Supreme Court allows appeal against contract termination, remanding case for damages recalculation due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision terminating a contract and awarding damages. The lower court erred by finding the contract impossible to perform without a specific threat of force, lacking sufficient factual basis. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remanded for a new trial to properly calculate damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court lacks factual basis for declaring a contract impossible to perform, remanding the case for a new trial to recalculate damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 676 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 676/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Φ. του Σ., 2) Π. Π. του Ζ., κατοίκων …, 3) Γεωργίου Π. του Χ., κατοίκου …., 4) Δ. Γ., 5) Λ. Λ. του Γ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σανιδά και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Βυτινίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2010 μη οριστική και 27/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 18/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2019 αίτησή του και τους από 10/12/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 26-11-2019 (8/26-11-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 18/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Με την απόφαση αυτή έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 54/2010 μη οριστικής και της 27/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των αναιρεσειόντων να του καταβάλουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους σε βάρος του. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο, που προσδιορίστηκε για τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και της επίδοσης τούτου προ της ως άνω προθεσμίας ή, στην περίπτωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης, η παράλειψη της επίδοσης του δικογράφου προ της αυτής προθεσμίας, επάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων, ελλείψει προδικασίας και, εντεύθεν, την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 577 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1984).
Η προθεσμία αυτή είναι ενεργείας για τον αναιρεσείοντα και προπαρασκευαστική για τον αναιρεσίβλητο, υπολογίζεται δε, σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. Δεν λαμβάνονται, δηλαδή, υπόψη οι ημέρες επιδόσεως ούτε οι αμέσως προηγούμενες της αρχικής δικασίμου αργίες και εξαιρετέες ημέρες. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ, κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος, που αποτέλεσε την αφετηρία της και λήγει στις 19.00' της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Επομένως, στην περίπτωση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αν η τελευταία (30η) ημέρα πριν από τη δικάσιμο, με αφετηρία την επομένη της επίδοσης του δικογράφου τούτου, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν συντρέχει εμπρόθεσμη άσκηση των πρόσθετων λόγω, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (Ολ.Α.Π. 33/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η Πρόεδρος του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης την 11η-1-2021 και ώρα 9.30'. Στις 10-12-2020, οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 10-12-2020 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, το οποίο επέδωσαν στον αναιρεσίβλητο αυθημερόν (10-12-2020), όπως προκύπτει από την 8074Γ'/10-12-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λαμίας Β.
Α., την οποία προσκομίζουν. Επομένως, η προθεσμία του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. άρχισε να τρέχει από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ήτοι από τις 11-12-2020 και συμπληρώθηκε στις 9-1-2021 (ημέρα Σάββατο), η οποία, όμως, ως εξαιρετέα ημέρα, δεν λαμβάνεται υπόψη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, όπως και η επομένη, 12-1-2021 (ημέρα Κυριακή) και συνεπώς η τριακονθήμερη προθεσμία συμπληρώθηκε στις 19.00' της επόμενης εργάσιμης ημέρας (11-1-2021), ημέρα Δευτέρα, δηλαδή, μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε οριστεί για τις 9.30' της ημέρας αυτής, κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 400 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έκδοσης της απόφασης τούτου, πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και 403 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα, που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, ήτοι, αυτά που προσδοκούν ωφέλεια ή βλάβη απ' αυτήν και, ως εκ τούτου, δεν παρέχουν εχέγγυα αληθούς μαρτυρίας.
Κατά την πρώτη των άνω διατάξεων, ως συμφέρον του μάρτυρα, υλικό ή και ηθικό, πάντως, άμεσο και βέβαιο, ως αναπόφευκτη συνέπεια της εκβάσεως της δίκης, νοείται αυτό που συνέχεται με τις κύριες συνέπειες της αποφάσεως, ιδίως το δεδικασμένο, την εκτελεστότητα, τη διαπλαστική ενέργεια, ως και τις δευτερεύουσες και αντανακλαστικές ενέργειες της δίκης, που επεκτείνονται και στο μάρτυρα, πράγμα, το οποίο δεν συμβαίνει, όταν ο μάρτυρας είναι συγγενής ή σύζυγος του διαδίκου ή και αναγκαίος ομόδικός του, πολλώ δε μάλλον όταν αυτός προσδοκά ωφέλεια από την ευνοϊκή για το διάδικο, ο οποίος τον προσάγει ως μάρτυρα, έκβαση της δίκης (Α.Π. 11/2004).
Ο λόγος εξαίρεσης του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου του διαδίκου, που προσάγει το μάρτυρα προς εξέταση, την οποία (ένσταση) πρέπει να προτείνει πριν ορκιστεί ο μάρτυρας και να επικαλεστεί το συμφέρον, ως λόγο της εξαίρεσης. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την ένσταση εξαιρέσεως του μάρτυρα, ο ενιστάμενος μπορεί στην κατ' έφεση δίκη να προτείνει νόμιμα την ίδια ένσταση.
Σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την ένσταση αυτή, δημιουργείται ο από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο και παρά το σχετικό ισχυρισμό, που προέβαλαν τόσον πρωτοδίκως όσον και κατ' έφεση, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, ο οποίος δεν είναι τρίτος, αλλά αναγκαίος ομόδικος αυτού (διαδίκου), δεδομένου ότι είναι συνάδελφός του, παρών στο επίδικο βιοτικό συμβάν και έχει ασκήσει, όμοια κατά περιεχόμενο, αγωγή κατ' αυτών.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, εξετάσθηκε, με πρόταση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ως μάρτυρας, ο Χ. Μ., χωρίς να προβληθεί από τους εναγόμενους, προ της ορκίσεώς του, ένσταση για τη μη εξέτασή του, όπως προκύπτει από τα 53/3-12-2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου.
Με την από 11-12-2009 προσθήκη των προτάσεών τους-αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό περί μη λήψεως υπόψη της καταθέσεως του ως άνω μάρτυρα, άλλως, περί της σταθμίσεως αυτής, για το λόγο ότι αυτός έχει προφανές άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
Με την από 19-6-2017 έφεσή τους και δη με τον πρώτο λόγο αυτής, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες παραπονούνται, πλην των άλλων, για τη μη ορθή στάθμιση και αξιολόγηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, χωρίς να προβάλλουν κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα και την συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, όπως όφειλε, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση μη επιτρεπτού αποδεικτικού μέσου, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν παντάπασι ένσταση μη εξετάσεως του ανωτέρω μάρτυρα. Ο τελευταίος, εξάλλου, δεν κατέστη, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, ομόδικος του αναιρεσιβλήτου, πολλώ δε μάλλον αναγκαίος τοιούτος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες -σε μια τέτοια περίπτωση, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως θα κηρυσσόταν απαράδεκτη, λόγω μη κλητεύσεώς του- εκ μόνου του γεγονότος ότι είναι αντίδικός των αναιρεσειόντων σε άλλη δίκη, με βάση το ίδιο βιοτικό συμβάν και προσδοκά ωφέλεια από την ευνοϊκή για τον αναιρεσίβλητο έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων τυγχάνουν απαράδεκτες, καθόσον δεν θεμελιώνουν τόσον την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8α όσον και αυτή από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, και, εντεύθεν, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005, Ολ.Α.Π. 27/1998).
Από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ο οποίος στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις, που ανάγονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932, 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης σε βάρος άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος.
Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνον όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αξίωση από την παράβαση δικαϊικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.
Εξάλλου, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή, ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία.
Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata), που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (condition sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.
Σε περίπτωση που η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων, κατά το άρθρο 926 του Α.Κ., ενέχονται (εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αδικοπρακτικής ευθύνης) όλοι εις ολόκληρον για αποζημίωση ή και για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος. Επίσης, σε διαφορές από αδικοπραξία, δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την τέλεση της παράνομης πράξης και για άλλα πραγματικά ζητήματα θεμελιωτικά των όρων αδικοπρακτικής ευθύνης.
Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση αυτού για υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στον προσήκοντα νομικό κανόνα και ειδικότερα για τα νομικά ζητήματα α) εάν είναι αποζημιωτέα ή όχι η ζημία κατά το νόμο και αν αυτή έχει προκληθεί παράνομα ή όχι, β) αν συγκροτείται ή όχι η έννοια της υπαιτιότητας του υποχρέου και γ) αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμός μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας.
Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου, η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η παράνομη πράξη επέφερε ως αναγκαίος όρος στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αντίθετα, αποτελεί νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά το αν η σχετική παράνομη πράξη, καθεαυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει τη ζημία (Ολ.Α.Π. 8/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης κατά ποσοστό 50% και οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφ. … Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ασχολούμενος κατ' επάγγελμα με τη μεταφορά διαφόρων εμπορευμάτων.
Την 31-3-2008 η συν/σία Κ. Λ. & Κ. συνήψε με την εταιρεία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη την υπ' αριθμ. …/2008 σύμβαση μεταφοράς με φορτηγό αυτοκίνητο, δυνάμει της οποίας η ανωτέρω συν/σία, στην οποία συμμετείχε ο ενάγων με τον αδελφό του, Ν., κατά ποσοστό 50% έκαστος, ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στη μεταφορά βωξίτη από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας "S & Β.
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ Α.Ε." στην Ιτέα Φωκίδας έως τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε." στον Άγιο Νικόλαο Παραλίας Διστόμου. Στη σύμβαση ορίστηκε ρητά ότι δεν αποτελεί σύμβαση αποκλειστικότητας και ότι η ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε. μπορεί να αποταθεί και σε άλλους μεταφορείς, ότι η διάρκεια είναι διετής, από 1-4-2008 έως 31-3-2010, ότι η τιμή μεταφοράς είναι 4,1 ευρώ ανά τόνο μεταφοράς και ότι η πληρωμή θα γίνεται σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την έκδοση του σχετικού νόμιμου παραστατικού...
Την ίδια ημερομηνία είχαν συνάψει αντίστοιχες συμβάσεις και οι Γ. Π., Χ. Μ., Ν. Κ. και Δ. Π.. Την 1η-4-2008 και περί ώρα 8.00' ο ενάγων, οδηγώντας το ανωτέρω όχημά του, μαζί με τους ανωτέρω τρεις πρώτους, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες και οδηγοί..., σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, έχοντας φορτώσει ποσότητα βωξίτη από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας "S & Β.
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ Α.Ε.", κινήθηκαν προς τις εγκαταστάσεις της ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε., στην παραλία Διστόμου. Πρώτο ήταν το όχημα του Ν. Κ. και ακολουθούσαν κατά σειρά το όχημα του Γ. Π., του Χ. Μ. και τελευταίο του ενάγοντος. Την ίδια ημέρα και ώρα, στο 3ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Διστόμου - Δεσφίνας, είχαν συγκεντρωθεί περίπου 40 αυτοκινητιστές μετά ισάριθμων Δ.Χ.Φ.
αυτοκινήτων του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΕΛΦΟΙ - ΔΙΣΤΟΜΟ Α.Μ.Ε.", μεταξύ των οποίων το υπ' αριθμ. κυκλ. …, ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου, το υπ' αριθμ. κυκλ. …, ιδιοκτησίας του τέταρτου εναγομένου, ο οποίος δεν αποτελεί μεν μέλος του άνω σωματείου, όμως ήταν παρών στην πιο πάνω συγκέντρωση και συμμετείχε ενεργά στα επεισόδια.
Τρία φορτηγά, ήτοι το υπ' αριθμ. κυκλοφ. …, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, το υπ' αριθμ. κυκλοφ. …., ιδιοκτησίας Ι. Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και το υπ' αριθμ. κυκλοφ. …., ιδιοκτησίας Γ. Λ. (μη διαδίκου), είχαν τοποθετηθεί κάθετα στο οδόστρωμα και εμπόδιζαν την κυκλοφορία των οχημάτων και συγκεκριμένα αυτών του ενάγοντος και των λοιπών συναδέλφων του, που μετέφεραν βωξίτη.
Ειδικότερα, οι παρευρισκόμενοι στο σημείο αυτό αυτοκινητιστές, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, μέλη του προαναφερόμενου σωματείου, ενεργώντας από κοινού, προκειμένου να παρεμποδίσουν την ολοκλήρωση της μεταφοράς του βωξίτη, εργασία, την οποία εκτελούσαν οι ίδιοι τα προηγούμενα χρόνια, κινήθηκαν απειλητικά κατά του ενάγοντος και των οδηγών που τον ακολουθούσαν, οι οποίοι είχαν εκ των πραγμάτων αναγκαστεί να ακινητοποιήσουν τα οχήματά τους, τους εξύβρισαν, ανάγκασαν τον ενάγοντα να κατέβει από το φορτηγό του, ενώ ο τρίτος εναγόμενος έριξε πέτρες κατά του οχήματος του ενάγοντος, προξενώντας σ' αυτό τις κατωτέρω αναφερόμενες υλικές ζημιές, εισήλθε δε εντός αυτού και αφαίρεσε μια κάμερα - φωτογραφικό μηχανή, μάρκας CANON, η αξία της οποίας ουδόλως με ακρίβεια αποδείχθηκε...
Εν συνεχεία, απαίτησαν με την απειλή ότι θα πυρπολήσουν τα φορτηγά τους να αδειάσουν το μετάλλευμα στην άκρη του δρόμου, γεγονός, το οποίο και έγινε, προς εκτόνωση της κατάστασης και κατόπιν προτροπής των παρισταμένων αστυνομικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν ειδοποιηθεί και είχαν προσέλθει στο χώρο των επεισοδίων, ο ενάγων και οι λοιποί απομάκρυναν τα οχήματά τους.
Εξαιτίας των ανωτέρω συμβάντων, ο ενάγων και οι λοιποί τρεις (3) οδηγοί αναγκάστηκαν να διακόψουν άμεσα συναινετικά τις συμβάσεις τους με την "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", οι εκπρόσωποι της οποίας είχαν πληροφορηθεί τα επεισόδια και είχαν αντιληφθεί την αδυναμία εκτελέσεως των συναφθεισών συμβάσεων, με αποτέλεσμα μετά τη λύση αυτών το έργο της μεταφοράς του βωξίτη να ανατεθεί αποκλειστικά σε καράβι.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η λύση της σύμβασης του ενάγοντος με την εταιρία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε." επήλθε ως συνέπεια της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι εναγόμενοι. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι από τη ρίψη των λίθων έσπασε το παρμπρίζ του οχήματος του ενάγοντος, για την αποκατάσταση του οποίου ο τελευταίο κατέβαλε συνολικά (για την αγορά ανταλλακτικών και εργασίες επισκευής) το ποσό των 273,70 ευρώ...
Έσπασε, επίσης, ένας οπίσθιος προβολέας και δύο λάμπες του προβολέα, για την αποκατάσταση των οποίων κατέβαλε συνολικά (για αγορά ανταλλακτικών και εργασίες επισκευής) το συνολικό ποσό των 133,28 ευρώ...
Συνεπώς, το σύνολο της θετικής ζημίας του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 406,98 ευρώ, πλην όμως επειδή ο ενάγων είναι συνιδιοκτήτης του εν λόγω φορτηγού κατά ποσοστό 50%... δικαιούται να αξιώσει το αντίστοιχο ποσοστό (50%) της δαπάνης που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση των ανωτέρω υλικών ζημιών, ήτοι το ποσό των 203,49 ευρώ.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο ενάγων, με βάση την υπογραφείσα διετή σύμβαση, η οποία λύθηκε εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων, θα μετέφερε από 1-4-2008 έως 31-3-2010 συνολικά 50.999 τόνους βωξίτη.... Ενόψει των ανωτέρω, το σύνολο της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος, αφαιρουμένων των εξόδων, ανέρχεται στο ποσό των 127.497,5 ευρώ, εκ των οποίων ο ενάγων θα ελάμβανε το ήμισυ..., ήτοι το ποσό των 63.748,75 ευρώ.
Στη ζημία αυτή του ενάγοντος πρέπει να συνυπολογισθεί το κέρδος που ο ίδιος αποκόμισε από την εργασία του, ήτοι από μεταφορές που πραγματοποίησε με το ζημιωθέν φορτηγό κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.2008 μέχρι 18.2.2010... το ποσό της απώλειας εισοδημάτων του ενάγοντος αφαιρουμένου του οφέλους που αποκόμισε από την επαγγελματική του δραστηριότητα διαμορφώνεται στο ποσό των 34.194,75 ευρώ.
Εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας που βίωσε από τα πιο πάνω γεγονότα και από τη διαδικασία επισκευής του φορτηγού αυτοκινήτου του, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η υπό κρίση αδικοπραξία, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών που υπέστη ο ενάγων, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το εύλογο ποσό των 12.000 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, υπό τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέληξε στην κρίση ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ως μέλη συνδικαλιστικού σωματείου και, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τη διακοπή της συνεργασίας τους με την εταιρεία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", την 1-4-2008, τέλεσαν υπαιτίως παράνομες πράξεις σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, δηλαδή, με τη χρήση βίας, απειλών, ύβρεων και προπηλακισμών, παρεμπόδισαν την εκ μέρους τούτου ομαλή εκτέλεση της υπ' αυτού αναληφθείσας, δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως έργου, μεταφοράς βωξίτη στις εγκαταστάσεις της ως άνω εργοδότριας εταιρείας, εξαναγκάζοντάς τον μάλιστα να αδειάσει στο οδόστρωμα το υπ' αυτού μεταφερόμενο μετάλλευμα, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η ολοκλήρωση της μεταφοράς, κατά την ως άνω ημερομηνία.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ., ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας των εναγομένων-αναιρεσειόντων, ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεών τους, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως προς το σκέλος αυτό ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε ότι η ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προκάλεσε, άμεσα, την αμοιβαία συναινέσει λύση της σύμβασης τούτου και με την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", δυνάμει της οποίας, αυτός είχε αναλάβει τη διενέργεια μεταφοράς βωξίτη στις εγκαταστάσεις της εν λόγω εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2008 μέχρι 31-3-2010, για το λόγο ότι οι εκπρόσωποι της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι ενημερώθηκαν για τις ενέργειες των εναγομένων-αναιρεσειόντων, αντιλήφθηκαν την αδυναμία εκτελέσεως της συμβάσεως αυτής, με αυτόθροη συνέπεια ο ενάγων-αναιρεσίβλητος να απολέσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του για το ως άνω χρονικό διάστημα και να υποστεί, εντεύθεν, αποθετική ζημία.
Πλην όμως, οι παραδοχές αυτές είναι ανεπαρκείς, καθόσον δεν αρκούσαν για τη, με βάση την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας, στοιχειοθέτηση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων-αναιρεσειόντων, που έλαβε χώρα την 1-4-2008 και της περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, που συνίσταται στην απώλεια της αμοιβής, που θα αποκόμιζε από τις μεταφορές, που θα διενεργούσε επί μία διετία, δηλαδή από την 1-4-2008 μέχρι τις 31-3-2010, για λογαριασμό της συμβληθείσας μετ' αυτού εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Και τούτο διότι, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναγκαίες αιτιολογίες και παραδοχές, από τις οποίες η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων δεν συνέβαλε απλώς, ως αναγκαίος όρος, στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, αντικειμενικά κρινόμενη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά το χρόνο και υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε, κατά την ως άνω ημερομηνία, προκάλεσε την πεποίθηση στα συμβληθέντα μέρη ότι δεν θα ήταν παντάπασι εφικτή και ασφαλής η διενέργεια των μεταφορών, κατά την επόμενη διετία, δεδομένου ότι δεν παρατίθεται άλλο περιστατικό ή άλλη απειλητική σε βάρος τους ενέργεια των εναγομένων-αναιρεσειόντων, από την οποία να προκύπτει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια διακίνησης του μεταλλεύματος, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, θα καθίστατο ή όχι αδύνατη για την ασφάλεια του μεταφορέα και ζημιογόνος για αμφότερα τα μέρη, με συνέπεια, στην πρώτη περίπτωση, να αναγκαστούν να διακόψουν τη συνεργασία τους, άμεσα και μάλιστα, αμοιβαία συναινέσει, με αυτόθροη συνέπεια την απώλεια των εισοδημάτων, που ο ενάγων-αναιρεσίβλητος θα αποκόμιζε από την εκτέλεση της σύμβασης αυτής, κατά το ως άνω συμφωνηθέν χρονικό διάστημα και, εντεύθεν την αποζημίωση τούτου καθώς και τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, λοιπόν, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ. τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, για ζήτημα, το οποίο είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά παραδοχή του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Μετά ταύτα, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού που έγινε δεκτός και εκτείνεται, όπως προαναφέρεται, στα κεφάλαια της προσβαλλομένης, που αφορούν στο επιδικασθέν ποσό της αποθετικής ζημίας και της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου σκέλους του ίδιου λόγου, του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου καθώς και του τέταρτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς απ' αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος απ' αυτούς, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη 18/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ