Supreme Court allows appeal against expropriation compensation ruling due to violation of property rights and benefit presumption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court's decision setting expropriation compensation values. The appellants argued that the lower court violated their property rights by awarding special compensation for expropriated land while simultaneously confirming the benefit presumption for the same properties under the law. The court found this contradictory and ruled that the lower court erred in law, thereby overturning the specific sections regarding compensation and the benefit presumption while remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 557, 559(19) of the Code of Civil Procedure; Articles 13(4) of Law 2002/2001 and 1 of Law 653/1977; A ruling is void if it awards special compensation for expropriated properties while simultaneously confirming the benefit presumption for those same properties, as this contradicts the principle of property rights protection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 676 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 676/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χας Β. Γ., ατομικώς και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ε. Γ. του Β., που δεν παραστάθηκε, 2) Ι. χας Χ. Γ., κατοίκου ..., 3) Ζ. - Ά. Γ. του Χ., κατοίκου ... και 4) Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 3η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρήγα και οι 2η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρήγα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η 1η των αναιρεσειόντων Μ. χα Β. Γ., απεβίωσε στις 20-5-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της Ζ. - Ά. Γ. του Χ. (3η), που παρίσταται με τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2019 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 134/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και συνεκδικάστηκε με την από 14-9-2018 αίτηση των ήδη 2ης και 3ης των αναιρεσειόντων, με την από 12-9-2018 αίτηση του ήδη 4ου των αναιρεσειόντων, με την από 12-9-2018 αίτηση των ήδη αποβιωσασών Μ. χας Β. Γ. και Ε. Γ. του Β., με την διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με τις αιτήσεις και παρεμβάσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 61/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2020 αίτησή τους και τους από 30-12-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση.
Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της, από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει, όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 του Α.Κ., το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων ...3, 1820, 1846, 1847 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομία, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποιήσεως της επαχθείσας κληρονομίας, οι οποίοι καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.
Από αυτά παρέπεται ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας καθίστανται, κατά το νόμο, κληρονόμοι του. Στον αντίδικό τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται να αμφισβητήσει την ιδιότητα τούτων ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο (ΑΠ 401/2018, 311/2009).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23.7.2015), και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις], οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου αυτής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψή της, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 30-7-2020 αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, και από την Μ. χήρα Β. Γ. (δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-7-2020 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αθανασίας Τσάλα προς τον ασκήσαντα αυτήν δικηγόρο Ιωάννη Ρήγα), ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θυγατέρας της Ε.
Γ. του Β., που απεβίωσε την 14-7-2020, μετά τη έκδοση δηλαδή της προσβαλλόμενης (κατόπιν κοινής αιτήσεως αμφοτέρων) αποφάσεως, που δημοσιεύθηκε την 8-10-2019. Επομένως, και αφού το παριστάμενο αναιρεσίβλητο δεν αμφισβητεί το θάνατο της προαναφερόμενης Ε. Γ. και την άνω συγγενική σχέση της αναιρεσείουσας Μ. Γ. με αυτή, δυνάμει της οποίας η τελευταία κατέστη εκ του νόμου κληρονόμος εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας, γεγονότα, άλλωστε, που αποδεικνύονται και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (υπ' αριθμ. 61/2020 διάταξη χορηγήσεως κληρονομητηρίου της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου Αγλαΐας Γκικοπούλη και το, εκδοθέν κατ' άρθρο 819 εδ.
γ' του Κ.Πολ.Δ., υπ' αριθμ. 197/26-10-2020 πιστοποιητικό της γραμματέως του ιδίου Ειρηνοδικείου), η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που ασκείται από την Μ. Γ. και υπό την ως άνω ιδιότητά της, είναι παραδεκτή (άρθρο 556 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Εξ άλλου, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, και δη την 20-5-2021, απεβίωσε η προαναφερόμενη αναιρεσείουσα Μ.
χήρα Β. Γ., γεγονός που αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αριθμ. .../24-5-2021 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της Ληξιάρχου Νέας Σμύρνης. Ο θάνατος αυτής γνωστοποιήθηκε, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, από τον Ιωάννη Ρήγα, πληρεξούσιο δικηγόρο της παρούσας κατά τη συζήτηση τρίτης αναιρεσείουσας Ζ.- Ά.
Γ. του Χ., ο οποίος δήλωσε ότι τη δίκη συνεχίζει η τελευταία, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της θανούσας. Η κληρονομική ιδιότητα αυτής δεν αμφισβητείται από το παριστάμενο αναιρεσίβλητο, αποδεικνύεται άλλωστε και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (υπ' αριθμ. 111/2021 διάταξη χορηγήσεως κληρονομητηρίου του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου Δημητρίου Σκουτέλη και το, εκδοθέν κατ' άρθρο 819 εδ.
γ Κ.Πολ.Δ., υπ' αριθμ. 307/2-12-2021 πιστοποιητικό της γραμματέως του ιδίου Ειρηνοδικείου).
Συνεπώς, η ανωτέρω κληρονόμος, παραδεκτά επαναλαμβάνει τη βιαίως διακοπείσα δίκη, υπεισερχόμενη στη δικονομική θέση της θανούσας αρχικώς αναιρεσείουσας Μ. χήρας Β. Γ., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.
Εισάγονται προς συζήτηση η από 30-7-2020 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 26/10-8-2020 αίτηση αναιρέσεως και οι από 30-12-2021 και με αριθμό καταθέσεως 154/30-12-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας και επιδόθηκαν στο αναιρεσίβλητο. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 ίδιου Κώδικα).
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με τη νόμιμα δημοσιευμένη υπ' αριθμ.
Φ3γΑΙΤ/οικ/6187/1-12-2015 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κηρύχθηκε τρίτη συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ωφελούμενων ιδιοκτητών, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 100.684,71 τ.μ. για λόγους δημόσιας ωφελείας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του τμήματος Αντίρριο - Κεφαλόβρυσο της Ιόνιας Οδού, στο τμήμα από Χ.Θ. 9+671 έως Χ.Θ. 15+496,50 του 2ου υποτμήματος (από Χ.Θ. 10+248 έως 18+700), στην περιοχή του Δ.Δ.
Χάλκειας του Δήμου Ναυπακτίας της Περιφερειακής Ενότητας Αιτωλοακαρνανίας. Κατά τον προσδιορισμό όμως της αποζημιώσεως των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), την αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας (13-3-2018), και όχι εκείνη του χρόνου συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως που έγινε ενώπιόν του (9-4-2019), παρότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους από τη συζήτηση της αιτήσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (βλ. 2η όψη 18ου φύλλου και 19ο φύλλο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου αναφέρεται επί λέξει: "σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία ........
το Δικαστήριο, εκτιμώντας: α)........... και την 134/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση ......, σε συνδυασμό με το ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού (13-3-2018) μέχρι σήμερα (9-4-2019) δεν παρήλθε έτος ............. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι ο χρόνος της συζήτησης ενώπιον τον πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (13-3-2018), η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, ανέρχεται ................").
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (βλ. και άρθρο 17 παρ. 2 εδάφ. γ' του Συντάγματος), με εσφαλμένη εφαρμογή (βλ. σχετ. ΑΠ 444/2017, 205/2017, 233/2015).
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος, αφορών στο περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως κεφάλαιο της προσβαλλόμενης, λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα ίδια. Αφού όμως γίνεται δεκτός ο ως άνω λόγος αναιρέσεως και αναιρείται στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, η αναιρετική εμβέλεια αυτού καθιστά αλυσιτελή την εξέταση όσων αναιρετικών λόγων πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης, και, συνεπώς, παρέλκει η έρευνα του 2ου αναιρετικού λόγου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., του 2ου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., του 3ου αναιρετικού λόγου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ. και των 1ου και 2ου πρόσθετων λόγων, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 § 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82 τ. Α'/10.4.2012) και εφαρμόζεται στην προκειμένη απαλλοτρίωση, η οποία κηρύχθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του, "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 § 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει, όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 273/2019, 1554/2017).
Με την προαναφερθείσα τροποποίηση, επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής μειώσεως" της αξίας του απομένοντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο όρος όμως "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 696/2020, 96/2015). Μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση, είναι δε δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή, ως υπόλοιπο αγρού, απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος.
Ενόψει δε της ως άνω διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποιήσεως της χρήσεως αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 273/2019, 1957/2017, 1201/2017, 205/2017).
Ακόμη, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν την απαλλοτρίωση ως προορισμό, έστω και δευτερευόντως, την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του απομένοντος τμήματος αυτού, να αποδεικνύεται, σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δομήσεως και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1290/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 667/ 2018, 76/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως απόφασή του, συνεκδίκασε, με άλλες αυτοτελείς αιτήσεις και παρεμβάσεις, και τις ενώπιον αυτού απευθυνθείσες 1) από 12-9-2018 και με αριθμό καταθέσεως 39/2018 αίτηση της αρχικώς αναιρεσείουσας Μ. χήρας Β. Γ. (στη δικονομική θέση της οποίας, λόγω του επελθόντος θανάτου της, υπεισήλθε, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, η τρίτη αναιρεσείουσα Ζ.- Ά.
Γ. του Χ.) και της Ε. θυγατέρας Β. Γ., 2) από 14-9-2018 και με αριθμό καταθέσεως 37/2018 αίτηση της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσειόντων Ι. χήρας Χ. Γ. και Ζ.- Ά. Γ. του Χ. και 3) από 12-9-2018 και με αριθμό καταθέσεως 38/2018 αίτηση του τετάρτου αναιρεσείοντος Ε. Δ.. Με τις αιτήσεις τους αυτές οι προαναφερόμενοι ζήτησαν, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, των απομενόντων τμημάτων των αναφερόμενων σ' αυτές ακινήτων τους.
Το Εφετείο δέχτηκε το αίτημα αυτό για τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των με ΑΚΠ ..., ..., ... και ... ιδιοκτησιών, για τα οποία καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, το απέρριψε δε για τις λοιπές, αναφερόμενες στις ανωτέρω αιτήσεις, ιδιοκτησίες. Με τον πρώτο -από τους πλήττοντες το περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως - λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό των αιτήσεών τους, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτά προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στις ανωτέρω αιτήσεις ισχυρισμούς τους, που αφορούν στην κατάσταση των ακινήτων τους πριν από την απαλλοτρίωση, τους οποίους προέβαλαν για να θεμελιώσουν τα αιτήματά τους για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα τμήματα των ιδιοκτησιών τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και τους οποίους, εάν είχε λάβει υπόψη, θα είχε δεχθεί τα αιτήματά τους αυτά, ώστε να καλυφθεί η ζημία τους στο σύνολό της.
Ειδικότερα, αναφορικά με την κατάσταση των ακινήτων τους πριν και μετά την απαλλοτρίωση, την επιδείνωση των γεωμετρικών τους στοιχείων και της οικονομικής εκμετάλλευσής τους και την επελθούσα ζημία τους στα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτριώσεως τμήματα αυτών, δεν έλαβε, κατ' αυτούς, υπόψη: Α. τον περιεχόμενο στην από 12-9-2018 και με αριθμό καταθέσεως 39/2018 αίτηση της αρχικώς αναιρεσείουσας Μ.
χήρας Β. Γ. και της κληρονομηθείσας μεταγενέστερα από αυτήν θυγατέρας της Ε. θυγατέρας Β. Γ., ακόλουθο, σε σχέση με την με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία τους, ισχυρισμό: "Με την παρούσα αίτησή μας ζητούμε να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση εκ βλάβης που υπέστημεν λόγω σημαντικής μείωσης της αξίας του εδάφους του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης ακινήτου μας με ορισμό κτηματολογικού πίνακα ...
σε ποσοστό 80% της αξίας του. Το αίτημά μας για την επιδίκαση της άνω ιδιαίτερης αποζημίωσης, έχει να κάνει με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την απαλλοτρίωση στο εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του συγκεκριμένου ακινήτου μας. Οι αυτοτελείς και πραγματικοί λόγοι που στηρίζουν το αίτημα μας, είναι οι εξής:
Η άνω ιδιοκτησία μας πριν την κρινόμενη απαλλοτρίωση είχε μεγάλο εμβαδόν, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, αφού πληρούσε τους όρους του ΠΔ της 24/31.5.1985 (είχε εμβαδόν > των 4.000μ2, πρόσωπο στη Δημοτική Οδό Χανίων-Κάτω Βασιλικής - που συνδέει την Εθνική Οδό Αντιρρίου-Ιωαννίων με τον οικισμό της Κάτω Βασιλικής- κατά πολύ μεγαλύτερο των 45 μέτρων και βάθος κατά πολύ μεγαλύτερο των 50 μέτρων), με κανονικό σχήμα, με πρόσωπο και στην Εθνική Οδό Αντιρρίου-Ιωαννίνων [...............], η κατά προορισμό χρήση της ήταν προεχόντως, κυρίως και δευτερευόντως οικοπεδική, συνίστατο δηλαδή στο να ανεγερθούν επ' αυτής οικοδομές, για να χρησιμεύσουν ως κατοικία (ήδη στο όμορο με ΑΚΠ ...
ακίνητο, έχει ανεγερθεί από πολλών ετών οικοδομή, εμφαινόμενη και στο κτηματολογικό διάγραμμα ευκρινέστατα, χρησιμεύουσα ως εξοχική κατοικία των ιδιοκτητριών της) ή για οποιαδήποτε άλλη εκμετάλλευση, όπως π.χ. ξενοδοχειακή μονάδα, λόγω, α) του μεγάλου εμβαδού της, που ξεπερνάει συνολικά τα 20 στρέμματα, β) της πρόσοψής της στις ρηθείσες Εθνική και Δημοτική Οδούς, και γ) της γειτνίασης της με τη θάλασσα, κλπ [..............].
Μετά την (κρινόμενη) απαλλοτρίωση τεσσάρων (4) τμημάτων της ιδιοκτησίας μας (που είναι διαφορετικά και βρίσκονται στις τρεις από τις τέσσερες πλευρές του, σχεδόν περιμετρικά), το ακίνητό μας εξακολουθεί μεν να παραμένει άρτιο, πλην όμως η αξία του μειώνεται κατά το παραπάνω ποσοστό, επειδή: α) Μειώνεται κατά πολύ η οικοδομησιμότητά του, λόγω των περιορισμών δόμησης που προβλέπονται από τις διατάξεις του ΠΔ 209/1998 -απόσταση των τριών οικοδομών που προαναφέρθηκαν, τουλάχιστον 60 μέτρα από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου και 40 μέτρα από την πλευρά της Ιόνιας Οδού -στους οποίους περιορισμούς προστίθενται και αυτοί των αποστάσεων 15 μέτρων από τις όμορες ιδιοκτησίες ........
Ειδικότερα: Όπως προκύπτει από το από 27.4.2018 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικής μηχανικού Μ. Σ., η ιδιοκτησία μας από την πλευρά του αυτοκινητόδρομου και του κατασκευασμένου ήδη κόμβου του, έχει πλάτος 277,60 μέτρα. Το δεδομένο αυτό το πλάτος και η μνησθείσα απόσταση των 40 μέτρων από την πλευρά του αυτοκινητόδρομου και του κόμβου αυτού, έχουν ως αποτέλεσμα να μην οικοδομείται, να "χάνεται" από αυτή την άποψη, έκταση εμβαδού (277,60X40=) 11.104 μ2, αφού το τμήμα αυτό βρίσκεται εντός της ζώνης απαγόρευσης δόμησης των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης.
Ήτοι, έντεκα (11) και πλέον στρέμματα δεν οικοδομούνται πλέον (σημαντικότατη επιδείνωση γεωμετρικών και πολεοδομικών στοιχείων, άρθρο 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ), β) [.......] η Ιόνια οδός είναι αφενός ένας απροσπέλαστος, κλειστός, με μεταλλικές μπάρες κλπ. αυτοκινητόδρομος καθ' όλο το μήκος της [..............] και, αφετέρου υπερυψωμένος κατά οκτώ τουλάχιστον μέτρα στο ύψος και κατά μήκος του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου μας.
Αυτό σημαίνει πως το τελευταίο δεν αποκτά ούτε πρόσβαση ούτε και πρόσωπο στην Ιόνια Οδό, αλλά, επιπλέον, βρίσκεται σε σημαντικό βάθος κάτω απ' αυτήν, έγινε δηλαδή υπόγειο και βαθύ πηγάδι -σημαντική επιδείνωση γεωμετρικών στοιχείων, άρθρο 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ, γ) έμπροσθεν του ακινήτου μας και αρκετά υψηλότερα αυτού (κατά οκτώ τουλάχιστον μέτρα, όπως προεκτέθηκε), βρίσκεται ο νέος αυτοκινητόδρομος της Ιόνιας Οδού, από τον οποίο διέρχονται χιλιάδες αυτοκίνητα καθημερινά, με αποτέλεσμα το περιβάλλον να υποβαθμίζεται ηχητικά λόγω του μεγάλου θορύβου και να ρυπαίνεται από τα καυσαέρια που δημιουργούνται, δ) επιπλέον, προκειμένου να κατασκευασθούν κόμβοι και διαπλατύνσεις δρόμων παρακείμενων (όχι παράδρομων) της Ιόνιας Οδού (που ήδη κατασκευάζονται), απαλλοτριώθηκαν τέσσερα (4) εντελώς διαφορετικά τμήματα του ακινήτου με ΑΚΠ ..., ε) Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών είναι, το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του εν λόγω ακινήτου μας να βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένο από: 1) την Ιόνια Οδό, 2) κόμβους και 3) δρόμους περίκλειστους [..........], στ) Και μπορεί κατ' αυτόν τον παραπάνω τρόπο να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της απαλλοτρίωσης καθ' εαυτής (και μόνο αυτής), συγχρόνως όμως επέρχεται πλήρης υποβάθμιση της ιδιοκτησίας μας, λόγω σημαντικής επιδείνωσης των γεωμετρικών της στοιχείων (έγινε υπόγεια, με ακανόνιστο σχήμα, αλλά και περίκλειστη από κόμβους και απροσπέλαστους δρόμους, χωρίς προσβάσεις κλπ) και της, κατ' επέκταση, παντελούς αδυναμίας ουσιαστικής οικονομικής και εμπορικής εκμετάλλευσής της, Β.
τους περιεχόμενους στην από 14-9-2018 και με αριθμό καταθέσεως 37/2018 αίτηση των αναιρεσειουσών Ι. χήρας Χ. Γ. και Ζ.- Ά. Γ. του Χ., σε σχέση με τις με ΑΚΠ ... και ... ιδιοκτησίες τους, ακόλουθους ισχυρισμούς: Ι. (σε σχέση με την με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία τους) "Με την παρούσα αίτησή μας ζητούμε να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση εξ αιτίας της βλάβης που υπέστημεν λόγω της σημαντικής μείωσης της αξίας του εδάφους του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης, ακινήτου μας με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., ανερχόμενη σε ποσοστό 60% της ορισθησόμενης με την εκδοθησόμενη απόφαση του Δικαστηρίου Σας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το τμήμα της ιδιοκτησίας μας που απαλλοτριώνεται.
Το αίτημά μας για την επιδίκαση της άνω ιδιαίτερης αποζημίωσης, έχει να κάνει με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την απαλλοτρίωση στο εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του συγκεκριμένου ακινήτου μας. Οι αυτοτελείς και πραγματικοί λόγοι που στηρίζουν το αίτημα μας, είναι οι εξής: Πριν την κρινόμενη απαλλοτρίωση η ιδιοκτησία μας είχε μεγάλο εμβαδόν, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, αφού πληρούσε τους όρους του ΠΑ της 24/31.5.1985 (είχε εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 μ2, πρόσωπο στην Εθνική Οδό Αντιρρίου-Ιωαννίνων κατά πολύ μεγαλύτερο των 45 μέτρων και βάθος πλέον των 200 μέτρων), η κατά προορισμό χρήση της ήταν προεχόντως, κυρίως και δευτερευόντως οικοπεδική, συνίστατο δηλαδή στο να ανεγερθούν επ' αυτής οικοδομές, για να χρησιμεύσουν ως κατοικία (ήδη στο ακίνητο μας νόμιμα έχουν ανεγερθεί από πολλών ετών α) οικοδομή, εμφαινόμενη και στο κτηματολογικό διάγραμμα ευκρινέστατα, χρησιμεύουσα ως εξοχική κατοικία μας και β) αποθήκη, που εξυπηρετεί την κατοικία) ή για οποιαδήποτε άλλη εκμετάλλευση, όπως π.χ.
ξενοδοχειακή μονάδα, λόγω του μεγάλου εμβαδού της, που ξεπερνάει τα 20 στρέμματα, της πρόσοψης της στη ρηθείσα Εθνική Οδό, της γειτνίασης της με τη θάλασσα, κλπ. [.................]. Μετά την κρινόμενη απαλλοτρίωση δύο τμημάτων του ακινήτου μας (που είναι διαφορετικά και βρίσκονται στις δύο από τις τέσσερες πλευρές του) το ακίνητο μας εξακολουθεί μεν να παραμένει άρτιο, πλην όμως η αξία του μειώνεται κατά το παραπάνω ποσοστό, επειδή:
α) Μειώνεται κατά πολύ η οικοδομησιμότητά του, λόγω των περιορισμών δόμησης που προβλέπονται από τις διατάξεις του ΠΑ 209/1998 - απόσταση των οικοδομών τουλάχιστον 60 μέτρα από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου και τουλάχιστον 40 μέτρα από την πλευρά του- στους οποίους περιορισμούς προστίθενται και αυτοί των αποστάσεων 15 μέτρων από τις όμορες ιδιοκτησίες, λαμβανομένου υπόψη και του σχήματός του.
Ειδικότερα: όπως προκύπτει από το από Αυγούστου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Λ., η ιδιοκτησία μας από την πλευρά της Ιόνιας Οδού έχει πλάτος (32,26+26,57=) 58,83 μέτρα. Το δεδομένο αυτό το πλάτος και η μνησθείσα απόσταση των 40 μέτρων από την πλευρά του αυτοκινητόδρομου, έχουν ως αποτέλεσμα να μην οικοδομείται, να "χάνεται" από αυτή την άποψη, έκταση εμβαδού (58,83X40=) 2.353,20μ - (ΚΑΑΑ άρθρο 13, παρ. 4, σημαντική επιδείνωση γεωμετρικών - πολεοδομικών στοιχείων) - αφού το τμήμα αυτό βρίσκεται εντός της ζώνης απαγόρευσης δόμησης των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης [..............], β) [.............] η Ιόνια οδός είναι ένας απροσπέλαστος, κλειστός με μεταλλικές μπάρες κλπ.
αυτοκινητόδρομος καθ' όλο το μήκος της. [..............], γ) ο αυτός αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος κατά οκτώ τουλάχιστον μέτρα στο ύψος και κατά μήκος του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου μας [...........]. Αυτό σημαίνει πως το ακίνητό μας όχι μόνο δεν αποκτά ούτε πρόσβαση ούτε και πρόσωπο στην Ιόνια Οδό, αλλά βρίσκεται πλέον σε σημαντικό βάθος κάτω απ' αυτήν, έγινε δηλαδή ένα υπόγειο και βαθύ πηγάδι -σημαντική επιδείνωση γεωμετρικών στοιχείων, ν. 2882/2001, άρθρο 13, παρ 4, δ) έμπροσθεν του ακινήτου μας και αρκετά υψηλότερα αυτού (κατά οκτώ τουλάχιστον μέτρα, όπως προεκτέθηκε), βρίσκεται ο νέος αυτοκινητόδρομος της Ιόνιας Οδού, από τον οποίο διέρχονται χιλιάδες αυτοκίνητα καθημερινά, με αποτέλεσμα το περιβάλλον να υποβαθμίζεται ηχητικά λόγω του μεγάλου θορύβου και να ρυπαίνεται από τα καυσαέρια που δημιουργούνται, ε) όπως προκύπτει από το κτηματολογικό διάγραμμα, στο όριο του ακινήτου μας δεν υπάρχει παράδρομος, με συνέπεια να μην μπορούμε να μπούμε στην ιδιοκτησία μας από το απαλλοτριωμένο μέρος, δηλαδή εν κατακλείδι η τελευταία, ούτε πρόσωπο, ούτε πρόσβαση αποκτά στην Ιόνια Οδό, ούτε και σε παράδρομο αυτής, στ) επιπλέον, προκειμένου να κατασκευασθούν κόμβοι και διαπλατύνσεις δρόμων παράπλευρων και παρακείμενων της Ιόνιας Οδού, απαλλοτριώθηκαν δύο παντελώς διαφορετικά τμήματα του ακινήτου με ΑΚΠ ..., ζ) Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών είναι, το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του εν λόγω ακινήτου να βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένο από: 1) την Ιόνια Οδό, 2) κόμβους και 3) περίκλειστους δρόμους, όπως όλα αυτά εμφαίνονται στο κτηματολογικό διάγραμμα" και
ΙΙ. (σε σχέση με την με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία τους) "Ιδιαίτερη αποζημίωση θα πρέπει να μας επιδικασθεί εξ αιτίας της βλάβης που υπέστημεν λόγω της σημαντικότατης μείωσης, της εκμηδένισης της αξίας της εδαφικής έκτασης του τμήματος του ακινήτου με ΑΚΠ ..., που παραμένει εκτός απαλλοτρίωσης. Η μείωση αυτή θα πρέπει να καθορισθεί σε ποσοστό 100% της ορισθησόμενης με την εκδοθησόμενη απόφαση του Δικαστηρίου Σας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το τμήμα της ιδιοκτησίας μας που απαλλοτριώνεται.
Και τούτο επειδή ισχύουν σωρευτικά τα παρακάτω: Δεν συρρικνώνεται απλώς το εμβαδόν του εν λόγω οικοπέδου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης, αλλά, το κυριότερο: Το οικόπεδο μας καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. [.....................]. Όταν ένα κατ' εξοχήν αστικό ακίνητο (όπως το υπό κρίση) χάνει την οικοδομησιμότητά του, χάνει παντελώς και την αξία του (δίδαγμα της κοινής πείρας).
Η απώλεια της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας συνομολογείται και από τη ρηθείσα από Μαρτίου 2018 Έκθεση των πιστοποιημένων εκτιμητών Α. Λ., Φ. Σ. και Μ. Φ. (σελίδα 35), που χαρακτηρίζουν το απομένον μετά την απαλλοτρίωση ακίνητο μας ως "λωρίδα εδάφους" (στίχοι 20 και 21). Οι αυτοί ως άνω εκτιμητές καθόρισαν το ποσοστό μείωσης της αξίας του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος (λωρίδας) του ακινήτου μας σε 60% (μόνο).
Τα ειδικά χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα του οικοπέδου μας πριν την απαλλοτρίωση, είναι: Βρισκόταν σε περίοπτη θέση. Ήταν γωνιακό. Ήταν εντός σχεδίου. Βρισκόταν στην καρδιά του οικισμού. Ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Η κατά προορισμό χρήση του ήταν η ανοικοδόμηση - και μόνο αυτή. Μπορούσε, κατά την παραπάνω Τεχνική Έκθεση, σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, να ανεγερθεί επί του οικοπέδου μας διώροφη οικοδομή εμβαδού έως και 400 μ2.
Η κατά τα ανωτέρω σημαντικότατη μείωση της αξίας του οικοπέδου μας, επιτείνεται από το γεγονός ότι από τη συνολική έκταση του (927,27 μ2), απαλλοτριώνεται μεγάλο τμήμα του, εμβαδού 420,25μ2, ήτοι το 45% περίπου της συνολικής του έκτασης, επιφέροντας έτι μεγαλύτερη μείωση της αξίας του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης, τμήματος, εμβαδού 507,02 μ2.
Το τελευταίο αυτό τμήμα των 507,02 μ2, εκτός από μικρό, μη άρτιο, μη οικοδομήσιμο κλπ., έχει πλέον ακανόνιστο σχήμα, είναι στενόμακρο, είναι μια λωρίδα εδάφους (σημαντική επιδείνωση γεωμετρικών στοιχείων, άρθρο 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ).
Συνεπώς πρόκειται για πλήρη, ολοσχερή και ολοκληρωμένη καταστροφή του οικοπέδου, το οποίο κατέστη παντελώς άχρηστο για οποιαδήποτε οικονομική και εμπορική εκμετάλλευση, ακόμα και για γεωργική τοιαύτη, για καλλιέργεια κηπευτικών, αφού οι γεωργικοί ελκυστήρες είναι αδύνατο, λόγω έλλειψης χώρου πλέον, να μπορέσουν να επιχειρήσουν τους απαιτούμενους ελιγμούς, προκειμένου να το οργώσουν".
Γ. τον περιεχόμενο στην από 12-9-2018 και με αριθμό καταθέσεως 38/2018 αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Δ., ακόλουθο, σε σχέση με την με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία του, ισχυρισμό: "Με την παρούσα αίτησή μου ζητώ να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση εξ αιτίας της βλάβης που υπέστην λόγω της σημαντικής μείωσης της αξίας του εδάφους του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης, τμήματος του ακινήτου μου, σε ποσοστό 60% της αξίας του.
Το αίτημά μου για την επιδίκαση της άνω ιδιαίτερης αποζημίωσης, έχει να κάνει με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την απαλλοτρίωση στο εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου μου. Οι αυτοτελείς και πραγματικοί λόγοι που στηρίζουν το αίτημά μου, είναι οι εξής: Η άνω ιδιοκτησία μου πριν την κρινόμενη απαλλοτρίωση είχε πολύ μεγάλο εμβαδόν, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, αφού πληρούσε τους όρους του ΠΔ της 24/31.5.1985 (είχε εμβαδόν > των 4.000 μ2, πρόσωπο στην Εθνική Οδό Αντιρρίου - Ιωαννίνων κατά πολύ μεγαλύτερο των 45 μέτρων και βάθος κατά πολύ μεγαλύτερο των 50 μέτρων), με κανονικό σχήμα, η κατά προορισμό χρήση της ήταν προεχόντως, κυρίως και δευτερευόντως οικοπεδική, συνίστατο δηλαδή στο να ανεγερθούν επ' αυτής τρεις τουλάχιστον οικοδομές, για να χρησιμεύσουν ως κατοικίες ή για οποιαδήποτε άλλη εκμετάλλευση, όπως π.χ.
ξενοδοχειακό συγκρότημα, λόγω, α) του μεγάλου εμβαδού της, β) του προσώπου της στη ρηθείσα Εθνική Οδό, και γ) της γειτνίασης της με τη θάλασσα, κλπ. [.................]. Μετά την απαλλοτρίωση εξακολουθεί μεν η ιδιοκτησία μου να παραμένει άρτια, πλην όμως η αξία της μειώνεται κατά το παραπάνω ποσοστό, επειδή: α) Μειώνεται κατά πολύ η οικοδομησιμότητά της, λόγω των περιορισμών δόμησης που προβλέπονται από τις διατάξεις του ΠΔ 209/1998 -απόσταση των τριών οικοδομών που προαναφέρθηκαν, τουλάχιστον 60 μέτρα από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου και 40 μέτρα από την πλευρά της Ιόνιας Οδού - στους οποίους περιορισμούς προστίθενται και αυτοί των αποστάσεων 15 μέτρων από τις όμορες ιδιοκτησίες.
Ειδικότερα: Όπως προκύπτει από το από 18.10.2017 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικής μηχανικού Μ. Σ., η ιδιοκτησία μου από την πλευρά της Ιόνιας Οδού έχει πλάτος 5,86+38,48+43,48=87,82 μέτρα. Το δεδομένο αυτό το πλάτος και η μνησθείσα απόσταση των 40 μέτρων από την πλευρά του αυτοκινητόδρομου, έχουν ως αποτέλεσμα να μην οικοδομείται, να "χάνεται" από αυτή την άποψη, έκταση εμβαδού (87,82X40=) 3.512,80μ2 -σημαντική επιδείνωση πολεοδομικών - γεωμετρικών στοιχείων (ΚΑΑΑ άρθρο 13, παρ. 4) αφού το τμήμα αυτό βρίσκεται εντός της ζώνης απαγόρευσης δόμησης των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, β) Η Ιόνια οδός είναι ένας απροσπέλαστος κλειστός (με μεταλλικές μπάρες) αυτοκινητόδρομος καθ' όλο το μήκος της. [...............], γ) Η Ιόνια Οδός εκτός από περίκλειστος αυτοκινητόδρομος είναι και υπερυψωμένη κατά οκτώ τουλάχιστον μέτρα - ν. 2882/2001, άρθρο 13, παρ. 4, σημαντική επιδείνωση γεωμετρικών στοιχείων- στο ύψος και κατά μήκος του απομένοντας εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου μου.
Αυτό σημαίνει πως το τελευταίο δεν αποκτά πρόσωπο στην Ιόνια Οδό, αλλά βρίσκεται πλέον σε σημαντικό βάθος κάτω απ' αυτήν, έγινε δηλαδή υπόγειο, βαθύ πηγάδι, δ) έμπροσθεν του ακινήτου μου και αρκετά υψηλότερα αυτού (κατά οκτώ τουλάχιστον μέτρα, όπως εκτέθηκε), βρίσκεται ο νέος αυτοκινητόδρομος της Ιόνιας Οδού, από τον οποίο διέρχονται χιλιάδες αυτοκίνητα καθημερινά, με αποτέλεσμα το περιβάλλον να υποβαθμίζεται ηχητικά λόγω του μεγάλου θορύβου και να ρυπαίνεται από τα καυσαέρια που δημιουργούνται, ε) όπως προκύπτει από το κτηματολογικό διάγραμμα, στο όριο του ακινήτου μου δεν υπάρχει παράδρομος, με συνέπεια να μην μπορώ να μπω στην ιδιοκτησία μου από την πλευρά της Ιόνιας Οδού, δηλαδή εν κατακλείδι το ακίνητο μου, ούτε πρόσωπο αποκτά στον αυτοκινητόδρομο, ούτε και πρόσβαση έχει σ' αυτόν ούτε σε παράδρομό του".
Το Εφετείο, αναφορικά με το αίτημα των αναιρεσειόντων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ως άνω (με ΑΚΠ ..., ..., ... και ...) ιδιοκτησιών τους, λόγω μειώσεως της αξίας τους από την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων αυτών και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το Δικαστήριο εκτιμώντας τη θέση, το μέγεθος, την πολεοδομική κατάσταση, τη χρήση, την πρόσβαση στην οδό, τη ρύπανση και τα ειδικά χαρακτηριστικά του κάθε ακινήτου αποφαίνεται τα εξής: 1) Από την με Α.Κ.Π ...
ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί αγρό καλλιεργήσιμο με ελιές, από την αρχική έκταση των 14.843,95 τ.μ., απαλλοτριώνονται τα 573,93 τ.μ. και απομένουν 14.270,02 τ.μ. Η εναπομείνασα ιδιοκτησία δεν επηρεάζεται ως προς τη θέση και τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά και διατηρεί την πρόσβαση από την υφιστάμενη Ε.Ο., η οποία ενώνεται με τον κόμβο με παράπλευρη οδό.
Οπότε το τμήμα του ανωτέρω ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση παραμένει καλλιεργήσιμος αγρός. 2) Από την με Α.Κ.Π ... ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί αγρό καλλιεργήσιμο με αρκετές ελιές και λίγες αγριογκορτσιές, από την αρχική έκταση των 20.063,50 τ.μ., απαλλοτριώνονται τα 1.192,50 τ.μ. και απομένουν 18.132,32 τ.μ.
εκτός ορίων οικισμού και 738,68 τ.μ. εντός ορίων οικισμού, τα οποία ωστόσο αποτελούν ενιαία έκταση και δεν αποκόπτεται η μεταξύ τους σύνδεση. Η εναπομείνασα ιδιοκτησία δεν επηρεάζεται ως προς τη θέση και τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά και διατηρεί την πρόσβαση από την υφιστάμενη Ε.Ο., η οποία ενώνεται με τον κόμβο με παράπλευρη οδό.
Οπότε το τμήμα του ανωτέρω ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση παραμένει καλλιεργήσιμος αγρός. 3) Από την με Α.Κ.Π ... ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί αγρό καλλιεργήσιμο με αρκετές ελιές και πολλά κυπαρίσσια, από την αρχική έκταση των 38.489,11 τ.μ., απαλλοτριώνονται 3.342,84 τ.μ. από εκτός σχεδίου τμήμα και 124,83 τ.μ.
από το εντός ορίων οικισμού τμήμα και απομένουν 34.134 τ.μ. στο εκτός σχεδίου τμήμα" και 887,44 τ.μ. στο εντός οικισμού τμήμα, τα οποία ωστόσο τμήματα αποτελούν ενιαία έκταση και δεν αποκόπτεται η μεταξύ τους σύνδεση. Η εναπομείνασα ιδιοκτησία δεν επηρεάζεται ως προς τη θέση και τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά, ενώ το μέγεθος της δεν μεταβάλλεται σημαντικά.
Όμως, το τμήμα του ανωτέρω ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, παρότι είναι μεγάλο σε έκταση και η κατά προορισμό χρήση του ως αγροτεμάχιο παραμένει, επηρεάζεται αρνητικά ως προς την πρόσβαση από την υφιστάμενη Ε.Ο. λόγω κατάργησης της εισόδου του ακινήτου με τη δημιουργία του νέου κόμβου, μειονέκτημα το οποίο ωστόσο αντιμετωπίζεται, διότι το ακίνητο έχει πρόσωπο μεγάλου μήκους και υπάρχει η δυνατότητα προσβασιμότητας με την κατασκευή τεχνικών έργων.
Σημειώνεται δε ότι παράπλευρη οδός που να εξυπηρετεί την ιδιοκτησία δεν υπάρχει.
Συνεπώς, το εν λόγω ακίνητο υφίσταται μείωση της αξίας του σε ποσοστό 20% και πρέπει καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση γι' αυτό, ήτοι για το τμήμα εκτός σχεδίου που είναι αγρός, στο ποσό των (8 ευρώ/τ.μ. Χ20%=1,60X34.134 τ.μ.=) 54.614,4 ευρώ και για το εντός οικισμού τμήμα που είναι οικόπεδο, στο ποσό των (32 ευρώ/τ.μ. Χ20%=6,40Χ887,44 τ.μ.=) 5.679,61 ευρώ και συνολικά σε (54.614,4+5.679,61=) 60.294,01 ευρώ. 4) Από την με Α.Κ.Π ... ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί οικόπεδο μεσαίου μεγέθους χωρίς κτίσματα, με αρχική επιφάνεια 927,27 τ.μ., εκ των οποίων απαλλοτριώνονται 420,25 τ.μ. και απομένουν 507,02 τ.μ. Η εναπομείνασα ιδιοκτησία δεν επηρεάζεται ως προς τη θέση και διατηρεί την πρόσβαση από την υφιστάμενη Ε.Ο., επηρεάζεται όμως ως προς τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά. Ειδικότερα το τμήμα που απομένει μετά την απαλλοτρίωση αποτελεί εδαφική λωρίδα, η οποία δεν μπορεί να αξιοποιηθεί οικοδομικά λόγω απώλειας της αρτιότητας.
Συνεπώς, το εν λόγω ακίνητο υφίσταται μείωση της αξίας του σε ποσοστό 60% και πρέπει καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση γι' αυτό στο ποσό των (55 ευρώ/τ.μ. Χ60% =33X507,02 τ.μ.= )16.731,66 ευρώ". Όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε ότι τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των με ΑΚΠ ...
και ... ιδιοκτησιών, του αναιρεσείοντος Ε. Δ. η πρώτη και των αναιρεσειουσών Ι. Γ. και Ζ.- Ά. Γ. η δεύτερη, δεν υπέστησαν μείωση της αξίας τους και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την αιτία αυτή, χωρίς να λάβει υπόψη και να απαντήσει στους παραπάνω ισχυρισμούς τους, στους οποίους θεμελιώνεται η ιστορική βάση των αιτήσεών τους ως προς το σχετικό αίτημά τους και αφορούν α) στις απομειωτικές επιπτώσεις επί των εναπομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών τους από την απότμηση αυτών και ειδικότερα ως προς τους όρους δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης, και την οικονομική εκμετάλλευσή τους, καθώς και από τη φύση, εγκατάσταση και λειτουργία του έργου της απαλλοτριώσεως, ενόψει του ότι, ενώ, βάσει των ισχυουσών μέχρι την κήρυξη της απαλλοτριώσεως πολεοδομικών διατάξεων και οι δύο αυτές ιδιοκτησίες, ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες -ως πληρούσες τους όρους του Π.Δ.
της 24/31.5.1985, αφού είχαν, αμφότερες, εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ., πρόσωπο στην Εθνική Οδό Αντιρρίου- Ιωαννίνων κατά πολύ μεγαλύτερο των 45 μέτρων και βάθος πλέον των 200 μέτρων- είχαν κανονικό σχήμα, η κατά προορισμό χρήση τους ήταν προεχόντως, κυρίως και δευτερευόντως, οικοπεδική, συνιστάμενη στο να ανεγερθούν επ' αυτών οικοδομές, για να χρησιμεύσουν ως κατοικίες ή για οποιαδήποτε άλλη εκμετάλλευση, όπως π.χ.
ξενοδοχειακό συγκρότημα, λόγω και της γειτνίασής τους με τη θάλασσα, μετά την απαλλοτρίωση, παρέμειναν μεν άρτιες, πλην όμως μειώθηκε κατά πολύ η οικοδομησιμότητά τους, λόγω των περιορισμών δομήσεως που προβλέπονται από το Π.Δ. 209/1998 "λήψη μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας" -με βάση τους οποίους απαιτείται απόσταση τουλάχιστον 60 μέτρων από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου και 40 μέτρων από την πλευρά της Ιονίας Οδού- γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μην οικοδομείται, να "χάνεται" δηλαδή, έκταση 3.512,80 τ.μ.
από την πρώτη, με ΑΚΠ ..., ιδιοκτησία και έκταση 2.353,20 τ.μ. από τη δεύτερη, με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία, β) στο γεγονός ότι η Ιονία Οδός είναι ένας απροσπέλαστος, κλειστός (με μεταλλικές μπάρες) αυτοκινητόδρομος, με επακόλουθο, καθ' όλο το μήκος του, όλες οι ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, να μην έχουν απ' ευθείας πρόσβαση σ' αυτόν, πέραν τούτου δε είναι και υπερυψωμένη κατά οκτώ (8) τουλάχιστον μέτρα, στο ύψος και κατά μήκος των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ως άνω ιδιοκτησιών, οι οποίες δεν αποκτούν πρόσωπο σ' αυτήν και γ) στις απομειωτικές επιπτώσεις επί των εναπομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών τους, εξαιτίας της γειτνίασής των, πλέον, με το νέο αυτοκινητόδρομο της Ιονίας Οδού, από τον οποίο διέρχονται καθημερινά χιλιάδες αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται το περιβάλλον, λόγω του μεγάλου θορύβου και της ρύπανσης από τα καυσαέρια και δ) στο γεγονός ότι στα όρια των ως άνω εναπομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών τους δεν υπάρχει παράδρομος, με συνέπεια να μην μπορούν να εισέρχονται σ' αυτά από την πλευρά της Ιονίας Οδού, δηλαδή οι ιδιοκτησίες τους ούτε πρόσωπο αποκτούν στον αυτοκινητόδρομο, ούτε έχουν πρόσβαση σ' αυτόν ή σε παράδρομό του.
Συνεπώς το Εφετείο, που, έκρινε ότι τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ως άνω, με ΑΚΠ ... και ... ιδιοκτησιών, δεν υπέστησαν μείωση και ως εκ τούτου οι αναφερόμενοι παραπάνω αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημιώσεως, χωρίς να λάβει υπόψη του και να απαντήσει στους παραπάνω ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ενόψει τούτων, οι, στρεφόμενοι κατά του περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του έκαστος, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της με ΑΚΠ ...
ιδιοκτησίας της αρχικώς αναιρεσείουσας Μ. χήρας Β. Γ. (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, όπως προαναφέρθηκε, η Ζ.- Ά. Γ.), επηρεάζεται αρνητικά ως προς την πρόσβαση από την υφιστάμενη Ε.Ο., λόγω καταργήσεως της εισόδου αυτού με τη δημιουργία του νέου κόμβου, και για το λόγο αυτό υπέστη μείωση της αξίας του, ανερχόμενη σε ποσοστό 20%.
Ενώ όμως έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί ελλείψεως προσβασιμότητας του εν λόγω απομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας της προς την Ιονία Οδό, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτής α) ότι η ιδιοκτησία της, η οποία, προ της απαλλοτριώσεως, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη (αφού πληρούσε τους όρους του Π.Δ.
της 24/31.5.1985), είχε κανονικό σχήμα, με πρόσωπο και στην Εθνική οδό Αντιρρίου- Ιωαννίνων, η δε κατά προορισμό χρήση της ήταν προεχόντως, κυρίως και δευτερευόντως, οικοπεδική, συνίστατο δηλαδή στο να ανεγερθούν επ' αυτής οικοδομές, για να χρησιμεύσουν ως κατοικίες ή για οποιαδήποτε άλλη εκμετάλλευση, όπως π.χ.
ξενοδοχειακό συγκρότημα, λόγω και της γειτνίασής της με τη θάλασσα, πλην όμως το τμήμα αυτής, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθεί μεν να είναι άρτιο, πλην όμως μειώθηκε κατά πολύ η οικοδομησιμότητά του, λόγω των περιορισμών δομήσεως που προβλέπονται από το Π.Δ. 209/1998 "λήψη μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας" -με βάση τους οποίους απαιτείται απόσταση τουλάχιστον 60 μέτρων από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου και 40 μέτρων από την πλευρά της Ιονίας Οδού- γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μην οικοδομείται, να "χάνεται" δηλαδή, έκταση 11.104 τ.μ.
αυτής και β) ότι απομειώθηκε η αξία του εναπομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της ιδιοκτησίας της, εξαιτίας της γειτνίασής της, πλέον, με το νέο αυτοκινητόδρομο της Ιονίας Οδού, από τον οποίο διέρχονται καθημερινά χιλιάδες αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται το περιβάλλον, λόγω του μεγάλου θορύβου και της ρύπανσης από τα καυσαέρια.
Συνεπώς το Εφετείο, που, έκρινε ότι το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ως άνω, με ΑΚΠ ..., ιδιοκτησίας, υπέστη μείωση της αξίας, μόνο λόγω του περιορισμού της προσβασιμότητάς της στην Ε.Ο., χωρίς να λάβει υπόψη και να απαντήσει στους παραπάνω, ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμούς, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ενόψει τούτων, ο, στρεφόμενος κατά του περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Αφού όμως γίνονται δεκτοί οι ως άνω (πλήττοντες το περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως), πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του έκαστος, και αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, ως προς τις με ΑΚΠ ..., ...
και ... ιδιοκτησίες, η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών καθιστά αλυσιτελή την εξέταση όσων αναιρετικών λόγων πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης, ως προς τις ίδιες ιδιοκτησίες, και, συνεπώς, παρέλκει η έρευνα των, στρεφόμενων κατά του περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος καθενός, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ.
και το τρίτο σκέλος τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., καθώς και του τρίτου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. Σε σχέση, όμως, με την με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία των αναιρεσειουσών Ι. χήρας Χ. Γ. και Ζ.- Ά. Γ. του Χ., το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε, κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές του:
α) ότι αποτελεί οικόπεδο μεσαίου μεγέθους χωρίς κτίσματα, με αρχική επιφάνεια 927,27 τ.μ., εκ των οποίων απαλλοτριώνονται 420,25 τ.μ. και απομένουν 507,02 τ.μ. και β) ότι η εναπομείνασα ιδιοκτησία δεν επηρεάζεται ως προς τη θέση και διατηρεί την πρόσβαση από την υφιστάμενη Ε.Ο., επηρεάζεται όμως ως προς τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά, ενόψει του ότι το τμήμα αυτής που απομένει μετά την απαλλοτρίωση αποτελεί εδαφική λωρίδα, που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί οικοδομικά λόγω απώλειας της αρτιότητάς της, έκρινε ότι αυτό υπέστη μείωση της αξίας του σε ποσοστό 60% και πρέπει καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση γι' αυτό, ανερχόμενη στο ποσό των 16.731,66 ευρώ.
Από τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει το Εφετείο έλαβε υπόψη τους προβληθέντες, με την από 14-9-2018 αίτηση των ως άνω αναιρεσειουσών, ουσιώδεις και θεμελιούντες το αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, ισχυρισμούς, τους οποίους μάλιστα έκανε δεκτούς ως βάσιμους και για το λόγο αυτό έκρινε ότι η αξία του τμήματος αυτής που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, μειώθηκε κατά ποσοστό 60%.
Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παρ. 4 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 παρ. 4 του ν. 4070/2012, καθώς και εκείνες των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα τμήματα του ακινήτου των ως άνω αναιρεσειουσών που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως της αξίας και του ποσοστού αυτής, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση, ενώ καλύπτεται με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει μετά την απαλλοτρίωση.
Συνεπώς, αφού το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντιστοίχως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών), προκειμένου περί διανοίξεως εκτός Σχεδίου πόλεων Εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς, υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων, με τη συμμετοχή των στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για την διάνοιξη οδών, όχι μόνο οι ιδιοκτήτες, τα ακίνητα των οποίων αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (ΑΠ 216/2013).
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 3 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Α.Π. Ολομ. 7/2013), ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Α.Π. Ολομ. 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001), προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη της απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (Α.Π. 702/2017, 423/2016, 318/2016, 406/2015).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως.
Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της αποφάσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.
Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αιτήσεως. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.
Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (Α.Π. 1268/2020, 500/2020, 471/2017).
Η ως άνω, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 διαδικασία, ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αιτήσεως, για την ανατροπή (μόνο) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, σε περίπτωση σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για το τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου που πρέπει να αποζημιωθεί, αιτήματα που ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολομ.
ΑΠ 11 και 10/2004), δεν εφαρμόζονται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των διατάξεων αυτών του ν. 2971/ 2001. Στην τελευταία αυτή περίπτωση (της σωρεύσεως δηλαδή του αιτήματος ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας στο ίδιο δικόγραφο της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως), το Εφετείο ερευνά το αίτημα αυτό, ακόμη και αν δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 ν. 2971/2001 (ΑΠ 1530/2018, 145/2018, 471/2017, 34/2015).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 42/2020, 1134/2019).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Α.Π. 500/2020, 42/2020, 30/2020, 826/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Με τους, πλήττοντες το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περί εφαρμογής ή μη του τεκμηρίου της ωφέλειας του Ν. 653/1977, πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση -σε σχέση με τις με ΑΚΠ ..., ... και ... ιδιοκτησίες της αρχικώς πρώτης αναιρεσείουσας Μ. χήρας Β. Γ. (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η τρίτη αναιρεσείουσα Ζ.- Ά.
Γ. του Χ.) και την με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσειόντων Ι. χήρας Χ. Γ. και Ζ.- Ά. Γ. του Χ.- πλημμέλειες, αντιστοίχως: 1) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να μην αναγνωρίσει ότι καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών τους, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του Ν. 2971/2001 και 2) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων τους δεν ωφελούνται από αυτήν.
Σε σχέση με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση (σε συνέχεια των παραδοχών του που παρατίθενται παραπάνω, κατά τη διερεύνηση των λόγων αναιρέσεως που αφορούν στο κεφάλαιο αυτής περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001), δέχτηκε τα εξής: "Εξάλλου, το καθιερούμενο από τη διάταξη τον άρθρου 1 παρ. 1 και 3 ν. 653/1977 τεκμήριο ωφελείας των ακινήτων, που βρίσκονται κατά μήκος της Ε.Ο., που διανοίγεται ή βελτιώνεται, το οποίο, ως ανωτέρω ειπώθηκε, είναι μαχητό, στην προκείμενη περίπτωση ανατρέπεται μερικώς, καθόσον αποδεικνύεται ότι με την ένδικη απαλλοτρίωση το με ΑΚΠ ...
ακίνητο [.......] δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι [.......] ωφελήθηκε [......]. Περαιτέρω, για τα λοιπά επίδικα ακίνητα, ήτοι το με ΑΚΠ ... [.............] και τα με ΑΚΠ ..., ... και ... [............], από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα ακίνητα αυτά μετά την απαλλοτρίωση δεν ωφελούνται και ζημιώνονται, διότι παραμένουν αμετάβλητα ως προς τη θέση και την πρόσβαση.
Συγκεκριμένα, πλην της με ΑΚΠ ... ιδιοκτησίας, η οποία είναι και παραμένει οικόπεδο, οι λοιπές πριν την απαλλοτρίωση αγροτικές εκτάσεις παραμένουν και μετά αγροί, επιπλέον δε από αυτές, οι ιδιοκτησίες που είχαν πρόσωπο ή πρόσβαση σε δευτερεύον οδικό δίκτυο, έχουν και μετά, μέσω παράπλευρων οδών, πρόσβαση στον κόμβο της συνδετήριας οδού και η απότμηση από αυτά των απαλλοτριωθέντων τμημάτων δεν επηρέασε τη δυνατότητα επωφελούς αγροτικής εκμετάλλευσής τους και μετά την απαλλοτρίωση, ούτε τα κατέστησε άχρηστα για την κατά προορισμό χρήση τους, ενώ η περιοχή στην οποία αυτά βρίσκονται, είναι κατά κανόνα αγροτική.
Άλλωστε, οι αιτούσες στις υπό στοιχ. Β' και Δ' αιτήσεις, ισχυρίζονται ότι τα ακίνητα τους είχαν πριν την απαλλοτρίωση και έχουν μετά από αυτήν πρόσβαση στις ίδιες οδούς. Σημειωτέον ότι ο αυτοκινητόδρομος Ιόνιας Οδού είναι κλειστός και όλες οι παράπλευρες ιδιοκτησίες απαγορεύεται να έχουν απευθείας πρόσβαση σ' αυτόν".
Το Εφετείο όμως, με τις ως άνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας για τις παρόδιες ιδιοκτησίες των ως άνω αναιρεσειουσών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 παρ. 4 του Ν. 2971/2001 και του άρθρου 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο αυτοκινητόδρομος "Ιονία Οδός" είναι κλειστός και όλες οι παράπλευρες ιδιοκτησίες και, συνεπώς, όλα τα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ακινήτων των ως άνω αναιρεσειουσών, απαγορεύεται να έχουν πρόσβαση σ' αυτόν, αν και δέχεται δηλαδή, ανέλεγκτα, ότι δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, της απόκτησης προσώπου επί της διανοιγόμενης οδού, χωρίς καμία αιτιολογία απορρίπτει τα αιτήματα των αναιρεσειουσών περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων.
Επίσης, όσον αφορά στα με ΑΚΠ ..., ... και ... ακίνητα της αρχικώς πρώτης αναιρεσείουσας Μ. χήρας Β. Γ. (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η τρίτη αναιρεσείουσα Ζ.- Ά. Γ. του Χ.), παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και υπέπεσε στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθ' όσον είναι αντιφατικό να επιδικάζεται για τις ιδιοκτησίες αυτές ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2002/2001, για μείωση της αξίας των τμημάτων τους που δεν απαλλοτριώθηκαν και, συγχρόνως, να επιβεβαιώνεται ότι οι ίδιες ιδιοκτησίες ωφελούνται σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και, συνεπώς δεν μπορεί να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας (απόφαση ΕΔΔΑ της 19.9.2002, Α.
και λοιποί κατά Ελλάδος ιδίως σκέψη 53, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 203/2012, ενώ, πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής του ΕΔΔΑ, βλ. Α.Π. 672/1989). Επομένως, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, αμφότεροι (αληθώς) εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερθέντων λόγων της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί, ως προς τους αναιρεσείοντες, η προσβαλλομένη απόφαση 1) κατά το κεφάλαιό της που αφορά στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, 2) κατά το κεφάλαιό της που αφορά στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, ως προς τις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, με Α.Κ.Π. ..., ...
και ... και 3) κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ως προς τις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, με Α.Κ.Π. ..., ..., ... και .... Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 61/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ως προς τους αναιρεσείοντες και κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ