Legislator Case Law & Legislation
676/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeals in marital property dispute, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 676/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by both spouses against a final judgment regarding marital property division. The lower court had assessed various documentary evidence and witness testimonies to determine each party's contribution to the family's financial increase. The court ruled that the appellate arguments regarding the omission of specific evidence were unfounded because the lower court had already considered all submitted documents and derived necessary judicial presumptions from them.

Legislator headnote

AI generated

Art. 246 KPolD; Art. 1400 § 1 A.K.: The Supreme Court may order the joint trial of appeals between the same parties to expedite proceedings, and the lower court's assessment of evidence and judicial presumptions stands unless clearly erroneous.

Keywords

AI generated
marital property division appellate review standard judicial presumption joint trial procedure evidence assessment costs allocation spousal dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 KPolD
Art. 573 § 1 KPolD
Art. 1400 § 1 A.K.
Art. 495 § 3 KPolD
Art. 179 KPolD
Art. 559 ar. 11 per. g' KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 676 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 676/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκου Ν. Φ. Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαφιλίππου. Β) Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Θ., κατοίκου Μ. Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου Ε. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11930/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3524/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 14-7-2022 και 26-7-2022 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν α) η από 14-7-2022 αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας Ε. Μ. και β) η από 26-7-2022 αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου Β. Μ., οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 3524/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, όπως ορίζει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ.

Α) Επί της από 14-7-2022 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας Ε. Μ..

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 § 1 Α.Κ., κατά την οποία "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 Α.Κ. είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (Ολ.Α.Π. 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (Α.Π. ...92/2021, Α.Π. 1696/2018).

Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του συζύγου, ενοχικά πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (Ολ.Α.Π. 28/1996, Α.Π. 1478/2017).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Α.Π. 1548/2022, Α.Π. 1646/2018, Α.Π. 1550/2018, Α.Π. 2120/2017, Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 1357/2015, Α.Π. 825/2015), στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (Α.Π. 1284/2021, Α.Π. 526/2015, Α.Π. ...29/2013). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γέννησης της αξίωσης (τελική περιουσία), να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.

υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (Α.Π. ...92/2021, Α.Π. 1550/2018, Α.Π. 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 Α.Κ. οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (Α.Π. 182/2021). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή στηρίζεται στην τεκμαρτή κατά το 1/3 συμβολή του στα αποκτήματα του έτερου συζύγου, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της υπερβαίνουσας την τεκμαρτή, πραγματικής συμβολής (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 1473/2019).

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (Α.Π. ...92/2021, Α.Π. 1473/2019).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (Α.Π. 588/2020, Α.Π. ...59/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 Α.Κ.

είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών, και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (Α.Π. 804/2020, Α.Π. 492/2017).

Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (Α.Π. ...1/2020, Α.Π. 182/2021, Α.Π. 1550/2018).

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του Α.Κ., ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει, και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο (Α.Π. ...01/2023, Α.Π. 1451/2022, Α.Π. 421/2022).

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ καθ' όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 804/2020, Α.Π. ...1/2020).

Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 588/2020, Α.Π. ...1/2020).

Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3 (Α.Π. 182/2021, Α.Π. ...1/2020, Α.Π. ...37/2017). Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (Α.Π. 955/2022, Α.Π. 182/2021, Α.Π. 588/2020, Α.Π. ...1/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. ...75/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, την ...-3-1973 ... Από το γάμο αυτό απέκτησαν τρία τέκνα ήδη ενήλικα, ...

που γεννήθηκαν στις 18-12-1977, 11-6-1981 και 18-9-1984 αντίστοιχα ... η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε τον Ιανουάριο του 2013 όπου [ορθό: όταν] ο εναγόμενος [αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων] εγκατέλειψε τη συζυγική τους οικία ενώ η ενάγουσα [αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη] παρέμεινε σε αυτήν ... Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο.

Εργαζόταν ως μηχανικός στη εταιρεία Ι. και στη συνέχεια εργάστηκε ως Τεχνικός Διευθυντής στην εταιρεία Κ. μέχρι το 1981 οπότε και εγκατέλειψε την έμμισθη εργασία του και δραστηριοποιήθηκε σε προσωπική επιχείρηση, συστήνοντας με τον αδελφό της ενάγουσας μια εταιρεία κατασκευής ηλεκτρικών συσκευών υπό την επωνυμία Σ.

ΕΠΕ. ... Το 1987 ο εναγόμενος αποφάσισε να συστήσει νέα εταιρεία κατασκευής και εξαγωγής ηλεκτρικών συσκευών και ... μαζί με τον Δ. Κ. συνέστησαν την εταιρεία με την επωνυμία "Σ. ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΝΙΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με αντικείμενο τη κατασκευή και εμπορία ηλεκτρικών συσκευών και συναφών ειδών στο εσωτερικό και εξωτερικό. ...

Η εταιρεία δραστηριοποιήθηκε με αυτή τη μορφή για τρία έτη και το έτος 1990 δυνάμει της υπ'αριθμ. .../1990 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ. ο συνέταιρος του εναγόμενου Δ. Κ. μεταβίβασε προς την ενάγουσα όλα τα εταιρικά του μερίδια αντιστοιχούντα σε ποσοστό 20% του κεφαλαίου της ανωτέρω εταιρείας και εξήλθε αυτής.

Κατόπιν αυτού εταίροι της εταιρείας κατέστησαν ο εναγόμενος και η ενάγουσα κατά ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα στο εταιρικό της κεφάλαιο. Αμέσως μετά η ως άνω εταιρεία Σ. ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ με την υπ' αριθμ. .../1991 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Ε. Κ. Κ. μετατράπηκε σε Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία υπό την επωνυμία "Μ.

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ" με σκοπό την εμπορία ηλεκτρικών συσκευών και συναφών ειδών στο εσωτερικό και εξωτερικό. Το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας ορίστηκε αρχικά στο ποσόν των 60.000.000 δραχμών το οποίο κατανεμήθηκε σε 6.000 μετοχές και συγκεκριμένα 5.200 ονομαστικές μετοχές και 80 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας ....000 δραχμών η καθεμία.

Ο εναγόμενος και η ενάγουσα διατηρούσαν τα ίδια ποσοστά και στην εν λόγω νεοσυσταθείσα ανώνυμη εταιρεία και συγκεκριμένα εκ των 6.000 συνολικά μετοχών της ο εναγόμενος απέκτησε 4.800 μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης ....000 δραχμών ήτοι απέκτησε μετοχές αντιστοιχούσες σε ποσοστό 80% του μετοχικού της κεφαλαίου ενώ η ενάγουσα απέκτησε 1.200 μετοχές ιδίας ονομαστικής αξίας αντιστοιχούσες σε ποσοστό 20% του μετοχικού της κεφαλαίου.

Η "Μ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ", εξελίχθηκε σε μια κερδοφόρα εταιρεία στο χώρο της εμπορίας ηλεκτρικών συσκευών. Έτσι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυτής από το αρχικό κατά τη σύστασή της ποσόν των δραχμών 60.000.000 αυξήθηκε διαδοχικά ως εξής: ... Έτσι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανήλθε στο ποσόν των 1.696.639,50 [ενν.:

ευρώ] διηρημένο σε 29.430 κοινές ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 57,65 Ε και στο ποσό αυτό παραμένει μέχρι σήμερα (χρόνο άσκησης της αγωγής). Η μετοχική σύνθεση της εν λόγω εταιρείας κατά το χρόνο της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης έχει ως εξής: ο εναγόμενος διαθέτει 19.894 μετοχές στο όνομά του, η εταιρεία με την επωνυμία "P. Ltd" η οποία εδρεύει στη Λ.

αποκλειστικών συμφερόντων του εναγόμενου καθώς αυτός κατά το χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης και διαχειριστής της, διαθέτει 3.543 μετοχές. Ο ενάγων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις του είχε ισχυριστεί ότι είναι ο κύριος της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία "P. Ltd".

Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου το πρώτον ενώπιον τον Δικαστηρίου, με τις προτάσεις της κρινόμενης έφεσής του, ισχυριζόμενος ότι μετά την συμπλήρωση τριετούς διάστασης και δη στις 27-12-2017 μεταβίβασε από το σύνολο των ....000 μετοχών της ως άνω εταιρείας τις 9.900 στην κόρη του, κρατώντας μόνο ...0 μετοχές, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή καθόσον κατά το χρόνο της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης οι μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "P. Ltd" ανήκουν στον εναγόμενο.

Συνεπώς ο εναγόμενος διαθέτει κατά το χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης συνολικά τόσο ατομικά όσο και μέσω της ανωτέρω εταιρείας 23.437 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 79,64% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Η ενάγουσα διαθέτει 4.973 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 16,89% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ο υιός τους Θεόδωρος διαθέτει 340 μετοχές, η θυγατέρα τους Β. διαθέτει 340 μετοχές και η θυγατέρα τους Χ. Μ. 340 μετοχές δηλαδή τα τρία τέκνα τους διαθέτουν μαζί μετοχές που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο 3,5% του κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας.

Συνεπώς ο εναγόμενος ο οποίος προ του γάμου του δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο επαύξησε κατά τη διάρκεια του γάμου του την περιουσία του κατά το ποσοστό συμμετοχής του στο κεφάλαιο της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας και συγκεκριμένα την επαύξησε δια της απόκτησης 23.437 κοινών ανώνυμων μετοχών της ΑΕ με την επωνυμία Μ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜ

ΙΙΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής 57,65 ευρώ ήτοι με μετοχές ονομαστικής αξίας 1.351.143,05 ευρώ οι οποίες αντιστοιχούν στο 79,64% του μετοχικού κεφαλαίου της ανωτέρω εταιρείας. Ωστόσο ... η καθαρή θέση της εταιρείας ... ανερχόταν ... κατά το 2016 ήτοι κατά το χρόνο συμπλήρωσης τριετούς διαστάσεως στο ποσόν των ... 2.246.943 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό αυτό μέχρι και σήμερα (χρόνος άσκησης της αγωγής) καθόσον η εταιρεία διατηρεί την καλή εμπορική φήμη της και τις συνεργασίες της με οίκους εξωτερικού τα δε οικονομικά της μεγέθη δεν έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί μέχρι και σήμερα.

Συνεπώς και με δεδομένο ότι η πραγματική αξία του συνόλου των μετοχών της εν λόγω εταιρείας ανήρχετο κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσής της και συνεχίζει μέχρι και σήμερα (χρόνο άσκησης της αγωγής) να ανέρχεται στο ποσόν των 2.246.943 ευρώ και το μετοχικό της κεφάλαιο διαιρείται σε 29.430 μετοχές, η πραγματική αξία εκάστης μετοχής της εταιρείας ανέρχεται στο ποσόν των 76,35 (2.246.943/29.430) ...

Η δε πραγματική αξία των 23.437 μετοχών του εναγόμενου, οι οποίες αντιστοιχούν στο 79,64 % του μετοχικού κεφαλαίου ανέρχεται στο ποσόν των 1.789.415,00 (23.437 Χ 76,35) ευρώ όπου [ορθό: το οποίο] και συνιστά την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου κατά τη διάρκεια του γάμου τους ... Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι διάδικοι κατά τα τρία πρώτα έτη του γάμου τους και συγκεκριμένα από το 1973 έως το 1975 διέμειναν σε μισθωμένο διαμέρισμα στο Ν.

Φ. Αττικής. Το έτος 1976 μετοίκησαν σε διώροφη κατοικία ιδιοκτησίας της ενάγουσας ... στην οποία και διέμειναν μέχρι το 2002 ήτοι επί 27 έτη. ... Το 2002 μετακόμισαν στη συζυγική τους στέγη μέχρι και το 2013 οπότε και διακόπηκε η έγγαμη συμβίωσή τους. Η ενάγουσα ήταν απόφοιτος λυκείου και δεν αποφοίτησε από την νομική σχολή στην οποία είχε εισαχθεί, εργαζόταν δε κατά την τέλεση του γάμου τους, ως υπάλληλος, στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) μέχρι το 1991 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα.

Ο εναγόμενος ... ήταν απόφοιτος της σχολής μηχανολόγων - ηλεκτρολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, και εργαζόταν κατά την τέλεση του γάμου τους ως μηχανικός στη εταιρεία Ι. και στη συνέχεια ως Τεχνικός Διευθυντής στη εταιρεία Κ. μέχρι το 1981 οπότε και εγκατέλειψε την έμμισθη εργασία του και δραστηριοποιήθηκε σε προσωπική επιχείρηση κατά τα ανωτέρω.

Η ενάγουσα παράλληλα με την ανωτέρω εργασία της στη ΔΕΗ είχε αναλάβει και την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων τους. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες από την ενάγουσα σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των διαδίκων των ετών 1983 έως 1998 και 2003 - 2013 τα ετήσια εισοδήματά τους από την ως άνω εργασία τους ανέρχονταν για τα εν λόγω οικονομικά έτη ως εξής :

Για το οικονομικό έτος 1983 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 563.176 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό του 1.0....618 δρχ. και τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των 96.300 δρχ., για το οικονομικό έτος 1984 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 695.409 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στα ποσά των 299.514 δρχ.

και 154.330 δρχ. και τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των 74.400 δρχ., για το οικονομικό έτος 1985 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 853.183 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 284.597 δρχ., και τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των 320.400 δρχ., για το οικονομικό έτος 1986 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 1.069.403 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 397.131 δρχ.

και τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των 518.820 δρχ., για το οικονομικό έτος 1987 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 1.245.721 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στα ποσά των 94.752 δρχ. και 19.206 δρχ.

και τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των 1.656.693 δρχ., για το οικονομικό έτος 1988 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 1.327.076 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 889.370 δρχ. και τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των 235.087 δρχ., για το οικονομικό έτος 1989 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 1.538.287 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στα ποσά των 80.000 δρχ.

και 2.854.006 τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των 352.087 δρχ., για το οικονομικό έτος 1990 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 2.025.759 δρχ. , του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 1.428.298 δρχ., για το οικονομικό έτος 1991 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 2.472.869 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 4.944.898 δρχ.

και τα ετήσια εισοδήματά του από ελευθέρια επαγγέλματα (ατομικό επάγγελμα) στο ποσό των ...0.261 δρχ., για το οικονομικό έτος 1992 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στα ποσά των 2.479.401 δρχ. από μισθούς και 643.865 από συντάξεις, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των ....262.009 δρχ., για το οικονομικό έτος 1993 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στα ποσά των 3.283.981 δρχ.

ενώ τα ετήσια εισοδήματα του εναγομένου παρουσιάζονται μηδενικά, για το οικονομικό έτος 1994 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στα ποσά των 3.393.981 δρχ. ενώ τα ετήσια εισοδήματα του εναγομένου παρουσιάζονται μηδενικά, για το οικονομικό έτος 1995 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στα ποσά των 3.704.836 δρχ.

και 144.500 δρχ. από εκμίσθωση ακινήτων ενώ τα ετήσια εισοδήματα του εναγομένου 144.500 δρχ. από εκμίσθωση ακινήτων, για το οικονομικό έτος 1996 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 3.908.548 δρχ., και 800.000 δρχ. του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 3.200.000 δρχ., για το οικονομικό έτος 1997 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 11.337.841 δρχ., και 1.000.000 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 4.000.000 δρχ., για το οικονομικό έτος 1998 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 4.620.691 δρχ.

και 1.000.000 δρχ., του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 4.000.000 δρχ., για το οικονομικό έτος 2003 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 15.408,68 ευρώ, και 68.956,64 ευρώ, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από τις εταιρικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 275.826,59 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2004 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 16.139,57 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 2.700 ευρώ από ακίνητα, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα 2.700 ευρώ από ακίνητα, για το οικονομικό έτος 2005 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 17.487,04 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 4.050 ευρώ από ακίνητα, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από ακίνητα στο ποσό των 4.050 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2006 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 18.882,14 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 4.050 ευρώ από ακίνητα, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από ακίνητα στο ποσό των 4.050 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2007 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 19.584,55 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 4.212 ευρώ από ακίνητα, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα από ακίνητα στο ποσό των 4.212 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2008 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 20.663,44 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 4.446 ευρώ από ακίνητα, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα σε 24.839,23 ευρώ και από ακίνητα στο ποσό των 4.446 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2009 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 22.004,81, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα στο ποσό των 27.765,81 ευρώ, για το οικονομικό έτος 20...

τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 22.681, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα στο ποσό των 30.177,00 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2011 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 20.437,97, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα στο ποσό των 25.227,... ευρώ, για το οικονομικό έτος 2012 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 20.169,11, του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα στο ποσό των 23.289,90 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2013 τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 18.076,02 και του εναγόμενου τα ετήσια εισοδήματα στο ποσό των 21.345,60 ευρώ.

Ενώ δεν προσκομίστηκαν δηλώσεις φόρου εισοδήματος για προγενέστερα έτη, η δε ενάγουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι τα πρώτα έτη της έγγαμης συμβίωσης μέχρι το 1981 ο εναγόμενος ελάμβανε εισοδήματα από την έμμισθη εργασία του που ανέρχονταν στο εξαπλάσιο σε σχέση με το δικό της μισθό. Όπως προέκυψε από την εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι φορολογικές δηλώσεις του εναγομένου, που έχουν γίνει κατά δήλωσή του και δεν έχει αποδειχθεί ότι έχουν ελεγχθεί, δεν αποτυπώνουν την ακριβή εικόνα των εισοδημάτων του, καθόσον είναι γνωστό ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες εκμεταλλεύονταν ειδικά τα προγενέστερα έτη λογιστικά κενά και προκειμένου να πετύχουν μικρότερη φορολόγηση δήλωναν μειωμένα εισοδήματα.

Από τις ως άνω φορολογικές δηλώσεις προκύπτει ότι ο εναγόμενος εκτός από τα εισοδήματα από την ως άνω επιχειρηματική του δραστηριότητα είχε και εισοδήματα από ατομικό επάγγελμα και δη εκτελούσε μηχανολογικές μελέτες ως εκ της ιδιότητάς του ως μηχανολόγου - μηχανικού, για τις οποίες πολλές φορές δεν εξέδιδε παραστατικά.

Από τα ως άνω προαναφερθέντα σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας κρίνεται ότι τα εισοδήματα του εναγομένου ήταν υπέρτερα της ενάγουσας. Οι διάδικοι συνεισέφεραν κατ' αναλογία των δυνάμεών τους στην αντιμετώπιση των οικογενειακών δαπανών που ήταν αυξημένες ως εκ της ανατροφής των τριών τέκνων τους και των αυξημένων αναγκών της εκπαίδευσής τους αφού αυτά φοιτούσαν σε ιδιωτικό σχολείο και δη στο Μ.

ιδιωτικό σχολείο Π. ενώ το τρίτο τέκνο τους φοίτησε τα τελευταία σχολικά χρόνια και στη γερμανική σχολή. Ενώ επίσης κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους απέκτησαν και άλλα περιουσιακά στοιχεία και δη ακίνητα, τα οποία μεταβίβασαν στα τέκνα τους για την αποκατάσταση αυτών καθώς και έργα τέχνης.

Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα ως προς την συνεισφορά της στις οικογενειακές δαπάνες υπερέβαινε το επιβαλλόμενο μέτρο (κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ) της υποχρέωσής της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται αναγκαία η χρηματική αποτίμηση των τελευταίων ...

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τα παραπάνω έτη συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες και με την παροχή της προσωπικής της εργασίας για τη φροντίδα της συζυγικής οικίας, του εναγομένου και για τη φροντίδα και ανατροφή των τριών τέκνων τους. Ειδικότερα, η ενάγουσα ανέλαβε και εκτελούσε όλες τις εργασίες για την οργάνωση και ομαλή λειτουργία της συζυγικής οικίας και προσέφερε όλες τις υπηρεσίες παρασκευής φαγητού, πλυσίματος και καθαριότητας για τα ανήλικα τέκνα και τον εναγόμενο, συνεπικουρούμενη και από την μητέρα της, που διέμενε στην ίδια κατοικία.

Ανέλαβε επίσης όλες τις φροντίδες των τριών τέκνων, που αφορούσαν στην ανατροφή τους, την παρακολούθηση των μαθημάτων και της σχολικής προόδου τους, καθώς και την κοινωνική συναναστροφή και προσαρμογή τους στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι η ενάγουσα με τη διαρκή παρουσία της στην οικογένεια, με την υλική συμμετοχή, την ηθική στήριξη και συνδρομή του εναγομένου ανέλαβε όλες τις φροντίδες της οικογένειας αφού και ο εναγόμενος παρέμεινε απερίσπαστος στην άσκηση της εργασίας του, με πλήρη άνεση, χωρίς να συνεισφέρει στα θέματα της συζυγικής οικίας, της φροντίδας και ανατροφής των τέκνων κατά το μέρος που ήταν υπόχρεος, ως σύζυγος και πατέρας, λόγω της ανωτέρω επαγγελματικής του δραστηριότητας, στην οποία απασχολούνταν καθημερινά πάρα πολλές ώρες καθόσον επίσης εκτός από την ως άνω απασχόλησή του στην ως άνω επιχείρηση συνέτασσε μελέτες για ιδιώτες πελάτες και ως εκ τούτου δεν είχε τον ανάλογο χρόνο να επιμεληθεί των ανωτέρω καθημερινών αναγκών που ήταν αυξημένες ιδιαίτερα κατά τα έτη που τα τέκνα τους ήταν ανήλικα.

Επομένως αποδείχθηκε ότι παρότι η ενάγουσα εργαζόταν, προσέφερε τις προσωπικές της υπηρεσίες, οι οποίες μάλιστα υπερέβαιναν κατά το χρονικό αυτό διάστημα την από τις διατάξεις των άρθρων 1389,1390 Α.Κ. υποχρέωσή της προς συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων, του συζύγου της και των τριών τέκνων τους και στο συζυγικό οίκο επί καθημερινής βάσεως, αφιερώνοντας εν γένει τις σωματικές και πνευματικές της δυνάμεις στην ομαλή λειτουργία του αλλά και την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των τριών τέκνων των διαδίκων.

Η ως άνω συνεισφορά αποτιμάται στο ποσό των ...0 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από το 1973 έως το 1978 (που γεννήθηκε το πρώτο τέκνο τους) και δη για τους εννέα μήνες του έτους 1973 (το Μάρτιο ξεκίνησε η έγγαμη συμβίωσή τους) στο ποσό των (900) ευρώ και για τα έτη 1974, 1975, 1976, 1977 και 1978 (που γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί) ήτοι για πέντε έτη στο ποσό των 6.000 ευρώ (...0 ευρώ Χ 12 μήνες = 1200 ευρώ Χ 5 έτη).

Ακολούθως κατά το χρονικό διάστημα από και το έτος 1979 μέχρι και το έτος 2003 αυτή αποτιμάται στο ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως και δη στο ποσό των ...0.800 ευρώ (350 ευρώ Χ 12 μήνες = 4.200 ευρώ Χ 24 έτη). Από το έτος 2004 και μετά δεν κρίνεται ότι η ενάγουσα υπερέβαινε το επιβαλλόμενο μέτρο της συνεισφοράς της όσον αφορά τις προσωπικές υπηρεσίες που παρείχε διότι τα ως άνω τρία τέκνα τους είχαν ενηλικιωθεί και ο εναγόμενος σύζυγός της διέμενε στην Α.

κατά τα ανωτέρω. Επομένως η συνεισφορά της με τον τρόπο αυτό στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου για το ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχεται συνολικά στο ποσό των ...7.700 (900 + 6.000 + ...0.800) ευρώ.

Συνεπώς και με βάση τα ανωτέρω συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου και με την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών της κατά το συνολικό ποσόν των ...7.700 ευρώ, το οποίο θα επιβάρυνε τον εναγόμενο. ... Επιπλέον κατά το χρονικό διάστημα από το 1976 έως και το 2002 ήτοι επί 27 έτη, η ενάγουσα διέθεσε τη διώροφη κατοικία ιδιοκτησίας της στον Π.

και επί της οδού Π. αρ. 25 (περιοχή Κ. Π.) επιφανείας 90 τμ και έτους κατασκευής 1955 ως οικογενειακή τους στέγη. Σ' αυτήν την κατοικία διέμειναν ως οικογένεια από το 1976 έως το 2002 οπότε ... μετοίκησαν στις 2-...-2002 σε μισθωμένο διαμέρισμα το οποίο αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη μέχρι και τον Ιανουάριο του 2013 που ο εναγόμενος αποχώρησε από αυτήν.

Η διάθεση της ανωτέρω ιδιόκτητης κατοικίας της ως οικογενειακής στέγης συνιστά συνεισφορά υπερβαίνουσα εξ ολοκλήρου την εκ τον νόμου επιβαλλόμενη συνεισφορά της και άρα πρέπει να συνεκτιμηθεί στη επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου δοθέντος ότι αν δεν τη διέθετε η ενάγουσα, θα αναγκάζονταν να μισθώσουν άλλη οικία προκειμένου να στεγασθούν ως οικογένεια.

Η μισθωτική αξία της εν λόγω κατοικίας και συγκεκριμένα το μηνιαίο μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί για την ελεύθερη εκμίσθωση της προς τρίτους σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς κατά το 1976 ανερχόταν κατά ελαχίστη εκτίμηση στο ποσόν των 4.000 δραχμών. Στη συνέχεια δε το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί από τη εκμίσθωση του εν λόγω ακινήτου στη ελεύθερη αγορά σύμφωνα με τη μέση ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή ανερχόταν ανά έτος στα ποσά:

έτος 1976 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 13,3 μηνιαίο μίσθωμα 4.000 ετήσιο μίσθωμα 48.000 δρχ ετήσιο μίσθωμα 141 ευρώ, έτος 1977 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 12,2 μηνιαίο μίσθωμα 4.488 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 53.856 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε 158 ευρώ, έτος 1978 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 12,5 μηνιαίο μίσθωμα 5.049 δρχ ετήσιο μίσθωμα 60.588 δρχ ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 178, έτος 1979 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 19, μηνιαίο μίσθωμα 6.008 δρχ ετήσιο μίσθωμα 72....0 δρχ ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 212, έτος 1980 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 24,9 μηνιαίο μίσθωμα 7.504 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 90.053 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 264, έτος 1981 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 24,5 μηνιαίο μίσθωμα 9.343 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 112.115 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 329, έτος 1982 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 21,1 μηνιαίο μίσθωμα 11.314 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 135.772 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 398, έτος 1983 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 20,2 μηνιαίο μίσθωμα 13.600 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 163.198 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 479, έτος 1984 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 18,5 μηνιαίο μίσθωμα 16 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 193.389 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 568, έτος 1985 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 19,3, μηνιαίο μίσθωμα 19.226 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 230.713 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 677, έτος 1986 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 23 μηνιαίο μίσθωμα 23.648 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 283.777 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 833, έτος 1987 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 16,4 μηνιαίο μίσθωμα 27.526 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 330.317 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 969, έτος 1988 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 13,5 μηνιαίο μίσθωμα 31.242 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 374.9... δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 1....0, έτος 1989 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 13,7 μηνιαίο μίσθωμα 35.523 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 426.272 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 1.251, έτος 1990 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 20,4 μηνιαίο μίσθωμα 42.769 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 513.232 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 1.506, έτος 1991 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 19,5 μηνιαίο μίσθωμα 51....9 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 613.312 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε ευρώ 1.800, έτος 1992 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 15,9 μηνιαίο μίσθωμα 59.236 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 7....829 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 2.086, έτος 1993 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 15,9 μηνιαίο μίσθωμα 59.236 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 7....829 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 2.086, έτος 1993 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 14,4 μηνιαίο μίσθωμα 67.766 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 13.188 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 2.386, έτος 1994 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή ...,9 μηνιαίο μίσθωμα 75.152 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 901.826 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 2.647, έτος 1995 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 8,9 μηνιαίο μίσθωμα 81.841 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 982.088 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 2.882, έτος 1996 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 8,2 μηνιαίο μίσθωμα 88.552 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 1.062.619 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 3.118, έτος 1997 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 5,5, μηνιαίο μίσθωμα 93.422 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 1.121.063 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 3.290, έτος 1998 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 4,8 μηνιαίο μίσθωμα 97.906 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 1.174.874 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 3.448, έτος 1999 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 2,6 μηνιαίο μίσθωμα ...0.452 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 1.205.421 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 3.538, έτος 2000 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 3,2, μηνιαίο μίσθωμα ...3.666 δρχ.

ετήσιο μίσθωμα 1.243.995 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 3.651, έτος 2001 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 3,4 μηνιαίο μίσθωμα ...7.191 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 1.286.291 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 3.775, έτος 2002 μέση ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 3,6 μηνιαίο μίσθωμα 111.050 δρχ. ετήσιο μίσθωμα 999.450 δρχ. ετήσιο μίσθωμα σε Ε 3.911.

Επομένως τα ποσά που εισέφερε με τη διάθεση του ανωτέρω ακινήτου της και αντιστοίχως τα ποσά που ωφελήθηκε ο εναγόμενος καθ' όσον θα αναγκαζόταν να καλύψει από το μισθό του τη μίσθωση κατοικίας προς στέγαση της οικογένειας του κατά το χρονικό διάστημα από το 1976 έως και Σεπτέμβριο του 2002 ανέρχονται στο συνολικό ποσόν των 15.038.000 δρχ.

ήτοι ευρώ 45.595 κατά το οποίο συνείσφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου καθόσον αν η ενάγουσα εκμεταλλευόταν το ακίνητο της επί 27 έτη θα μπορούσε να έχει εξοικονομήσει τα ανωτέρω ποσά και να έχει κατά τούτο αυξήσει την προσωπική της περιουσία. ... Αποδείχτηκε επίσης ... ότι η ενάγουσα μετά την συνταξιοδότηση της από το έτος 1991 εργαζόταν στην ως άνω εταιρεία "Μ.

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ" και από το 2004 έως το 20... που το παραγωγικό κομμάτι της εταιρείας μεταφέρθηκε στην Α. και ο εναγόμενος αναχώρησε για την Α. η ενάγουσα ανέλαβε αυξημένα διοικητικά καθήκοντα στην Ελλάδα. ... η ενάγουσα ελάμβανε για την ως άνω απασχόλησή της το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, όμως για το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως και το έτος 2004 (9 μήνες) έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.500 ευρώ καθόσον είχε αποκτήσει και εμπειρία ως υπεύθυνη προσωπικού και συνολικά έπρεπε να λάβει επιπλέον αυτού που έλαβε το ποσό των 24.000 (500 Χ 12= 6.000 Χ 4) ευρώ για τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 και για τους (3) μήνες του 2004 το ποσό των 1.500 (3 μήνες Χ 500) ευρώ και συνολικά για αυτό το χρονικό διάστημα το ποσό των 25.500 (24.000 + 1.500) ευρώ.

Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα του έτους 2004 (εννέα μήνες) έως το 20... οι υπηρεσίες της αποτιμώνται στο ποσόν των 2.500 ευρώ μηνιαίως καθόσον είχε αυξημένες ευθύνες, αφού είχε αναλάβει το μέρος της επιχείρησης που δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα. Επομένως για τους υπόλοιπους εννέα μήνες του 2004 έπρεπε να λάβει επιπλέον αυτού που έλαβε το ποσό των 13.500 (1.500 Χ 9) ευρώ, και για τα έτη από το 2005 έως και το Σεπτέμβριο του 20... (που μεταφέρθηκε πάλι στην Ελλάδα το παραγωγικό μέρος) δηλαδή για τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009 έπρεπε να λάβει επιπλέον αυτού που έλαβε, το ποσο των 90.000 (1500 Χ 12 = 18.000 Χ 5 έτη) ευρώ.

Για τους υπόλοιπους τρεις μήνες του 20... που επέστρεψε πλέον ο εναγόμενος στην Ελλάδα και το 2011 έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.500 ευρώ και δη έπρεπε να λάβει επιπλέον αυτού που έλαβε το ποσό των 1.500 (500 Χ 3 μήνες) για το έτος 20... και 6.000 (500 Χ 12) ευρώ για το έτος 2011. Ήτοι συνολικά έπρεπε να λάβει επιπλέον αυτού που έλαβε το ποσό των ...9.200 [136.500 (24.000 + 1.500 + 13.500 + 90.000 + 1.500 + 6.000) Χ 80%] ευρώ. ...

Επίσης προέκυψε ότι η ενάγουσα συνεισέφερε στην επαύξηση της ως άνω περιουσίας του εναγομένου με τη διάθεση απευθείας χρηματικών ποσών προς τον εναγόμενο, τα οποία διέθεσε προς την εταιρεία και δη διέθεσε στον εναγόμενο την εφάπαξ αποζημίωση που έλαβε από τη ΔΕΗ κατά τη συνταξιοδότησή της το έτος 1991, ποσού 5.233.228 δρχ.

ή 15.358,00 ευρώ, το μέρισμα του έτους 2002, ποσού 68.964 ευρώ και διάφορα ποσά κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της από το μισθό της στην ΔΕΗ συνολικού ποσού 36.000 ευρώ.

Συνεπώς διέθεσε στον εναγόμενο το συνολικό ποσόν των 121.311 ευρώ σύμφωνα με τα παραπάνω, o οποίος τα διέθεσε για την ανάπτυξη της δραστηριότητας της ανωτέρω εταιρείας και έτσι επαύξησε την περιουσία του. Επομένως ο εναγόμενος ωφελήθηκε κατά το εταιρικό του ποσοστό στην ανωτέρω εταιρεία ήτοι κατά 80% Χ 121.311 κατά το ποσόν των 97.048,00 ευρώ. ... [Η] ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου με το ως άνω ποσό των 359.543 ευρώ κατά ποσοστό (1.789.415 Χ 20,1%) ως εξής :

α) με την ως άνω παροχή υπηρεσιών φροντίδας του οίκου και των τέκνων τους κατά το ποσό των ...7.700 ευρώ, β) με τη διάθεση της ιδιόκτητης οικίας της για τη χρήση της ως οικογενειακή στέγη κατά το ποσόν των 45.595 ευρώ γ) με την παροχή υπηρεσιών στην εταιρεία Μ. ΑΒΕΕ κατά το ποσόν των ...9.200 ευρώ και δ) με την διάθεση απευθείας χρηματικών ποσών προς τον εναγόμενο τα οποία διέθεσε στην εταιρεία κατά το ποσό των 97.048 ευρώ.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ήταν καίρια η συμβολή του εναγομένου στην επιτυχημένη και κερδοφόρα πορεία της εταιρείας λόγω της επιστημονικής του κατάρτισης και της τεχνογνωσίας του και συνέβαλε στο να εξελιχθεί και σε εξαγωγική εταιρεία που έχει συνάψει συμβάσεις με γνωστές εταιρείες του εξωτερικού όπως η Philips, ενώ ο ίδιος έχει λάβει διπλώματα ευρεσιτεχνίας (βλ.

τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο υπ' αριθμ. ... και ... σχετικά διπλώματα) που έχει κατοχυρώσει και αφορούν πατέντες που χρησιμοποιούνται από την εταιρεία Μ. στην παραγωγή των προϊόντων της. Επίσης πέραν των επιχειρηματικών θεμάτων είχε αναλάβει να συντάξει όλες τις απαιτούμενες μελέτες για την κατασκευή του εργοστασίου στη Μ.

με την ιδιότητα του ως μηχανολόγου - μηχανικού (βλ. το επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο υπ'αριθμ. .../28-9-1992 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Μ.). Ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί μεγαλύτερης συμβολής αυτής. Μετά από αυτά πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να μεταβιβάσει στην ενάγουσα κατά κυριότητα, νομή και κατοχή 4.709 μετοχές (359.543 / 76,35) που αντιστοιχούν στο ποσοστό της πραγματικής της συμβολής, προς αυτούσια ικανοποίηση της απαίτησής της ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την 11930/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί στο σύνολό της την αγωγή και είχε καθορίσει τη συμβολή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας σε ποσοστό 40%, και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει αυτήν και, αφού καθόρισε τη συμβολή της σε ποσοστό 20,1%, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος να της μεταβιβάσει 4.709 μετοχές της εταιρίας Μ.

Α.Ε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 Α.Κ., την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα ανωτέρω δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα.

Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσίβλητου κατά τη διάρκεια του γάμου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσδιορίζει με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, αφενός την αρχική κατά την τέλεση του γάμου (μηδενική), και αφετέρου την τελική, που είναι ίδια, τόσο κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης (Ιανουάριος 2016), όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2017), και ανέρχεται σε 1.789.415 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στην πραγματική αξία των 23.437 μετοχών του στην εταιρία Μ.

Α.Ε., ενώ διαλαμβάνει με σαφήνεια ότι η αναιρείουσα, η οποία κάλυπτε πλήρως την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ. συνεισφορά της στις οικογενειακές δαπάνες με το μισθό της ως υπαλλήλου της Δ.Ε.Η. έως το έτος 1991 και έκτοτε με τη σύνταξή της, καθώς και με την προσωπική της εργασία, καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου, ως μητέρας τριών τέκνων, συζύγου και οικιακής βοηθού, συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, που αποκτήθηκε μετά το γάμο, α) με την, πέραν της επιβαλλόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις, παροχή προσωπικής εργασίας για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, και συγκεκριμένα για την ανατροφή και φροντίδα των τέκνων, τη φροντίδα του αναιρεσίβλητου και τη λειτουργία του οίκου κατά το χρόνο της συμβίωσής τους, β) με την παροχή κατά τα έτη 1976 έως 2002 της ιδιόκτητης οικίας της, που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη, και με αντίστοιχη απαλλαγή του αναιρεσίβλητου από το ανάλογο μηνιαίο μίσθωμα, που θα τον βάρυνε συνολικά, αφού η αναιρεσείουσα είχε ήδη καλύψει την επιβαλλόμενη συνεισφορά της στις οικογενειακές δαπάνες με τους τρόπους, που προαναφέρθηκαν, γ) με την παροχή κατά τα έτη 1991 έως 2011 προσωπικής εργασίας από υπαλληλική και αργότερα διευθυντική θέση στην εταιρία Μ.

Α.Ε., δ) με τη διάθεση στον αναιρεσίβλητο της εφάπαξ αποζημίωσης, που έλαβε κατά τη συνταξιοδότησή της το έτος 1991, του μερίσματος, που εισέπραξε το έτος 2002 από τις μετοχές της στην εταιρία Μ. Α.Ε., και διαφορων χρηματικών ποσών από τους μισθούς που ελάμβανε από τη Δ.Ε.Η., δεχόμενο έτσι το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε εκ των πραγμάτων να συμβάλει και πράγματι συνέβαλε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου με τους ανωτέρω τρόπους, ενώ περαιτέρω δέχτηκε ότι αποδείχτηκε η συμβολή της σε ποσοστό μικρότερο του 1/3, και συγκεκριμένα σε 20,1%, επειδή ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και απέδειξε συμβολή της σε ποσοστό κατώτερο του 1/3, αφού συνέβαλε ο ίδιος στην αύξηση της περιουσίας του με τα υψηλότερα εισοδήματά του, προερχόμενα τόσο από την επιχειρηματική του δραστηριότητα μέσω της εταιρίας Μ., η συμβολή του στην επιτυχημένη και κερδοφόρα πορεία της οποίας ήταν μεγάλη, λόγω της επιστημονικής του κατάρτισης και των τεχνικών του γνώσεων, της παροχής του στην εταιρία προς χρήση ευρεσιτεχνιών του σχετικών με την παραγωγή των προϊόντων της και της σύνταξης εκ μέρους του των μελετών για την κατασκευή του εργοστασίου της στη Μ., όσο και από τις μη δηλωθείσες στη φορολογική αρχή αμοιβές που ελάμβανε από τρίτους για τη σύνταξη μηχανολογικών μελετών με την ιδιότητά του ως μηχανολόγου-μηχανικού.

Δεν απαιτείτο δε το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικά και να προσδιορίσει: α) το συνολικό ύψος των οικογενειακών δαπανών, αφού δέχτηκε ότι οι διάδικοι συνέβαλαν σε αυτές έκαστος κατά το μέτρο που επιβαλλόταν από την υποχρέωση συμβολής του από τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ., σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ούτε να προβεί σε χρηματική αποτίμηση του συνόλου των πραγματικών (δηλαδή και των πέραν των αναφερομένων στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις) εισοδημάτων του αναιρεσίβλητου, και μάλιστα για κάθε χρονική περίοδο, προκειμένου να δεχτεί, όπως δέχτηκε, ότι αυτός συνέβαλε στις οικογενειακές δαπάνες κατά το επιβαλλόμενο μέτρο, η δε κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η συμβολή του στις δαπάνες αυτές ήταν η επιβαλλόμενη αιτιολογείται επαρκώς από την παραδοχή ότι είχε εισοδήματα υψηλότερα από αυτά της αναιρεσείουσας, παρόλο που τα υψηλότερα εισοδήματα αυξάνουν αναλογικά την υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες, β) την ειδικότερη προέλευση των κεφαλαίων του αναιρεσίβλητου για την απόκτηση από αυτόν των μεριδίων της εταιρίας Σ.

το έτος 1987, εφόσον η επαύξηση είναι ενιαία και δεν απαιτείται ειδικότερος καθορισμός ανά στοιχείο της επαυξηθείσας περιουσίας, αρκεί δε ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του γάμου. Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. ...01/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 281/2023), που έχουν ως αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (A.Π. 1185/2021, A.Π. 363/2021), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και πρώτο λόγους αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη του ένσταση του αναιρεσίβλητου περί μηδενικής συμβολής της στα αποκτήματα, την οποία ο αναιρεσίβλητος είχε υποβάλει αορίστως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και είχε επαναφέρει με ορισμένο τρόπο ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ, και δεχόμενο εν μέρει αυτήν στην ουσία, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιωδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Από το περιεχόμενο των από 28-2-2019 προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο παραδεκτώς εκτιμάται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προέβαλε ρητώς ένσταση μηδενικής συμβολής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του. Για τη θεμελίωση της ένστασής του αυτής, αναφερόμενος στους τρόπους συμβολής της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε, όπως συνάγεται από το συνολικό περιεχόμενο των προτάσεών του, ότι η αναιρεσείουσα α) δεν συνεισέφερε στις οικογενειακές δαπάνες και τις ανάγκες φροντίδας του οικογενειακού οίκου, οι οποίες καλύπτονταν από τις υπηρεσίες της μητέρας της και οικιακής βοηθού, αλλά και των τριών τέκνων τους, που είχαν ενηλικιωθεί από τα έτη 1995, 1998 και 2001 και συνέβαλλαν στις ανάγκες διαμονής και διαβίωσης της οικογένειας, αλλά χρησιμοποίησε τα εισοδήματά της για την αγορά του ημίσεος εξ αδιαιρέτου τεσσάρων ακινήτων, ενώ ο ίδιος συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες διαθέτοντας κάθε χρηματικό ποσό που απαιτείτο για την εκπαίδευση, ψυχαγωγία και εν γένει φροντίδα των τέκων τους, και β) δεν συνεισέφερε στην επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας Μ., στην οποία απασχολείτο τυπικά, περιοριζόμενη στην υπογραφή εγγράφων και λαμβάνοντας τον ανάλογο μηνιαίο μισθό.

Η ένσταση αυτή περιέχει όλα τα αξιούμενα από τη διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ. στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη κατ' άρθρο 262 § 1 ΚΠολΔ, αφού σαφώς γίνεται αναφορά ότι, στην πρώτη περίπτωση, η ενάγουσα δεν ήθελε, και στη δεύτερη, δεν μπορούσε να έχει τις προβαλλόμενες με την αγωγή συμβολές, καθώς και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται εν τέλει μόνο στον αναιρεσίβλητο.

Τον ίδιο ισχυρισμό επανέφερε με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, το οποίο ορθά δέχτηκε σιωπηρά ότι προβλήθηκε ορισμένη και νόμιμη ένσταση περί ανυπαρξίας συμβολής της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια, κρίνοντας ότι εμπεριέχεται σε αυτήν κατά νομική και λογική αναγκαιότητα ισχυρισμός περί συμβολής της αναιρεσείουσας κάτω του 1/3 στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι λιγότερο επωφελής για τον αναιρεσίβλητο από εκείνον της μηδενικής συμβολής, αναγνώρισε ότι αυτός οφείλει να μεταβιβάσει στην αναιρεσείουσα 4.709 μετοχές της εταιρίας Μ., η αξία των οποίων αντιστοιχεί σε ποσοστό συμβολής κατώτερο του νόμιμου τεκμηρίου του 1/3 και συγκεκριμένα σε 20,1%.

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, αφενός δέχθηκε πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και αφετέρου νομίμως δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση λόγω αοριστίας, και είναι αβάσιμοι οι εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

Β) Επί της από 26-7-2022 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου-αναιρεσείοντος Β. Μ..

Με τις προαναφερθείσες κρίσεις του, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 και 1400 Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου και τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση αυτή σε ποσοστό 20,1%, κατά μερική παραδοχή της ένστασης αυτού (αναιρεσείοντος) περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του, και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των νόμων 1703/1987, 1898/1990, 1953/1991, 2156/1993 και 2235/1994 περί ρύθμισης των μισθώσεων κατοικιών, καθ' ο μέρος αυτές επέβαλαν περιορισμούς στις αυξήσεις των μισθωμάτων, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω.

Συγκεκριμένα, κατ' ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1389 και 1400 Α.Κ. το Εφετείο συνυπολόγισε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος ολόκληρο το ποσό, ύψους 45.595 ευρώ, της μισθωτικής αξίας της ιδιόκτητης οικίας της αναιρεσίβλητης, που χρησίμευσε ως οικογενειακή στέγη των διαδίκων από το έτος 1976 έως το μήνα Σεπτέμβριο 2002, κρίνοντας ότι το ποσό αυτό ωφελήθηκε στο ακέραιο ο αναιρεσείων, επειδή, σε περίπτωση μη παροχής της οικίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, θα αναγκαζόταν να καλύψει από τα εισοδήματά του ολόκληρη τη δαπάνη για τη μίσθωση κατοικίας για τη στέγαση της οικογένειάς του, και μη επιμερίζοντας αυτήν μεταξύ των διαδίκων κατά την αναλογία της υποχρέωσης συμβολής εκάστου στις οικογενειακές ανάγκες, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη είχε καλύψει πλήρως και εξαντλήσει την υποχρέωση συνεισφοράς της στις οικογενειακές δαπάνες με τη διάθεση του μισθού της ως υπαλλήλου της Δ.Ε.Η.

έως το έτος 1991 και έκτοτε της σύνταξής της, καθώς και με την προσωπική της εργασία, καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου, ως μητέρας τριών τέκνων, συζύγου και οικιακής βοηθού, συνάγεται δε από τα ανωτέρω ότι η δαπάνη για τη μίσθωση οικογενειακής στέγης βάρυνε εξ ολοκλήρου τον αναιρεσείοντα ως μέρος της δικής του υποχρέωσης συνεισφοράς, και ότι επομένως η διάθεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της ιδιόκτητης οικίας της για τον σκοπό αυτό επαύξησε την περιουσία του αναιρεσείοντος με ολόκληρη τη μισθωτική της αξία, την οποία υπολόγισε ανέλεγκτα σε 4.000 δραχμές μηνιαίως κατά το έτος 1976, προσαυξανόμενη κατά τα επόμενα έτη με βάση τη μέση ετήσια μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή, χωρίς να λάβει υπόψη τις ανώτατες προσαυξήσεις, που επέτρεπαν οι εκάστοτε ισχύοντες νόμοι περί μισθώσεων κατοικιών, αφού ο υπολογισμός δεν αφορούσε μισθώματα από (υποθετική) διαρκή μίσθωση της οικίας της αναιρεσίβλητης καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα των ετών 1976 έως 2002, αλλά την πραγματική μισθωτική αξία της οικίας για καθένα από τα ανωτέρω έτη χωριστά, την οποία εξοικονόμησε ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως οι έκτος και ένατος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση, ευθεία και εκ πλαγίου, των ανωτέρω διατάξεων κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επίσης το Εφετείο, δεχόμενο ότι η τελική περιουσία του αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων ανερχόταν σε 19.894 ανώνυμες μετοχές της εταιρίας Μ. Α.Ε., που κατείχε ο ίδιος, και 3.543 ανώνυμες μετοχές της ίδιας εταιρίας, που κατείχε μέσω της αλλοδαπής εταιρίας "P. Ltd", συμφερόντων του, και συνολικά σε 23.437 μετοχές, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν, τόσο κατά το χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, όσο και κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, σε 1.789.415 ευρώ, και απορρίπτοντας ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι μετά τη συμπλήρωση της τριετίας και πριν από την άσκηση της αγωγής μεταβίβασε σε τέκνο των διαδίκων το 99% των μετοχών της εταιρίας "P. Ltd", επομένως κατά την άσκηση της αγωγής δεν είχε πλέον τον έλεγχο της τελευταίας και των ανηκόντων σε αυτήν 3.543 μετοχών της εταιρίας Μ.

Α.Ε., με την αιτιολογία ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας είναι αυτός της συμπλήρωσης της τριετίας, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων είχε ακόμη τον έλεγχο της P., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ., εφόσον κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας επί τριετούς διάστασης είναι πράγματι ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 Α.Κ. και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια και επάρκεια, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα.

Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσδιορίζει με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις ότι η συμβολή συνίσταται, μεταξύ άλλων, και στη διάθεση στον αναιρεσείοντα της εφάπαξ αποζημίωσης, που έλαβε κατά τη συνταξιοδότησή της, ύψους 15.358 ευρώ, του μερίσματος έτους 2002 της εταιρίας Μ., ύψους 68.964 ευρώ, και διαφόρων χρηματικών ποσών από το μισθό της ως υπαλλήλου της Δ.Ε.Η., συνολικού ύψους 36.000 ευρώ, δηλαδή ότι διέθεσε σε αυτόν ποσά συνολικού ύψους 121.311 ευρώ, τα οποία ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε για την ανάπτυξη της εταιρίας.

Επίσης, το Εφετείο με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες α) έκανε δεκτό το αίτημα της αναιρεσίβλητης περί αυτούσιας απόδοσης της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και, κάνοντας χρήση της σχετικής ευχέρειας, που του παρέχει ο νόμος, διέταξε την απόδοση σε αυτήν 4.709 μετοχών της εταιρίας Μ., αφού δέχτηκε ότι η τελική περιουσία του αναιρεσείοντος αποτελείται αποκλειστικά από 23.437 μετοχές της εταιρίας αυτής, β) δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε στην επαύξηση με την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, και συγκεκριμένα προσφέροντας τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις της στην ομαλή λειτουργία του οικογενειακού οίκου, τη φροντίδα, ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των τέκνων και τη φροντίδα του αναιρεσείοντος, καθώς και ότι οι υπηρεσίες της κατά τα έτη 1973 έως 2003 υπερέβαιναν την υποχρέωσή της προς συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο αναιρεσείων αφιέρωνε καθημερινά πάρα πολλές ώρες στις επαγγελματικές του δραστηριότητες και συνεπώς δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να επιμεληθεί των ως άνω οικογενειακών αναγκών, αποτίμησε δε τη συνεισφορά της πέραν της νόμιμης υποχρέωσής της στο συνολικό ποσό των ...7.700 ευρώ, χωρίς να συνιστά αντίφαση, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το γεγονός ότι το Εφετείο δέχτηκε ταυτόχρονα ότι η αναιρεσίβλητη από το έτος 1991 έως το έτος 2004 παρείχε καθημερινή εργασία στην εταιρία Μ., αφού είναι νοητή η προσφορά, παράλληλα με την εργασιακή απασχόληση, προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών πέραν των νομίμων υποχρεώσεων, γ) δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη συνεισέφερε πέραν της νόμιμης υποχρέωσής της στην ομαλή λειτουργία του οικογενειακού οίκου, τη φροντίδα των τέκνων και τη φροντίδα του αναιρεσείοντος συνεχώς μέχρι το έτος 2004, παρόλο που, κατά τις παραδοχές της, τα τέκνα είχαν γεννηθεί τα έτη 1977, 1981 και 1984 και συνεπώς ενηλικιωθεί τα έτη 1995, 1999 και 2002, αφού δέχτηκε επίσης ότι τα τέκνα εξακολουθούσαν και μετά την ενηλικίωσή τους να αποτελούν μέλη της οικογένειας και να συγκατοικούν με τους διαδίκους στην ιδιόκτητη οικία της αναιρεσίβλητης έως το έτος 2002, αλλά και αργότερα στο μισθωμένο διαμέρισμα, που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη, χωρίς να δεχτεί ότι κάποιο από αυτά (τέκνα) είχε ανεξαρτητοποιηθεί πριν από το έτος 2004, δ) δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε στην επαύξηση και με τη διάθεση της ιδιόκτητης οικίας της καθ' όλο το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1976 έως 2002, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, οι διάδικοι και τα τέκνα τους κατοικούσαν σε αυτήν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα συνεχώς και όχι διακεκομμένα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ε) δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε και με προσωπική εργασία, που παρείχε στην εταιρία Μ.

κατά τα έτη 1991 έως 2011, αποτιμώντας τη συμβολή αυτή, μετ' αφαίρεση του μισθού που ελάμβανε, στο ποσό των ...9.200 ευρώ, αφού δέχτηκε ανέλεγκτα ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε αμειβόμενη εργασία στην εταιρία, αρχικά ως υπάλληλος και εν συνεχεία ως υπεύθυνη προσωπικού, και όχι ότι παρείχε υπηρεσίες με την ιδιότητα της αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (η οποία άλλωστε δεν προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου), οπότε, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, θα είχε υποχρέωση κατά το καταστατικό της εταιρίας να εκτελεί χωρίς αμοιβή τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την ιδιότητα αυτή.

Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Επίσης το Εφετείο, απορρίπτοντας σιωπηρά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε με λόγο εφέσεως, περί μη συνδρομής νόμιμης περίπτωσης για αυτούσια απόδοση της επαύξησης, επειδή είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί μεταφοράς όλης της υπόλοιπης περιουσίας του στο εξωτερικό, η δε απόδοση σε αυτήν των μετοχών θα οδηγήσει σε απώλεια του ελέγχου και της διοίκησης της εταιρίας Μ. εκ μέρους του (αναιρεσείοντος), με αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή της, και διατάσσοντας την αυτούσια απόδοση της επαύξησης, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, δεν αποτελούν πράγματα οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα των διαδίκων, όπως οι ανωτέρω, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, και είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, καθ' όσον με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. ... ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά (Α.Π. ...27/2019, Α.Π. 1349/2018, Α.Π. 886/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των πλευρών, τις οποίες προσδιόρισε κατ' αριθμό, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του, μεταξύ άλλων και με την απευθείας διάθεση στον αναιρεσείοντα χρηματικών ποσών από διάφορες πηγές (εφάπαξ αποζημίωση συνταξιοδότησης, μέρισμα από την εταιρία Μ., μέρος του μισθού της από τη Δ.Ε.Η.), τα οποία αυτός εν συνεχεία διέθεσε στην εν λόγω εταιρία.

Επομένως ο από τον αριθμό ... του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του με τον ανωτέρω τρόπο χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στα αποδεικτικά του πορίσματα περί συμβολής της αναιρεσίβλητης στις οικογενειακές ανάγκες με προσωπική εργασία κατά την παροχή υπηρεσιών φροντίδας του οίκου, των τέκνων τους και του αναιρεσείοντος συνεχώς μέχρι και το έτος 2003 και με την παροχή προς χρήση για οικογενειακή στέγη της ιδιόκτητης οικίας της, καθώς και περί συμβολής της στην προσαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με παροχή υπηρεσιών στην εταιρία Μ., έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες με επίκληση 473/2018, 474/2018, 918/2019, 51955/2018, 2788/2018, 570/2018, 571/2018, 436/2019, ...346/2019 (αναφέρεται εκ παραδρομής ως ...346/2018), 3169/2021, ...1/2018, 9789/2019, ...30/2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ορισμένες από τις οποίες ελήφθησαν επ' αφορμή άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τόσο αυτά, από τα οποία προκύπτει άμεση απόδειξη, όσο και τα υπόλοιπα, από τα οποία συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.

Από την αναφορά αυτή προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλες οι ρητά ως άνω μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, καθώς και οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του γιου των διαδίκων Θ. Μ. έτους 2002 και 2009, οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των διαδίκων των ετών 1984 και 1987 έως 1997, η δήλωση φορολογίας εισοδήματος της μητέρας της αναιρεσίβλητης έτους 2005, η από 16-4-2009 έγγραφη γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού Ν.

Δ., όλες οι αποδείξεις συναλλαγής της Άλφα Τράπεζας, οι αποδείξεις πληρωμής προσωπικού, έγγραφο με τις μηνιαίες καταβολές προς την αναιρεσίβλητη και εξουσιοδότηση της εταιρίας Μ. προς τον Π.. Τ., που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Το περιεχόμενο των ανωτέρω βεβαιώσεων και εγγράφων, όπως αυτό εκτίθεται στο αναιρετήριο, δεν είχε ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη ιδιαίτερης αξιολόγησης και αντίκρουσής του.

Επομένως οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα κατ' άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή πρόκειται για διαφορά μεταξύ συζύγων, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 179 εδ. α' ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-7-2022 αίτηση της Ε. Μ. και την από 26-7-2022 αίτηση του Β. Μ. για αναίρεση της 3524/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ