριμένα στοιχεία. Δεδομένου λοιπόν ότι δεν αποδεικνύονται άλλα -συγκεκριμένα- πραγματικά περιστατικά γνώσεως του αρχικώς ενάγοντος προ της 12.7.2006 (ημερομηνία υποβολής της πρώτης καταγγελίας του αρχικώς ενάγοντος προς την Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών) και η άσκηση της κρινόμενης αγωγής ολοκληρώθηκε διά της επιδόσεώς της στους αρχικώς εναγομένους στις 7.7.2011, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση των καλουσών-εκκαλουσών ως καθολικών διαδόχων του αρχικώς ενάγοντος δεν έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΚΠολΔ, απορριπτομένης ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της σχετικής ενστάσεως της καθής η κλήση-εφεσιβλήτου-δεύτερης εναγομένης, κατά παραδοχή αντιστοίχως ως βάσιμης κατ'ουσίαν της αντενστάσεως των καλουσών-εκκαλουσών περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (αρθ. 261 παρ. 1 εδ.

α' του ΑΚ). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου (αρ. 1 και 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, δεχόμενο, με επαρκή αιτιολογία, ότι κατά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν επήλθε η προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες πενταετής παραγραφή της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, κατά την ανέλεγκτη επ` αυτών των περιστατικών κρίση του Εφετείου (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων στις 12.7.2006, η δε άσκηση της ένδικης αγωγής έλαβε χώρα με την επίδοσή της στους τελευταίους στις 7.7.2011, δηλαδή προ της παρόδου της οριζομένης από το άρθρο 937 του ΑΚ πενταετίας .

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ελέγχονται, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, καθόσον ελλείπει η αναφορά στο αναιρετήριο δικόγραφο, της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996), αλλά και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 50 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (άρθρ. 50 παρ. 5 ν.δ. 170/1973) "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας", οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ολομέλειας και Τμημάτων, ακυρωτικές και απορριπτικές, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το δικαστήριο.

Έτσι, η διάγνωση του ΣτΕ ως προς το εκάστοτε κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή. Επομένως γεννάται δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα διοικητικής φύσεως ζητήματα που κρίθηκαν κυρίως ή παρεμπιπτόντως και αποτελούν ήδη προδικαστικό ζήτημα στην εκκρεμή πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 39/98).

Ως προδικαστικό ζήτημα νοείται έτερη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση περί του κυρίου ζητήματος της δίκης. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ.α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (ΑΠ 541/2014, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 302/2011).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αιτιώνται πλημμέλεια της προσβαλλομένης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι " από τις παρεμπίπτουσες κρίσεις" της με αριθμό ... απορριπτικής, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας περί της νομιμότητος των ενώπιόν του προσβληθέντων επί ακυρώσει ατομικών διοικητικών πράξεων (πράξεων τακτοποίησης, εξαίρεσης από κατεδάφιση) προέκυπτε δεσμευτικό δεδικασμένο περί της πλήρους νομιμοποιήσεως της εν λόγω οικοδομής, που απέκλειε τη διαφορετική κρίση της προσβαλλομένης.

Συναφώς το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβε τα εξής: " Ο αρχικώς ενάγων με την από 17.1.2020 (αρ.εκθ.κατ. Ε 321/18.1.2020) αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και με τους από 23.12.2012 προσθέτους λόγους κατά του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών και Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, ζήτησε την ακύρωση :

α) της με αριθμό ... πράξης τακτοποίησης ισογείου στεγασμένου χώρου στάθμευσης του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 ν. 3775/2009 επί πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ... αρ. 54, β) της με αριθμό ... πράξης τακτοποίησης ισογείου στεγασμένου χώρου στάθμευσης του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 ν. 3775/2009 επί πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ...

αρ. 54, γ) της εκδοθείσας με αριθμό ... οικοδομικής άδειας και των μεταγενεστέρων με αριθμούς ... αναθεωρήσεών της του Τμήματος Χορηγήσεως Οικοδομικών Αδειών της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων για την ανέγερση της αυτής ως άνω οικοδομής και δ) πάσης άλλης συναφούς πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως με τα αυτά ή παραπλήσια αποτελέσματα.

Επί της ως άνω αιτήσεως ακυρώσεως και των προσθέτων αυτής λόγων εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Ε' τμήαμτος του ΣτΕ με την οποία : α) κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη ως προς τις με αριθμούς ... και ... Πράξεις Τακτοποίησης και β) απορρίφθηκε η αίτηση ακυρώσεως ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της κατά τα λοιπά.

Και ναι μεν οι ως άνω κρίσιμες εν προκειμένω ατομικές διοικητικές πράξεις (ήτοι η αρχική με αριθμό ...2002 αρχική οικοδομική άδεια και οι με αριθμούς ...2002 και ... αναθεωρήσεις αυτής) έχουν πλέον καταστεί απρόσβλητες, υπό την έννοια ότι έχει αμετακλήτως απορριφθεί με απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου (εν προκειμένω του ΣτΕ) η κατ' αυτών ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης, πλην όμως επιτρέπεται ο από το παρόν Δικαστήριο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας αυτών, δεδομένου ότι το επιληφθέν της ως άνω αιτήσεως ακυρώσεως Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως για τυπικό λόγο".

Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που να απέρρευσε και για τα πολιτικά δικαστήρια, από τη με αριθμό ... απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, ως προς τα ανωτέρω διοικητικής φύσεως ζητήματα, δεδομένου ότι αυτά δεν κρίθηκαν κατ' ουσίαν, μόνη δε, η παράθεση του διαδικαστικού ιστορικού της υπόθεσης στην ως άνω απορριπτική για τυπικούς λόγους απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν συνιστά παρεμπίπτουσα κατ' ουσίαν κρίση του τελευταίου επί των ζητημάτων που ήχθησαν ενώπιόν του.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 961/2023, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της "πράγματα" που είχαν προταθεί και συγκεκριμένα ότι με τις προτάσεις τόσο του πρώτου, όσο και του δευτέρου βαθμού είχαν προτείνει ότι ".. η ένδικος οικοδομική άδεια, οι αναθεωρήσεις αυτής, αλλά και η ένδικος εξαίρεση από την κατεδάφιση και όλες οι γενόμενες τακτοποιήσεις τυγχάνουν απολύτως νόμιμες, η δε οικοδομή μας νομίμως υφισταμένη...".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως μη ιδρυόμενος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αφορά σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά αρνήσεις των κατ' ιδίαν αγωγικών ισχυρισμών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 249/2019).

Από το γεγονός δε ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο μεγαλύτερης βαρύτητας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1564/2023, ΑΠ 257/2023).Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στη προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ` του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα που προσκόμισαν νόμιμα μετ' επικλήσεως ενώπιόν του: (α) το με αριθμό ... έγγραφο-απόψεις της Δ/νσης Πολεοδομίας Αθηνών προς το Συμβούλιο Επικρατείας "..στο οποίο γίνεται πλήρης ανάλυση των αληθών πραγματικών περιστατικών αναφορικά με την ανέγερση της ενδίκου οικοδομής και τη νομιμότητα αυτής.." και (β) το με αριθμό ...

έγγραφο της Γ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλομένης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα , πλην συνεκτίμησε αυτά κατά την ελεύθερη κρίση του με τις λοιπές αποδείξεις, διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειουσών των οποίων δεν δέχθηκε την βασιμότητα των ισχυρισμών προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον παραπάνω έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα. Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις με τις οποίες υποβάλλουν σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 228/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 698/2021). Στη προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αιτούνται να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες σε επιστροφή του καταβληθέντος στην πρώτη εξ αυτών του χρηματικού ποσού των 50.077,88 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών, του ποσού των 77.345,87 ευρώ, που οι ίδιες (αναιρεσείουσες) κατέβαλαν σε εκτέλεση της επιδοθείσας σ'αυτές, στις 11.6.2020, επιταγής προς πληρωμή κάτωθι απογράφου εκτελεστού της προσβαλλομένης, κατά τα λεπτομερώς διαλαμβανόμενα στην αίτηση.

Όμως η αίτηση αυτή περί επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου, αφού κατά τα ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.3.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 534/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ